Realm of Distortions: Prurient /Vatican Shadow + more live in Athens (16.11.2018)

Υπό το πέπλο μιας βιβλικής νεροποντής, την περασμένη Παρασκευή πραγματοποιήθηκε το πολυαναμενόμενο live performance του κύριου Dominick Fernow ως Prurient, το κύριο harsh noise/power electronics σχήμα που τον καθιέρωσε στη σύγχρονη underground σκηνή τα τελευταία χρόνια. Λίγο αργότερα, ξεσήκωσε τους μυημένους με το δίωρο live dj set του ως Vatican Shadow, το εξίσου διαβόητο industrial techno project του.

 Η προσωπική αγάπη και βαθιά εκτίμηση για τον Fernow είναι δεδομένη, μιας και είναι από τους λίγους που έχει μπορέσει να πολιτικοποιήσει τον θόρυβο με ριζοσπαστικές αισθητικές σε καιρούς που το πολιτικό ως καθημερινή αφήγηση αποσιωπάται και να θίξει δημιουργικούς προβληματισμούς πάνω στο κυρίαρχο θέαμα ωμής βίας και σεξουαλικότητας. Πρώιμα επηρεασμένος από ένα death metal μισανθρωπισμό και φημισμένος για τα βλάσφημα “παραληρήματά” του, o Fernow, για άλλη μια φορά, επιδόθηκε σε μια μονόωρη θεαματική βαρβαρότητα κατακλυσμένη από υστερικές κραυγές, σπασμωδικά τινάγματα και λευκές ριπές ηλεκτρομαγνητικών παρασίτων. Το στοιχείο της νοσταλγίας δεν έλειψε, καθώς ο Dominick φρόντισε να επιτελέσει και κομμάτια από άλμπουμ περασμένης δεκαετίας, όπως το Cocaine Death. Αντίστοιχα, το Vatican Shadow σετ μπόρεσε νοητά να μας μεταφέρει άλλοτε σε παγωμένα υπόγεια μπουντρούμια και άλλοτε σε σύγχρονα δυτικά πεδία μάχης, πάνταμε σκοτεινά ambient και drone ηχοτοπία.

 Χρονικά, το line-up τηρήθηκε ευλαβικά με μια συνεχώς αυξανόμενη προσέλευση κόσμου μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μαζί με τον Dominick Fernow, έπαιξαν η νεοϋορκέζα συνεργάτιδά του, Becka Diamond (Hospital Productions), ο Γεώργιος Καραμανωλάκης (ΟΔΟΣ 55) με ένα άκρως μετα-αποκαλυπτικό και καρπεντερικό σετ, ο καθηλωτικός ANFS (Vanila, Modal Analysis) καθώς και οι resident DJs της δισκογραφικής π Electronics, 3.14 και DΛS. Συνολικά, η βραδιά αποτέλεσε έναν αποθεωτικό εορτασμό μιας noise υστερίας και των ενδιάμεσων industrial techno τελετουργικών, αφήνοντας εκστασιασμένο και σωματικά εξουθενωμένο το κοινό.


 Under the veil of a biblical rainstorm, last Friday, took place Dominick Fernow’s long-awaited live performance as Prurient, the main harsh noise/power electronics project which has established his name on the modern underground scene in the millenial years. Shortly afterwards, he stirred up his initiates with a two-hour live dj set as Vatican Shadow, his equally notorious industrial techno project.

 My deep appreciation and personal love for Mr. Prurient is obvious, since he is one of the few who manages to radicalize the noise with political aesthetics in times when the political as an everyday narrative is silenced and to create alternative reflections over the dominant spectacle of raw violence and sexuality. Early influenced by a death metal misanthropy and noted for his blasphemous “deliriums”, Fernow once again delivered an hourish thematic barbarity swollen by hysterical screams, spasmodic shocks and white bursts of electromagnetic parasites. The element of nostalgia stroke, while Dominick cared enough to perform tracks from last decade albums, such as Cocaine Death. Respectively, the Vatican Shadow set mind transported us either to frozen undergound dungeons or modern western battlefields, always with dark ambient and drone soundscapes.

