Harvestman – Rope Sect

Harvestman – Music For Megaliths (neurot)

Φθορά στα ερείπια, η κονσέρβα δεν κόβει. Η μοναχικότητα της σκόνης επιβιώνει από το φάντασμα της μνήμης. Κάποτε υπόλειμμα μιας ιεροτελεστίας, η μουσική του Steve von Till (Neurosis) σαν Harvestman, εξερευνά τη δογματική φύση του ιερού. Οι αργοί ρυθμοί σε συνδυασμό με μια drone αισθητική, φαντάζει σαν μια αργή κίνηση σε κινούμενη άμμο. Δεν βουλιάζει ποτέ ως το τέλος. Αέναη κίνηση. Αυτοτιμωρία για την προσβολή των αρχαίων. Music For Megaliths ο τίτλος του τελευταίου του δίσκου. Ο συγκεκριμένος ηχογραφήθηκε μέσα στην πάροδο πολλών χρόνων, κατά τη διάρκεια των πρωινών ωρών. Διόλου τυχαίο και το αποτέλεσμα. Παρόλο που γραφόταν κατά την αυγή του ήλιου, οι αχτίδες σκοταδιού καραδοκούν. Όμορφη αντίθεση. Η συνεχόμενη παραμόρφωση της κιθάρας αναγκάζει τον θεατή να αφουγκραστεί τη μικρή ζωή του. Μικρή σχετικά με την απειρότητα του χρόνου και του χώρου. Να βρει μέσα από τις χίλιες αρνήσεις του την κινητήρια δύναμη για μια συνέχεια. Άκρως σκοτεινό, επιβλητικό και άρρωστο. Η ακόρεστη ενέργεια και εξερεύνηση της μουσικής από το Steve Von Till και την παρέα του είναι από μόνο του τουλάχιστον πηγή έμπνευσης.

Rope Sect – Personae Ingratae (caligari records)

Το ντεμπούτο των Rope Sect δεν αστειεύεται. Κάτι σε post-punk με goth πινελιές, σε κοιτάζει στα μάτια και περιμένει μια αντίδραση. Οι αυτοκτονικές επιρροές πάνε ενάντια στη κανονικότητα του ρυθμού. Έξι κομμάτια τυπωμένα μόνο σε κασέτα, βγάζουν και την cult αισθητική που έρχεται και κουμπώνει αναπαυτικά με το υπόλοιπο. Το κίτρινο υπόβαθρο του εξώφυλλου αποτυπώνει όμορφα και τη μουσική τους. Υποτονικό με ίκτερο, αγωνιώδες, επιβλητικό. Ο αυτό-ακρωτηριασμός της κοινωνικότητας αφήνει ένα σώμα χωρίς άκρα. Χωρίς τα εργαλεία της κίνησης. Ο γρήγορος ρυθμός και το ξεκούρδιστο background θυμίζει το σώμα που θέλει αλλά δεν μπορεί να κινηθεί. Το Personae Ingratae είναι το σαρδόνιο γέλιο των Rope Sect απέναντι στην κοινωνικότητα Είναι το άφαντο αστέρι στον ουρανό. Το αντί- που έχει γίνει νόρμα.

ichie

Turia – Dede Kondre (Altare Productions/name your price)

turia.againstthesilence

Το 2015 οι Ολλανδοί Turia κάνουν το ντεμπούτο τους στη black metal σκηνή με τον δίσκο Dor. Με τα περισσότερα κομμάτια να έχουν ηχογραφηθεί ζωντανά, φέρνουν πίσω μια νεκρή μνήμη. Η ομιχλώδες black ατμόσφαιρα κρύβει και ένα τέρας μέσα της. Το μόνο που ακούγεται είναι η στριγκλιά του κάπου στο βάθος. Ο ρυθμός επιβάλει μια αυτιστική επανάληψη κινήσεων, με την ρουτίνα να σπάει με κάποια πιο αργά drone σημεία.

