Manic Street Preachers & Jenny Saville

Υπάρχει άραγε κάποιος αριστουργηματικός δίσκος στην ιστορία της μουσικής που να μη διέθετε ένα εξώφυλλο αντιστοίχου υψηλού επιπέδου όσον αφορά την αισθητική; Απολύτως κανένας! Σε αυτόν τον κανόνα, μάλιστα, δεν χωράνε εξαιρέσεις, και για να βρούμε τους λόγους που συμβαίνει αυτό, θα πρέπει να εξετάσουμε τον εκάστοτε δίσκο ως ειδική περίπτωση. Από μια λίστα κλασσικών δίσκων τέτοιου επιπέδου δεν θα έλειπε, κατά την προσωπική μου άποψη, το The Holy Bible των Manic Street Preachers. Όσα προηγήθηκαν, και όσα ακολούθησαν την κυκλοφορία αυτού του δίσκου το 1994, έχουν λάβει μια μυθική υπόσταση, κι είναι σίγουρο ότι όσα κι αν γραφτούν είναι λίγα για να εξαντλήσουν το συγκεκριμένο θέμα – αν και φαντάζομαι ότι το νέο ντοκιμαντέρ με τίτλο Escape From History, που μιλά ακριβώς για αυτήν την περίοδο, θα έχει να πει ενδεχομένως κάτι το καινούργιο.

Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή. Το 1994, οι MSP έχουν ήδη κάνει ένα εκκωφαντικό μπαμ, αν και δεν ήταν με μια τόσο μεγάλη επιτυχία όσο υπόσχονταν τα τότε επιτυχημένα singles τους. Ο τρίτος τους δίσκος έμελλε να είναι αυτός που θα τους επέτρεπε, σε κλίμα πλήρης καλλιτεχνικής ελευθερίας, να πράξουν μια τολμηρή κατάδυση μέσα τους, βγάζοντας τον πιο δυνατό τους δίσκο (από όλες τις απόψεις), και σίγουρα τον κορυφαίο στιχουργικά δίσκο της γενιάς τους. Ιθύνων νους ως προς τους στίχους, καθώς υποσκέλισε τον Nicky Wire όσον αφορά προς το τότε διαθέσιμο υλικό, αναδείχθηκε ο Richey Edwards, ο οποίος εκείνη την περίοδο διάβαζε τρία βιβλία την ημέρα. Το υλικό που συνέλεξε, και που έδωσε στους άλλους δυο για να γράψουν πάνω τους τα τραγούδια του δίσκου, είχε κάτι το δαιμονιώδες, το ωμό και συνάμα ευαίσθητο, σε σημείο που να αποκαλύπτονται αρκετά σκοτεινά βιογραφικά του στοιχεία. Δεδομένου ότι η αισθητική της μπάντας ήταν ένα στοιχείο που την απασχολούσε σε σημαντικό βαθμό, χαρακτηρίζοντας και την εκάστοτε ξεχωριστή δημιουργική της περίοδο, ο ίδιος ο Richey προσέγγισε τη συνομήλικη του – και νεαρή εκείνη την εποχή – εικαστικό Jenny Saville για να της ζητήσει να συνεργαστούν, εξηγώντας της από κοντά το περιεχόμενο κάθε σύνθεσης του δίσκου! Η ίδια όχι μόνο πείστηκε, αλλά παραχώρησε το έργο της με τίτλο Strategy (South Face/Front Face/North Face) χωρίς να ζητήσει κάποιο αντίτιμο από την μπάντα. Έτσι συναντήθηκαν ο τρόπος που προσέγγιζε την απεικόνιση των σωμάτων η συγκεκριμένη εικαστικός, δηλαδή την σκιαγράφηση γυναικών σε μεγέθυνση και με χρώματα σχεδόν βίαια, και η αισθητική πρόταση της μπάντας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε στους προηγούμενους δίσκους της εξώφυλλα με αντρικά σώματα, και που ήθελε στο The Holy Bible να βγάλει κάτι το ωμά ειλικρινές και βαθυστόχαστο.

 

 

Το τίμημα της συγκεκριμένης κυκλοφορίας αποδείχθηκε πολύ βαρύ για τον ίδιο τον Richey, ο οποίος δεν άντεξε την πάλη με τους δαίμονες του και εξαφανίστηκε από προσώπου γης τον Φλεβάρη του 1995. Μετά την επιστροφή της ως τρίο το 1996, η μπάντα γνώρισε μια τεράστια εμπορική επιτυχία και δικαίως καταξιώθηκε ως ένα από τα κορυφαία σχήματα του καιρού μας. Το 2009, μετά από άλλο ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ, το Send Away The Tigers του 2007, οι MSP αποφάσισαν να βγάλουν ένα δίσκο αποκλειστικά με στίχους του εκλιπόντα, που είχαν μείνει αχρησιμοποίητοι. Ήταν λογικό να συνεργαστούν για μια ακόμη φορά με την Jenny Saville, έχοντας σκοπό να δημιουργήσουν μια αισθητική γέφυρα που θα συνέδεε το Journal For Plague Lovers με το The Holy Bible.

