Weedpecker – III (stickman records)

Δεύτερο άμεσο και ευθύ χτύπημα από την Πολωνία μέσα στην πρώτη μόλις εβδομάδα του Γενάρη. Τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο album από τους Weedpecker με τίτλο III. Απλά πράγματα. Στο καινούριο αυτό υλικό θα ακούσεις την άλλη πλευρά του ταξιδιού, της απόλαυσης, της αναπόλησης, του φευγιού, της απροσχημάτιστης ακουστικής. Αρκετά μακριά από πολύπλοκες συνθέσεις και φασαριόζικες γραμμές, η τετραμελής μπάντα καταφέρνει μέσα από τη δεξιοτεχνία της, τις κλασικές φόρμες και τις –ίσως– πιο βαθυστόχαστες επιρροές που θα μπορούσε να έχει κάποιος να κάνει το παλιό καινούριο, να παντρέψει τον βαρύ ήχο με τις μελωδίες, να τοποθετήσει dreamy φωνητικά (ναι! Μου έφεραν προς στιγμήν εκείνα των The Charlatans) και χωρίς υπερβολές να τιμήσει την αρχοντιά και την επιβλητικότητα θρύλων όπως οι King Crimson και οι Pink Floyd.

Ιδιαίτερα, όταν ακούσεις το 9λεπτο “Embrace”, θα εκπλαγείς από τη σύνθεση αυτή. Θα μπορούσαν να είναι οι συνεχιστές μιας άγνωστης ψυχεδέλειας. Φωνητικά που καλύπτουν το πρώτο μέρος του κομματιού και από κει και κάτω παίρνουν τη σκυτάλη οι κιθάρες και το μπάσο και σε συνδυασμό με το εκπληκτικό drumming του Falon και περνούν σε άλλη διάσταση.

Ακούραστες μουσικές στιγμές σού υπόσχονται οι άνθρωποι. Οι Weedpecker σίγουρα θα τραβήξουν το ενδιαφέρον πολλών ακροατών. Δεν είναι ανάγκη να είσαι “stoner-άς” ή δηλωμένος κάτι κιόλας στην τελική. Αν θα μπορούσα να τους χαρακτηρίσω κάπως για να καταλάβει κάποι@ τι ακούει θα έλεγα… “πάτα το play και άκου όμορφες, καλοπαιγμένες και φρέσκες μουσικές χωρίς κολλήματα, συγκριτικές διαθέσεις και κόμπλεξ”. Υπάρχουν πέντε μακροσκελείς συνθέσεις που περνούν από το ένα ατμοσφαιρικό πεδίο στο άλλο. Στο “Liquid Sky”, για παράδειγμα, από τη μέση και κάτω έχουμε ένα ρεσιτάλ μπάσου με συνοδεία από τις κιθάρες και ξεκάθαρες γραμμές στα αυτιά σου για το τι ακούς. Απολαμβάνεις την κάθε νότα τόσο σε ποιότητα σύνθεσης όσο και παραγωγής. Οι πιο ψαγμέν@ και μυημέν@ σε ήχους, νότες και όργανα θα απολαύσουν πραγματικά ένα οδοιπορικό σε έναν ψυχεδελικό λαβύρινθο από όμορφες συνθέσεις και μελωδικό παίξιμο που κυμαίνεται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Πολύχρωμοι απαλοί ονειρεμένοι ήχοι με διάσπαρτα βαριά riff και πανέμορφα jam-αρίσματα. Αναφορές τούς θέλουν να βρίσκονται στους ίδιους κύκλους με τους Tame Impala και τους Morgan Delt. Εγώ θα προτιμήσω να μην τους συγκρίνω με κάτι και να αφεθώ σε αυτό και μόνο που προσφέρουν οι Weedpecker.