Τον Ιανουάριο του 2017 κυκλοφορούν τον δεύτερο δίσκο τους (Dede Kondre). Η αλλιώς η “γη των νεκρών” στη γλώσσα Sranan Tongo. Η επιλογή τους αυτή, θεωρώ, ότι δίνει και αυτομάτως μια θεματική βάση στο δίσκο. Ένα σκελετό ντυμένο με τις φωνές των απεγνωσμένων σκλάβων των αποικιών. Ένα σκελετό που μόνο η ριτουαλιστική διάθεση στο τέλος του ομώνυμου κομματιού μπορεί να θέσει σε κίνηση. Από ωμό, ατμοσφαιρικό, σκοτεινό black, το κομμάτι παίρνει ένα gloomy ροκ ύφος, πατώντας ακριβώς πάνω στο μοτίβο της θεματικής του δίσκου.

Τα riff της εισαγωγής ακολουθούν ευλαβικά όλο τον δίσκο ακόμα και μετά τη μέση όπου ο δίσκος παίρνει πιο μελαγχολικές post-punk διαθέσεις. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, η μίξη απόκοσμων φωνητικών και τέτοιας ατμόσφαιρας, βγάζει μια παράξενη ομορφιά. Η συναισθηματική νόρμα επιβάλει και συγκεκριμένα συναισθήματα. Αλλά εδώ βγαίνει μια κόντρα. Και δεν φαίνεται μόνο σε εκείνο το σημείο. Τούτη η περίεργη διάθεση τους και οι ηχητικές υφές τους απλώνεται και σε πιο μυστήρια μουσικά φάσματα. Από κάτι ambient κοψίματα σε παράξενες ηλεκτρονικές “αυτιές”.

Τα κομμάτια “Waterzucht” και “De Toorn der Goden” καλύπτουν αυτή την ωμή δημιουργικότητα της μπάντας ξεκινώντας μια ανάποδη διαδρομή σε σχέση με το πρώτο μισό. Από το μελαγχολικό ροκ ύφος, στην ambient αισθητική και από εκεί στο blast beat. Η παγανιστική ιεροτελεστία επαναλαμβάνεται σαν το μοτίβο ενός ημίτονου. Από την ηρεμία στη κορύφωση και από τη κορύφωση στην ηρεμία. Η σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη αναδεικνύει μικρές εκλάμψεις ομορφιάς που γρήγορα, όμως καταστρέφονται. Η προωστική ατμόσφαιρα που βγάζουν από την αρχή, ακολουθώντας τα χνάρια του προηγούμενου δίσκου, μεταβάλλεται σε κάτι πιο πειραματικό. Και νομίζω ότι δικαιώνονται και με το παραπάνω. Η μουσική τους παίζει στα αυτιά μου μέρα – νύχτα με εναλλαγές στους δύο δίσκους, αφουγκραζόμενος την αυτοδιάθεση τους.

Ichie

CHVE – 10910 (consouling sounds)

CHVE.againstthesilence

 Το 2015 ο μπροστάρης των Amenra, Colin H. Van Eeckhout(CHVE), κυκλοφόρησε τη σόλο δουλειά του στη μορφή ενός “μονόπρακτου” δίσκου με όνομα Rasa. Οι στοιχειωτικές μελωδίες και η drone αισθητική δεν θυμίζει σε τίποτα την ένταση και την αγριότητα που βγάζει ως τραγουδιστής των Amenra. Την ατμόσφαιρα έρχεται και δένει το περίεργο (έγχορδο) όργανο hurdy-gurdy και στα κρουστά το bodhran. Το συγκεκριμένο κομμάτι υπέστη αλλαγές, εξελίχθηκε και τελικά ηχογραφήθηκε από έναν άνθρωπο, σε ένα παλιό τραμ κάπου στο Βέλγιο.