The line-up timetable was kept strictly with an ever increasing attendance, even until the early morning hours. Along with Dominick Fernow performed his collaborator from New York, Becka Diamond (Hospital Productions), Georgios Karamanolakis (ODOS 55) with an extremely post-apocalyptic and carpenter-esque set, the immersive ANFS (Vanila, Modal Analysis) as well as the resident DJs of Pi Electronics, 3.14 and DΛS. Overall, the night consisted of a glorifying celebration of a noise hysteria and intermediate techno industrial rituals, rendering the audience ecstatic and physically exhausted.


Pantelis Daskalakis

Psych-rock jams, spells and avant-punk feminism: Lydia Lunch’s Big Sexy Noise/Οmega Ray live in Athens (10.11.2018)

 

0

Έχει έρθει επιτέλους το σαββατόβραδο που ανυπομονούσα με στωικότητα για να πρωτοακούσω από κοντά και κυρίως να φωτογραφίσω την αυθεντική avant-garde μάγισσα της τελευταίας, ίσως, ανατρεπτικής γενιάς των κοινωνικών αποβλήτων, την κυνική και επιβλητική φωνή των αθεράπευτα τρελών και απροσάρμοστων στη Νέα Υόρκη των ’80s. Δέος, μελαγχολική έκσταση και εφηβικά χτυποκάρδια, θα μπορούσε κανείς να γράψει για να συμπυκνώσει, όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, την ολιστική εμπειρία. Ας το πιάσουμε από την αρχή, όμως, σιγά σιγά.

Ως συναυλιακός χώρος, το Gagarin 205 έχει φιλοξενήσει αρκετές από τις πιο ξεχωριστές προσωπικές στιγμές και πετυχημένα λάιβ που έχω ζήσει, οπότε ήταν αναμενόμενο να προσδοκούσα άλλη μια τέτοια στιγμή. Και η πρόβλεψή μου δεν ήταν λανθασμένη. Σε ένα σχετικά παγωμένο και λιγοστό κοινό, που σταδιακά αυξανόταν, εμφανίστηκε το πρώτο και μοναδικό support σχήμα, η αθηνέζικη psychedelic rock μπάντα Omega Ray. Να ξεκαθαρίσω ότι, αγαπώντας διαχρονικά τους Last Drive, είχα την προκατάληψη ότι το νέο σχήμα του Γιώργου Καρανικόλα θα κινηθεί στην ίδια μουσική garage/surf-rock πεπατημένη, παρ’ ολ’ αυτά διαψεύστηκα περίτρανα. Στη σχεδόν μονόωρη παρουσίαση του ομότιτλου ντεμπούτο τους (Ω-Ray) και με τον παραδειγματικό επαγγελματισμό των υπόλοιπων νεανικών μελών (Στέφανος Φλώτσιος, Άγγελος Κώττας, Κώστας Λουκόπουλος, Αριάννα Κ.), ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να ακούσω να διαπλέκεται ο μεστός ελληνικός στίχος με κατανυκτικά shoegaze φωνητικά και πειραματικά folk/acid-rock τζαμαρίσματα. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει στον κρυστάλλινο ήχο του ξυλοφώνου στο “Ξενιστής”, στις αργόσυρτες κιθάρες του νεοψυχεδελικού “Κυκλικός Χορός”, στα αισθησιακά blues του “Oξείδωση” και αναμφίβολα στην κορύφωση μιας μυσταγωγικής ατμόσφαιρας με το “Αίτνα”. Σε γενικές γραμμές, οι Omega Ray μπόρεσαν να χτίσουν μια κατάλληλη συναισθηματική φόρτιση, να σπάσουν τη φθινοπωρινή παγωμάρα του κοινού και να αφήσουν μια αξιοπρεπή παρακαταθήκη για τις μελλοντικές εμφανίσεις τους, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό.

