Julia Kent – Temporal (The Leaf Label)

«Αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω από τη Γη ποτέ δεν θα μπορέσεις να ισορροπήσεις πάνω της” λέει ο Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη και αυτή είναι μια φράση που μου εντυπώθηκε από την πρώτη στιγμή χρειάστηκαν όμως αρκετά χρόνια για να γίνει ξεκάθαρο το βαθύτερο νόημά της. Γιατί το θέμα της ισορροπίας δεν αφορά -προφανώς- τη στασιμότητα, ή το αμετάβλητο (αυτό άπτεται περισσότερο της επιστήμης), αφορά κυρίως τη δυναμική που αναπτύσσεται σε αυτήν τη διαρκή κίνηση και μέσα από αυτήν, εκεί που οι αναπτυσσόμενες δυνάμεις προκαλούν και οδηγούν σε μεταβολές. Μέσα από την κίνηση και το εύθραυστο της ύπαρξης, μέσα από την ακροβασία μεταξύ αντίρροπων πολλές φορές δυνάμεων, επιδιώκεται η ισορροπία. Κάτι που δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο, μιας και η ύπαρξη αντίθετων δυνάμεων προκαλεί την αλληλοεξουδετέρωση ή αλληλοεξόντωσή τους.

Στην περίπτωση του Temporal ωστόσο, έχουμε να κάνουμε με μια συνύπαρξη και ένα μπλέξιμο αυτών των αντιθέσεων. Σαν να συναντιούνται σε ένα σταυροδρόμι οι ήχοι, τα συναισθήματα εκείνα που δημιουργούν τους ήχους και εκείνα που απορρέουν από αυτούς, μαζί με την κίνηση, τη χορευτική- σωματική έκφραση των δύο προηγούμενων. Η Julia Kent μετά το Asperities στο οποίο διαπραγματευόταν την έννοια της δυσκολίας και της σύγκρουσης, διαπραγματεύεται στο Temporal το ζήτημα της ίδιας της ύπαρξης.

Συνεπής, μουσικά ευφυής και με ξεκάθαρη προσωπική σφραγίδα. Η δημιουργία της βασισμένη σε ένα τόσο κλασσικό μουσικό όργανο, αλλά δοσμένη μέσα από μια σύγχρονη ματιά. Η Καναδή δημιουργός δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες που είχε ήδη αποκομίσει από την εποχή των Rasputina και των Antony and the Johnsons. Μουσικά αεικίνητη συμμετείχε με τις δημιουργίες της σε ταινίες (στο “Dorval” του Trinidad το 2008, στο “This Must Be the Place” του Paolo Sorrentino το 2011), συνέθεσε μουσική για ντοκιμαντέρ, όπως το Καναδέζικο “The Boxing Girls of Kabul”, ή τα μικρού μήκους films “Birthplace” και “Oasis”. Παράλληλα, δημιούργησε μουσική για θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις στο παρελθόν και η τελευταία της δισκογραφική δουλειά το Temporal προοριζόταν για μουσική επένδυση σε χοροθέατρο.

Το τσέλο σταθερός πρωταγωνιστής και κυρίαρχος ήχος που αναδεικνύεται, παράλληλα με τις ηλεκτρονικές συνθετικές πινελιές στα επτά κομμάτια του άλμπουμ. Μια αρμονία, σχεδόν μετρονομική, μια ευστάθεια ανάμεσα σε στιγμές έντασης και στιγμές ηρεμίας, μια αίσθηση γλυκιάς και σχεδόν αόριστης μελαγχολίας. Το 12λεπτο “ Last Hour Story” ξεκινά το ταξίδι με το τέλος να υποδηλώνεται στον τίτλο, αν και αποτελεί το εναρκτήριο τραγούδι του δίσκου, σαν να θέλει να μας αποπροσανατολίσει από τις ταμπέλες και τα χρονικά διαστήματα που σηματοδοτούν στιγμές. Τα “Imbalance” και “Sheared” γεμάτα ένταση και πάθος, ενώ στο “ Through the Window” είναι σαν να παρακολουθείς τα γεγονότα της ζωής σου μέσα από το πρίσμα ενός παραθύρου, ενός τζαμιού που είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο αλλοιώνει την εικόνα που βλέπεις. Το κλείσιμο του δίσκου γίνεται με το “Crepuscolo”, εκείνο το λίγο φως που παραμένει μετά τη δύση του ήλιου και που σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής.