Αν οι Σουηδοί My Brother The Wind με οδήγησαν για πρώτη φορά –10 χρόνια πριν– στην απόλυτη ομορφιά του ψυχεδελικού rock ταξιδιού, αυτοί εδώ με πάνε ακόμα πάρα πέρα. Το album αυτό βρέθηκε ποσταρισμένο στη σελίδα μου στο facebook από αγαπημένο άνθρωπο (που ξέρει πολλά για τα μουσικά μου γούστα και έχουμε μοιραστεί ατέλειωτη μουσική για πολλά χρόνια) κάτω από το σχόλιο: “Στην Ανατολή του 2018 από την Ευλογημένη Γη της Πολωνίας”. Μόνο αυτό αρκεί πιστεύω για να κλείσω κάπου εδώ. Να αφεθώ στο rock ναρκωτικό που μου προσφέρουν οι Πολωνοί για να ταξιδέψω στην ευχάριστη και ευάερη ατμόσφαιρα που μου δωρίζουν, συνοδευόμενη από mellotron ηχητικά κύματα.

Το άλμπουμ κυκλοφορεί από την Stickman Records σε LP/CD αλλά θα επιμείνω στην αγορά βινυλίου για αυτό το υπέροχο ακουστικό κομμάτι. Το εξώφυλλο έχει επιμεληθεί ο Maciej Kamuda (όπως και τα 2 πρώτα τους) και, αν δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό, αναζήτησε το όνομά του και απόλαυσε τα έργα του.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Bersarin Quartett – III (denovali)

Μόλις κυκλοφόρησε από την Denovali Records το τρίτο άλμπουμ του Thomas Bucker, ο οποίος είναι γνωστός με το παρατσούκλι Bersarin Quatrett, με τίτλο ΙΙΙ. Ο Γερμανός μουσικός επιστρέφει μετά από τρία χρόνια σχεδόν σιωπής με δώδεκα νέα κομμάτια τα οποία τοποθετούν ηλεκτρονικά στοιχεία σε σύγχρονες κλασικές συνθέσεις, έχοντας μια πιο σκούρα φλέβα σε αντίθεση με τα δύο πρώτα του άλμπουμ.

Αν και όλα τα κομμάτια ρέουν αρμονικά και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κάποιο, εντοπίζουμε κάποια που κατά την διάρκεια του δίσκου σε μεταφέρουν λίγο πιο πέρα, με έναν αφηρημένο τρόπο, σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, τεράστιο και διαχρονικό. Η μελαγχολία και η νοσταλγία είναι αυτά με τα οποία παίζει με μεγάλη ευκολία ο Thomas Bucker , καταφέρνοντας να μην περάσει τη λεπτή γραμμή των ισορροπιών και μας ρίξει στη θλίψη.

Το εναρκτήριο κομμάτι “Verflossen Ist Das Gold Der Tage” μιλάει κατευθείαν μέσα σου, κυλάει στο δέρμα σου και δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Η ζεστή μελαγχολία του κομματιού αυτού καθορίζει τη διάθεση ολόκληρου του άλμπουμ, που σε τυλίγει σαν κουβέρτα και σου φέρνει γλυκόπικρες αναμνήσεις.

Άλλο ένα κομμάτι με σπαρακτική διάθεση είναι το “Jeber Gedanke Umsonst Gedacht”. Το δράμα και το αίσθημα μελαγχολίας αυτού του κομματιού είναι καταστροφικά αλλά και εδώ ο μουσικός  καταφέρνει να σε κρατήσει στα όρια και να σου μεταδώσει ακόμη και σε αυτά τα «βαριά» κομμάτια μια περίεργη ηρεμία.

Αυτή η σκοτεινή ηρεμία συνεχίζεται και στο κομμάτι που ακολουθεί “Welche Welt”, αλλά την ίδια στιγμή άρει την διάθεση σου σαν ηχώ που διασχίζει την άβυσσο. Εδώ είναι που κάπου μας τραβάνε πιο κοντά στο ηχείο τα φωνητικά της Clara Hill.

