Loess – Roel Funcken – Tendts

Loess – Pocosin (n5MD)

Ένα πρώτο χαρακτηριστικό της περιήγησης στα γοητευτικά μονοπάτια της ηλεκτρονικής μουσικής είναι η ανακάλυψη αμέτρητων άγνωστων σχημάτων χαμηλού βεληνεκούς, αλλά υψηλής καλλιτεχνικής πιστότητας. Συνήθως τα ονόματα τους όπως και οι τίτλοι των συνθέσεων τους δεν είναι άμεσα μεταφράσιμα, οι στίχοι και οι φωνές λείπουν, οπότε μένει η ίδια η μουσική να έχει τον κύριο λόγο. Αυτό συμβαίνει κατά κόρον στο τρίτο άλμπουμ των Αμερικάνων Loess. Μυστηριώδη μοτίβα ακίνητων τοπίων τα οποία χτενίζονται από αργόσυρτες ματιές τροφοδοτούν μια θάλασσα συναισθημάτων. Σε αυτή δεν έχει χώρο κάποιος ιδιαίτερος χρωματισμός, αλλά μένει η ίδια η φαντασία για να δώσει τον τόνο κάθε προεξοχής του υλικού. Η υπνωτική υφή του άλμπουμ το κάνει άκρως εθιστικό και η συνεχή ροή των ακροάσεων του θα πρέπει να θεωρείται κάτι το δεδομένο.

Roel Funcken – Balaklavskiy Prospex (Funcken Industry)

Το γεγονός να ακούγεται ένας νέος δίσκος όπως ακριβώς τον περίμενες έχει δυο όψεις. Από την μια δεν θα σε εκπλήξει κάτι, αλλά από την άλλη ούτε θα σε απογοητεύσει κιόλας. Ο λόγος για το νέο άλμπουμ του Roel Funcken με τον οποίο έχουμε ασχοληθεί και παλαιότερα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει στον τρόπο που αναδιπλώνει τη μουσική του, τουτέστιν κυριαρχεί ένας idm φορμαλισμός, οι μελωδίες εμφανίζονται και εξαφανίζονται στο λεπτό και όλα φαντάζουν συνεπτυγμένα όσο πρέπει. Ουσιαστικά δεν υπάρχει κανένα αδιάφορο σημείο στο άλμπουμ, αλλά ούτε και καμιά βαθιά τομή, οπότε είναι σαν να ατενίζεις τις πολεμικές κινήσεις φανταστικών όντων καταμεσής περίεργα χρωματισμένων λιβαδιών. Για καμία ξώφαλτση στους μη αδαείς στον ηλεκτρονικό ήχο δεν υπάρχει κίνδυνος. Για πρόκληση αλλεργίας στ@ς υπόλοιπ@ς, ίσως και λόγω εποχής, πιθανόν να υπάρχει μια βάσιμη πιθανότητα υποτροπής.

Tendts – 3431 Years (nutty wombat records)

Τα τελευταία χρόνια ο όγκος των ονομάτων στο χώρο της ντόπιας ηλεκτρονικής μουσικής σκηνής είναι τέτοιος που μας επιτρέπει να μιλάμε για μια καλοδεχούμενη άνθηση της. Σημασία έχει, όμως, η ποιότητα των δουλειών που φέρουν το στίγμα της. Σίγουρα αυτό το ζήτημα δεν θα εξαντληθεί με μια συγκεκριμένη κριτική, αλλά έχω την εντύπωση ότι το νέο EP των εκ Θεσσαλονίκης Tendts φέρει τα χαρακτηριστικά αρκετών παραπλήσιων κυκλοφοριών του συγκεκριμένου χώρου, καλώς ή κακώς.

Αρχικά δεν ακούμε κάτι καινούργιο στα δυο νέα τους κομμάτια, αλλά αντιθέτως μόνο ρετρό θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν με ήχο, κιόλας, επιτηδευμένα παλαιομοδίτικο. Η αλήθεια είναι ότι μοιάζουν ελαφρώς μεταξύ τους, οπότε και αναδεικνύεται ξεκάθαρα η χορευτική τους υφή η οποία μεταλαμπαδεύεται και στα δύο remix που ακολουθούν. Σε αυτά υπάρχει μια πιο παιχνιδιάρικη διάθεση, αλλά και πάλι η παραγωγή τα κάνει να ακούγονται κάπως μονοδιάστατα. Οπότε στο τέλος μένει να επιστρέψουμε στην πρώτη πλευρά της κασέτας, για να πάρουμε μια καλή δόση νοσταλγίας των χορευτικών 1990’s.

