Four Tet – Ben Frost – Guerilla Toss/Jay Glass Dubs

Four Tet – New Energy (text records)

 Κάθε μήνας που περνά αφήνει τον προηγούμενο μουδιασμένο και σχεδόν λησμονημένο. Ο Σεπτέμβρης φαντάζει αυτόν το μήνα σαν να συνέβη κάποτε στο μακρινό παρελθόν. Παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει ο μήνας των νέων ξεκινημάτων, άρα παραμένει παρών. Δεν είναι τυχαίο που ο Four Tet κυκλοφόρησε το νέο του άλμπουμ αυτόν τον συγκεκριμένο μήνα και μάλιστα με τον τίτλο New Energy! Ακούγοντάς τον, νιώθεις αυτό το φως που γεμίζει τέτοια εποχή τη μνήμη με μια αύρα στιγμιαίας ευτυχίας. Σαν η όλη εμπειρία του πάνω στη σπουδή θερμής ηλεκτρονικής μουσικής να καταλήγει σε ηλιαχτίδες μελωδίας.

 Κι όμως τίποτα δεν υποδηλώνει εδώ μια νέα αρχή, καθώς τα βασικά συστατικά της μουσικής του παραμένουν αναλλοίωτα. Υπάρχει όμως μια νέα ενέργεια, χαλαρωτική θα έλεγα, η οποία μας αφήνει πανέμορφα ορχηστρικά καλούδια. Χωρίς να είναι παντελώς ανάλαφρα καταφέρνουν να χρωματίζουν τον χώρο με αόρατα χαμόγελα και ένα μυστήριο για το τι θα φέρει αυτός ο χειμώνας. Διόλου απίθανο τέτοια άλμπουμ να τον καθυστερήσουν κι άλλο.

Ben Frost – The Centre Cannot Hold (mute)

 Με κάποια ονόματα γνωρίζεις εξαρχής ότι όχι μόνο δεν θα ξεμπερδέψεις εύκολα με τις εκάστοτε νέες κυκλοφορίες τους, αλλά η συνέχεια θα είναι ακόμη πιο μυστηριώδης. Ένα απ’ αυτά είναι ο Ben Frost. Έπειτα από μια σειρά συνεργασιών μετά το A U R O R A, έρχεται με ένα άλμπουμ που αρχικά εκπλήσσει για τον τρόπο που το δημιούργησε. Πιο συγκεκριμένα, μετέβη στο γνωστό στούντιο του Steve Albini στο Σικάγο και ηχογράφησε σε αυτό ένα υλικό ελαφρώς από τα πριν προσχεδιασμένο.

 Ουσιαστικά χρησιμοποιεί το στούντιο ως ένα επιπλέον όργανο, και θυμίζει η όλη προσέγγιση του κάτι από live ροκ μπάντα. Ο σημαντικός αστερίσκος είναι ότι ο Albini δεν είναι ο παραγωγός που θα πάρει και θα μεταμορφώσει ή θα ανυψώσει το υλικό που θα έρθει στο στούντιό του, αλλά απλώς θα αναδείξει τον πραγματικό του πυρήνα. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώνεται κι εδώ, με τον Ben Frost να εγκλωβίζεται σε μια ελευθερία κινήσεων, η οποία δεν πάει όμως το υλικό του παραπέρα. Σε ορισμένα σημεία θυμίζει κάτι από τα παλιά του, το τέμπο ελάχιστα αλλάζει και κάπου ο δίσκος χωλαίνει χρονικά. Όχι σε βαθμό που θα μας κάνει να μιλήσουμε για κάτι μέτριο, αλλά ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που βγάζει κάτι το απλώς καλό.

