Porter Ricks/Serafim Tsotsonis Live

 

Υπήρχε κάποτε μια εποχή που κρυφοκοιτάζαμε συναυλίες που γινόντουσαν έξω και σχεδιάζαμε είτε στο μυαλό, είτε στην πράξη ταξίδια και τρόπους να μην τις χάσουμε. Πλέον η συχνότητα και η ποιότητα των συναυλιών εδώ είναι τέτοια που δεν θα μου έκανε εντύπωση αν κόσμος απέξω σχεδίαζε με τον ίδιο προαναφερθέντα τρόπο την επίσκεψή του στα μέρη μας (αναθεματισμένο airbnb θα τα πούμε για σένα σε άλλο κείμενο). Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος όλο αυτό να αποκτήσει χαρακτηριστικά βιομηχανίας, με την ουσία να χάνεται ανάμεσα σε σπόνσορες και lifestyle. Αυτό είναι ήδη μια πραγματικότητα στις μουσικές πρωτεύουσες του κόσμου και πιθανόν να συμβαίνει και εδώ το ίδιο, απλώς να μην το έχουμε πάρει χαμπάρι, αν και θα έπρεπε να έχουμε ψυλλιαστεί τις όποιες αλλαγές έχουν συμβεί, παρατηρώντας τον “άσχετο” κόσμο που κάθεται δίπλα μας σε κάθε σχεδόν συναυλιακό δρώμενο στην Αθήνα.

Αν αυτό δεν συνέβαινε και το τελευταίο Σάββατο στο κλείσιμο της σεζόν για την Αγγλικανική Εκκλησία με τον ερχομό των Porter Ricks, κάτι δεν θα πήγαινε καλά. Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός ότι οι παραγωγοί των συναυλιών τηρούν πιστά τη γραμμή να φέρνουν ποιοτικά ονόματα της σύγχρονης ηλεκτρονικής και πειραματικής σκηνής δημιουργεί ένα δεδομένο ότι ο κόσμος ξέρει τι θα δει ή μάλλον τι δεν θα δει. Άρα, αν προσθέσουμε το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν χώρο λίγων θέσεων και με ένα όνομα τη συγκεκριμένη βραδιά το οποίο ανήκει στον ευρύτερο χώρο της techno (του είδους που και δεν έχει μεγάλη πέραση στα μέρη μας και απευθύνεται σε άλλου είδους χώρους), δημιουργήθηκε ένα πλαίσιο όπου ήταν λογικό να μην έχουμε το συνηθισμένο σολντ άουτ που κάνει το μέρος. Για καλό θα έλεγα!

Η βραδιά δεν άργησε να εισέλθει στο κομμάτι για το οποίο είχαμε προσέλθει, με τον Σεραφείμ Τσοτσώνη να ξεκινά την επίδειξη των ικανοτήτων του πάνω σε αυτό που λέγεται σύνθεση στην ηλεκτρονική μουσική. Δυστυχώς, το σετ αρχικά ήταν τόσο αδιάφορο όσο η σκόνη που πηγαινοερχόταν σχεδόν παγιδευμένη στις λωρίδες του φωτισμού. Στη συνέχεια, το αδιάφορο μετατράπηκε σε κακό, καθώς ο ήχος μπορεί να μην ήταν δυνατός, αλλά είναι έτσι φτιαγμένος ο χώρος που σε βάζει να προσέχεις και την κάθε λεπτομέρεια της εκάστοτε συναυλίας. Αυτό δεν βοηθούσε τον δημιουργό, μιας και έκαναν μπαμ οι αδυναμίες του ασύνδετου υλικού του και πρωτίστως δεν βοηθούσε εμάς να καταλάβουμε γιατί τραβά τόσο πολύ αυτή η πομπώδης επίδειξη που αγνοούσε τα βήματα που έχει κάνει η ηλεκτρονική μουσική εδώ και πολλές δεκαετίες (και ναι, το νέο βίντεο του OPN κολλούσε τέλεια στην ερμηνεία της περίστασης). Κάπως έτσι φτάσαμε στο γεγονός να ακολουθηθεί και encore μετά τη λήξη του 50λεπτου (και βάλε) σετ μετά και τον ενθουσιασμό μιας μερίδας του κόσμου, με αποτέλεσμα (εδώ μπαίνει spoiler) να έχουμε το πρωτοπόρο για τα ήθη γεγονός να παίζει το “support” περισσότερο από το όνομα για το οποίο και ήρθαμε!