 Το ενδιάμεσο διάλειμμα με το εκ νέου στήσιμο της σκηνής μάς βρήκε όλες και όλους να προετοιμαζόμαστε ψυχολογικά για ένα χυδαίο performance, ενώ η αναμονή ήταν βασανιστική, κάτι που σίγουρα θα απολάμβανε “σαδιστικά” το αντιδραστικό τρίο των Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White μαζί με τη Lydia Lunch) στα παρασκήνια. Καθώς όλα ήταν έτοιμα, πάνω στη σκηνή είχε ήδη τοποθετηθεί ένα μπουκάλι λευκό κρασί και ένα γυάλινο ψηλό ποτήρι, ένα ακόμη στοιχείο που προοικονομούσε και εξασφάλιζε την επερχόμενη απόλαυση. Δεν άργησε να βγει στη σκηνή η Lydia Lunch και με τον δικό της καυστικό και ενδυναμωτικό τροπο, μας ξόρκισε άλλοτε με τραχιά και άλλοτε με αισθησιακή φωνή, ράγισε κάθε ανδρικό εγωισμό με μια αντισυμβατική femme-fatale επιτέλεση και κυριολεκτικά έφτυσε στα μούτρα κάθε καταπιεστική κοινωνική νόρμα που καταστρατηγεί τις ηδονές μας. Η διαχυτική της παρουσία, η άλλοτε απαθής και άλλοτε παιχνιδιάρικη θεατρικότητα και οι προβοκατόρικοι μονόλογοί της κατάφεραν να ενορχηστρώσουν μαζί με την εντυπωσιακή κιθάρα του James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) και τα εκκωφαντικά τύμπανα του Ian White (Gallon Drunk) ένα “κανιβαλιστικό ρομάντζο”. Συνεπαρμένος από το μεθυστικό high της στιγμής, μπόρεσα να ξεχωρίσω το μαγευτικό “Ballin’ The Jack”, το καταγγελτικό ύφος του “Your Love Don’t Pay My Rent”, την περιρρέουσα σεξουαλικότητα του “Trust The Witch”, το αμαρτωλό “Collision Course”, την εφιαλτική διασκευή του μνημειώδους “Κill Your Sons” (Lou Reed) και, τέλος, το οργασμικό “Forever On The Run”. Ουφ, επικό ρίγος!

Σε τελική ανάλυση, όλα τα υπόλοιπα που δεν μπορούν να περιγραφούν, απαθανατίζονται με ευκρίνεια στις ακόλουθες φωτογραφίες.

This slideshow requires JavaScript.


At last it’s Saturday night for which I long awaited with tremendous stoicism, for the sole purpose of listening to, for my first live, and mainly photographing the authentic avant-garde witch of the presumably last, subversive generation of social waste, the grandiose and cynical voice of the untold mads and misfits in ’80s New York. Awe, melancholic ecstacy and adolescent heartbeats would anyone write to condense, as vivid as possible, this holistic experience. Νonetheless, let’s get it from the beginning rather slowly.

 As a concert venue, Gagarin 205 has hosted some of the most memorable personal moments and successful lives I’ve ever experienced, so I was expecting another one successful night. And I didn’t false predicted. In a relatively cold and scarce audience that gradually grew, the first and only support appeared, Omega Ray, a psychedelic rock band from Athens. To clarify, since I love eternally The Last Drive, I was biased that George Karanikolas’ new band would oscillate between the same old garage and surf-rock soundscapes, but I was totally refuted. In an almost one-hour presentation of their self-titled debut album (Ω-Ray) along with the exemplary professionalism of the other younger members (Stefanos Flotsios, Angelos Kottas, Kostas Loukopoulos, Arianna K.), the mixing of concise Greek lyrics with devout shoegaze vocals and experimental folk/ acid-rock jams was a pleasant surprise. Worth-mentioning moments involve the xylophone’s crystallic sounds in “Xenistis”, the lengthy chords of neopsychedelic “Kyklikos Horos”, the sensational blues of “Oxidosi” and , unequivocally, the climax of an atmospheric ritual with “Etna”. In a few words, Omega Ray succeeded in building up a proper emotional charge, breaking the ice among the audience and setting a decent example for their future live appearances, at least from my perspective.