Jay Glass Dubs/Guerilla Toss – Guerilla Toss VS Jay Glass Dubs (bokeh versions/DFA)

 Υπάρχει ένας κανόνας που μιλά για την υπεροχή των dub (δηλαδή remix) άλμπουμ ενάντια των πρωτότυπων όπου βασίστηκαν. Από παραδείγματα, μια ματιά σε δουλειές του Lee Perry και του King Tubby αρκεί. Ας μη μένουμε όμως στα κλασικά αυτά ονόματα, καθώς η μουσική προχωρά. Σίγουρα αυτό δεν αποτυπώνεται στο σχεδόν eighties άλμπουμ της Guerilla Toss που βγήκε το καλοκαίρι, αλλά βγαίνει στο νέο αυτό EP που επιμελήθηκε ο JGD.

 Αν έχετε κάποια επαφή με το υλικό του προαναφερθέντα, θα έχετε καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Περίπου βέβαια, μιας και εδώ αυτή η αναμόρφωση των τεσσάρων σουξεδάτων συνθέσεων βγάζει ένα περίεργο κράμα pop, dub και μυστηρίου. Το όλο υλικό διαθέτει τη δική του χορευτική πειθώ και όσο θυμίζει κάτι και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, άλλο τόσο αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη και για τους δύο.

Μπάμπης Κολτράνης

CAN – Singles (mute)

 Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη μπάντα από την παλιά εποχή πέρα από τους CAN που στην post-mortem εποχή της να μην έχει βγάλει κάτι το αδιάφορο ή ανούσιο. Μάλλον είναι κι αυτό δείγμα ότι εμείς μπορεί να γερνάμε, από την μπάντα να ζούνε περίπου οι μισοί, αλλά η μουσική τους παραμένει εσαεί φρέσκια και ολοζώντανη.

 Για την ιστορία της μπάντας θα σας παραπέμψω σε ένα κατατοπιστικό κείμενό μας με αφορμή την κυκλοφορία του The Lost Tapes, το οποίο περιελάμβανε έναν σκασμό ακυκλοφόρητου ως τότε υλικού. Κοιτώντας προς τα πίσω και ό,τι ακολούθησε την επίσημη διάλυσή τους, διακρίνεις ότι με το Sacrilege επέδειξαν τον σεβασμό που άρμοζε σε πολλά γνωστά ονόματα της σύγχρονης μουσικής σκηνής μέσω των remix τους. Στη συνέχεια, και καθώς το όνομά τους επανήλθε στο προσκήνιο, είχαμε τις επανακυκλοφορίες της δισκογραφίας τους, οπότε τι μένει; Αυτά τα μαγικά μικρούτσικα βινύλια με τη σύντομη διάρκεια και τον στόχο να κάνουν γνωστό το όνομα του εξωφύλλου σε όλο τον κόσμο.

 Αυτή εδώ η συλλογή περιέχει οτιδήποτε κυκλοφόρησε στην άνωθεν μορφή μεταξύ ’69-’90, πέρα ελάχιστων εξαιρέσεων (ένα-δυο b-sides) τα οποία καλώς παραλείφθηκαν. Τώρα, ακούτε singles και θα νομίζετε ότι έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή που θα θύμιζε best of. Αμ δε! Με τους CAN ξέρεις ότι τίποτα δεν ακολουθεί την πεπατημένη. B- sides αναδεικνύονται σε κορυφαίες συνθέσεις της μπάντας διαχρονικά (“She Brings The Rain”, “Future Days”). Σουξέ με τη διαδεδομένη έννοια δεν υπάρχουν, πέρα του “Vitamin C”, το οποίο δεν νομίζω να μπορεί να καταχωρηθεί κάπου ως επιτυχία συγκεκριμένου είδους ακόμη και σήμερα, και του “I Want More” που γράφτηκε ως παρωδία και ανέβηκε στα charts τότε! Επίσης έχουμε edit εκδόσεις ορισμένων μαμούθ κομματιών τους κι εκεί που περιμένεις ότι θα ακούγονται αυτές υπερβολικά “κοντοκουρεμένες”, αυτές συντηρούν την αρχική τους γοητεία (βλ. “Halleluhwah”), ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι, που καταμεσής του καλοκαιριού ακούγεται περίεργο και μια διασκευή στο “Can Can”, η οποία ανεξαρτήτως εποχής ακούγεται αστεία.

 Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συλλογές τους με τίτλο Cannibalism, εδώ λείπει η “δύσκολη” πλευρά της μπάντας με τον άκρατο πειραματισμό της για ευνόητους λόγους. Εντούτοις σκιαγραφείται η όλη τους πορεία με τη διαφορετικότητα των πολλαπλών τους ειδώλων και τον συνδυασμό τού λεπτεπίλεπτου ήχου τους με το παιχνιδιάρικο, που σε ορισμένες στιγμές γίνεται μέχρι και ανεβαστικό, ως γενική αίσθηση. Κατά τα άλλα όλες οι περίοδοί τους εκπροσωπούνται εδώ, δηλαδή δεν λείπει η πρωτόλεια ορμή τους, ο πλούτος που έφερε η παρουσία του Damo Suzuki και το αυτοσαρκαστικό τέλος τους. Για το τέλος αυτό θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλοί αρνητικοί αστερίσκοι, αλλά φαντάζομαι πώς θα ήταν να νιώθουν ότι, εφόσον τα έχουν παίξει κυριολεκτικά όλα, δεν έχει μείνει τίποτα άλλο πέρα από το να χλευάσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Πλέον όλα αυτά είναι ιστορία και το Singles είναι ένα απολαυστικό βήμα ταχείας εκμάθησής της.

Μπάμπης Κολτράνης

Oiseaux-Tempête – Swans – Sonic Youth

Oiseaux Tempête – Unworks & Rarities (sub rosa)

Oiseaux-tempete.2016.againstthesilence

Ένας περσινός δίσκος που άφησε έντονα την αύρα του να πλανιέται πάνω και μέσα στα κεφάλια αυτών που τον γεύτηκαν ήταν ο UTOPIYA? των OT. Με κάποιους μήνες διαφορά βγαίνει αυτή εδώ η συλλογή με ακυκλοφόρητες συνθέσεις, οι οποίες είτε δεν χώρεσαν στο δίσκο, είτε αποτυπώθηκαν μόνο συναυλιακά.

Βασικά δεν πρόκειται για κανονικό δίσκο και αυτό είναι σαφές από τις ίδιες τις προθέσεις της μπάντας να βάλει ένα δεκάλεπτο ambient κομμάτι στην αρχή, το οποίο μόνο για εισαγωγή δεν ταιριάζει. Στη συνέχεια έχουμε συνθέσεις οι οποίες είτε κρατάνε πολύ χρονικά, είτε κόβονται απότομα. Ειδικά το “The Strangest Creature On Earth”, όπου ξανασυναντούμε τον πρώην τραγουδιστή των The Ex να ερμηνεύει στίχους του Ναζίμ Χικμέτ, είναι ελαφρώς αδύναμο ως σύνθεση. Σίγουρα αυτή η μπόνους κυκλοφορία περιέχει εκείνα τα χαρακτηριστικά που συγκροτούσαν το ÜTOPIYA? (βλ. τον δουλεμένο ήχο, την πολιτικότητα του υλικού με το “No Go(l)d No Master” να έχει στην αρχή γνώριμα σε μας συνθήματα, το μελαγχολικό χρωματισμό), αλλά δεν παύει να είναι συνοδευτική του βασικού υλικού αυτής της σημαντικής σύγχρονης μπάντας.

 

 

Swans – The Glowing Man (young god records/mute)

swans.glowingman.againstthesilence

Αυτή η ρημαγμένη ψυχή του Michael Gira αποφάσισε να αποσύρει το όχημα-σύνθεση της μπάντας που τον βοήθησε να εδραιωθεί ως η μόνη φωνή από το παρελθόν που δικαιώθηκε για την επιλογή της να επανεμφανιστεί ξανά στο προσκήνιο με νέα μουσική. Έχω ήδη καταθέσει την άποψη μου για την πρόσφατη δισκογραφία τους και τις live επιδόσεις τους και τώρα έρχομαι αντιμέτωπος με το κλείσιμό τους, το The Glowing Man.