Χωρίς καμία σχεδόν παύση, οι Porter Ricks, το ντουέτο των Andy Mellwig και Thomas Köner, ανέλαβε να μας συνεφέρει κάπως, και ομολογουμένως το κατάφερε εξαίσια. Συνήθως λέγεται ότι οι τάδε είναι πρωτοπόροι με περίσσια ευκολία, αλλά εδώ είναι αλήθεια ότι το σχήμα αυτό έβγαλε έναν πρωτοποριακό δίσκο το ’96 εγκαθιδρύοντας το είδος του dub techno. Το δύσκολο επίτευγμα της υπόθεσης βέβαια δεν ήταν να μας πείσουν για την αξία της ιστορίας τους, αλλά για το σήμερα, και έχοντας ως βάση τον ήχο που εκφράζουν στις δύο αξιοπρεπείς τελευταίες τους κυκλοφορίες στην ιστορική Tresor, μετά και την επανεμφάνισή τους στο στερέωμα, το κατάφεραν με χαρακτηριστική άνεση. Ήχοι που περιπλέκονταν ανάμεσα στο techno, το ambient και το dub μεταφραζόντουσαν σε μια γλώσσα εξωγήινη, αλλά και γοητευτική, εγκεφαλική, αλλά και ευδιάκριτη. Οι ίδιοι προσπάθησαν να ταιριάξουν τη μουσική τους στον χώρο και σε ένα βαθμό κρίνω ότι το κατάφεραν με το σχεδόν 50λεπτό τους σετ να κυλά ως μια μεγάλη σύνθεση με συνοχή, αλλαγές και πηγαία αισθητική. Encore βέβαια δεν είχε, και ο λόγος ήταν ότι χρόνος δεν υπήρχε, όπως μας έδειξε με την κίνηση των χεριών του ο Thomas. Το γιατί το είδαμε πριν.

Η επιτυχία μιας βραδιάς για κάποιο κόσμο έγκειται στο γεγονός της προσέλευσης ή του ενθουσιασμού που αφήνει πίσω του το όνομα του σχήματος, αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Το νόημα βρίσκεται στην αίσθηση που αφήνει και στην ονειροπόληση που αφυπνίζει η εν λόγω μουσική, και με αυτόν τον τρόπο η βραδιά χάρις στους PR ήταν πετυχημένη. Ελπίζουμε αυτή η επιτυχία να καθορίσει τη συνέχεια αναλόγων βραδιών στον συγκεκριμένο χώρο.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Alexandra Katsarou για την παραχώρηση της φωτογραφίας από τη συναυλία.

 

Bell Witch/Shattered Hope Live

Τα τελευταία χρόνια όλοι μας έχουμε παρατηρήσει ένα πολύ καλοδεχούμενο άνοιγμα του συναυλιακού χάρτη της Αθήνας. Το παράπονο έχει μετατεθεί από το “ω, διάολε, αν δεν ξηλωθώ να βγω εξωτερικό δεν παίζει να δω τους Χ ποτέ” στο “ω, διάολε, να κρατήσω λεφτά για τους Χ ή να πάω στους Ψ; Μα καλά, γιατί τους φέρνουν και τους δύο μες στο ίδιο Σαββατοκύριακο;”.

Το άνοιγμα αυτό και την παντοτινή μας τάση να μένουμε ανικανοποίητοι με ό,τι κι αν μας δοθεί έχουμε εντοπίσει αυτήν τη χρονιά στο Temple, που ως μια νέα προσπάθεια έχει κατορθώσει να (ξανα)φέρει μπάντες και μεμονωμένους καλλιτέχνες με αρκετά “πιστή” βάση στην πόλη.

Για βδομάδες, φίλοι και γνωστοί λογοφέραμε για το πόσο δεμένο ή όχι θα είναι ένα Σαββατοκύριακο με Bell Witch τη μια μέρα και GY!BE την αμέσως επόμενη. Τελικά τα δεδομένα, δηλαδή μια μικρή καθυστέρηση του εξοπλισμού των Αμερικανών Bell Witch, έφερε το πρόγραμμα τούμπα και η συναυλία μεταφέρθηκε για την πλέον μισητή μέρα των millennials εκεί έξω. (Χρειάζεται, άραγε, να αποκαλύψω ότι αναφέρομαι σε ακόμα μια Δευτέρα;)

Ένα είναι σίγουρο. Εμείς μπορεί να επηρεαστήκαμε, οι μπάντες όμως σίγουρα όχι. H βραδιά ξεκίνησε με τους Shattered Hope να προσδίδουν δυναμισμό και ένταση ικανά να αντισταθμίσουν τη δυσανάλογη αριθμητική συμμετοχή του κοινού που ίσως δεν ήταν προετοιμασμένο για τα funeral doom ακούσματά τους.

Πρέπει, βέβαια, να ομολογήσουμε ότι η μετάβαση από το ένα σχήμα στο άλλο δεν ήταν η αρμονικότερη δυνατή, όπως και ότι ο “χαμένος” χρόνος του στησίματος των Bell Witch δημιούργησε μια ανεπαίσθητη κατατονία στο θυμικό μας.

Όταν, όμως, ακούστηκαν οι πρώτες νότες του μπάσου του Dylan Desmond και το περσινό “Mirror Reaper” άρχισε να καταναλώνει τις κοιλότητες των αυτιών μας, καθηλωθήκαμε. Λίγο το γεγονός ότι έχεις μπροστά σου μόλις δύο μουσικούς να υφαίνουν μια σχεδόν θρηνητική μελωδία υπό λιγοστό φως και μόνο την απολύτως αναγκαία κινητικότητα, λίγο η χαρακτηριστικά παγερή απομάκρυνση του Jesse Shreibman από την όλη συναυλιακή εμπειρία όποτε δεν ακούγονταν τα τύμπανα ή τα άγρια φωνητικά του, η όλη εμπειρία μπόρεσε να πάρει ατμοσφαιρικές διαστάσεις και να κλείσει πρόσκαιρα μεν, ικανοποιητικά δε.