This slideshow requires JavaScript.

The mid-break with the stage set-up got us all emotionally prepared for a vulgar performance, while the standing by was tantalizing, a momentum which the reactive trio of Big Sexy Noise (James Johnston, Ian White with Lydia Lunch) would surely enjoy in the backstage. As everything was set up, a big bottle of white wine and a typical wine glass were placed on stage, yet another fact which foreshadowed and ensured the upcoming enjoyment. Lydia Lunch wasn’t too late to come out and, in her own poignant and empowering way, haunted us sometimes with a harsh, sometimes with a sensual voice, broke down every male’s ego with an unconventional femme-fatale persona and literally spat in the face of any oppressive social norm which stifles our pleasures. Her effusive presence, her either apathetic either playful theatricality and the provocatorial monologues managed to orchestrate a “cannibal romance” alongside with the impressive guitar of James Johnston (Nick Cave and the Bad Seeds, Gallon Drunk) and the deafening drums of Ian White (Gallon Drunk). Deluged with the moment’s high, I was able to distinguish the enchanting “Ballin’ The Jack”, the denunciatory attitude of “Your Love Don’t Pay My Rent”, the raw sexuality of “Trust The Witch”, the sinful “Collision Course”, the eerie cover of monumental “Kill Your Sons” (Lou Reed) and, finally, the orgasmic “Forever On The Run”. Sigh, what an epic shiver!

In the long run, all the rest that cannot be described, were clearly immortalized in the following photos.

Pantelis Daskalakis

Ecstatic Peace: Mono/A Storm Of Light/Caldera live in Athens

Η συναυλία των Mono ήταν από μόνη της ένα ιδιαίτερα θελκτικό γεγονός – πόσο δε μάλλον καθώς συνοδεύονταν από δύο ακόμα μπάντες. Βρέθηκα στο Fuzz από νωρίς, μαζί με έναν ικανό αριθμό ατόμων που περίμεναν το πρώτο σχήμα της βραδιάς.

Οι Caldera έδειξαν εξαρχής τις διαθέσεις τους – όπως επίσης και την εξοικείωσή τους με τη live συνθήκη, γεγονός που πιστοποιούσε η άρτια σκηνική τους παρουσία. Ο ήχος ήταν απλά καταπληκτικός, βοηθώντας κάθε όργανο να αναπνεύσει, εν μέσω της ομιχλώδους, οργανικής ατμόσφαιρας που ανέδυε η εμφάνισή τους. Οι εναλλαγές των φωτισμών έδειχναν να αναπτύσσονται αρμονικά, ταιριάζοντας με τις δονήσεις των ήχων. Οι απότομες αναβάσεις τους μου έφεραν αναμνήσεις από τους Godspeed You Black Emperor!, ενώ ταυτόχρονα μου θύμισαν πολύ ανάλογες στιγμές των Isis, για παράδειγμα. Κοντολογίς, θα έλεγα πως επρόκειτο για τη σύμπραξη δύο προσανατολισμένων προς το metal μουσικών, με έναν καθαρά ευρισκόμενο στο post rock μονοπάτι συνοδοιπόρο. Συνολικά, θα έλεγα πως με κέρδισαν, φρονώ όμως πως κάτι έλειπε – και αυτό ίσως θα ήταν η παρουσία μιας ατμοσφαιρικής φωνής, η οποία ίσως ανέβαζε τις συνθέσεις σε ένα ανώτερο επίπεδο. Διυλίζοντας τις επιρροές τους, θαρρώ πως βρίσκονται σε ένα αξιόλογο μονοπάτι.