Αν για κάποιο λόγο περιμένετε να ακούστε κάτι διαφορετικό από τους προηγούμενους δίσκους τους, θα απογοητευτείτε. Για άλλη μια φορά κυριαρχούν συνθέσεις του ενός ριφ, της μια (το πολύ) αλλαγής, των μεγάλων διαρκειών, των σαλταρισμένων στίχων και των ακόμη πιο σαλταρισμένων ατμοσφαιρών. Κάπου όμως φαίνεται ο πάταγος του The Seer που παρέσυρε το υπερεκτιμημένο To Be Kind να καταλήγει σε ένα βασανιστικό λυγμό. Αρκετά σημεία παραπέμπουν σε κάτι παλαιότερο, οι επίμονες συνθέσεις τραβιούνται από τα μαλλιά και ο δίσκος ακούγεται μονοδιάστατος.

Παραδόξως στο ξεκίνημά του έχουμε το αφοπλιστικό “Cloud Of Forgetting”, όπου νιώθεις ότι θα εισέλθεις σε ένα προσωπικό σύμπαν γεμάτο συγκινήσεις, αλλά στην πορεία καταλήγεις ότι δεν χρειάζεται να βασανίζεις τα εγκεφαλικά σου κύτταρα για να βρεις τη κρυμμένη γοητεία σε ένα υλικό τελικά επίπεδο.

 

 

Sonic Youth – Spinhead Sessions 1986 (Goofin’ Records)

sonicyouth.1986.againstthesilence

Οι SY είναι αδιαμφισβήτητα μια από τις κορυφαίες μπάντες που προλάβαμε εν ζωή. Κοντά τρεις δεκαετίες γεμάτες αριστουργηματικούς και εφευρετικούς δίσκους, συν οι άπειρες συναυλίες, όπου παραδίδονταν αφειδώς διαπιστευτήρια του υψηλού επιπέδου της μπάντας, αρκούν και με το παραπάνω. Αθόρυβα σήμερα βγάζουν ένα υλικό ξεχασμένο από τα κιτάπια του 1986, μιας χρονιάς καθοριστικής για αυτούς, καθώς ήταν η πρώτη όπου είχε αναλάβει τα ντραμς ο Steve Shelley και είχαν βγάλει ίσως τον κορυφαίο τους δίσκο, το Evol.

Βέβαια εδώ έχουμε έναν άλλο δίσκο ως πυξίδα, το soundtrack Made In Usa ενός αμερικάνικου roadmovie του τότε, το οποίο είχε επανακυκλοφορήσει στα 90’s και είχε καθιερωθεί ως εκείνο το διάφανο βινύλιο με τα περίεργα και όμορφα ορχηστρικά κομμάτια. Στη συγκεκριμένη τώρα κυκλοφορία έχουμε υλικό που περίσσεψε από εκείνες τις ηχογραφήσεις και η αλήθεια είναι ότι ακούγοντάς το γεννιέται ένα αίσθημα αναπόλησης της εποχής που πρωτάκουσες τους SY.

Πέραν τούτου δε βρίσκω κάποιον άλλο ουσιαστικό λόγο της χρησιμότητας αυτής της κυκλοφορίας, μιας και έχουμε βασικά την ανάπτυξη δυο μελωδιών, του βασικού δηλαδή θέματος του προϋπάρχοντος soundtrack και της ψυχεδελικής εισαγωγής ενός άλλου, την οποία ακούμε για πρώτη φορά εδώ. Οι εκτελέσεις είναι σε χαλαρό κλίμα σαν πινελιές αφηρημένης ζωγραφικής με τις βασικές μελωδίες να δηλώνονται παντού ρητά ή μη. Πουθενά δεν διασπάται το κέλυφος της αρχικής ιδέας για να βγει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον, οπότε πέραν της ιστορικότητας του Spinhead Sessions, δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης.

 

 

Μπάμπης  Κολτράνης