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Godspeed You! Black Emperor live in Göteborg

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Κριτικές δεν ξέρω να γράφω, ούτε είμαι μουσικός για να μπορώ να κρίνω την αρτιότητα ενός μουσικού περφόρμανς. Μπορώ μόνο να μεταδώσω εικόνες και συναισθήματα, όσο τουλάχιστον το επιτρέπει το περιορισμένο μέσο της γραφής.

Οι Godspeed You! Black Emperor αφίχθησαν στο Γκέτεμποργκ την περασμένη Πέμπτη. Παρότι ήταν ένα λάιβ που περίμενα απ’ τη στιγμή που αγόρασα το εισιτήριο τρεις μήνες πριν, πήγα με μισή καρδιά. Η άλλη μισή ήταν απασχολημένη με άγχη, αυτο-αμφισβητήσεις, αυτο-μαστιγώματα, υπαρξιακές ανησυχίες, φόβους και όλα τα δεινά που ταλανίζουν τον μέσο άνθρωπο σε καπιταλιστικά περιβάλλοντα. Η μουσική εντάσσεται σ’ αυτά τα παραθυράκια που σ’ αφήνουν να δεις καλύτερες εκδοχές της πραγματικότητας, ως προβολές της υπό φαντασιακά πρίσματα ενεργοποιούμενα με τον κάθε ήχο. Διαφυγή; Ίσως. Μ’ αυτό το σκεπτικό και την ελπίδα σύρθηκα ως το Pustervik.

Μπαίνω στον χώρο και ψάχνω για ένα βολικό σημείο, μπίρα ανά χείρας, υπό τους ήχους ενός σαξόφωνου, μέσω του οποίου η Mette Rasmussen -το support δρώμενο της βραδιάς- επιδιδόταν σ’ ένα αυτοσχεδιαστικό session. Δεν θα προσπαθήσω καν να βρω ωραιότερες λέξεις ή ευφημισμούς ή ό,τι άλλο παρεμφερές. Ήταν απερίγραπτα ανυπόφορο. Μια άνευ νοήματος, ασυνάρτητη αλληλουχία ήχων, που ευτυχώς δεν κράτησε πολύ.

Αναμονή. Σιγά σιγά τα φώτα χαμηλώνουν και στη σκηνή ανεβαίνουν η Sophie Trudeau και o Thierry Amar, ξεκινώντας τις πρώτες νότες ακολουθούμενοι σταδιακά και από τα υπόλοιπα μέλη, με τελευταίους το αρχικό τρίο. Ένας ένας, άφηνε τον εαυτό του στα σκαλάκια της σκηνής κι ανέβαινε για να ενωθεί με το ηχητικό παζλ του “Hope Drone”. Τουλάχιστον έτσι το ’νιωθα εγώ ως θεατής.

Τα φιλμάκια του Karl Lemieux έντυσαν πολύ όμορφα τους ήχους της υπόλοιπης μπάντας, καθοδηγώντας ελαφρά τις κατά τ’ άλλα σκόρπιες σκέψεις που παρέλαυναν στο κεφάλι και αποδίδοντας ξεκάθαρα το πολιτικό στίγμα της μπάντας. “Bosses Hang”, “Anthem For No state”, “Fam/Famine”, “Undoing A Luciferian Towers”, όλο δηλαδή το Luciferian Towers, αποδόθηκαν με αφοσίωση, κάτι που κατάφερε να παραποιήσει τους χωρικούς συσχετισμούς του απτού περιβάλλοντος. Δεν ήμουν πια ανάμεσα σε μια θάλασσα θεατών, αλλά σ’ ένα πεδίο μουσικής, σκέψεων και συναισθημάτων που δεν δύναται να οριστεί και να περιοριστεί. Κι είναι πολύ όμορφο όταν συμβαίνει αυτό.

Η συνέχεια ήρθε απ’ το παρελθόν, απ’ το Slow Riot For New Zero Kanada του 1999, τα δύο κομμάτια του οποίου, “Moya” και “BBF3”, ήρθαν να απογειώσουν ό,τι έχτισε το Luciferian Towers. Το “String Loop Manufactured During Downpour” έκλεισε 2 ώρες που δεν κατάλαβα πότε πέρασαν, με την μπάντα να φεύγει όπως μπήκε: ένας ένας, όλοι επανερχόμενοι σιγά σιγά στην πραγματικότητα. Και μαζί μ’ αυτούς κι εμείς.

Συναυλίες σαν αυτή με κάνουν να καταλαβαίνω γιατί κάποια λάιβ πρέπει να βιώνονται σαν ατομικές εμπειρίες. Γιατί σε κάποια λάιβ δεν χρειάζεται να ’χεις παρέα. Οι GY!BE έχουν τη μαγική ικανότητα να σε φέρουν αντιμέτωπο με τον εαυτό σου και να σ’ αφήσουν μ’ ένα αίσθημα κάθαρσης και ηρεμίας.

Και κάποιες φορές είναι παραπάνω από αναγκαίο.

 

Phren

 

Live Profanatica/Rites Of Thy Degringolade/Lykaionas

Θα έλεγε κανείς πως η παρουσία μου στη συγκεκριμένη συναυλία ήταν ένα απρόσμενο δώρο. Ήταν επίσης μια ευκαιρία να επισκεφτώ το Temple, στο οποίο ως τώρα δεν είχα κατορθώσει να πάω. Παράλληλα ανέμενα με προσμονή και απορία αυτό το live, καθώς οι Profanatica είναι ένα σχήμα που είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον μου πίσω στα ’90s.

