Live God Mother/Ilenkus/Destriers (Roisin Dubh, Galway, 20.1.18)

…ή η τέχνη του να φεύγεις από συναυλία με ματωμένο πρόσωπο.

Τα καλύτερα underground όνειρα σμιλεύονται στα υπόγεια, ενίοτε όμως και σε πατάρια. Το θρυλικό για τη μουσική σκηνή του Galway Roisin Dubh club ήταν έτοιμο για ένα ακόμα πολύβουο σαββατόβραδο: στη μεγάλη σκηνή του ισογείου ένα μεγάλο πλήθος από κυριλέ γιαποπενηντάρηδες ήταν έτοιμο να λικνιστεί σε κάποιο χορευτικό live που δεν είδα καν περί τίνος πρόκειται. Πάνω όμως, στο μικρό stage του παταριού, 40-50 νοματαίοι έπιναν τη Guinness τους μέσα στο πορφυρό ημίφως, χαρούμενοι που θα έβλεπαν ένα live σκληρής μουσικής (διψάμε για τέτοια live εδώ) και ίσως ανυποψίαστοι για το επερχόμενο μακελειό. Ο πιο ανυποψίαστος από όλους εγώ, με τη μαύρη μου τραγιάσκα και το αλαζονικό, πολυταξιδεμένο μου τουπέ. Εαυτέ μου, έχεις δει ίσως τετραψήφιο αριθμό συναυλιών και νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα; Περίμενε λίγο ακόμα πριν απαντήσεις!

Οι Destriers έρχονται από το Δουβλίνο και ο ευθύς τους ήχος αποδείχτηκε ιδανικό άνοιγμα. Εμφανίστηκαν ως τρίο (δυο κιθάρες, ντραμς, φωνή), η έλλειψη μπάσου τούς στερεί σε ζεστασιά αλλά τους προσθέτει σε ξεραΐλα, πράγμα το οποίο δεν έδειξε να χαλάει καθόλου τη μουσική τους. Hardcore χαμηλών ταχυτήτων που εστιάζει στην ατμόσφαιρα των βαριών riff και στα “απελπισμένα” φωνητικά, μπορώ να πω ότι μου έφεραν λίγο στο μυαλό τους θεούς Knut, με λιγότερη εγκεφαλικότητα. Στο τελευταίο κομμάτι τα αίματα άναψαν λίγο με τη συμβολή του μπασίστα των God Mother και του κιθαρίστα των Ilenkus και το σετ έκλεισε ωραιότατα. Μια χαρά μπάντα και αξίζει να την τσεκάρεις.

Οι συμπολίτες μου Ilenkus ήταν ο βασικός λόγος που πήγα στο live. Για την ιστορία να πω ότι πρόκειται για μια εξαιρετική μπάντα, μια από τις “καυτότερες’’ στην Ιρλανδία. Στην υπάρχουσα δισκογραφία τους θα βρεις ένα γκρουπ που έχει ως αφετηρία του το mathcore των Dillinger, σταδιακά γίνεται όμως πιο straight metalcore, σκοτεινιάζοντας τον ήχο τους. Δεν είχα ιδέα όμως πώς είναι live… Από τα πρώτα δευτερόλεπτα βασίλευσε το χάος. Η μη ύπαρξη stage μετέτρεψε αυτόματα το μαγαζί σε πεδίο μάχης και η όποια διαχωριστική γραμμή μπάντας-κοινού εξαφανίστηκε αμέσως. Η πεντάδα όρμησε αφηνιασμένη με έξαλλη ενέργεια και το τεχνικότατο υλικό τους αποδόθηκε με αρτιότητα και περίσσια βία. Έχοντας μια τριπλέτα κιθαριστών-τραγουδιστών σε εναλασσόμενους ρόλους, οι Ilenkus έχουν επενδύσει πάρα πολύ στο κομμάτι του performance και δεν τους αρκεί ότι ιδρώνουν τη φανέλα: θα την ιδρώσεις κι εσύ, θες δεν θες. Πολύ φοβάμαι ότι πρόκειται για γνήσια ιρλανδικά ρεμάλια που δεν συνειδητοποιούν πόσο καλή μπάντα είναι. Για μένα ήταν μια θεότρελη εμφάνιση ενός γκρουπ παγκόσμιου βεληνεκούς. Άκου τους σήμερα κιόλας, αλλά πούλα και τη ψυχή σου για να τους δεις ζωντανά. Το πρόσφατο ep τους είναι ψιλοαριστούργημα.

Headliners της βραδιάς οι Σουηδοί God Mother, όνομα το οποίο κάνει πολύ ντόρο στην ευρωπαϊκή hardcore σκηνή. Υπάρχει καλός λόγος και, αν είναι δυνατόν, οι τύποι ήταν ακόμα περισσότερο τρελοί από τους Ilenkus. Εδώ δεν υπήρχε κανένας μουσικός καλλωπισμός. Οι ημιπαρανοϊκές clean cut φατσούλες τους (θυμάσαι το Funny Games…;) σε υπνωτίζουν, το βίαιο, λυσσασμένο grindcore που εξαπέλυσαν όμως δεν αφήνει υποψίες. Αγνή καταιγιστική ακρότητα, αγνό core fun. Ο χαρισματικός Sebastian Campbell είναι ο frontman που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Ο τύπος έκανε τα πάντα, ούρλιαξε, χτύπησε, σκαρφάλωσε σε ντραμς-μπαρ, περπάτησε στο ταβάνι μέσα σε crowd surfing (κυριολεκτώ), κάνοντας μέχρι και τον Patton να μοιάζει με μπαλαρίνα. Ο αθεόφοβος μας έβαλε όλους να κάνουμε μέχρι και limbo dancing με το καλώδιο του μικροφώνου του. Πραγματικά δεν έχω λόγια, μπάντα και κόσμος τα διαλύσανε μαζί όλα. Οι God Mother έχουν φρέσκο νέο δίσκο και γυρίζουν τον κόσμο παίζοντας, παρακαλώ πολύ, αν διαβάζει κάποιος σοβαρός hardcore promoter, φέρτε τους στην Ελλάδα χτες.