Όπως η μαριονέτα που με τις συντονισμένες κινήσεις της αφηγείται μια ιστορία, αλλά κατά βάθος επιθυμεί αυτό το σκοινί που την ορίζει να κοπεί είτε από τη φθορά είτε με μια απότομη κίνηση από εκείν@ που θα την απελευθερώσει.

“If you do not put one of your feet outside the Earth, you will never be able to balance on it,” says Elytis to Maria Nefeli, and this is a phrase that was imprinted in me from the first moment but it took several years to understand its deepest meaning. Because the issue of equilibrium does not -of course- concern the stagnation, or the unchanging (this is more about science), it concerns mainly the dynamic that develops in this lasting movement and through it, where the developing forces cause and lead to changes. Through the movement and the fragility of existence, through the acrobatics between opposing forces, the balance is sought. Something that is neither simple nor easy, since the existence of opposing forces causes them to be mutually neutralized or intertwined.

In case of Temporal, however, we are dealing with coexistence and a complication of these contrasts. As if there is a meeting at a crossroad between sounds and emotions that create the sounds and those that flow from them, along with the movement, the dancing-physical expression of the previous ones. Julia Kent after the Asperities, in which she negotiated the concept of difficulty and conflict, negotiates Temporal with the question of the existence.

She is consistent, musically intelligent and with a clear personal stamp. The creation of such a classic musical instrument, but given through a contemporary look. The Canadian creator did not rest on the laurels he had already gained since the time of Rasputina and Antony and the Johnsons. Musically restless, she took part in films (Trinidad’s “Dorval” in 2008, at Paolo Sorrentino’s “This Must Be The Place” in 2011), composed music for documentaries, such as The Canadian “The Boxing Girls of Kabul”, or short films “Birthplace” and “Oasis”, and created music for theatrical and dance performances in the past, and her latest album Temporal, intended to be for dance theater.

Cello, steady protagonist and dominant sound emerges, alongside the electronic synthesized touches in the seven tracks of the album. A harmony, almost metronomic, a stability between moments of tension and moments of calm, a sense of sweet and almost vague melancholy. “Last Hour Story” starts the journey with the end being denoted in the title, although it is the opening song of the album, as if it wants to disorient us from the signs and time intervals that mark moments. “Imbalance” and “Sheared” full of intensity and passion, while in “Through the Window” is like watching the events of your life through the prism of a window, a glass that either for the better or the worst alters the image you see. The album closes with “Crepuscolo”, that little light that remains after sunset and marks the end of an era.

Like the puppet that tells a story in its coordinated moves, but deeply wants the rope that sets her to be cut either by attrition or by a sharp move from the one that will release it.


Sylvia Ioannou

Ten New Songs Countdown, 58

Η φωτογραφία ανήκει στην Δάφνη Τσουμάνη την οποία ευχαριστούμε θερμά

 

Julia Kent – Imbalance

Η πάλη μεταξύ ισορροπίας και ανισορροπίας είναι διαρκής και τόσο εύθραυστη όσο και η ίδια η ύπαρξη. Η Julia Kent μελοποιεί τη σχέση αυτή που ξεκινά ήρεμα και μελωδικά, με την ένταση να αυξάνεται σταδιακά και το πάθος να κυριαρχεί. Μια μελωδία που σταματά εκρηκτικά και έντονα σαν να μην θέλει να ξεφτίσει, επιλέγοντας να ολοκληρωθεί στο απόγειο του πάθους που εκλύει.

 

Op3 – Páthema

Η κυριαρχία του πιάνου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που, ακόμα κι αν οι ρυθμικές εναλλαγές δεν είναι εκκωφαντικές, νιώθεις την ένταση που τις αγκαλιάζει. Ένα 6λεπτο μουσικό ταξίδι που σε κατευθύνει σ΄ εκείνο το σημείο που βρίσκεται κρυμμένη η πιο μύχια σκέψη σου η οποία, μέσα από μια εσωτερική διαπάλη, δεν έχει επιλογή, παρά να εκφραστεί.