 

 

Το έργο της καταξιωμένης πλέον εικαστικού με τίτλο Stare έδεσε τέλεια με το περιεχόμενο ενός δίσκου, ο οποίος αποτύπωνε κοφτερές ματιές πέρα από κάθε τι που μπορεί να μας κρύβει μια ποταπή καθημερινότητα, πηγαίνοντας πέρα από τα κλασσικά μοτίβα ενός rock δίσκου. Το συγκεκριμένο εξώφυλλο, μάλιστα, έφτασε να λογοκριθεί από τα μεγάλα καταστήματα δίσκων στην Αγγλία, καθώς κρίθηκε βίαιη η εικόνα του πορτρέτου, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί ο δίσκος με ένα άσπρο περιτύλιγμα!

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Manic Street Preachers – Bob Mould – Morrissey

Manic Street Preachers – Futurology (sony)

manicstreetpreachers.futurology

Μερικές φορές τα ίδια τα λόγια μιας μπάντας μιλάνε καλύτερα για το ποιόν της από οποιαδήποτε μουσικοκριτική ανάλυση. “Μπορεί να μην είμαστε η πιο αυθεντική μπάντα που έχει υπάρξει, αλλά αυτό που κάνουμε δεν το κάνει κανείς άλλος!”. Αυτό ακριβώς σκέφτεσαι καθώς ακούς σε λιγότερο από έναν χρόνο δυο τόσο διαφορετικά, μα και καλοφτιαγμένα album. Για το Rewind The Film τα έχουμε γράψει και τώρα είναι η σειρά του Futurology να μπει στον πάγκο του χασάπη-κριτικού. Έλα ντε όμως που ούτε αυτή την φορά δεν κατατεμαχίζεται το πόνημα με τίποτα για να πεταχθεί στα αδηφάγα θηρία.

Έχουμε λοιπόν μια μίξη σύγχρονου ήχου, παλιομοδίτικων kraut τεχνασμάτων, απλών ρυθμών και ακόμη πιο απλών μελωδιών που μας αφήνει έκπληκτους με το τελικό αποτέλεσμα. Όχι ακριβώς γιατί η ποιότητα του δίσκου είναι τόσο υψηλή (που δεν είναι), αλλά γιατί για μια ακόμη φορά όταν αυτή η μπάντα τολμά να δοκιμάσει κάτι καινούργιο και να μην επαναληφθεί (βλ. αυτό που δεν έκανε στα Gold Against The Soul και Postcards From A Young Man) τα καταφέρνει απόλυτα. Και όπως πάντα στην περίπτωση των MSP (για να μην αναφερθούμε στην πληθώρα των αψεγάδιαστων b sides που έχουν βγάλει) είναι τα κρυφά χαρτιά του δίσκου που κλέβουν την παράσταση. Αυτά που συνοψίζουν την αισθητική της ρώσικης πρωτοπορίας, τον βερολινέζικο αέρα και την πανταχού παρούσα pop/rock ταυτότητα σε κομμάτια όπως τα “Divine Youth”, “Black Square”, “The Next Jet To Leave Moscow” ή ακόμη καλύτερα στα δύο ορχηστρικά που βρίσκονται στην β’ πλευρά του δίσκου. Δεν νομίζω εξάλλου να υπάρχουν πολλά σχήματα που να δίνουν το όνομα του Mayakovsky σε ένα τους κομμάτι, να βγάζουν τέτοια σπιρτάδα στην τρίτη δεκαετία της πορείας τους, να κοιτάνε τις πίσω τους σελίδες κριτικά και ταυτόχρονα να έχουν το βλέμμα τους ίσια μπροστά. Μετά μάλιστα τα εικοστά γενέθλια του Holy Bible, του δίσκου που άλλαξε την ζωή τους ως άτομα και ως μπάντα, μάλλον δικαιούνται να ξαποστάσουν λιγάκι. Αν και μάλλον έτσι όπως πάνε, δεν προβλέπεται το διάλειμμα να κρατήσει και πολύ.