Έφυγα από το μαγαζί ματωμένος και καταχαρούμενος.

Οι σκέψεις μου ήταν οι εξής:

  1. Το πόσες πολύ καλές μπάντες έχω δει στη ζωή μου που δεν επενδύουν τίποτα στη σκηνική τους παρουσία. Αιώνιο κι ελληνικό φαινόμενο. Μπάντες, ιδρώστε, βάλτε μυαλό, χάνουμε όλοι.
  2. Δοξασμένο εσύ, underground. Όσους θρύλους κι αν δω ζωντανά, όσες τραγουδιστές λαοθάλασσες κι αν έχω ζήσει, τίποτα δεν συγκρίνεται με το αγνό πάθος των λίγων ημιανώνυμων παρταλιών που ενώνουν τις ζωές και τη θέλησή τους με πρόσχημα την ακρότητα της μουσικής. Κι ως ηλικιωμένος metalhead, ζηλεύω και θαυμάζω το core underground κίνημα, γιατί είναι ακραίο μα γελαστό κι αγκαλιασμένο και όχι πνιγμένο στην ίδια του τη σοβαροφάνεια, όπως διάφορα καμπόσα black/death σχήματα…
  3. Θεωρούσα πάντα παράσημο για τα 174 εκατοστά μου τα moshpits στα οποία έχω θριαμβεύσει, ξέρεις, Sodom, Slayer, Morbid Angel και τέτοια. Αποχωρώντας από το Roisin Dubh, αισθανόμουν σαν να αποχωρώ από το Fight Club, την πρώιμη αυθόρμητη εκδοχή του, πριν αποκτήσει παραρτήματα. Extremity can be fun, αν είσαι στην κατηγορία εκείνη που μπορείς να το αντιληφθείς στη μουσική. Κι ας μην καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι. Δεν κάναμε ποτέ και τίποτα για αυτούς.

4. Μη γερνάς πρόωρα νιώθοντας ότι τα έχεις δει όλα!

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Live Arcturus/Diablery/Bordeline Syndrome

Ο ανθρώπινος νους λειτουργεί θέτοντας σημεία αναφοράς. Νέα χρονιά, νέος μήνας, νέα ημέρα. Η ίδια η χρήση της λέξης “νέα” σηματοδοτεί την επανεκκίνηση, την ευκαιρία να μας να ξεκινήσουμε για ακόμα μία φορά από μια καινούρια αρχή που υπόσχεται (τουλάχιστον) διαφορετικά λάθη και (σίγουρα) διαφορετικές εμπειρίες.

Αν δεχθούμε, όμως, ότι ο χρόνος είναι μια κοινωνική σύμβαση που βιώνεται από τον καθένα σχετικά, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε ότι πράγματι δεν υπάρχει “σωστός” χρόνος για το οτιδήποτε παρά μόνο ο χρόνος κατά τον οποίο βίωσες κάτι “σωστά” στο πετσί σου.

Παρασκευή, 12.01.2018, 20:00 μ.μ., στις ακόμα κλειστές πόρτες του Temple μια πενηνταριά μαυροντυμένα τυπάκια σχηματίζουν ουρά και σχολιάζουν πως ο χώρος θα ’ναι πολύ μικρός για να φιλοξενήσει μια μπάντα όπως οι Arcturus, ενώ αυτοκίνητα περνάνε σχεδόν ξυστά από δίπλα τους αναθεματίζοντας.

20:30 μ.μ. και έχουμε ήδη πιάσει θέσεις, ποτάκια στο χέρι και κεφάλια-περισκόπια ψάχνουν να βρουν γνωστούς προκειμένου να κοινωνηθεί όσο περισσότερο γίνεται η εμπειρία μέχρι τις πρώτες νότες του “Internalize” από τον τελευταίο δίσκο SYNAPSES των Bordeline Syndrome.

Η τετράδα έχει πάρει θέσεις πάνω στη σκηνή και γεμίζει τον χώρο με μουσική αναρχία, κέφι και μελωδίες που στην αρχή ξεχύνουν ρυθμικά ρυθμούς του progressive, έως ότου εισβάλλουν μέσα τους math ριφάκια. Μια δεμένη παρέα που έχει έρθει να διασκεδάσει όπως θα έκανε κλεισμένη σε ένα studio για πρόβα και μια μπάντα που θα άξιζε να έχουν ακούσει πολύ περισσότερα αυτιά τριγύρω μας.