 Ο δίσκος 10910 κυκλοφόρησε στα τέλη της χρονιάς που διανύσαμε και βαδίζει στα ίδια μουσικά μονοπάτια. Μια μίνι εκδοχή του Rasa φιγουράρει πρώτο- πρώτο, βάζοντας σε, χωρίς πολλά λόγια και φανφάρες, στον εσωτερικό κόσμο του CHVE. Εκεί που ο μυστικισμός και η ψαλμωδία ανακατεύονται με τη μυστηριώδη μελωδία του hurdy-gurdy. Καθώς προχωράει το κομμάτι και βγαίνουν τα κρουστά στη φόρα καταλαβαίνουμε τη μεταμόρφωση που έχει υποστεί το κομμάτι μετά από μια σειρά ζωντανών εμφανίσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη παραγωγή και την μίξη του δίσκου έχουν ασχοληθεί ονόματα όπως ο Aaron Harris(ISIS, Palms, Zozobra) και ο Frederik Dejongh (Syndrome, The Cinematic Orchestra).

  Ο δίσκος ακολουθεί το τελετουργικό ύφος του προκάτοχου του καθ όλη τη διάρκεια και ως αποτέλεσμα παίρνουμε και μια ιδιαίτερη διασκευή στο “Le Petit Chevalier” της Nico. Η παγερή ατμόσφαιρα ζεσταίνεται από την ήρεμη φωνή του CHVE δίνοντας πάτημα για το τελευταίο κομμάτι του δίσκου με όνομα “Charon”. Τα πομπώδη κρουστά αναλαμβάνουν τον ρόλο του καθοδηγητή στο κομμάτι. Η μελωδία και η φωνή περιστρέφονται γύρω απ’ αυτά βγάζοντας μια τελετουργική εμπειρία.

 Νομίζω πως ο δίσκος είναι μια βαθιά συναισθηματική έκφραση του δημιουργού του και μια ωδή στο ταξίδι και την αμφισβήτηση του ανθρώπου για τη θρησκεία και το θείο. Η drone ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με τα φωνητικά που φέρνουν σε ψαλμωδίες θυμίζει τις ανήκουστες τελετουργικές προσευχές των πιστών . Το συμπέρασμα είναι σίγουρα υποκειμενικό για τον κάθε ακροατή αλλά η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο δίσκος δεν παύει να είναι μαγευτική και σκοτεινή. Όσοι άκουσαν το πρώτο και το αγάπησαν, σίγουρα αξίζει και το 10910 μια, δυο, εκατό ακροάσεις.

ichie

Neurosis – Fires Within Fires (neurot)

neurosisfires.againstthesilence

 Τι είναι αυτό που οδηγεί μια μπάντα να βγάζει δίσκους επί τριάντα χρόνια με ένα σταθερό ρυθμό; Και πόσο μάλλον αξιομνημόνευτους, με την ίδια ενέργεια και έμπνευση από τότε. Ίσως είναι η αγάπη και η αφοσίωση στη μουσική τους, ίσως και κάτι άλλο. Δεν ξέρω αν υπάρχει καθαρή απάντηση. Μόνο οι ίδιοι την ξέρουν. Ο λόγος για τους αγαπημένους Neurosis και τον τελευταίο τους δίσκο Fires within fires. Το συγκεκριμένο LP βγήκε και με αφορμή τα 30 χρόνια που ξεκίνησαν σαν μπάντα.