 

 

Snowdrops – The Mangrove

Το να γράψεις μουσική για ταινία δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι αυτή οφείλει να ακούγεται μελοδραματική ή συνοδευτική. Το νεότευκτο σχήμα των Christine Ott και Mathieu Gabry ανέλαβε να ντύσει μουσικά την ταινία Manta Ray και το πρώτο δείγμα είναι μια αγκαλιά ημίφωτος με τους παλμούς των δύο συντελεστών να χτυπούν ως ένας, βυθίζοντας την ακροάτρια στη μουσική τους.

 

 

Rope Sect – Handsome Youth

Οι αναμνήσεις στιγμών που κρατάς καλά μέσα σου σαν κάτι προσωπικά πολύτιμο δημιουργούν ένα τόσο δυνατό συναίσθημα που αντανακλάται κι εκπέμπεται σε κάθε σου κύτταρο. Οι στιγμές αυτές είναι οι αποσκευές σου, το υλικό με το οποίο θα συνθέσεις το παρόν σου και θα χτίσεις το μέλλον σου, γνωρίζοντας στην πορεία τι θα κρατήσεις και τι θα αφήσεις να δώσει τη θέση του σε κάτι νέο προσδίδοντας έτσι, αναζωογονητική πνοή σε γερά θεμέλια.

 


YODOK III – This Earth We Walk Upon

Ένα ορχηστρικό ταξίδι πάνω στη γη από τους YODOK III, εξάλλου τα λόγια μπροστά στην τόση ομορφιά και αρμονία περιττεύουν. Η μίξη διαφορετικών ήχων που βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία μεταξύ τους σε κάνει απλά κλείνεις τα μάτια και να αφήνεσαι στην απόλαυση της μουσικής πνευματικότητας.

 

Saba Alizadeh – Dream

Ένα όνειρο στροβιλίζεται αιθέρια μεταξύ ανατολής και δύσης. Αεροβατούν τα βήματα σε ένα κενό πιο στέρεο κι από τα δύο άκρα του ορίζοντα. Μέχρι που όλα να διαλυθούν, εκεί ακριβώς που ξεκίνησαν, στο ξύπνημα του πρωινού με ένα άλμπουμ του Ιρανού αυτού θαυματουργού που μέσα Φλεβάρη κυκλοφορεί το νέο του δίσκο στην γερμανική Karlrecords.

 

Franck Vigroux – TT

Κλειστά μάτια κι ένας συναγερμός να χτυπά εντός, για να δείξει την κατεύθυνση που πρέπει να πάρεις σε περίπτωση άμεσου κινδύνου. Κάτι σε κρατά και κάτι σε σπρώχνει. Αλλά στο τέλος, είναι αδύνατο να μείνεις ακίνητος. Κάπως έτσι ηχεί το νέο άσμα του Franck που θα βρίσκεται στο επερχόμενο EP του στην DAC.

 

Silk Road Assasins – Bloom

Μια ήπια επίθεση μελωδίας συγκροτεί ένα σφριγηλό θέμα που είναι σαν να φτιάχτηκε για να παίζει για πάντα. Οι SRA τον άλλο μήνα κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους στην Planet Mu κι αν το όνομα του label σας λέει κάτι, το πρώτο διαθέσιμο δείγμα θα σας πει ακόμη περισσότερα!

 Oscar Mulero – Leence

Ρυθμός και ατμόσφαιρα, ζάλη και το να συνέρχεσαι από αυτήν, όλα αυτά σε μια στιγμή. Ο ακούραστος Oscar Mulero μας θυμίζει εδώ τις τρυφερές στιγμές του παρελθόντος του, ατενίζοντας το άγνωστο παρόν του.

  

Planetary Assault Systems – Engage Now

Μόνο τα βράδια ο ρυθμός δεν αργοπορεί στο να βρει το κατάλληλο πεδίο δράσης. Τα φώτα στο δρόμο σβηστά, οι ταχύτητες των οχημάτων αχανείς και τα μάτια κοφτά, ίσια μπροστά. Ακόμη ο Luke Slater αναζητεί το τέλος του δρόμου, εις μάτην!