Γρήγορο ξεστήσιμο, διάλειμμα για ανασυγκρότηση και τη σκυτάλη παίρνουν οι Diablery. Μαύροι μανδύες, ασπρόμαυρα βαμμένα πρόσωπα και γνωριμία με ορεξάτο εγχώριο black metal. Η μετάβαση από την τεχνικότητα των Bordeline Syndrome είναι αρκετά αμήχανη και μέχρι να βρει ο σβέρκος μας ρυθμό να κινηθεί έχουν περάσει γρήγορα γρήγορα οι δύο πρώτες λιτανείες των Diablery. Δεν αργούμε, όμως, να συντονιστούμε και να συντροφεύσουμε το growling με σκουντήματα και συγγνώμες στον διπλανό, που έχασε προσωρινά τα πλευρά του στον αγκώνα μας.

Μέχρι που η άκρη του ματιού μας εντοπίζει τους Arcturus να περιμένουν υπομονετικά στην άκρη της σκηνής για να μπουν στον μικρό διάδρομο πίσω από αυτή, όπου θα έκαναν το απαραίτητο refill στις μπίρες τους μέχρι να στηθούν τα όργανά τους και να πέσει η έντασή μας αρκετά ώστε να τσιτωθεί η τρίχα μας στο έπακρο στο άκουσμα του “Evacuation Code Deciphered”.

Η υπόλοιπη μιάμιση ώρα (μια μικρή δίνη στην οποία χάθηκε η στερεοτυπική αντίληψη περί χρόνου και χώρου) έμελλε να είναι γεμάτη από την επική μελωδικότητα του La Masquerade Infernale και ένα χορταστικό πέρασμα τόσο από το πλέον πρόσφατο Arcturian όσο και από το αλλοτινό Aspera Hiems Symfonia. Με κίνδυνο δε να αδικηθούν όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας που έχουν μουσική πορεία τέτοια ώστε καθόλου να μη χρειάζονται τη δική μου μνεία, θα κλείσω αυτή την τόσο φτωχή ανταπόκριση με την εκτίμηση ότι δίχως τη θεατρικότητα, την άνεση και τον σχεδόν εξωκοσμικό μαγνητισμό του Simen “ICS Vortex” Hestnæs θα ήταν εξίσου φτωχή και η εμπειρία.

 

(ΥΓ. Οι φωτογράφοι είναι οι Διονύσης Παρθενιάδης και Χριστίνα Αλώση για το Temple)

 

Λαμπροπούλου Βικτώρια

 

Live Boy Harsher/The Rattler Proxy/Venus Volcanism & In Atlas

Κάτι είχε η προχτεσινή μέρα. Μια μουντάδα εκβαλλόταν από έναν ηλιόλουστο κατά τ’ άλλα ουρανό, δίνοντας έναν ισχυρό τόνο αντιθέσεων στη μητρόπολη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που χρειάζεσαι ένα είδος απαντήσεων σε ερωτήσεις που βρίσκονται στα αζήτητα. Μια συναυλία είναι ο ιδανικός τρόπος να τις βρεις, ειδικά μιας μπάντας που τον τελευταίο καιρό σε κυνηγά παντού όπου κι αν πας.

Με αυτό λοιπόν το ξεκάθαρο συναίσθημα έφτασα στον χώρο που θα εμφανιζόντουσαν οι Αμερικάνοι Boy Harsher. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι πιθανόν το ίδιο συναίσθημα προσέγγισης της βραδιάς να απασχολούσε κι άλλ@ς, μιας και ήδη από νωρίς φαινόταν η υψηλή προσέλευση κόσμου που θα ακολουθούσε. Είναι τετριμμένο, αλλά θα το ξαναγράψω ότι δεν χρειάζεται παρά μόνο μια σύνδεση στο διαδίκτυο για να ανακαλύψεις μια νέα αξιόλογη μπάντα. Ως προς την περίπτωση των BH να αναφέρω απλώς ότι η ευρωπαϊκή τουρνέ τους ξεκίνησε με μια sold out εμφάνιση στο Βερολίνο και με το που μπήκε νέα συναυλία τους εκεί στο κλείσιμο της περιοδείας τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν αμέσως!

Η βραδιά, όμως, διέθετε κι άλλα δύο ονόματα, τα οποία ομολογουμένως ταίριαζαν απόλυτα στο όλο κλίμα. Το ιδανικό ξεκίνημά της έγινε με τις Venus Volcanism & In Atlas, μιας Αθηναίας και μιας Δανέζας που άνετα την πέρναγες για Βολιώτισσα, οι οποίες εξασκήθηκαν σε ένα υψηλής ποιότητας και επικίνδυνης κοπής σύγχρονο darkwave. Όπως έδειχναν να απολαμβάνουν κι αυτές τη μουσική τους σύμπραξη επί σκηνής, έτσι έπραττε και ο κόσμος από κάτω, που είχε ήδη πυκνώσει τις γραμμές του ιδιότυπου αυτού ποιμνίου. Έπειτα από ένα σαραντάλεπτο πλήρους σετ, ακολούθησαν οι Αθηναίοι The Rattler Proxy τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από έναν χρόνο περίπου, αλλά ως ντουέτο και όχι ως τρίο, όπως εμφανίστηκαν τώρα. Τουτέστιν, ένας κιθαρίστας πλαισίωνε το κλασικό σχήμα ενός τραγουδιστή με στιλ και ενός άλλου στο λάπτοπ κρυμμένου στο βάθος. Η εμφάνισή τους μου φάνηκε ότι παραήταν στιλιζαρισμένη πάνω σε ένα a la Suicide μοτίβο, με τις συνθέσεις να είναι κάπως επίπεδες, αλλά σίγουρα σε κάποιον κόσμο άρεσε όλο αυτό κι αυτό φάνηκε από την αποδοχή της διασκευής τους στο “Cracking Up” της γνωστής μπάντας που παίζει σε όλη της την καριέρα αποκλειστικά ένα ριφάκι.