Μπαίνοντας στον χώρο, αποκόμισα μια αρκετά θετική εντύπωση.

Άμεσα σχεδόν, η πρώτη μπάντα ανέβηκε στη σκηνή. Από ό,τι έμαθα ήταν η πρώτη ζωντανή εμφάνιση για τους Lykaionas. Από το εναρκτήριο τραγούδι φάνηκαν οι διαθέσεις τους, όσο και το ηχητικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται: παλιομοδίτικο black metal, με μελωδικά riff και έντονους ρυθμούς, που αποτίει φόρο τιμής στο σκανδιναβικό στιλ της δεκαετίας του ’90. Ο τραγουδιστής τους ήταν το επίκεντρο, δίνοντας τον τόνο με την ξεσηκωτική σκηνική του παρουσία. Αν και το ύφος τους δεν ήταν και ό,τι πιο πρωτότυπο, ανέδυαν ωστόσο μια δυνατή εικόνα που είχε ανταπόκριση στους παρευρισκόμενους. Ο ήχος επίσης ήταν πολύ καλός, βοηθώντας τους να αποδώσουν αβίαστα.

Μετά από μια κυριολεκτικά ολιγόλεπτη ανάπαυλα, ήταν η σειρά των Rites Of Thy Degringolade. Ξεκίνησαν πολύ έντονα, έχοντας εξαρχής ένα χαρακτηριστικό groove στον ήχο τους, το οποίο όμως συνδυαζόταν άψογα με τον χαοτικό χαρακτήρα των συνθέσεών τους. Θυμίζοντας περισσότερο Axis of Advance παρά Conqueror, η υφή του ήχου τους συνοψιζόταν στην ένωση τεχνικής και αταβιστικής έκρηξης, σε ισόποσες δόσεις. Εκτελεστικά όλοι τους ήταν άρτιοι – ειδική μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στον drummer και άτυπο leader της μπάντας Paulus Kressman. Στις συνεχείς αλλαγές και το υπερηχητικό σε σημεία tempo προσέθετε παράλληλα τα φωνητικά του. Το γεγονός πάντως πως και οι 4 τραγουδούσαν ανά διαστήματα το βρήκα απλά ψαρωτικό. Το set τους ήταν μοιρασμένο ανάμεσα σε καινούρια και παλαιότερα κομμάτια – κάτι αναμενόμενο, αφού είχαν μόλις κυκλοφορήσει νέο full-length. Έχω την αίσθηση πως οι Rites ήταν η καλύτερη μπάντα της βραδιάς, ωθώντας τον κόσμο να συμμετέχει ενεργά. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν τη μακρόχρονη παρουσία τους, θαρρώ πως θα τους άξιζε να είναι γνωστότεροι. Ίσως μάλιστα τώρα να είναι η στιγμή τους: το βέβαιο είναι πως το δυσαρμονικό πέρασμά τους κέρδισε αρκετούς.

Ολοένα και περισσότεροι μαζεύονταν μπροστά στη σκηνή, σημάδι ότι η έναρξη των headliner πλησίαζε. Ήταν άλλωστε εμφανές πως οι Profanatica ήταν το δέλεαρ της νύχτας αυτής. Και συνεπώς πολλοί ανυπομονούσαν να δουν τον Ledney και τους μουσικούς που τον πλαισίωναν. Η εισαγωγή ήταν καταιγιστική – σχεδόν παραληρηματική από πλευράς κοινού. Όντας τρίο, απέδιδαν εύκολα μια μινιμαλιστική εικόνα, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στον γυμνό χαρακτήρα των τραγουδιών τους. Το “Unto Us He is Born” είναι απολύτως ενδεικτικό των προθέσεών τους: χαμηλά κουρδισμένος ήχος με το μπάσο να κυριαρχεί. Κάτι που πάντοτε τους διαχώριζε από τον αυστηρά πρίμο και ψυχρό τόνο των Nορβηγών και των συνοδοιπόρων τους. Ίσως ακουστεί οξύμωρο, αλλά η βάση τους αναδεικνύει μια ζεστή, μοχθηρή εικόνα. Και ως προς αυτό αξίζει να τονιστεί πως ήταν η πιο ομιχλωδώς σκοτεινή μπάντα από όσες έπαιξαν εκείνη τη βραδιά. Ο μονολιθικά πριμιτιβιστικός προσανατολισμός τους έχει τις ρίζες του σε μια εποχή που προηγήθηκε τόσο του σκανδιναβικού ρεύματος, όσο βέβαια και της μεταγενέστερης ορθόδοξης κατεύθυνσης. Η μονοτονία τους όμως είναι αρκετή από μόνη της για να δημιουργήσει ένα πλαίσιο τελετουργικής αυστηρότητας. Κλίμα ταιριαστό για την ανάπτυξη των βλάσφημων ωδών τους. Μονόχνωτη ροπή ίσως – μα και προσωπικότητα. Δεν ξέρω κατά πόσο ηχούν γραφικά όλα αυτά, το θέμα όμως είναι πως με έπεισαν ότι έχουν ακέραιο λόγο ύπαρξης στο σήμερα, άσχετα με το ότι οι μέρες της κορυφής τους έχουν πια περάσει. Βρήκα το set τους απολαυστικό, αν και κάπως σύντομο. Υποθέτω πως αυτό ξένισε κάποιους από τους παρόντες. Αν και θα ήθελα να διαρκούσε κι άλλο, φρονώ πως η απουσία encore και η συμπυκνωμένη διάρκεια ήταν ταιριαστές με την αύρα τους, εν συνόλω.