 

Sylvia Ioannou & Μπάμπης Κολτράνης

Julia Kent & Jean D.L. – The Great Lake Swallows (Gizeh Records)

Είχα την τύχη να γνωρίσω τον ηχητικό κόσμο της Julia Kent αρκετά χρόνια πριν. Αρχικά μέσω της συνεργασίας της με την αγαπημένη παρέα των Current 93, γύρω από τον άξονα των οποίων κινούνταν πάντοτε μια πλειάδα απόλυτα ιδιαίτερων μουσικών/καλλιτεχνών. Ως τσελίστρια βέβαια έχει να επιδείξει πολλά περισσότερα στο παρελθόν, τόσο ως solo artist, όσο και ως μέλος κάποιων ευρύτερων σχηματισμών. Οι Rasputina είναι ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα της τελευταίας ρήσης. Η άποψή μου ήταν εξαρχής θετική ως προς τον τρόπο που μεταχειρίζεται τον ήχο και το τσέλο, συνεπώς θα μπορούσε κανείς να πει πως είμαι φιλικά προκατειλημμένος σε σχέση με αυτήν. Και συνακόλουθα με αυτό το album, που αποτελεί προφανώς την πιο πρόσφατη κυκλοφορία της.

Μαζί της εδώ ο Jean D.L., Βέλγος πειραματιστής της κιθάρας και των ήχων που απορρέουν εξ αυτής — και όχι μόνο. Είναι άμεσα αντιληπτό, λοιπόν, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια συνεργασία που στοχεύει στα απώτερα όρια της ηχητικής σύμπραξης. Όπου, πέρα από τα συμβατικά όργανα, θα συναντήσουμε και πληθώρα βόμβων, θορύβων, field recordings. Μεταξύ άλλων. Έχοντας ως βάση το ambient/drone ύφος, ξεφεύγοντας όμως κατά βάση από τους όποιους καταναγκαστικούς περιορισμούς που “επιβάλλει” ενίοτε αυτή η κατηγοριοποίηση. Η σύζευξη των δύο καλλιτεχνών απλώνεται σε 4 συνθέσεις/μέρη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια απόπειρα (α)συμφωνίας αυτή η δομή. Η οποία μάλιστα εκτυλίσσεται σε μια σχετικά σύντομη διάρκεια — κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα άνευ τέλους αραβουργήματα που συνδέονται συνήθως με αυτό το είδος. Ή με αυτά τα είδη, αν προτιμάτε.

Στο αμιγώς μουσικό κομμάτι, προσωπικά θα απέφευγα ίσως να ονοματίσω το στιλ που κυριαρχεί: θα έλεγα απλώς ότι σε πολλά σημεία μού φέρνει στον νου τις πιο ήρεμες, “αμπιεντοειδείς” στιγμές των ατμοσφαιρικών post-rock σχημάτων της Constellation. Ο έντονος λυρισμός που είναι παρών εδώ μου έφερε στο μυαλό τις συναισθηματικές εξάρσεις των πρώιμων A Silver Mount Zion. Ή ακόμα και μια πιο δομημένη —και λιγότερο κιθαριστική φυσικά— εκδοχή των Set Fire To Flames. Κατανοώ σαφώς πως στο σήμερα ο όρος post rock ηχεί σαν βρισιά, περίπου. Ή για κάποι@ς, έστω. Προσοχή, λοιπόν, στο σημείο που αναφέρω πιο πάνω: δεν πρόκειται για μια ηχογράφηση που ανήκει σε αυτό το είδος. Είναι κάποιες προσεγγίσεις εδώ που μου μιλούν με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν τα προαναφερθέντα σχήματα. Η κύρια κατεύθυνση όμως εδώ είναι η υποβολή και όχι το ξέσπασμα. Αρκεί να αφεθεί ο ακροατής στη μειλίχια μονοτονία αυτού του έργου. Ο συντονισμός του μαζί της ίσως να επιφέρει λυτρωτικά αποτελέσματα. Αποπειρώμενος μάλιστα να προσεγγίσω την υφή αυτής της ενότητας με μια κάπως χρωματική διάθεση, τολμώ να πως πως κυριαρχεί το υγρό στοιχείο. Η υδάτινη αυτή προδιάθεση είναι σαφέστατα ηθελημένη. Ο τίτλος είναι απολύτως ενδεικτικός αυτής της σύνδεσης/κατεύθυνσης.