(credits, photo by Ioanna Noir Zacharopoulou )

Με τα πολλά φτάσαμε στην ώρα που θα έβγαιναν οι BH, αλλά η ύπαρξη κάποιων τεχνικών προβλημάτων στα ηλεκτρικά δημιούργησαν μια περίπου μισάωρη καθυστέρηση, η οποία λίγο ακόμη και θα δημιουργούσε μια ανάστατη νευρικότητα στην αίθουσα. Σίγουρα αυτή η καθυστέρηση ήταν ένας λόγος που υπήρχε η αίσθηση ότι δεν θα έπαιζαν ένα μεγάλο χρονικά σετ, μιας και την επόμενη μέρα ήταν κανονισμένο να παίξουν στη Δρέσδη, οπότε δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και πολύ από το πρόγραμμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι, αν υπήρχε έστω μια μικρή φοβία ότι θα επηρεαζόντουσαν ως προς την απόδοση του υλικού τους ζωντανά, αυτή εξαφανίστηκε αμέσως με το που εκτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια τους. Το ντουέτο κατάφερε με όχημα απλές στη φόρμα συνθέσεις να βγάλει μια έκρηξη και ένα σκοτεινό συναίσθημα σε αυτές. Η τραγουδίστρια με την πειστική ερμηνεία των στίχων της το ζούσε, συνδυάζοντας μια μπάσα μελωδική φωνή, κυνικά χαμόγελα και εκδικητικούς στίχους. Ο επιμελητής του όλου μουσικού υπόβαθρου κατάφερνε να εμπλουτίζει και να δυναμιτίζει το υλικό της μπάντας, κάνοντάς το άκρως χορευτικό, αλλά και εγκεφαλικό. Ειδικά όταν ακούστηκε το -“πότε καλέ έγινε σουξέ;”- “Pain”, η ατμόσφαιρα δονήθηκε επικίνδυνα σε ένα κατάμεστο Temple.

Υπολόγισα ότι έπαιξαν με το encore περίπου πενήντα λεπτά, το μοναδικό στοιχείο για το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ένα παράπονο. Η άποψη μου, όμως, είναι ότι μπορεί μια μπάντα να αρκείται σε ένα σύντομο σετ, καθώς πιστεύει ότι επιτυγχάνεται μέσω αυτού η μετάδοση της ενέργειας και του χαρακτήρα της. Οπότε δεδομένης και της απόδοσής τους, προσωπικά θα σταθώ στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά την εμφάνιση των BH, που εξάλλου διαθέτουν και μια μικρή δισκογραφία. Μιας εμφάνισης που δίπλα μου έκανε ένα ζευγάρι νεανίσκων να φασώνονται χορεύοντας και ταυτόχρονα άλλων να στέκονται σαν αγάλματα μπροστά σε ένα μελωδικό ψύχος και έναν περίγυρο αγκαθωτών beats. Ο θρίαμβος των γλυκών αντιθέσεων επιτεύχθηκε. Μια λύπη και μια λυτρωτική ένταση ήρθαν και έδεσαν και ήταν από τις σπάνιες συναυλιακές βραδιές που μια ευχή είχε ακουστεί με τέτοιο τρόπο που να θυμίζει απειλή.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Live Xiu Xiu/Άγγελος Κυρίου

Καθισμένος έξω από το Temple όπου θα έπαιζαν οι Xiu Xiu, παρατήρησα κάτι που με είχε βάλει και παλιά σε σκέψεις. Καθώς ήταν λίγος ο κόσμος που καθόταν ή περνούσε μπροστά μου, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αυτόν που θα πήγαινε στην ίδια συναυλία με μένα από αυτόν που θα πήγαινε κάπου αλλού. Βέβαια, ήταν καθημερινή και έλειπαν οι στιλιστικές ακρότητες (ή μάλλον οι κοινότοπες μετριότητες), αλλά και πάλι, κοτζάμ avant garde pop noise σχήμα έπαιζε με queer ευαισθησίες και δεκάξι χρόνια ιστορία, οπότε περίμενα κάτι εμάς τους συναθροίσμεν@ς να μας ξεχώριζε. Κάπου εκεί σκέφτηκα ότι κατά μία έννοια όλο αυτό έχει τα καλά του και δεν χρειάζεται να βάλεις τα “κακά σου” για να δεις μια τέτοιου ύφους συναυλία. Μπορεί όμως να ξεφτίζουν τα πρότυπα με τους (όχι και τόσο) άτυπους κανόνες τους, αλλά στο τέλος όλα τείνουν να φαντάζουν ίδια. Σαν το να πηγαίνεις σε ένα εντεχνάδικο παραδίπλα είναι το ίδιο με το να πηγαίνεις σε μια noise συναυλία. Όλα καταλήγουν να σου κάνουν το ίδιο, γιατί ίσως δεν δίνεις και πολλή σημασία σε αυτά. Τη σκέψη ακολούθησαν απτά παραδείγματα της κατάστασης αυτής, όπως η χρήση του messenger εν ώρα live, η μανιώδης λήψη άχρηστων βίντεο, οι ασταμάτητες συνομιλίες των γύρω σου κ.ά., αλλά κάπου έπρεπε να σταματήσει το όλο παραλήρημα, γιατί ξεκινούσε η συναυλία.