Μετά από σύντομη ανάπαυλα, το δεύτερο σχήμα παίρνει τη θέση του στη σκηνή. Ως τώρα, οφείλω να ομολογήσω, οι A Storm Of Light δεν με είχαν αγγίξει με τους ήχους τους. Κάτι αντίστοιχο ένιωσα και τώρα, βλέποντάς τους ζωντανά. Με αυτό δεν εννοώ πως πρόκειται για μια μπάντα δίχως αρετές. Απεναντίας, διέκρινα πολλά και διάφορα θετικά στοιχεία σε αυτούς. Ξεκινώντας από τα εύηχα και όμορφα εκφερόμενα φωνητικά και καταλήγοντας στη σχεδόν space rock διάσταση που φαίνεται να εξυφαίνουν οι συνθέσεις τους. Εκεί, ωστόσο, βρίσκεται το σημείο που θέλω να τονίσω σχετικά με αυτούς: σε στιγμές, είχα την αίσθηση πως παρακολουθώ ένα διαστημικής υφής σχήμα που, αντί να αφεθεί στην αυτοσχεδιαστική ομίχλη των σπασμών του, επιλέγει να “ροκάρει” ακατάπαυστα, καταλήγοντας να ηχεί σχεδόν σαν alternative rock μπάντα. Δεν βρίσκω απαραίτητα κάτι αρνητικό στο τελευταίο – απλώς θεωρώ πως τα τραγούδια τους θα κέρδιζαν πολλά, αν αφήνονταν στις πιο χαλαρές διαθέσεις και προθέσεις τους. Η συνεχής παράθεση sample που λειτουργούσαν σχεδόν εμβόλιμα ανάμεσα στα κομμάτια τους με κούρασε, καθώς προσέδιδε μεν κάποια στοιχεία βιομηχανικής αίσθησης, η ποσότητά τους όμως επιβάρυνε το αποτέλεσμα. Οι συνοδευτικές εικόνες ήταν απλά καταπληκτικές, εντείνοντας αυτήν την υφέρπουσα ψυχεδελική διάθεση. Για τους λόγους που προανέφερα, όμως, ένιωσα πως η μουσική τους δεν μου “μίλησε”. Τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα επιθυμούσα.

Σταδιακά, ολοένα και περισσότερος κόσμος προσέρχεται. Κάτι που πέραν πάσης αμφιβολίας στέκει ως απόδειξη του γεγονότος πως οι headliner αποτελούν τον κύριο πόλο έλξης απόψε. Και όχι άδικα, θα συμπλήρωνα ευχαρίστως. Πραγματικά, δεν έχει νόημα να αποτιμήσω την παρουσία των Mono ως ένα ακόμα τυπικό κονσέρτο κάποιας post-rock μπάντας. Όχι μόνο επειδή θεωρώ πως ο ήχος τους αγκαλιάζει άμεσα πολλές και διαφορετικές συνιστώσες που υπερβαίνουν τα στενά όρια αυτής της τεχνοτροπίας. Μα επίσης γιατί η εμφάνισή τους οφείλει να βιωθεί ως συνολική εμπειρία, υψηλής συναισθηματικής δύναμης μάλιστα. Οι σπαρακτικά έντονες στιγμές της νηνεμίας παραχωρούν τη θέση τους σε ευρυγώνια ξεσπάσματα. Μια σπάνια συνοχή καλύπτει ως πέπλο τη ροή των στιγμών τους, δίνοντας το έναυσμα για ποικίλες νοσταλγικές αναδράσεις, οι οποίες χρωματικά δίνουν το στίγμα αυτού του σχήματος : πυκνά υγρό, ηχεί σαν αβίαστη ενοποίηση αντιθετικών παραμέτρων. Υπό μία έννοια, χτίζουν κάτι τόσο μα τόσο αυστηρά προσωπικό, χρησιμοποιώντας κατά βάση παλαιά υλικά, δίνοντας μια ακόμα εναλλακτική πηγή στον κιθαριστικό ήχο. Η σπάνια εμφάνιση φωνής ήταν ένα από τα πιο έντονα σημεία αυτής της εμφάνισης, καθώς προέβαλλε ως έτερο στοιχείο σε ένα ρητά διαβαθμισμένο σύμπαν. Επιπρόσθετα, οι νεότερες συνθέσεις τους κινούνται σε εξίσου ικανοποιητικό επίπεδο με τις παλαιότερες. Και αυτή θαρρώ πως είναι η μόνη αναγκαία αναφορά σε σχέση με τα επιμέρους κομμάτια του υποβλητικού συνόλου που είναι μια συναυλία των Mono, στο σήμερα. Μάλιστα, παρότι άυπνος, δεν ένιωσα κανένα σημείο κούρασης, κανένα ίχνος τέλματος, καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ των Mono, το οποίο ολοκληρώθηκε ταιριαστά, σε μια βοή από ονειρώδεις θορύβους. Encore δεν χρειάστηκε. Κάθε τι περιττό θα χαλούσε την υπέροχη γεωμετρία αυτής της συναυλίας. Η ευδαιμονική ζεστασιά των Mono με κέρδισε, αναμφίβολα.