 Είναι αναμενόμενο λοιπόν να ακούς στοιχεία των προηγούμενων δίσκων στη τελευταία τους δουλειά. Από την αρχή του με το “Bending Light”, ξεκινά μια αφήγηση για έναν περιπλανώμενο τύπο, όπου σέρνει το κουφάρι της μελαγχολίας του ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω. Η αργόσυρτη κιθάρα και το παρανοϊκό synth ντύνει με ένα γκρίζο μουσικό πέπλο την ιστορία του και θυμίζει κάτι από το Through Silver in Blood. Και εκεί στη μέση του γίνεται το ξέσπασμα σε ένα sludge-doom κατασκεύασμα, με τα πνιχτά φωνητικά του Scott Kelly να αφηγούνται τη μοίρα του καταδικασμένου πρωταγωνιστή. Τα κομμάτια “A Shadow Of Memory” και “Fire Is The End Lesson” ολοκληρώνουν το πρώτο μισό του δίσκου. Κινούνται σε εξίσου αργόσυρτα πρότυπα και δείχνουν με μια σακούλα στα κεφάλια τους το Enemy Of The Sun. Όχι, γιατί είναι ρουφιάνοι αλλά γιατί είναι τα παρατημένα παιδιά του. Η μονολιθικότητα της κιθάρας είναι κεντρικό στοιχείο στα δίδυμα και η φωνή της λογικής μέσα στη καταδίκη είναι το ηλεκτρονικό στοιχείο του ημίτρελου Noah Landis. Παράδοξη εικόνα και άκουσμα αλλά η αντίθεση σε χρώματα της μουσικής ήταν ανέκαθεν στοιχείο των Neurosis.

 Η εισαγωγή του “Broken ground” είναι άλλο ένα παράδειγμα τούτης της τακτικής. Η ήρεμη εισαγωγή έρχεται σε αντίθεση με την αγριότητα του πρώτου μισού δίσκου. Θυμίζει και κάτι από τις προσωπικές δουλειές των Steve von Till και Scott Kelly. Αλλά η νηνεμία δεν κρατάει πολύ. Η μπάσα φωνή του Steve von Till χτίζει την ατμόσφαιρα για την καταιγίδα που θα ακολουθήσει. Φωνές, ξεσπάσματα, όγκος και απελπισία. Εδώ νομίζω είναι η σούμα των Neurosis συμπιεσμένη μέσα σε ένα κομμάτι. Η παραγοντοποίηση των συναισθημάτων συρρικνώνεται και αναπνέει μέσα από την ήρεμη/άγρια δυναμική που επικρατεί στο κομμάτι. Σαν ένα προσωρινό αντίο στο παλιό και ένα καλωσόρισμα στο καινούργιο. Και κάπου εκεί ξεκινά το τελευταίο κομμάτι του δίσκου ονόματι “Reach”. Η όμορφή εισαγωγή σηματοδοτεί μια αλλαγή και μια στροφή σε σχέση με τον υπόλοιπο δίσκο. Το ντουέτο φωνητικών σε συνδυασμό με την ηρεμία της κιθάρας και την επιτηδευμένη ένταση στα τύμπανα, δημιουργεί μια κατάσταση σχεδόν υπνωτική. Μια κατάσταση που δεν θα διαρκέσει πολύ. Καθώς τρία λεπτά πριν το τέλος, χτυπάει το ξυπνητήρι. Απότομο και επαναλαμβανόμενο. Ένα παρανοϊκό μείγμα με φωνές και κιθάρες να χτυπάνε από παντού και στο τέλος να ακούγεται η λέξη “Reach” από τα χείλη του Scott Kelly.

 Ακούγοντας τον δίσκο ξανά και ξανά, από διάφορα μέσα, κατέληξα ότι ο καλύτερος τρόπος για να αφουγκραστείς πλήρως το αποτέλεσμα είναι με ένα ζευγάρι καλά ακουστικά. Εκεί καταλαβαίνεις τις διακριτικές ηλεκτρονικές και την παραγωγή του Steve Albini. Λεπτομέρειες που κάνουν την διαφορά. Και στον συγκεκριμένο δίσκο, νομίζω, θέλει μια τέτοια προσοχή καθώς ακούς την ιστορία τους μέσα από 5 κομμάτια και κάθε ένα αποτελεί ένα ταξίδι στο παρελθόν, δείχνοντας ταυτόχρονα σε ένα καινούργιο, ανεξερεύνητο μονοπάτι. 

ichie

Kalpa – Dissociation (name your price)