Όσο παίζει και το τελευταίο κομμάτι και πριν αφήσεις από την αγκαλιά σου το ηχείο συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι ένα από τα άλμπουμ που απαιτείται να το βιώσεις μόνος και ανενόχλητος, επιτρέποντας στο εαυτό σου χωρίς κανέναν δισταγμό να ταξιδέψει μέσα στα όμορφα ηχοτόπια του, τις θολές αναμνήσεις και τις βαθιές διαδρομές που εμπνέει.

 

Kat

Sardonis – III (Consouling Sounds)

 

Το μπάσο είναι υπερτιμημένο όργανο. Ο αφορισμός αυτός – που μολονότι δεν εκφέρεται συχνά, είναι σίγουρο ότι ανακύπτει ξανά και ξανά στις σκέψεις όσων μετέχουν ενεργά σε μουσικά συγκροτήματα, ειδικά αν είναι στη διαδικασία του να ψάχνουν για μόνιμο μπασίστα – θεμελιώνεται σε δύο προκείμενες: πρώτον, ότι αυτό που έχουν οι μη-μπασίστες κατά νου όταν σκέφτονται τη λειτουργία του μπάσου στα κομμάτια αντιστοιχεί περισσότερο σε πλατωνική ιδέα παρά σε μουσικό όργανο, και δεύτερον, ότι είναι δύσκολο να βρεις άνθρωπο να παίζει μπάσο που να ακούγεται σαν μπάσο (με την ουσιαστική, λειτουργική του έννοια) κι όχι σαν δεύτερη ή τρίτη κιθάρα.
Αν θέλουμε να θεωρητικολογήσουμε περαιτέρω, θα λέγαμε ότι αμφότερες οι προκείμενες ίσως υποκρύπτουν ένα βασικό μεταφυσικό αίτιο: ο μπασίστας, ακριβώς εξαιτίας του ρόλου του στο συγκρότημα, κινεί τις υποψίες των υπολοίπων μελών διότι μοιάζει να αρνείται – συνειδητά ή ασυνείδητα (ακόμη χειρότερα, δηλαδή) – τον στοιχειώδη ανθρώπινο εγωισμό, δηλαδή την ίδια τη φύση που προστάζει ότι ο δυνατότερος (ή, στην προκειμένη, αυτός που τσιτώνει περισσότερο τον ενισχυτή του) επιβιώνει ∙ ο μπασίστας επιλέγει να μην είναι στο προσκήνιο, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί καίριο και οργανικό παράγοντα της ομάδας ∙ συνεπώς, ο μπασίστας είναι αυτός που μπορεί να στη φέρει πιο αποφασιστικά κι επικίνδυνα από τους άλλους (ο ντράμερ, εξάλλου, και να μανουριάσει, μετά από λίγο θα ξεθυμάνει – έτσι είναι η φύση του). Εάν στα παραπάνω προστεθεί ότι λόγω του ότι η επιλογή του ρόλου του μπασίστα ενίοτε αποτελεί αναγκαίο κακό, δηλαδή αγγαρεία (όπως ο ρόλος του τερματοφύλακα στο προαυλιακό ποδόσφαιρο), εύλογα μπορεί κάποι@ να θεωρήσει ότι είναι καλύτερα να εξαλειφθεί η ανάγκη για μπάσο εν τη γενέσει ∙ προσπαθώντας, δηλαδή, να καλύψει το κενό του οργάνου με άλλους τρόπους – ή ακόμη και καθόλου. Μπορούμε κάλλιστα να το χαρακτηρίσουμε κι ως άποψη.(Όλα τα παραπάνω είναι καταφανώς συνταγμένα με σαρκαστικό πνεύμα, κι αντίστοιχη πρέπει να είναι και η ανάγνωση τους – αν και το κομμάτι περί άποψης διατηρεί μια κάποια ισχύ σαν συλλογισμός).