Το όνομα που την άνοιξε ήταν ο Άγγελος Κυρίου. Με μια λέξη, θα χαρακτήριζα την εμφάνισή του ως παρένθεση. Αν υπήρχε μία περίπτωση στις εκατό αυτό το και καλά ψαγμένο σαλατικό να έχει μια ουσία, σίγουρα δεν ήταν η τυχερή του μέρα. Φανταστείτε μια παρέα να πίνει μπάφους και να γράφει μουσική, να τη στέλνει σε μερικά lifestyle free press, αυτά να ενθουσιάζονται όπως μόνο αυτά ξέρουν, να τους σπονσοράρουν με την αγορά νέων μουσικών οργάνων, η παρέα να σπάει, να μένει ένας και να αναγκάζεται να γράψει μόνος του τη μουσική κι ενώ έχουν τελειώσει οι μπάφοι. Τόσο κακό!

Μετά τη σαραντάλεπτη παρένθεση και με τον χώρο να γεμίζει όσο ακριβώς έπρεπε, βγήκαν οι Xiu Xiu, όπως εξάλλου αναμενόταν. Αυτό που δεν αναμενόταν, από την πλευρά μου τουλάχιστον, ήταν η πλούσια σε συναίσθημα και καλώς εννοούμενη ένταση. Περιττό να πω το στερεοτυπικό “έπαιξαν καλύτερα από ό,τι στους δίσκους”, αλλά, διάολε, εδώ έκαναν με ευκολία τα κους κους των γύρω μου να σιγήσουν ακόμη και στις πιο απαλές στιγμές του σετ, τα χασμουρητά να εξαφανιστούν, τα κινητά να μαζευτούν σε μεγάλο βαθμό και μόνο ένα απλό “I love you” από μια οπαδό καταμεσής του τελευταίου τραγουδιού να παρεμβληθεί με γλυκό και αστείο τρόπο στο όλο σκηνικό. Κάθε κομμάτι είχε τον δικό του χαρακτήρα, διατηρώντας όμως μια συνοχή λυρισμού και πηγαίου θορύβου. Τα προηχογραφημένα μέρη ήταν απλώς η βάση για να πατήσουν τα δύο μέλη της μπάντας με τα κρουστά, τα πλήκτρα, την κιθάρα, το μικρόφωνο και διάφορα άλλα που ξεχνάω πώς τα λένε. Από το πρώτο λεπτό μέχρι και το δεύτερο encore δημιούργησαν μια δική τους ατμόσφαιρα και με έκαναν να μην μπορώ να θυμηθώ άλλο live που να έμοιαζε σαν κι αυτό. Τέτοιος ενθουσιασμός από μένα μάλιστα που λόγω μιας αλλαγής της τελευταίας στιγμής βρέθηκα ευτυχώς στην τρίτη ζωντανή εμφάνιση τους στα μέρη μας.

Βγαίνοντας, χωρίς να το πολυσκεφτώ αισθάνθηκα ότι τελικά κάτι κοινό είχαμε εμείς που μόλις είχαμε παρακολουθήσει τη συναυλία. Κάτι απροσδιόριστο, σαν οι Xiu Xiu να μας είχαν κοινωνήσει ένα πνεύμα που μας έφερε κοντά έστω για λίγο, πολύ λίγο, αλλά εν τέλει αρκετό.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Live Slowdive/Afformance

 Ας προσπεράσω τον τυπικό πρόλογο που συνδέει ψυχογεωγραφικά μια συναυλία με τον τόπο διεξαγωγής της, αν και η Αθήνα τη συγκεκριμένη βραδιά που μας ήρθαν οι Slowdive είχε κάτι το όμορφα αδιευκρίνιστο στην ατμόσφαιρά της. Τουτέστιν, ήταν όλα ιδανικά για να ξεκινήσει η φετινή συναυλιακή σεζόν. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα που κάνει την αρχή είναι η συγκεκριμένη. Πρόσφατα είχα γράψει για το νέο τους άλμπουμ και όχι μόνο, οπότε φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να γράψω κάτι παραπάνω για να σας βάλω στο κλίμα. Ταυτόχρονα ηχούσαν στα αυτιά μου οι θετικότατες εντυπώσεις που άφησαν πέρσι με τη συμμετοχή τους σε φεστιβάλ εκεί στα παράλια της Αττικής, οπότε εγώ ο αλλεργικός με τα τυχάρπαστα συναυλιακά γεγονότα τέτοιου είδους δεν είχα πλέον καμία δικαιολογία για να τους χάσω.

 Η πρώτη εντύπωσή μου φτάνοντας στο Fuzz ήταν ότι είχε πολύ κόσμο και μάλιστα αρκετή πιτσιρικαρία. Ίσως για κάποι@ ελιτιστ@ς αυτό να θεωρείται αρνητικό γεγονός, αλλά ασχέτως αν ο περισσότερος ή έστω κάποιος κόσμος τούς έμαθε από το ραδιόφωνο που παίζει τα νέα τους χιτάκια (κι όμως ναι), ή τους ανακάλυψε φέτος καθώς όλα τα μουσικά μέσα παγκοσμίως εκθείασαν το πρόσφατό τους άλμπουμ, μια πετυχημένη εμπορικά συναυλία τέτοιου είδους είναι ένα θετικό γεγονός για όλ@ς και από όλες τις απόψεις. Εξάλλου, το Ρόδον στις συναυλίες των dEUS πχ, το γέμιζαν μόνο ψαγμένα τυπάκια της τότε εποχής; Δεν νομίζω.