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Χαρά Ξάρχου για την παραχώρηση της φωτογραφίας της από τη συναυλία.


Mono’s announced concert was a deeply attractive event, naturally – moreover, since this time around they were accompanied by two bands, additionally. I was present at Fuzz, early enough, in order to catch all bands playing. A number of people had gathered there, as the time had come for the first group to appear on stage.

Caldera clearly exhibited their intentions, right from start – showcasing a sense of familiarity regarding the mood of a live setting. Something evident by the confidence of their stage presence. Sound was enormously spectacular, allowing enough breathing space for each instrument to sound clear, in through the misty, instrumental ambiance that their performance invoked. The lighting variations were developing harmonically, getting along fittingly with Caldera’s mood changes and sonic vibrations. Their abrupt ascensions brought back memories connected to Godspeed You Black Emperor!, while at the same time this band reminded of similar paths trodden by Isis, for example. To cut it short, I would say that at the core of their show, I became aware of a juxtaposition between two metal-oriented musicians, along with a clearly focused on post rock trails companion. Overall, I’d say that they left a good impression to me. I did notice that there was something missing, though – the inclusion of an atmospherically placed voice would help, perhaps. Continuing in the process of distilling their influences in a personal style, I assume that they are walking on a worthwhile path.

Following a brief break, the second band appears on stage. I need to confess that, up to now, A Storm Of Light’s sound had not really clicked for me. Watching them perform live, gave me a similar feeling as the previously mentioned one. By that I do not mean that this band is short of virtues – quite the contrary, to be exact! Many and different positive angles did I witness, throughout the duration of their set. Starting with the warmly sounding and nicely expressed vocals and getting to an almost space rock dimension that their compositions seem to imply. Yet, there lies the point which I wish to emphasize regarding their music: there were moments when I was under the impression that what I was watching was a band rooted on spatial texture who, instead of letting itself loose upon the improvisational fog of their sonic seizures, chooses to present a heavily rocking result. Which in the end makes them sound like an alternative rock group. I do not necessarily view this as a negative point – I just happen to think that their songs would gain so much more, if only they would let them unveil loosely, swiftly surrendering to their smooth intentions and projections. The frequent use of samples, actually functioned as a series of interruptions placed between each song, something that seemed tiring to me. And that despite the fact that one hand, using samples indeed added a layer of industrial dread to the overall picture. Their large quantity though, on the other, seemed to be adding extra weight to their sound excursions. The accompanying visuals projected were pretty superb, escalating this underlying sense of psychedelic temper. For reasons stated above though, I felt that I was not touched by this band’s sounds. At least not at a satisfactory level, for the most part.