Κλείνοντας αυτή την ανταπόκριση που πήρε μακροσκελή τροπή, οφείλω να πω πως η διοργάνωση ήταν άψογη. Ο ήχος ήταν ιδιαίτερα επαγγελματικός για όλα τα σχήματα, ενώ το χρονοδιάγραμμα τηρήθηκε ευλαβικά. Επίσης, το Temple δείχνει να είναι ιδανικός χώρος για τέτοιου είδους συνάξεις. Επιπρόσθετα, η προσέλευση του κόσμου ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Και προσωπικά μιλώντας, βρέθηκα κοντά σε ένα από τα εφηβικά μου κολλήματα. Έξοχα, λοιπόν – θα φροντίσω να επισκεφτώ το Temple, πάλι. Σύντομα.

 

Γιώργος Καναβός

 

Live God Mother/Ilenkus/Destriers (Roisin Dubh, Galway, 20.1.18)

…ή η τέχνη του να φεύγεις από συναυλία με ματωμένο πρόσωπο.

Τα καλύτερα underground όνειρα σμιλεύονται στα υπόγεια, ενίοτε όμως και σε πατάρια. Το θρυλικό για τη μουσική σκηνή του Galway Roisin Dubh club ήταν έτοιμο για ένα ακόμα πολύβουο σαββατόβραδο: στη μεγάλη σκηνή του ισογείου ένα μεγάλο πλήθος από κυριλέ γιαποπενηντάρηδες ήταν έτοιμο να λικνιστεί σε κάποιο χορευτικό live που δεν είδα καν περί τίνος πρόκειται. Πάνω όμως, στο μικρό stage του παταριού, 40-50 νοματαίοι έπιναν τη Guinness τους μέσα στο πορφυρό ημίφως, χαρούμενοι που θα έβλεπαν ένα live σκληρής μουσικής (διψάμε για τέτοια live εδώ) και ίσως ανυποψίαστοι για το επερχόμενο μακελειό. Ο πιο ανυποψίαστος από όλους εγώ, με τη μαύρη μου τραγιάσκα και το αλαζονικό, πολυταξιδεμένο μου τουπέ. Εαυτέ μου, έχεις δει ίσως τετραψήφιο αριθμό συναυλιών και νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα; Περίμενε λίγο ακόμα πριν απαντήσεις!

Οι Destriers έρχονται από το Δουβλίνο και ο ευθύς τους ήχος αποδείχτηκε ιδανικό άνοιγμα. Εμφανίστηκαν ως τρίο (δυο κιθάρες, ντραμς, φωνή), η έλλειψη μπάσου τούς στερεί σε ζεστασιά αλλά τους προσθέτει σε ξεραΐλα, πράγμα το οποίο δεν έδειξε να χαλάει καθόλου τη μουσική τους. Hardcore χαμηλών ταχυτήτων που εστιάζει στην ατμόσφαιρα των βαριών riff και στα “απελπισμένα” φωνητικά, μπορώ να πω ότι μου έφεραν λίγο στο μυαλό τους θεούς Knut, με λιγότερη εγκεφαλικότητα. Στο τελευταίο κομμάτι τα αίματα άναψαν λίγο με τη συμβολή του μπασίστα των God Mother και του κιθαρίστα των Ilenkus και το σετ έκλεισε ωραιότατα. Μια χαρά μπάντα και αξίζει να την τσεκάρεις.

Οι συμπολίτες μου Ilenkus ήταν ο βασικός λόγος που πήγα στο live. Για την ιστορία να πω ότι πρόκειται για μια εξαιρετική μπάντα, μια από τις “καυτότερες’’ στην Ιρλανδία. Στην υπάρχουσα δισκογραφία τους θα βρεις ένα γκρουπ που έχει ως αφετηρία του το mathcore των Dillinger, σταδιακά γίνεται όμως πιο straight metalcore, σκοτεινιάζοντας τον ήχο τους. Δεν είχα ιδέα όμως πώς είναι live… Από τα πρώτα δευτερόλεπτα βασίλευσε το χάος. Η μη ύπαρξη stage μετέτρεψε αυτόματα το μαγαζί σε πεδίο μάχης και η όποια διαχωριστική γραμμή μπάντας-κοινού εξαφανίστηκε αμέσως. Η πεντάδα όρμησε αφηνιασμένη με έξαλλη ενέργεια και το τεχνικότατο υλικό τους αποδόθηκε με αρτιότητα και περίσσια βία. Έχοντας μια τριπλέτα κιθαριστών-τραγουδιστών σε εναλασσόμενους ρόλους, οι Ilenkus έχουν επενδύσει πάρα πολύ στο κομμάτι του performance και δεν τους αρκεί ότι ιδρώνουν τη φανέλα: θα την ιδρώσεις κι εσύ, θες δεν θες. Πολύ φοβάμαι ότι πρόκειται για γνήσια ιρλανδικά ρεμάλια που δεν συνειδητοποιούν πόσο καλή μπάντα είναι. Για μένα ήταν μια θεότρελη εμφάνιση ενός γκρουπ παγκόσμιου βεληνεκούς. Άκου τους σήμερα κιόλας, αλλά πούλα και τη ψυχή σου για να τους δεις ζωντανά. Το πρόσφατο ep τους είναι ψιλοαριστούργημα.