 Τη συναυλία άνοιξαν οι Αθηναίοι Afformance και για μισή ώρα κέρδισαν την αποδοχή του κόσμου που ήδη είχε μπει σε μεγάλο βαθμό και στον χώρο, αλλά και στο κλίμα της βραδιάς. Δικαίως συνέβη αυτό καθώς το καλογυαλισμένο post rock των Afformance συμβιώνει άνετα με τον σκοτεινό και ατμοσφαιρικό ήχο των Slowdive. “Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα” ήδη από την αρχή της βραδιάς λοιπόν, ασχέτως αν τυπάκια όπως εγώ δεν συγκινούμαστε πλέον με ένα απλώς καλοπαιγμένο και λυρικότατο post rock, αλλά ζητάμε και το κάτι (σχεδόν αγεωγράφητο) παραπάνω. Όσο για τα νέα τους κομμάτια που θα συμπεριληφθούν στα δύο, ζωή να ‘χουνε, νέα τους άλμπουμ, θύμισαν αυτά του προκάτοχου τους, αλλά σίγουρα θέλω να τα ακούσω πιο προσεκτικά, γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασαν.

 Για αυτές τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γραφτούν πολλές αράδες με βάση την εμπειρία που ζήσαμε απολαμβάνοντας τους Slowdive. Για ενενήντα λεπτά και περίπου από την αρχή της εμφάνισης τους, κατάφεραν να παίζουν άρπα με τις ευαίσθητες χορδές μας. Δεν νομίζω να ήμουν μόνο εγώ που βούρκωσα σε καναδύο κομμάτια, προφανώς παλιά, δείγμα του ότι έβγαλαν ένα πάθος ανόθευτο. Ήταν σαν μια μπάντα να απαιτεί αυτό που δεν της δόθηκε στα ντουζένια της και εν τέλει να το παίρνει δικαιωματικά. Το θέμα δεν ήταν μόνο οι φοβερές και τόσο λιτές συνθέσεις τους, κάτι το οποίο γνωρίζαμε μια χαρά, αλλά η ενέργεια που μας μετέδωσαν. Κάτι σαν να ακούγαμε πρώτη φορά τα μελλοντικά αγαπημένα μας κομμάτια! Μπορεί το κόστος της ενέργειας αυτής να ήταν κάποια φάλτσα της Rachel Ann Goswell και ένα-δύο χαμένα ακόρντα στο διάστημα, αλλά δεν νομίζω να ενοχλήθηκε κάποι@ από τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης, να σημειώσω ότι ο κόσμος βοήθησε στο όλο τελετουργικό, μιας και σπάνισε το άσχετο κουβεντολόι γύρω μας (μια φορά έκανα παρατήρηση στους δίπλα μου και αυτοί μετά από λίγο σιωπηλοί μετέβησαν πιο μπροστά για να ζήσουν από πιο κοντά τη συναυλία!). Τα σμάρτφον δεν κατέκλυσαν τη θέα και τα σφυρίγματα που θυμίζουν Κυριακή στο χωριό το Πάσχα όπως έτσι ξαφνικά εμφανιζόντουσαν, με τον ίδιο τρόπο αφανιζόντουσαν στη γλυκιά οχλοβοή της βραδιάς.

 Επιστρέφοντας στην ίδια την μπάντα, θετική έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή να παίξουν ένα δύσκολο συναυλιακά κομμάτι όπως το “Dagger”, αν και γενικά το να μιλήσουμε για το setlist θα ήταν κάτι το περιττό, καθώς ό,τι και να έπαιζαν πάλι στο τέλος η ίδια μαγεία θα έμενε. Μάλιστα τα τέσσερα καλύτερα νέα κομμάτια από το άνισο τελευταίο τους άλμπουμ που έπαιξαν, κράτησαν μια ισορροπία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τους, με την έννοια ότι δεν βγήκαν απλώς να μας θυμίσουν τα παλιά τους μεγαλεία. Το βασικό νόημα είναι ότι τα μεγαλεία τους ως μπάντα, μάλλον τα ζουν σήμερα, με τη γενικότερη αποδοχή που έχουν κερδίσει. Αυτή η συναυλία πιθανόν πριν από δύο δεκαετίες να μάζευε ελάχιστο κόσμο, αλλά τώρα ήταν το “the place to be” ακόμη και για κόσμο που δεν κατάφερε τελικά να είναι εκεί. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας πάντως, οι Slowdive παραμένουν μια μπάντα χαμηλών τόνων με μουσική που δεν φτιάχτηκε για να πουληθεί σε πρώτη φάση, αλλά για να μας ωθήσει σε αργές βουτιές μέσα της, όσο σκοτεινός κι ας είναι ο βυθός της. Και κατ’ οίκον κατά μόνας και με παρέα σε συναυλίες όπως η συγκεκριμένη.

Μπάμπης Κολτράνης

Sunny Day Real Estate – Live

 Ξημέρωσε νωρίς. Το φως απέξω τον ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Για μια στιγμή, η ησυχία στο σπίτι του φάνηκε αιώνια. Σηκώθηκε, έκανε ό,τι ήταν να κάνει και βγήκε έξω χωρίς να κλειδώσει. Απέναντι από την εξώπορτα της πολυκατοικίας βρισκόταν ο κάδος απορριμμάτων της γειτονιάς. Αφήνοντας τη μικρή του πλαστική σακούλα, του φάνηκε ότι είδε κάτι γνώριμο παραπεταμένο στα σκουπίδια. Ήταν ένας μισοσκισμένος ταχυδρομικός φάκελος με την κλασσική μπλε γραμμή με τα δικά του γράμματα πάνω! Δίπλα είχε ένα φτηνό κολιέ με ένα μονόγραμμα πάνω. Παραδίπλα ένα βιβλίο με μια τσάκιση στην αρχή του. Ούτε το γράμμα είχε διαβαστεί, ούτε το κολιέ είχε φορεθεί και όπως φαινόταν ούτε το βιβλίο είχε διαβαστεί ολόκληρο.