Υποθέτω πως γίνεται μάλλον εύκολα κατανοητό το ότι είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσω ξεχωριστά για κομμάτια. Αντιμετωπίζω το σύνολο των εδώ στιγμών ως μια ωδή στο όλο. Μια ιδιαίτερα επιτυχημένη απόπειρα σε αυτό, μάλιστα. Η συνοπτική κατάβαση στον συναισθηματικό χρόνο αφήνει στο τέλος της μια πλούσια αίσθηση. Πρόκειται για τον πλούτο μιας ολοκληρωμένης εμπειρίας, η οποία λαμβάνει χώρα στα περίπου 26 λεπτά που (καθ)ορίζουν τη συνολική διάρκεια αυτής της συνεργασίας. Η θαυμαστή αυτή οικονομία επεκτείνεται και στον σχεδιασμό της, καθώς ο χωρισμός της σε 4 κομμάτια φαντάζει στα μάτια μου ως μια έξοχη αλχημική απεικόνιση. Ισορροπία, λοιπόν. Μαγευτική ισορροπία.


I was fortunate enough to get in touch with Julia Kent’s sonic universe, many years ago. Initially, through her connection to my beloved fellowship of Current 93, around of whom, a plethora of absolutely strange yet magnificent artists spin in orbit. As a cellist she has a lot more achievements to present, of course, both as a solo artist and as part of wider formations, as well. Rasputina would be an immensely valid example of the such formations. From the beginning, I held a positive opinion regarding the way she utilised sound and cello, so one could assume that I am positively inclined towards her work. And consequently, towards this album, which obviously makes a stand as being her latest offering, chronologically speaking.

Herein she is joined by Jean D.L., a Belgian artist who experiments mainly with guitars and their auditory manipulation -and much more. So, it is rather obvious that what we have here is a collaboration between two artists that is aiming at the outer limits of the sonic spectrum. Within this spectrum, one can come across a variety of other sources, besides conventional instruments, such as drones, noises and field recordings, among others. Ambient/drone vocabulary is sparsely providing the base here, while leaving enough room in order to expand beyond the coercive restrictions that sometimes this categorisation imposes. The union of these two artists spreads on 4 parts/directions. This type of structure can be easily seen as an attempt to create a symphonic piece, with each track acting as a part of a larger wholeness. Which, in fact, unfolds on a relatively short duration-something that comes off as a complete(and almost shocking, I might add) disagreement to the almost-never-ending opuses that are usually associated with this genre. Or these genres, if you prefer. That, I guess, is a far more accurate way to describe this state.

Moving to the music-related side of things, I would definitely avoid namedropping, concerning the direction that is prevalent here: I would only say that certain parts reminded me of the calmer, ambient-driven moments that the atmospheric post rock bands linked to Constellation Recordings used to captivate. Intense lyricism is at full motion here -something that brought to mind the sentimental explosions that A Silver Mount Zion unleashed, at their early stage. Or even a more structured -and less guitar dominated, naturally- version of Set Fire To Flames. I clearly understand that these days the term post-rock almost sounds as a disaster, to some. So please pay attention to the above point of reference: this is not a recording that belongs to the aforementioned genre. It’s just a fact that some of these approaches speak to me in a manner quite similar to the previously mentioned bands. What sets this apart though, is that the main aim here is to gradually submerge the listener in the music, instead of relying on outbursts. To achieve this, one should let go and slowly sink in the tranquil monotony of this work. A full coordination to it, might even bring forth some feelings of redemption. Or seduction, possibly. Attempting to come close to this unity’s structure in a somehow chromatic predisposition, I must admit that a sense of water is what I see as a dominating element coming off this collection of sounds. This aquatic sense is deliberately used. A simple look at the album title, will emphatically convince you of this connection.

I assume that by now, it is easily understood that it is impossible to speak of each track separately. As implied, I tend to view this gathering of moments as an ode to oneness. And a highly successful attempt to that, I should add. A concise descent to emotional time such as this, leaves a fully enriched sense, in the end. It’s about the wealth of a complete experience that unfolds for about 26 minutes, an amount of time that defines the full length of this collaboration. This marvelous sense of “economy” expands to the actual designing of this composition. Moreover, by splitting it in 4 pieces they manage to display an alchemical sense of harmony. Equilibrium, that is . Magical equilibrium.

 

 

Γιώργος Καναβός/George Kanavos