Headliners της βραδιάς οι Σουηδοί God Mother, όνομα το οποίο κάνει πολύ ντόρο στην ευρωπαϊκή hardcore σκηνή. Υπάρχει καλός λόγος και, αν είναι δυνατόν, οι τύποι ήταν ακόμα περισσότερο τρελοί από τους Ilenkus. Εδώ δεν υπήρχε κανένας μουσικός καλλωπισμός. Οι ημιπαρανοϊκές clean cut φατσούλες τους (θυμάσαι το Funny Games…;) σε υπνωτίζουν, το βίαιο, λυσσασμένο grindcore που εξαπέλυσαν όμως δεν αφήνει υποψίες. Αγνή καταιγιστική ακρότητα, αγνό core fun. Ο χαρισματικός Sebastian Campbell είναι ο frontman που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Ο τύπος έκανε τα πάντα, ούρλιαξε, χτύπησε, σκαρφάλωσε σε ντραμς-μπαρ, περπάτησε στο ταβάνι μέσα σε crowd surfing (κυριολεκτώ), κάνοντας μέχρι και τον Patton να μοιάζει με μπαλαρίνα. Ο αθεόφοβος μας έβαλε όλους να κάνουμε μέχρι και limbo dancing με το καλώδιο του μικροφώνου του. Πραγματικά δεν έχω λόγια, μπάντα και κόσμος τα διαλύσανε μαζί όλα. Οι God Mother έχουν φρέσκο νέο δίσκο και γυρίζουν τον κόσμο παίζοντας, παρακαλώ πολύ, αν διαβάζει κάποιος σοβαρός hardcore promoter, φέρτε τους στην Ελλάδα χτες.

Έφυγα από το μαγαζί ματωμένος και καταχαρούμενος.

Οι σκέψεις μου ήταν οι εξής:

  1. Το πόσες πολύ καλές μπάντες έχω δει στη ζωή μου που δεν επενδύουν τίποτα στη σκηνική τους παρουσία. Αιώνιο κι ελληνικό φαινόμενο. Μπάντες, ιδρώστε, βάλτε μυαλό, χάνουμε όλοι.
  2. Δοξασμένο εσύ, underground. Όσους θρύλους κι αν δω ζωντανά, όσες τραγουδιστές λαοθάλασσες κι αν έχω ζήσει, τίποτα δεν συγκρίνεται με το αγνό πάθος των λίγων ημιανώνυμων παρταλιών που ενώνουν τις ζωές και τη θέλησή τους με πρόσχημα την ακρότητα της μουσικής. Κι ως ηλικιωμένος metalhead, ζηλεύω και θαυμάζω το core underground κίνημα, γιατί είναι ακραίο μα γελαστό κι αγκαλιασμένο και όχι πνιγμένο στην ίδια του τη σοβαροφάνεια, όπως διάφορα καμπόσα black/death σχήματα…
  3. Θεωρούσα πάντα παράσημο για τα 174 εκατοστά μου τα moshpits στα οποία έχω θριαμβεύσει, ξέρεις, Sodom, Slayer, Morbid Angel και τέτοια. Αποχωρώντας από το Roisin Dubh, αισθανόμουν σαν να αποχωρώ από το Fight Club, την πρώιμη αυθόρμητη εκδοχή του, πριν αποκτήσει παραρτήματα. Extremity can be fun, αν είσαι στην κατηγορία εκείνη που μπορείς να το αντιληφθείς στη μουσική. Κι ας μην καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι. Δεν κάναμε ποτέ και τίποτα για αυτούς.

4. Μη γερνάς πρόωρα νιώθοντας ότι τα έχεις δει όλα!

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Live Arcturus/Diablery/Bordeline Syndrome

Ο ανθρώπινος νους λειτουργεί θέτοντας σημεία αναφοράς. Νέα χρονιά, νέος μήνας, νέα ημέρα. Η ίδια η χρήση της λέξης “νέα” σηματοδοτεί την επανεκκίνηση, την ευκαιρία να μας να ξεκινήσουμε για ακόμα μία φορά από μια καινούρια αρχή που υπόσχεται (τουλάχιστον) διαφορετικά λάθη και (σίγουρα) διαφορετικές εμπειρίες.

Αν δεχθούμε, όμως, ότι ο χρόνος είναι μια κοινωνική σύμβαση που βιώνεται από τον καθένα σχετικά, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε ότι πράγματι δεν υπάρχει “σωστός” χρόνος για το οτιδήποτε παρά μόνο ο χρόνος κατά τον οποίο βίωσες κάτι “σωστά” στο πετσί σου.

Παρασκευή, 12.01.2018, 20:00 μ.μ., στις ακόμα κλειστές πόρτες του Temple μια πενηνταριά μαυροντυμένα τυπάκια σχηματίζουν ουρά και σχολιάζουν πως ο χώρος θα ’ναι πολύ μικρός για να φιλοξενήσει μια μπάντα όπως οι Arcturus, ενώ αυτοκίνητα περνάνε σχεδόν ξυστά από δίπλα τους αναθεματίζοντας.

20:30 μ.μ. και έχουμε ήδη πιάσει θέσεις, ποτάκια στο χέρι και κεφάλια-περισκόπια ψάχνουν να βρουν γνωστούς προκειμένου να κοινωνηθεί όσο περισσότερο γίνεται η εμπειρία μέχρι τις πρώτες νότες του “Internalize” από τον τελευταίο δίσκο SYNAPSES των Bordeline Syndrome.

Η τετράδα έχει πάρει θέσεις πάνω στη σκηνή και γεμίζει τον χώρο με μουσική αναρχία, κέφι και μελωδίες που στην αρχή ξεχύνουν ρυθμικά ρυθμούς του progressive, έως ότου εισβάλλουν μέσα τους math ριφάκια. Μια δεμένη παρέα που έχει έρθει να διασκεδάσει όπως θα έκανε κλεισμένη σε ένα studio για πρόβα και μια μπάντα που θα άξιζε να έχουν ακούσει πολύ περισσότερα αυτιά τριγύρω μας.

Γρήγορο ξεστήσιμο, διάλειμμα για ανασυγκρότηση και τη σκυτάλη παίρνουν οι Diablery. Μαύροι μανδύες, ασπρόμαυρα βαμμένα πρόσωπα και γνωριμία με ορεξάτο εγχώριο black metal. Η μετάβαση από την τεχνικότητα των Bordeline Syndrome είναι αρκετά αμήχανη και μέχρι να βρει ο σβέρκος μας ρυθμό να κινηθεί έχουν περάσει γρήγορα γρήγορα οι δύο πρώτες λιτανείες των Diablery. Δεν αργούμε, όμως, να συντονιστούμε και να συντροφεύσουμε το growling με σκουντήματα και συγγνώμες στον διπλανό, που έχασε προσωρινά τα πλευρά του στον αγκώνα μας.

Μέχρι που η άκρη του ματιού μας εντοπίζει τους Arcturus να περιμένουν υπομονετικά στην άκρη της σκηνής για να μπουν στον μικρό διάδρομο πίσω από αυτή, όπου θα έκαναν το απαραίτητο refill στις μπίρες τους μέχρι να στηθούν τα όργανά τους και να πέσει η έντασή μας αρκετά ώστε να τσιτωθεί η τρίχα μας στο έπακρο στο άκουσμα του “Evacuation Code Deciphered”.

Η υπόλοιπη μιάμιση ώρα (μια μικρή δίνη στην οποία χάθηκε η στερεοτυπική αντίληψη περί χρόνου και χώρου) έμελλε να είναι γεμάτη από την επική μελωδικότητα του La Masquerade Infernale και ένα χορταστικό πέρασμα τόσο από το πλέον πρόσφατο Arcturian όσο και από το αλλοτινό Aspera Hiems Symfonia. Με κίνδυνο δε να αδικηθούν όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας που έχουν μουσική πορεία τέτοια ώστε καθόλου να μη χρειάζονται τη δική μου μνεία, θα κλείσω αυτή την τόσο φτωχή ανταπόκριση με την εκτίμηση ότι δίχως τη θεατρικότητα, την άνεση και τον σχεδόν εξωκοσμικό μαγνητισμό του Simen “ICS Vortex” Hestnæs θα ήταν εξίσου φτωχή και η εμπειρία.

 

(ΥΓ. Οι φωτογράφοι είναι οι Διονύσης Παρθενιάδης και Χριστίνα Αλώση για το Temple)

 

Λαμπροπούλου Βικτώρια

 

Live Boy Harsher/The Rattler Proxy/Venus Volcanism & In Atlas

Κάτι είχε η προχτεσινή μέρα. Μια μουντάδα εκβαλλόταν από έναν ηλιόλουστο κατά τ’ άλλα ουρανό, δίνοντας έναν ισχυρό τόνο αντιθέσεων στη μητρόπολη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που χρειάζεσαι ένα είδος απαντήσεων σε ερωτήσεις που βρίσκονται στα αζήτητα. Μια συναυλία είναι ο ιδανικός τρόπος να τις βρεις, ειδικά μιας μπάντας που τον τελευταίο καιρό σε κυνηγά παντού όπου κι αν πας.

Με αυτό λοιπόν το ξεκάθαρο συναίσθημα έφτασα στον χώρο που θα εμφανιζόντουσαν οι Αμερικάνοι Boy Harsher. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι πιθανόν το ίδιο συναίσθημα προσέγγισης της βραδιάς να απασχολούσε κι άλλ@ς, μιας και ήδη από νωρίς φαινόταν η υψηλή προσέλευση κόσμου που θα ακολουθούσε. Είναι τετριμμένο, αλλά θα το ξαναγράψω ότι δεν χρειάζεται παρά μόνο μια σύνδεση στο διαδίκτυο για να ανακαλύψεις μια νέα αξιόλογη μπάντα. Ως προς την περίπτωση των BH να αναφέρω απλώς ότι η ευρωπαϊκή τουρνέ τους ξεκίνησε με μια sold out εμφάνιση στο Βερολίνο και με το που μπήκε νέα συναυλία τους εκεί στο κλείσιμο της περιοδείας τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν αμέσως!

Η βραδιά, όμως, διέθετε κι άλλα δύο ονόματα, τα οποία ομολογουμένως ταίριαζαν απόλυτα στο όλο κλίμα. Το ιδανικό ξεκίνημά της έγινε με τις Venus Volcanism & In Atlas, μιας Αθηναίας και μιας Δανέζας που άνετα την πέρναγες για Βολιώτισσα, οι οποίες εξασκήθηκαν σε ένα υψηλής ποιότητας και επικίνδυνης κοπής σύγχρονο darkwave. Όπως έδειχναν να απολαμβάνουν κι αυτές τη μουσική τους σύμπραξη επί σκηνής, έτσι έπραττε και ο κόσμος από κάτω, που είχε ήδη πυκνώσει τις γραμμές του ιδιότυπου αυτού ποιμνίου. Έπειτα από ένα σαραντάλεπτο πλήρους σετ, ακολούθησαν οι Αθηναίοι The Rattler Proxy τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από έναν χρόνο περίπου, αλλά ως ντουέτο και όχι ως τρίο, όπως εμφανίστηκαν τώρα. Τουτέστιν, ένας κιθαρίστας πλαισίωνε το κλασικό σχήμα ενός τραγουδιστή με στιλ και ενός άλλου στο λάπτοπ κρυμμένου στο βάθος. Η εμφάνισή τους μου φάνηκε ότι παραήταν στιλιζαρισμένη πάνω σε ένα a la Suicide μοτίβο, με τις συνθέσεις να είναι κάπως επίπεδες, αλλά σίγουρα σε κάποιον κόσμο άρεσε όλο αυτό κι αυτό φάνηκε από την αποδοχή της διασκευής τους στο “Cracking Up” της γνωστής μπάντας που παίζει σε όλη της την καριέρα αποκλειστικά ένα ριφάκι.

(credits, photo by Ioanna Noir Zacharopoulou )

Με τα πολλά φτάσαμε στην ώρα που θα έβγαιναν οι BH, αλλά η ύπαρξη κάποιων τεχνικών προβλημάτων στα ηλεκτρικά δημιούργησαν μια περίπου μισάωρη καθυστέρηση, η οποία λίγο ακόμη και θα δημιουργούσε μια ανάστατη νευρικότητα στην αίθουσα. Σίγουρα αυτή η καθυστέρηση ήταν ένας λόγος που υπήρχε η αίσθηση ότι δεν θα έπαιζαν ένα μεγάλο χρονικά σετ, μιας και την επόμενη μέρα ήταν κανονισμένο να παίξουν στη Δρέσδη, οπότε δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και πολύ από το πρόγραμμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι, αν υπήρχε έστω μια μικρή φοβία ότι θα επηρεαζόντουσαν ως προς την απόδοση του υλικού τους ζωντανά, αυτή εξαφανίστηκε αμέσως με το που εκτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια τους. Το ντουέτο κατάφερε με όχημα απλές στη φόρμα συνθέσεις να βγάλει μια έκρηξη και ένα σκοτεινό συναίσθημα σε αυτές. Η τραγουδίστρια με την πειστική ερμηνεία των στίχων της το ζούσε, συνδυάζοντας μια μπάσα μελωδική φωνή, κυνικά χαμόγελα και εκδικητικούς στίχους. Ο επιμελητής του όλου μουσικού υπόβαθρου κατάφερνε να εμπλουτίζει και να δυναμιτίζει το υλικό της μπάντας, κάνοντάς το άκρως χορευτικό, αλλά και εγκεφαλικό. Ειδικά όταν ακούστηκε το -“πότε καλέ έγινε σουξέ;”- “Pain”, η ατμόσφαιρα δονήθηκε επικίνδυνα σε ένα κατάμεστο Temple.

Υπολόγισα ότι έπαιξαν με το encore περίπου πενήντα λεπτά, το μοναδικό στοιχείο για το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ένα παράπονο. Η άποψη μου, όμως, είναι ότι μπορεί μια μπάντα να αρκείται σε ένα σύντομο σετ, καθώς πιστεύει ότι επιτυγχάνεται μέσω αυτού η μετάδοση της ενέργειας και του χαρακτήρα της. Οπότε δεδομένης και της απόδοσής τους, προσωπικά θα σταθώ στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά την εμφάνιση των BH, που εξάλλου διαθέτουν και μια μικρή δισκογραφία. Μιας εμφάνισης που δίπλα μου έκανε ένα ζευγάρι νεανίσκων να φασώνονται χορεύοντας και ταυτόχρονα άλλων να στέκονται σαν αγάλματα μπροστά σε ένα μελωδικό ψύχος και έναν περίγυρο αγκαθωτών beats. Ο θρίαμβος των γλυκών αντιθέσεων επιτεύχθηκε. Μια λύπη και μια λυτρωτική ένταση ήρθαν και έδεσαν και ήταν από τις σπάνιες συναυλιακές βραδιές που μια ευχή είχε ακουστεί με τέτοιο τρόπο που να θυμίζει απειλή.

 

Μπάμπης Κολτράνης