Gradually, a greater number of people is gathered. Something that beyond all doubt proves that the headlining band is certainly the main attraction tonight. Rightfully so, I must happily add. Sincerely, attempting to describe Mono’s presence in the light of a typical concert of yet another post-rock formation, would be entirely meaningless. Not only on the grounds of personally insisting that their sonic universe embraces a number of different spirals that move away from the strictly narrow limits of said categorization. But also because the depth of their performance demands to be felt as an experience of total oneness, as a testament of highly emotional strength unveiled. Extremely intense moments of calmness give place to widely tense outbursts. A sense of coherence that is so rare, surrounds their floating sections, functioning as a veil, setting the tone for a variety of nostalgically induced reactions. In a chromatic sense, there lies the stigma of this band’s sonic arsenal: thickly wet, sounding like an effortless gesture of unification between opposite parameters. Therefore, one could claim that they manage to create something so intensely personal, using materials of old. Even unfolding another aspect to guitar-oriented sound vocabulary. The extra rare occasion of voice appearing along their instrumental haze, was one of the brightest highlights of this performance. As this added a welcome layer to an already strongly established firmament. Additionally, their most recent compositions stand at the same emotional height if compared to their earlier ones, for sure. And that I guess is the only needed reference regarding individual fragments that the evocative totality of a Mono’s concert today is consisted of. Another needed note has to be the fact that even though I had been in a sleepless state, I did not sense any sign of fatigue, nor any sign of stagnation was inspected, during the wholeness of Mono’s set. A set that came to an end in the most fitting of ways, in the midst of a noisy, seemingly static moan. No encore was needed. Anything more would spoil this symphony’s magnificent geometry.

Mono’s delightful warmth undoubtedly touched me, in a most pleasant way.

 

Giorgos Kanavos

Godspeed You! Black Emperor/KGD live in Athens

Δεν έχω πάει σε πολλές συναυλίες στη ζωή μου ως τώρα. Σε ακόμα λιγότερες, έχω δει μουσικούς που παρακολουθώ χρόνια και των οποίων οι συνθέσεις έχουν την ικανότητα να μου θυμίζουν με χαρακτηριστική λεπτομέρεια συναισθήματα και γεγονότα που δεν πρόκειται να επαναληφθούν.

Εδώ και μήνες περίμενα καρτερικά τη μέρα που θα σας έγραφα για την εμφάνιση των Godspeed You! Black Emperor στην Αθήνα. Από όταν ανακοινώθηκε η συναυλία ένιωσα τη χαρά που βιώνεις όταν μια απροσδόκητα ευτυχής συγκυρία σε βρίσκει από το πουθενά. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια, κράτησα τις εκτυπώσεις σε ένα χωριστό, δικό τους σημείο πάνω στο κομοδίνο μου και περίμενα.

Βρήκαμε θέσεις στον εξώστη, κοντά σε μια πολύχρωμη κονσόλα. Αρκετά μακριά από τη σκηνή ώστε να είμαστε αναπαυτικά, αρκετά κοντά ώστε να μη νιώθουμε τύψεις που απουσιάζαμε από την πρώτη γραμμή.

Μες το πρώτο μισάωρο της αναμονής ανιχνεύαμε τα πρόσωπα τριγύρω μας. Ντουζίνες ατόμων με τους οποίους ένιωθες έναν άτυπο δεσμό – συναντηθήκαμε όλοι εδώ, στον ίδιο τόπο και χρόνο για να αποκτήσουμε μια κοινή εμπειρία, να κοινωνήσουμε το ίδιο συναίσθημα. Τότε ήταν που ξεχύθηκε στον χώρο η πρώτη νότα του σετ του KHD (Kevin Dorial), ο οποίος προστατευμένος πίσω από τα synth του, μόλις μετά βίας ανασήκωσε το κεφάλι του μες στο επόμενο μισάωρο-σαραντάλεπτο για να μας αντικρίσει. Η νότα αυτή οδηγήθηκε σε μια υπνωτιστική λούπα, ικανή να μας κρατήσει σταθερά στις θέσεις μας, αλλά όχι αρκετή για να προκαλέσει πραγματικό ενδιαφέρον. Όσο διακριτικά ξεχύθηκε στον χώρο, άλλο τόσο διακριτικά έσβησε μονομιάς.