  Η ζωή των Kalpa ως μπάντα, μετράει περίπου τρία χρόνια. Μέσα σε αυτή τη περίοδο πέρα από τα tour και τις μεμονωμένες συναυλίες, κατάφεραν να παρουσιάσουν και δυο δουλειές. Διαφορετικές μεταξύ τους αλλά με την ίδια υπογραφή. Ο λόγος για το καινούργιο δίσκο ονόματι Dissociation.
Με την έντονη εισαγωγή του πρώτου κομματιού με τίτλο “Plunger” διακρίνουμε δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η παρουσία φωνητικών, η οποία δίνει μια ένταση και μια μαυρίλα στο δίσκο. Το ανεβασμένο τέμπο του κομματιού σε συνδυασμό με τα φωνητικά θυμίζουν τις σκοτεινές ημέρες της προηγούμενης ζωής. Ίσως η σπειροειδής κατάδυση στην αποκόλληση του εαυτού από το κοινωνικό περίγυρο να ήταν προδιαγραμμένη. Το μαθηματικό μοντέλο δεν είναι κάτι άλλο παρά η γέννηση. Είναι ντετερμινιστικό. Το δεύτερο που διακρίνουμε είναι η νόρμα του όγκου. Tο βαρύ στοιχείο έρχεται και κάθεται σε σχέση με τον προκάτοχο του από την αρχή. Τα απόκοσμα βαριά φωνητικά και οι γρήγορες εναλλαγές στο τέμπο δίνουν μια εισαγωγή για αυτό που θα ακολουθήσει.
  Χωρίς φανφάρες το “Subduction pt.1” αναλαμβάνει το ρόλο της μέσης της ιστορίας. Η έντονη γεύση από το προηγούμενο συνεχίζει αλλά η βάση έχει αλλάξει. Ο εαυτός έσπασε στα δύο και τα δυο κομμάτια μοιράστηκαν με βάση το μοντέλο που προαναφέρθηκε. Το πρώτο κράτησε την βίαιη κληρονομία της εισαγωγής και το δεύτερο εισέπραξε το μελωδικό τελείωμα του προηγούμενου. Η διακριτική συμφωνία που πραγματεύτηκε αντικατοπτρίζεται στον καθρέφτη. Ο όγκος του ήχου μετατρέπεται σε μελαγχολικό συναίσθημα στο “Subduction pt.2”, αλλά τα φωνητικά δεν αφήνουν το χέρι της μνήμης.
  Και εκεί ίσως προκύπτει και ένα τρίτο (αόρατο) πρόσωπο στην εξίσωση. Αυτό που κουβαλάει τα βάρη των προηγούμενων και όπου σταδιακά αρχίζει και κατανοεί την ύπαρξη του. Ο πληθωρικός ρόλος των οργάνων θυμίζει κάτι σαν μπαρόκ στο post-κάτι είδος. Και δεν είναι μουσικός μανιερισμός. Ίσως είναι ένας διακριτικός φόρος τιμής στις μπάντες του είδους. Τα βαριά riff και η λυρική ατμόσφαιρα αναλαμβάνουν τον ρόλο του πρωταγωνιστή αλλά στο τέλος φαίνεται η αναγεννησιακή επιρροή του τρίτου προσώπου. Με την αυθαιρεσία που μας επιτρέπει τη σχετική υποκειμενικότητα του ακροατή απέναντι στο δημιουργό.
  Το τέλος του δίσκου δείχνει τα αγχωτικά δόντια από την αρχή, με την Gaza-μανούρα να δίνει πάσα σε πιο sludge ήχο και πομπώδη μελωδίες. Ο στροβιλισμός δεν έχει σταματήσει και η μικρή διάρκεια του δίσκου δείχνει προς μια κατεύθυνση. Αυτό του απείρου και της επαναληψιμότητας. Άπειρο για τον αέναη κατάδυση του πρωταγωνιστή και επανάληψη για τα αυτιά μας. Η παραγωγή και η δημιουργικότητα της μπάντας για άλλη μια φορά είναι άψογη και σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική αισθητική του δίσκου ακουμπάει την νοσταλγική χορδή της χρυσής post εποχής και ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στο θεατή για αυτό που θα ακολουθήσει.
ichie