Μπάμπης Κολτράνης

Dalot – Fragile Baloon – Op3

Dalot – Mutogibito (n5md)
Η απλότητα είναι το παν. Τι κι αν ο λόγος, ειδικά σε μια κριτική καλή ώρα, βρίσκει πάντα τα εμπόδια που ο ίδιος βάζει, έρχεται η μουσική να δώσει τη λύση. Η Μαρία Παπαδομανωλάκη, γνωστή ως Dalot, έχει ήδη στο βιογραφικό της πολλές δουλειές, οι οποίες της έχουν δώσει τη σφραγίδα της αναγνωρισιμότητας στον ήχο της. Έρχεται, λοιπόν, αυτό το άλμπουμ για να δέσει τόσο γλυκά με την καλοκαιρινή άνοιξη που διανύουμε.  Προσωπικά δυσκολεύομαι να κατατάξω πρόχειρα κάπου τη σύζευξη ονειρικής post/electronica/ambient που ακούω. Αυτό το γεγονός δίνει και ένα τόνο γοητείας στο όλο άκουσμα μιας και δεν υπάρχουν στεγανά για να περιοριστεί μέσα σε αυτά η γραφή της. Αντ’ αυτού οι μελωδικές γραμμές ξεφεύγουν από το κάδρο καλύπτοντας αόρατες πτυχές εικόνων που ανασυνθέτονται κάθε φορά που κομμάτια όπως τα “S2s” και “Inside Visible” ρέουν στο χώρο. Οπότε και γυρνάμε στην απλότητα της μουσικής, ξανά και ξανά.
Fragile Baloon – Spondylolisthesis (nutty wombat)
Όσ@ έχουν ζήσει με ζώα γνωρίζουν πολύ καλά πως η αγάπη προς και από αυτά είναι αστείρευτη. Βεβαίως τα ζώα έχουν το προσόν να μη γερνάνε με τρόπο τόσο εξώφθαλμο όπως εμείς, αλλά και πάλι το γήρας είναι κάτι που και σε αυτά δεν έρχεται μόνο του. Ο Γιώργος Κοντογιαννίδης τυχαίνει να έχει ένα μικρόσωμο σκυλί παρέα για αρκετά χρόνια, την Αμελί, η οποία αντιμετωπίζει αυτόν τον καιρό διάφορα θέματα υγείας. Τι πιο λογικό, λοιπόν, από το να αποτελέσει η ονομασία της συγκεκριμένης πάθησης τον τίτλο της νέας κυκλοφορίας του. Ίσως η μεθοδολογία αυτή να θυμίζει τα ονόματα που επέλεγαν (κυρίως) punk ημεδαπές μπάντες πριν λίγα χρόνια, μόνο που εδώ οι τίτλοι δεν αποτυπώνουν τη θέαση του αρρωστημένου κοινωνικού πεδίου (sic), αλλά μια προσπάθεια αποτίναξης του ψυχολογικού βάρους και επίτευξης της ποθητής ίασης. Η μουσική είναι έντονη, μελωδική και πατροπαράδοτη idm, χωρίς την τάση να αφήσει το κουμπί που αναγράφει “ρυθμός”. Μπορεί να λείπει κάτι το ρηξικέλευθο στη σύνθεση, αλλά και οι τέσσερις συνθέσεις ακούγονται σφιχτοδεμένες με ένα κρυστάλλινο ήχο να εξαπολύει ηλιαχτίδες ενός βόρειου ήλιου.
Op3 – Hope (fluttery)
Ένα όργανο, στην περίπτωση μας ας επικεντρωθούμε κυρίως στο πιάνο, παρέχει μια απίστευτη γκάμα στον τρόπο έκφρασης συναισθημάτων. Παραμένει όμως πάντοτε στα χέρια του οργανοπαίχτη η τύχη ως προς την έκφραση των δυνατοτήτων του. Αυτό αναφέρεται γιατί το συγκεκριμένο σχήμα από το Άργος επιδίδεται σε ασκήσεις neo-classical λυρισμού, ενός είδους που βασίζεται στην επιδεξιότητα των εκφραστών του και, κακά τα ψέμματα, αρχίζει και εξαντλείται σε αυτά που έχει να προσδώσει. Ερχόμαστε, λοιπόν, στο ντεμπούτο των Op3 και βρίσκουμε κάτι σίγουρα καλοπαιγμένο, το οποίο όμως αδυνατεί να προχωρήσει πιο πέρα από το ξεδίπλωμα στερεοτυπικών σαουντρακικών μελωδιών. Τα θέματα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ακούγονται σαν να ατενίζεις νούφαρα κατά τη διάρκεια μιας βαρκαρόλας, τα οποία πρόκειται να χαθούν μετά το πέρας της. Υπάρχει μάλιστα μια στροφή στα μέσα περίπου του άλμπουμ, όπου γίνεται πιο σύγχρονο το όλο άκουσμα, χωρίς όμως να ξεφεύγει κάπου στη βάση του. Σίγουρα το γεγονός πως το πιάνο είναι τόσο μπροστά στην παραγωγή χωρίς να προχωρά σε καμία παύση, κάνει τα υπόλοιπα όργανα να ακούγονται συνοδευτικά. Σε αντίθετη περίπτωση ίσως οι συνθέσεις να ανέπνεαν περισσότερο και το όλο αποτέλεσμα να ήταν πιο τολμηρό και πιθανόν πιο εύστοχο.
Μπάμπης Κολτράνης