Η ατμόσφαιρα άλλαξε με την εμφάνιση της Sophie Trudeau στη σκηνή. Ξυπόλητη, πηγαινοφέρνοντας νωχελικά το δοξάρι του βιολιού της, σήμανε την έναρξη μιας απίστευτης μυσταγωγίας. Ήδη στις πρώτες νότες του “Hope Drone” κάθε ήχος του κοινού ερχόταν αντιμέτωπος με κοφτά «σσσς» – ένδειξη ότι είχαμε όλοι καταλάβει πως δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο παρά μόνο για αυτούς τους οκτώ (κι έπειτα εννέα με την εμφάνιση, στο σαξόφωνο, της Mette Rasmussen) ανθρώπους στη σκηνή. Χωρίς να έρχονται στην παραμικρή επαφή με εμάς, αγκάλιαζαν σχεδόν τα όργανά τους και πέρα από τις μικρές, αμήχανες κάπως παύσεις στις εναλλαγές των κομματιών, ουδέποτε μας έδωσαν την εντύπωση ότι μας αντιλαμβάνονται στον χώρο.

Εμείς, από την άλλη μεριά, ήμαστε εκστατικοί. Τα πόδια κινούνταν ρυθμικά στις εκρήξεις του “Mladic”, το οποίο διαδέχθηκε το πλέον πρόσφατο “Bosses Hang”, κλείνοντας έτσι έναν άτυπο κύκλο ρυθμικότητας με (προς έκπληξή μου) σχεδόν ανατολίτικα στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά, η συναυλία δεν απέκτησε τόσο συγκινησιακές διαστάσεις, ώσπου να αντιληφθούμε ότι προς το τέλος της θα είχαμε την ευκαιρία να ακροβατήσουμε στον χώρο του “East Hastings” ακούγοντας το “The Sad Mafioso…” και για encore το πολυλατρεμένο “Moya”.

Δεν έχω κατασταλάξει ακόμα αν ήταν η ηδονοβλεπτική διάσταση που απέκτησε η εμπειρία αυτή ήδη από την αρχή της με τα μέλη των GY!BE να έχουν υψώσει ανάμεσά μας έναν νοητό γυάλινο τοίχο από τον οποίο μπορούσε να περάσει μόνο η μουσική τους ή το γεγονός ότι όλες οι συνθέσεις είχαν τροποποιηθεί ειδικά για λάιβ εμφανίσεις όπως αυτή με τόση μαεστρία και όρεξη που δεν ήσουν βέβαιος αν θα προτιμούσες να βυθιστείς στη μελαγχολία ή να ξεσηκωθείς από την πρωτόγνωρη αυτή μορφή που λάμβανε κάθε ένα από τα οκτώ κομμάτια που μας προσέφεραν.

Κλείνω αυτό το κείμενο ξέροντας ότι έχω περιγράψει πολύ λίγα και πως όσοι από εσάς ήσαστε κοντά μου εκείνο το δίωρο έχετε μυριάδες ακόμα λέξεις να προσθέσετε. Κι όμως, καμία απολογία δεν έχει τη θέση της εδώ. Είναι αυτή η απουσία λεκτικής ακρίβειας που συνηγορεί στο ότι η εμπειρία μας ήταν υπερβατική και ως εκ τούτου μπορεί να αναπαραχθεί μόνο μέσα από τα κανάλια της μνήμης μας.

HOPE.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου