Elodie – Manos Milonakis – Orchard

Elodie – Vieux Silence (ideologic organ)

 Πολλές φορές ξεχνώ ότι ένας απλός τρόπος για να εισχωρήσεις αμέσως στο μουσικό σύμπαν ενός δίσκου είναι να κοιτάξεις προσεκτικά το εξώφυλλό του. Βέβαια, μια εικόνα μπορεί να μη λέει τίποτα όταν δεν θέλει να πει κάτι και να αφήσει την ίδια τη μουσική να μιλήσει από μόνη της. Συνήθως όμως τα εξώφυλλα απεικονίζουν την πύλη και τους κώδικές της για να την ξεκλειδώσεις περνώντας στα ενδότερά της. Προς την τελευταία κατηγορία γέρνει ο νέος δίσκος των Elodie καθώς στο εξώφυλλο στέκει ένα ακατάληπτο, σκούρο και τρυφερό σχέδιο. Αυτό παραπέμπει άμεσα στη μουσική που καλέστηκε να ντύσει.

 Η συγκεκριμένη δεν μπαίνει σε νόρμες ή κανόνες, ρέει γάργαρα χωρίς απώτερο σκοπό, παρά μόνο για να φέρει τις αισθήσεις μας στα νερά της. Υπάρχει μια χαλαρότητα σε όλη τη ροή του δίσκου, καταπραϋντική, χωρίς να κουράζει η ambient υφή της. Τα όρια μεταξύ των συνθέσεων ξεκουράζονται κι αυτά πάνω στις όχθες ενός αρχέγονου λυρισμού και στο τέλος όλα καταλήγουν σε μια παλιά σιωπή. Σαν αυτή που ακολουθεί μια ταινία που βυθίστηκες εντός της.

Manos Milonakis – Festen (moderna records)

 Για τον Μάνο Μυλωνάκη έχουμε γράψει από την εποχή που ήταν στους Your Hand In Mine, ακολουθώντας τον στην μετέπειτα προσωπική του πορεία, οπότε δεν χρειάζεται κάποιου είδους εισαγωγή. Αυτό ισχύει και για τη νέα του δουλειά, μιας και διακατέχεται από τα ίδια λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά του προηγούμενου έργου του. Υπάρχουν όμως δύο βασικά στοιχεία που δυσχεραίνουν ελαφρώς την επαφή με το Festen. Πρώτον, έχουμε να κάνουμε με μουσική που χρησιμοποιήθηκε για την ομότιτλη θεατρική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, οπότε μην έχοντας τη συνολική εικόνα του έργου (ήχος και εικόνα) μας μένει μια λειψή γεύση. Κάτι που συνέβη αντίστοιχα και στην περίπτωση του δεύτερου άλμπουμ των Sancho 003. Δεύτερον, αυτού του είδους η μουσική έχει κορεστεί πια, οπότε χρειάζεται να γράψεις κάτι πάρα πολύ αξιόλογο για να ξεχωρίσεις.

 Όχι βέβαια ότι το Festen δεν είναι αρκούντως καλογραμμένο ώστε να ασκήσει τη δική του γοητεία στα ευπαθή με τη neoclassical άτομα. Μάλιστα, συμβαίνει το υλικό να μπορεί να χαρακτηριστεί νυχτερινό, με την έννοια ότι υπερισχύει κάτι το μυστηριώδες, χωρίς όμως την αλλόφρονα πίεση του μεσημεριού. Έχουν προστεθεί μάλιστα αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία, τα οποία εμπλουτίζουν τον όλο ήχο. Ως εκ τούτου, χωρίς να διαθέτει συνθετικές κορυφώσεις ή κάποιου είδους ξεσπάσματα, το Festen είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση με αρχή, μέση και τέλος.

Orchard – Serendipity (Ici D’ailleurs)

 Ο Ουμπέρτο Έκο, θέλοντας να ξεμπερδέψει με τ@ς κακ@ς αναγνώστ@ς του Ονόματος του Ρόδου, έκανε να διαβάζονται δύσκολα οι πρώτες εκατό σελίδες του. Μάλλον η τεχνική αυτή είχε επιτυχία αν δούμε την ευρεία αποδοχή του βιβλίου, οπότε είναι λογικό και στη μουσική να είναι πάμπολλα τα αντίστοιχα παραδείγματα. Να, εδώ, το νέο σχήμα του Aidan Baker με τους Gaspar Claus, Franck Laurino και Maxime Tisserand προσφέρει τρία εικοσάλεπτα κομμάτια από την αρχή του ντεμπούτου τους, ώστε να μας βάλει σε ένα ψυχεδελικό κλίμα όπου τα είδη να περιπλέκονται, οι εντάσεις να μην ακολουθούν μια προδιαγεγραμμένη πορεία κι όμως όλα να φαίνονται στην εντέλεια τοποθετημένα.

 Ο κόσμος που γνωρίζει το έργο του Aidan, ή τουλάχιστον έχει μια μικρή ιδέα, δεν θα εκπλαγεί με την εγκεφαλικότητα των συνθέσεων εδώ. Από την άλλη, το φιλτράρισμα που έχει γίνει στις διάφορες επιρροές των μουσικών τους οδηγεί σε έναν ήχο, θα έλεγα πρωτότυπο, εφάμιλλο ενός πρωινού όπου σηκώνεσαι και σου φαίνονται όλα σαν να ξύπνησαν κι αυτά γύρω σου από βαθύ λήθαργο. Μεταξύ λοιπόν ενός υπόγειου σκοταδιού και μιας ηλιοκεντρικής ανάτασης, το Serendipity αναδεικνύεται ως ένα γήινο άκουσμα και σε στιγμές αρκούντως ανθοφόρο.

Μπάμπης Κολτράνης

The Necks – Unfold (Ideologic Organ)

necks.againstthesilence

Σε αρκετές περιπτώσεις, ένας παράγοντας που συνυπολογίζεται σε μια κριτική είναι αυτός της ιστορίας ενός συγκροτήματος ∙ η ιστορία δεν αφορά, ή τουλάχιστον δεν αφορά αποκλειστικά, την ηλικία ή τα χρόνια δραστηριότητας του συγκροτήματος, αλλά κυρίως την δισκογραφική του παραγωγή, το έργο που εκθέτει σε δημόσια ακρόαση και/ή θέα.

Οι Αυστραλοί The Necks βρίσκονται αισίως στο 30ο έτος της ζωής τους ως συγκρότημα, κι έχουν πίσω τους μεγάλη δισκογραφία – όχι τόσο εκτενή σε σχέση με άλλες μπάντες με την ίδια «ηλικία», αλλά αρκετή έτσι ώστε να μπορούμε κάλλιστα να θεωρήσουμε ότι είναι ένα καθιερωμένο, από δημιουργική σκοπιά, συγκρότημα. Η κριτική του πρόσφατου υλικού τους, που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Unfold, αναπόφευκτα θα λάβει υπόψη του ότι δεν πρόκειται για μια δουλειά που προσπαθεί να προσεταιριστεί σύγχρονες μουσικές τάσεις, αλλά για μια δουλειά που εντάσσεται στην συνολική δισκογραφία της μπάντας, μια δουλειά που έρχεται ως συνέχεια, κι ως συνέπεια, της τριακονταετούς δημιουργικής της ιστορίας.

Το Unfold είναι ο 15ος στουντιακός δίσκος των The Necks, ή ο 20ος τους δίσκος όσον αφορά την γενική τους δισκογραφία (μετρώντας τα live albums, ένα soundtrack, και μια συμμετοχή με κομμάτι σ’ ένα ακόμη soundtrack). Το πρόβλημα της κριτικής, έτσι, έγκειται στο γεγονός ότι οφείλει πρωτίστως να εξετάσει την κάθε δουλειά (στην προκειμένη περίπτωση το Unfold) μεμονωμένα, παραβλέποντας, σε πρώτο τουλάχιστον στάδιο, τον παράγοντα της ιστορικής συνέχειας της δημιουργικής διαδικασίας ∙ κι επίσης, να αποφανθεί, θετικά ή αρνητικά, επί της μεμονωμένης δουλειάς με τρόπο που να μην θέτει υπό συνολική αμφισβήτηση αυτή την ιστορική συνέχεια – ή το μέλλον της – και να μην καταφεύγει σε βολικές «νοσταλγίες», ειδικά εάν πρόκειται για συγκροτήματα με μεγάλη δισκογραφική παραγωγή.

Το Unfold αποτελείται από 4 κομμάτια που έχουν ως κοινό τους συνθετικό μοτίβο τον αυτοσχεδιασμό πάνω από ένα φαινομενικά στατικό οργανικό υπόβαθρο. Κυρίαρχο όργανα είναι το πιάνο και τα πλήκτρα, τα οποία αυτοσχεδιάζουν μελωδικά με φόντο τα μινιμαλιστικά τύμπανα και το ακόμη πιο μινιμαλιστικό μπάσο. Οι αλλαγές στον ήχο των πλήκτρων αντανακλούν την ατμόσφαιρα και τις διαθέσεις του κάθε κομματιού ∙ παραδείγματος χάριν, δύο από τα τέσσερα κομμάτια, τα rise και blue mountain, χρησιμοποιούν πιάνο, ενώ το δεύτερο κομμάτι, με τίτλο overhear, χρησιμοποιεί το Hammond, και ο ήχος ανακαλεί τα ‘60’s και τον ελεύθερο πειραματισμό της δεκαετίας εκείνης. Το τέταρτο και τελευταίο κομμάτι, το timepiece, χρησιμοποιεί ένα sample από ξυπνητήρι, που επανέρχεται σε τακτά διαστήματα κατά την ανάπτυξη της σύνθεσης.

Το αποτέλεσμα είναι άκρως ατμοσφαιρικό, έως και μυσταγωγικό, ή τελετουργικό: είναι σαν να αποτυπώνεται σε νότες η διαρκής κίνηση και αλλαγή σε ένα ακίνητο, ουσιαστικά αμετάβλητο τοπίο – ή ο αντίκτυπος της ανθρώπινης δραστηριότητας σ’ έναν προκαθορισμένο χρόνο, όπου όλα κινούνται την μία στιγμή και αποσυντίθενται την άλλη, χωρίς να ασκήσουν κάποια επίδραση, έως ότου όλα παύσουν ταυτόχρονα και αμετάκλητα (με το τέλος του κομματιού).

Απ’ αυτή την άποψη, το Unfold διέπεται από την μέχρι τώρα συνθετική φιλοσοφία των The Necks – άρα, μένει πιστό και εντάσσεται στην ευρύτερη ιστορία και συνέχεια του συγκροτήματος. Το πρόβλημα, όμως, είναι αλλού: όσο κι αν επαινέσεις τις αρετές του δίσκου, όσο κι αν κατανοήσεις τη λογική και την φιλοσοφία των συνθέσεων αλλά και της δουλειάς συνολικά, η μεγάλη διάρκεια των κομματιών λειτουργεί αρνητικά, και σε αποτρέπει απ’ το να τα βιώσεις, όπως τουλάχιστον είναι ο σκοπός τους. Το rise, το πρώτο κομμάτι του Unfold, έχει διάρκεια δεκαπέντε λεπτών – και είναι το μικρότερο κομμάτι του δίσκου. Η κούραση είναι αναπόφευκτη ∙ εάν τα κομμάτια είχαν τη μισή διάρκεια, ο δίσκος συνολικά θα απογειωνόταν. Ίσως τα κομμάτια να λειτουργούν καλύτερα σε ζωντανό περιβάλλον – έχω ακούσει ότι οι The Necks σύντομα θα επισκεφτούν την Ελλάδα, οπότε όσ@ τους δουν, θα μπορούν να κρίνουν για του λόγου το αληθές. Όσον αφορά το στουντιακό αντικείμενο, το Unfold είναι μια δουλειά που η φιλοσοφία και η συνέχεια της μάλλον λειτουργούν αρνητικά στο καθαρά πρακτικό σκέλος του εγχειρήματος, ή τουλάχιστον, λειτουργούν αρνητικά από ένα σημείο και μετά.

ΑΤΜ