 Πάγωσε, αν και δεν έκανε ψύχρα. Σκέφτηκε να τα μαζέψει, αλλά πιάνοντάς τα για δεύτερη φορά πια στα χέρια του, ένιωσε ένα ασήκωτο βάρος. Πριν γυρίσει την ελαφρώς σκυμμένη πλάτη του, είδε μια μικρή κούτα γεμάτη κασέτες και σιντί. Ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στις ράχες τους ήταν δικός του. Έπιασε την κασέτα που βρισκόταν πάνω πάνω. Έγραφε Sunny Day Real Estate – Live στην επικεφαλίδα. Άνοιξε την πλαστική θήκη της και είδε τους σχεδόν δικούς του τίτλους… “Every Shining Time You Arrive”, “Song About An Angel”, “Circles”, “J’Nuh” και πάει λέγοντας. Ήταν ολοφάνερο ότι η κασέτα είχε παιχτεί αρκετές φορές, λογικά μέχρι τέλους. Την έβαλε βιαστικά στην τσέπη του. Πάλι θα αργούσε στη δουλειά.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Live Need/The Mighty N

Αθήνα, 21 Απριλίου 2017. Το κατά τ’ άλλα ανοιξιάτικο απόγευμα μοιάζει μπερδεμένο, ο αέρας έξω λυσσομανά και όλη η πόλη μοιάζει κάπως σαν να κατηφορίζει προς το Κύτταρο. Απόψε οι Need θα παρουσιάσουν για πρώτη φορά ζωντανά το Hegaiamas: A Song For Freedom άλμπουμ τους στη γενέτειρα τους κι όλοι εμείς που πιστεύουμε ότι θα βρίσκεται ανάμεσα στα top της χρονιάς, περιμένουμε μια περαιτέρω επιβεβαίωση. Εξάλλου, η μπάντα μήνες τώρα προωθεί και δουλεύει για αυτό το show. Κάνω ένα τσιγάρο, χαζεύοντας τα πρόσωπα έξω απ’ το club: μοιάζουν κι εκείνοι να ξέρουν τι να περιμένουν. Σβήνω τσιγάρο κάνοντας prog συνειρμούς και μπαίνω ενώ έξω είναι ακόμα λυκόφως.

Πες μου το support σου να σου πω ποιος είσαι. Οι The Mighty N δεν αποτελούν μια ‘’προφανή’’ επιλογή για special guests και γι αυτό ακριβώς κρίνεται και ως απολύτως επιτυχημένη. Η Νατάσα Τσίρου και το παρεάκι της ανεβαίνουν στη σκηνή στις 20.45 με το ‘’Ground Zero’’ και οι προθέσεις τους είναι ευθύς ξεκάθαρες: φασαριόζικο heavy alternative rock από καλή 90’s σοδειά. Η μπάντα είναι σωστά στημένη στη σκηνή, ο ήχος είναι πολύ καλός και τα πράγματα ζεσταίνονται γρήγορα. Ο κόσμος που προσέρχεται σταθερά δείχνει να περνάει μια χαρά, ειδικά στα φωνακλάδικα ρεφρέν και στα υπεργκρουβάτα riffs που προσγειώνονται δεξιά κι αριστερά. Όμως οι The Mighty N δεν παίζουν απλά για να περάσεις καλά και να συνοδεύσουν την μπύρα σου. Η μουσική τους έχει πολύ ζουμί, ένα τρομακτικό εύρος επιρροών και η πεντάδα τα καταθέτει με άνεση. Η καλά συγκαλυμμένη ψυχεδέλεια του ‘’No man’s land’’, τα fuzzαρίσματα του ‘’Who why’’, η funky bass εισαγωγή του ‘’Loose end’’, οι έξοχες δυναμικές του ‘’Rays of light’’ και το doomy κτηνάκι που λέγεται ‘’Bulletproof’’ μας προσφέρουν στιγμές εξαιρετικής μουσικότητας, ενώ τα jazzy φωνητικά περάσματα και τα πολλά σύνθετα ‘’μετρήματα’’ υπενθυμίζουν ότι, ναι, είμαστε σε ένα prog event. Η μπάντα μένει στη σκηνή για 45 λεπτά μ’ ένα σετ 10 τραγουδιών που εστιάζει ελαφρά στο πρόσφατο δεύτερο άλμπουμ τους Retribution και αποχωρεί κάτω απ’ το ζεστό χειροκρότημα του κοινού, έχοντας κάνει τη δουλειά της με το παραπάνω. Check them out και δεν θα χάσετε!

Ευτυχώς οι Need δεν μας αφήνουν σε μεγάλη αναμονή. Η ώρα είναι 21.50 και το Κύτταρο είναι ιδανικά γεμάτο τη στιγμή που η μπάντα ξεκινά αφηνιασμένη το σετ της, αποφασισμένη να παραδώσει ένα δίωρο οργασμικό σετ. Από τα πρώτα λεπτά έχει ήδη φανεί ότι θα ήταν εντελώς χαζό να μιλήσουμε για δέσιμο/απόδοση και τα συναφή. Η μπάντα είναι συναυλιακά ‘’ψημένη’’ διεθνώς και σε πολύ υψηλό επίπεδο για να αφήνει αμφιβολίες: Το παίξιμο τους είναι απλά εξαιρετικό, σε βαθμό που με βρίσκει να απορώ για το αν ο κόσμος καταλαβαίνει το πόσο καλή μπάντα παρακολουθεί. Ακούστε κι έναν γεράκο σαν εμένα που έχει δει σχεδόν όλες τις ‘’μεγάλες’’ και ‘’μεσαίες’’ prog μπάντες των 90’s: οι Need στέκονται πλάι στους μεγάλους. Η μόνη μου αμφιβολία ήταν για το αν θα υποστηριχθούν ισάξια η επιθετική και η λυρική πλευρά του ‘’πες-μου-πως-ενώσατε-τους-Nevermore-και-τους-Fates-Warning’’progressive τους. Κι αυτή η αμφιβολία ήταν έτοιμη να απαντηθεί.

Το σετ των Need ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο η μπάντα έκανε μια σύντομη διαδρομή στο παρελθόν της. Το υλικό του The Wisdom Machine και του Siamese God ακούστηκε εξαιρετικά φρέσκο, όταν όμως ακούστηκαν τα θηριώδη ‘’Symmetrape’’ και ‘’Mother Madness’’ από το Orvam , από το κοινό ακούστηκαν οι πρώτες ιαχές αλλοφροσύνης. Ιαχές που έγιναν πρώιμη αποθέωση όταν το 15λεπτο ομώνυμο προσγειώθηκε στα κεφάλια μας με όλο του το μεγαλείο, κλείνοντας τον πρώτο κύκλο του live. Πριν ξεκινήσουν την παρουσίαση του Hegaiamas, η μπάντα τίμησε τον πρόσφατα εκλιπόντα Paul O’ Neil των Savatage/Trans Siberian Orchestra με μια ιδιαίτερα φορτισμένη απόδοση του ‘’Sleep’’. Προσωπικά δεν τη βρίσκω με διασκευές, αυτή ήταν όμως μια πανέμορφη στιγμή που με βρήκε να ακούω απρόσμενα ένα πολύ ιδιαίτερο προσωπικά τραγούδι.

Και το ταξίδι του Hegaiamas ξεκινά! Αποδείχτηκε ζωντανά κάτι που η εκπληκτική παραγωγή του άλμπουμ καλύπτει: το υλικό είναι ιδιαιτέρως πιο απαιτητικό και πλούσιο. Η μπάντα ανταπεξήρθε άνετα της πρόκλησης, όχι μόνο μέσω της εκτελεστικής αρτιότητας αλλά και μέσα από το καλοζυγισμένο στήσιμο επί σκηνής. Οι σε στιγμές co-frontmen Ravaya και Αντώνης (κιθάρα και πλήκτρα) τραβάνε το βλέμμα όσο πρέπει, ενώ ο Jon παραδίδει τις παθιασμένες του ερμηνείες. Και όποιος έχει παίξει μουσική γνωρίζει ότι αν έχεις τέτοιο rhythm section από πίσω (Βίκτωρας και Στέλιος απλά κεντάνε), είσαι ελεύθερος να απογειωθείς. Ένας ακόμα λόγος για την φανταστική απόδοση του Hegaiamas ήταν η επί σκηνής ανάδειξη της θεατρικότητας του: η Σαπφώ ήρθε από τη Νορβηγία για να διακοσμήσει με την υπέρ-φωνή της, η Δανάη και η Ιωάννα ζωντάνεψαν το θεατρικό I.O.T.A και μια μικρή χορωδία συνέβαλλε στις απανωτές ανατριχίλες του 20λεπτου ομώνυμου. Η δαιδαλώδης αυτή σύνθεση έκλεισε το live μεγαλοπρεπώς και μέσα σε γενική αποθέωση.

Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στον τραγουδιστή Jon V. Στα άλμπουμ ακούς έναν πολύ καλό τραγουδιστή. Ζωντανά όμως θα δεις έναν σπουδαίο performer, αεικίνητο κι εκρηκτικό, που παραδίδει τις φορτισμένες του ερμηνείες με αλύγιστο πάθος. Υποθέτω ότι ο Warrel Dane είναι βασική του επιρροή και, ναι, ο άνθρωπος στα δικά μου μάτια στάθηκε εξίσου γιγάντια.

Η βραδιά ήταν ένας μικρός θρίαμβος για τους Need. Κι ενώ πιστεύω ακράδαντα ότι σύντομα θα ξεπεράσουν αυτό που οι ίδιοι αποκάλεσαν ως ‘’τη σημαντικότερη headline εμφάνιση της καριέρας τους ως τώρα’’, αυτό δεν μας σταματάει από το να βροντοφωνάζουμε για να ξυπνήσουν όσ@ ακόμα κοιμούνται χωρίς να έχουν καταλάβει τι μπάντα έχουμε στα πόδια μας. Έξω από το μαγαζί, τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά κι ο αέρας έμοιαζε λιγότερο κρύος. Προσπάθησα να θυμηθώ αν έχω δει καλύτερο ελληνικό progressive συγκρότημα live. Δεν θυμήθηκα κανένα.

Αντώνης Καλαμούτσος