 

 

Bob Mould – Beauty & Ruin (merge)

bobmould_beautyruin.againstthesilence

Πιστός στο δισκογραφικό ραντεβού του ο κύριος Mould, έρχεται να δηλώσει παρών στην αναβίωση των 90’s, στα οποία έβαλε έναν τεράστιο λίθο για να γίνουν αυτά που έγιναν. Ας θυμίσουμε ότι έρχεται φουριόζος από μια σειρά εξαιρετικών δίσκων που κρατάνε το όνομα του ζωντανό και όχι νεκροζώντανο όπως συμβαίνει σε πολλούς συνομήλικους του. Να όμως που το νέο του πόνημα ακούγεται πλαδαρό αν και η ενέργεια που περικλείει θα έπρεπε να το κάνει το δίδυμο ισότιμο αδελφάκι του προπέρσινου του δίσκου (ίδια σύνθεση μπάντας, ίδια φιλοσοφία στον ήχο και στην σύνθεση).

Ακούμε λοιπόν τραγούδια τα οποία όλο και κάτι θυμίζουν από τα παλιά και φαντάζουν σαν να γράφτηκαν στο πόδι.  Βέβαια αυτή η άμεση μέθοδος στην συγγραφή και στην εκτέλεση του υλικού βγάζει έναν εφηβικό αυθορμητισμό που οφείλει να έχει ένας κιθαριστικός δίσκος. Ο πήχυς όμως που έχει θέσει ο ίδιος εδώ και δεκαετίες είναι πλέον υψηλός ακόμη και για τον ίδιο. Είναι αυτή η τεράστια διαφορά μεταξύ απλότητας και υπεραπλούστευσης των πάντων που κάνει να διαφέρει το Beauty & Ruin με τους προκάτοχους του. Αυτό είναι έκδηλο σε ορισμένες στιγμές του δίσκου όπου νομίζεις πως τον πήραν τηλέφωνο και του ζήτησαν ένα κομμάτι για τον καφέ και αυτός σε δύο λεπτά τους το έστειλε σε μήνυμα! Λογικό λοιπόν μετά από όλα αυτά να σχηματίζεται μια ελαφριά απογοήτευση ακούγοντας αυτόν τον κατά τα άλλα ευχάριστο δίσκο.

 

 

Morrissey – World Peace Is None Of Your Business (harvest)

Morrissey-World-Peace-Is-None-Of-Your-Business.againsthesilence

Ας αφήσουμε τις εισαγωγές για τον Morrissey. Η ιστορία έχει βγάλει ήδη την τελική της απόφαση να τον έχουμε ισόβια κάπου μεταξύ του στερεοφωνικού και της καρδιάς μας ή των νεύρων μας, διαλέγοντας την πλευρά που τον αντιμετωπίζουμε ως προσωπικότητα. Τώρα τι άλλο μπορεί να προσθέσει ένας νέος του δίσκος μετά μάλιστα από κάμποσες δυσκολίες που συνάντησε για να βγει επιτέλους, είναι ένα άλλο θέμα. Για την ακρίβεια αυτό τυγχάνει να είναι και το θέμα ετούτων των αράδων, αλλά ακούγοντας τον δίσκο κάπου ξεχνάμε τι ξεκινήσαμε να γράφουμε και αυτό δεν το λέμε για καλό. Μια συλλογή τραγουδιών που για τον θεό (που δεν πιστεύουμε κιόλας) ξεπερνάνε στο τσακ τα 80 λεπτά διάρκειας πολύτιμου χρόνου και τα οποία κυλάνε αργά προς το πουθενά.

Ναι, το ξέρουμε πως η φωνή κρατιέται μια χαρά και η μπάντα είναι άκρως ταλαντούχα, αλλά εδώ είναι σαν μάζεψαν υλικό που απλά βολόδερνε από εδώ κι από κει και απλά το βάφτισαν δίσκο. Δεν είναι ότι όλα τα τραγούδια είναι μέτρια, αλλά ακόμη κι αυτές οι καλές στιγμές (“Istanbul” & “Smiler With A Knife”) κάπου χάνονται μέσα στο συνοθύλλευμα χιλιοειπωμένων μελωδιών και αργών ή mid tempo ρυθμών. Η παραγωγή μάλιστα είναι τόσο καθαρή που αναδεικνύει όλη την υπερφίαλη λογική του δίσκου. Το χειρότερο είναι πως τα τελευταία χρόνια επανακυκλοφορούν οι κλασσικές δουλειές του Moz όποτε δεν γίνεται να έχεις φρέσκο ως άκουσμα έναν δίσκο όπως το Viva Hate ή το Vauxhall And I και να κοιτάξεις ψύχραιμα το World Peace....Ομολογουμένως ο συγκεκριμένος τα έχει καταφέρει μια χαρά στα τρία τελευταία του album, αλλά πλέον είναι σαν να αρχίζεις να κουράζεσαι μαζί του εσύ που είσαι στο άνθος της ηλικίας σου (λέμε τώρα) και όχι αυτός ο ίδιος με τον εαυτό του. Να του το συγχωρέσουμε;

 

 

Μπάμπης Κολτράνης