Οι Sardonis επέλεξαν τον σχηματισμό του ντουέτου απ’ την αρχή της σύστασης τους, υποκαθιστώντας την (υποκειμενική ή αντικειμενική) ανάγκη για μπάσο με δυνατότερες κιθάρες και πιο χαμηλά κουρδίσματα. Η τακτική αυτή, απ’ το 2008 έως σήμερα, επέφερε αρκετούς δισκογραφικούς καρπούς, στα πλαίσια ενός μουσικού ιδιώματος που θα το χαρακτηρίζαμε ως ηχητικά μοντέρνο doom/ sludge – η δεύτερη μουσική κατηγορία χαρακτηρίζεται, τα πρόσφατα χρόνια, από την περιφρόνηση του μπάσου στους μουσικούς της σχηματισμούς – με αρκετές αναφορές στο παραδοσιακό metal στις συνθέσεις του. Το ΙΙΙ, η τελευταία κυκλοφορία του ντουέτου, δεν απομακρύνεται αρκετά από τη συνθετική νοοτροπία των προηγουμένων τους κυκλοφοριών – τιτλοφορούμενων ως Sardonis (2010) και II (2012), αντίστοιχα – τα κουρδίσματα εξακολουθούν να είναι χαμηλά, αν και σ’ αυτή την περίσταση, η παραγωγή κάνει τον συνολικό ήχο ν’ ακούγεται πιο συμπιεσμένος απ’ ότι στις άλλες τους δουλειές, πράγμα που αφαιρεί απ’ τις συνθέσεις του III ένα σημαντικό ποσοστό ζωντάνιας. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι ότι αυτή τη φορά οι συνθέσεις έχουν περιοριστεί σε εναλλαγές λιγότερων, καίτοι πιο εμπλουτισμένων σε σχέση με παλιότερα, μουσικών θεμάτων ∙ το ΙΙΙ χαρακτηρίζεται, σε γενικές γραμμές, από μια ισορροπία στις συνθέσεις από άποψη εναλλαγών και ανάπτυξης, ενώ τα μελωδικά στοιχεία είναι πιο έντονα στα κομμάτια, με αποτέλεσμα τα ριφ να
αποτυπώνονται πιο εύκολα στη μνήμη του ακροατή.
Παρ’ όλα αυτά, η ισορροπία αυτή είναι και το μειονέκτημα της παρούσας δουλειάς: τα κομμάτια στο ΙΙΙ, παρ’ ότι ακούγονται ευχάριστα και δεν στερούνται καλών στιγμών, είναι υπερβολικά ισορροπημένα για τις διάρκειες τους ∙ αν κρατήσουμε κατά νου ότι πρόκειται για ορχηστρικές (χωρίς φωνητικά) συνθέσεις που περιστρέφονται γύρω από εναλλαγές βασικών θεμάτων, τότε θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τα κομμάτια όχι υπερβολικά ισορροπημένα, αλλά υπερβολικά στημένα, αναλογιζόμενοι όχι μόνο τον ορχηστρικό τους χαρακτήρα, αλλά και το γεγονός ότι αποσκοπούν στο να στέκονται σαν αυτούσιες κι αυτοτελείς ορχηστρικές συνθέσεις ∙ κι υπάρχουν σημεία που η ίδια η ακρόαση σε ωθεί να σκέφτεσαι ότι εδώ κι εκεί δεν θα ήταν άσχημο να υπήρχαν φωνητικά.
Εν κατακλείδι, το ΙΙΙ δεν είναι κακή δουλειά. Απλά, θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από μια «όχι κακή» δουλειά. Αν τα εμπλουτισμένα μουσικά θέματα σ’ αυτή την κυκλοφορία αποτελούν ένδειξη, τότε ο επόμενος δίσκος ίσως ξεδιπλώσει όλο το φάσμα των συνθετικών χαρισμάτων του ντουέτου των Sardonis. Για τώρα, ωστόσο, το ΙΙΙ αποτελεί μια αξιοπρεπή κυκλοφορία – πράγμα που, εξάλλου, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο όσο τείνουμε ενίοτε να υποθέτουμε.

 

 

ΑΤΜ