Cataya – Sukzession (Moment of Collapse Records)

Ένα από τα χαρακτηριστικά της μοντέρνας κοινωνικότητας είναι το αίσθημα της μελαγχολίας. Σιωπηλή, όχι σαν έκπληξη αλλά μάλλον σαν μια τελετουργική διαδικασία. Ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα το ζήσεις, το περιμένεις αλλά δεν γνωρίζεις την ακριβή χρονική στιγμή. Και η στιγμή παραμένει και μεταμορφώνεται σε κομμάτι του εαυτού σου.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον δίσκο των Cataya, Sukzession. Η μελαγχολία διακρίνεται από την αρχή. Όμορφη και διαβρωτική μέχρι το τέλος. Μια νοσταλγική νότα που θυμίζει μπάντες τύπου Daturah, Red Sparowes και Amenra. Αλλά κάπου έχουν βάλει την δικιά τους πινελιά. Κάπου μέσα στη μελαγχολία του, το υποκείμενο αναζητά μια ψεύτικη κάθαρση. Η τελετουργία της προσμονής της μελαγχολίας έρχεται κόντρα με τον χαοτικό προγραμματισμό της. Η έγχρωμη στατική υπόβαθρή μελωδία διακρίνεται σε κάθε κομμάτι και λειτουργεί προσθετικά με την διαφορετικότητα των υπόλοιπων κομματιών. Ο διαχωρισμός  επιβάλλεται για τυπικούς λόγους αλλά ακούγοντας τον δίσκο, θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο κομμάτι 45 λεπτών. Η κολλητική ταινία είναι η μελωδία που προαναφέρθηκε και το οινόπνευμα είναι η black αισθητική που δίνει η μπάντα από ένα σημείο και μετά. Σαν μια επάλειψη σε μια πληγή που τελικά δεν θα επουλώσει ποτέ. Θα αφήσει την ουλή και η ουλή θα παραμείνει στο δέρμα. Να θυμίζει το ο,τι παλιό.

Τα ξεσπάσματα ορίζουν την διαφορετικότητα της στιγμής αλλά εντέλει το black είναι ενδημικό, είναι γενεαλογικό. Η μελαγχολία αποκαλύπτεται μέσα από τη διαδικασία της αυξανόμενης έντασης και δεν είναι τίποτα άλλο από το άλλο μισό του παράξενου ουρανού της. Η εσωτερίκευση του συναισθήματος μπορεί να βγει σαν υπαρξιακό βίωμα αλλά η αντίθετη περίπτωση, ενδέχεται να βγάλει έναν εχθρό του υποκειμένου. Και εκεί ακριβώς έρχεται το μαύρο στοιχείο του δίσκου. Η μελαγχολία των παλιών έρχεται και παντρεύεται παράδοξα και απρόσμενα με ένα διαφορετικό στοιχείο.

Ο φόρος τιμής βγαίνει μέσα από την συναισθηματική ένταση της πρώτης και δεύτερης κιθάρας και η πραγματική αγάπη φαίνεται στο δέσιμο με τα τύμπανα και το διακριτικό μπάσο. Η μεθοδευμένη τελετουργία των οργάνων έρχεται και συγκλίνει και με αυτή της μελαγχολίας. Και νομίζω ότι η επιτηδευμένη κίνηση έβγαλε σωστά το συναίσθημα. Από μια post-rock tribute μπάντα μετατράπηκαν σε μια πανέμορφη γοητεία. Και στον τερματικό σταθμό η γοητεία ανακατεύεται με τους ήχους μιας ξεχασμένης μπάντας (Lvmen). Η δομή του δίσκου επιβάλλεται στο τέλος σαν το αναπόφευκτο συναίσθημα της μελαγχολίας.

 

 

 

Ichie

 

Sunken Seas – Glass (name your price)

Φλύαρα μητροπολιτικά τοπία, διαφορετικές φιγούρες αποτυπωμένες στους ήχους του δίσκου. Μια βόλτα στη πόλη με το Glass των Sunken Seas να παίζει στα αυτιά βγάζει γκρίζο με μοβ. Προδιαθέτει post-punk αισθητική και καλά κάνει. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Το ανεκπλήρωτο κενό είναι φρέσκο και αναζητά το συμπλήρωμα. Η συνέχεια από τον δίσκο Cataclysm κοιτάει το μεταμοντέρνο του εαυτό στο καθρέφτη.

Το δυνατό ξεκίνημα των “Mirage” & ”Clear’ δίνει βήμα στα “Poppy” και “Alt Figure”. Από τα δυνατά στα χαμηλά και από τα λίγα στα πολλά. Η noise-rock εισαγωγές καυγαδίζουν με την συνέχεια. Το shoegaze/krautrock δίνει πρόσωπο στις σιλουέτες της πόλης. Το γκρίζο βρίσκει χρώμα μέσα από τη μελωδία του “Alt Figure” και βήχει στις περσίδες των έγκλειστων αστών. Μια “εικονικά” διαφορετική φιγούρα της πόλης αλλά με την γκρίζα πινελιά στη πλάτη.  Η νύχτα μεγαλώνει κι άλλο. Κάθε πρόσωπο που συναντάς και μια νότα στο κομμάτι.

Ο θόρυβος εκμεταλλεύεται τη συγκυρία. Αυτή που (σε) εθίζει στη πόλη. Η μαυρίλα από το “Alt Figure” σκεπάζει το “Scarlet” με λινά σεντόνια. Shoegaze στενές επαφές. Ο δίσκος αλλάζει στη μέση. Όπως αλλάζουμε πλευρά. Στο “Crane Of Foil” η πτώση γίνεται αντίστροφα. Έχεις φτάσει στη βαβούρα της πλατείας. Ατμοσφαιρικός θόρυβος και ποστ πανκ αισθητική συνθέτουν τη στάση για τσιγάρο. Οι επιρροές από παλιότερα σχήματα είναι ξεκάθαρες και γνώριμες. Κάτι σαν φόρος τιμής στους παλιούς. Μια θυσία ηχητικής ρουτίνας.

Και εκεί έρχεται το βαρύγδουπο “Metasoma” να σε σηκώσει από τη στιγμή και να σου δώσει το βήμα για το “No Way Through The Fog”. Η μουσκεμένη μελωδία της κιθάρας γνέφει καταφατικά στην ομίχλη της μητρόπολης. Τα πρόσωπα έχουν θολώσει πάλι. Όλα εκτός από ένα. Αυτό που αγαπάς αλλά δεν το λες. Η μόνη καθαρή φιγούρα μες στο χλωμό τοπίο. Πρωταγωνιστής στο κομμάτι τα φωνητικά. Η συγχορδία κρατάει με μικρές εναλλαγές και κάπου στο μελαγχολικό κόψιμο αλλάζει η δεύτερη κιθάρα. Δεύτερη συγχορδία και δεύτερη συνάντηση. Οι χίλιες αρνήσεις σου μηδενίζουν στιγμιαία.
Η ομιχλώδης post-punk ουσία του δίσκου είναι αυτό που το κρατάει ζωντανό. Οι krautrock/shoegaze/noise ακουστικές είναι αυτό που του δίνουν ζωή. Ένας πολύ όμορφος δίσκος με μουσικές ανησυχίες και φοβερή αφήγηση. Η πρωτοτυπία δεν παίζει κανένα ρόλο στο συγκεκριμένο δίσκο. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν συναίσθημα και συναίσθηση.

 

 

 

Ichie