Amenra – Mass VI (neurot recordings)

Πολλές φορές η διατύπωση ενός ήχου, μιας μουσικής ή ενός δίσκου στο χαρτί είναι δύσκολη υπόθεση. Ειδικά αν την ώρα της συγγραφής, και ακούγοντας τον δίσκο, περνάνε χίλιες σκέψεις από το κεφάλι. Είναι δύσκολο το φρενάρισμα σε βρεγμένο δρόμο. Και ακόμη πιο δύσκολη η διαδικασία της τοποθέτησης σε μια εύλογη σειρά. Παρόλο που η μουσική των Amenra έχει φαινομενικά αρχή, μέση και τέλος, το βαθύτερο συναίσθημα που βγάζει είναι ένας μικρός στρόβιλος από χίλιες αρνήσεις. Και προστίθεται άλλη μια στη λίστα. Αυτή από το τελευταίο τους άλμπουμ με τίτλο Mass VI.

Ο δρόμος που έχουν χαράξει δεν παρεκκλίνει πολύ από την αρχή του. Εντάσεις και ξεσπάσματα, ηρεμία και σκοτάδι. Νομίζω πως αυτό που αλλάζει στους δίσκους τους είναι η σκοπιά του ακροατή κάθε φορά. Ανά κυκλοφορία δίσκου και με την πάροδο του χρόνου και τις χιλιάδες επιρροές που μπορεί να έχει ο κάθε ακροατής, επιστρέφει σε κάτι γνώριμο, αλλά κάθε φορά και λίγο διαφορετικό. Σε κάθε δίσκο, παλιό και καινούριο. Αυτό είναι και η μουσική. Έχει άπειρα στολίδια, και κάθε φορά μπορεί κανείς από την πλευρά του μουσικού να το ερμηνεύσει διαφορετικά και από την πλευρά του θεατή να το αφουγκραστεί διαφορετικά. Οπότε, μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι μπορεί να βγουν άπειροι συνδυασμοί από την αλληλεπίδραση μουσικού-ακροατή.

Με την εισαγωγή του “Children of the Eye”, ακούμε και το πολύ αγαπημένο γνωστό ύφος των Amenra. Αλλά κάτι έχει αλλάξει. Ο προσδιορισμός αυτού είναι δύσκολος, αλλά νομίζω ότι με τη συγκομιδή λεπτομερειών μπορεί να προσδιοριστεί, ως ένα τουλάχιστον σημείο. Μια από αυτές είναι η επιστροφή της μπάντας στη Neurot για την κυκλοφορία. Και αυτό φαίνεται από τα αμιγώς καθαρότερα φωνητικά του Colin H. van Eeckhout, αλλά ταυτόχρονα την εκκωφαντική βρομιά της κιθάρας στο υπόβαθρο. Με εξαίρεση ίσως την αρχή από το “Plus Pres De Toi”, όπου οι εντάσεις φωνητικών και οργάνων είναι στο ίδιο σημείο. Μια ακόμα λεπτομέρεια, που ίσως μόνο με μια αυτιστική επανάληψη ακροάσεων μπορεί να διακριθεί. Ίσως το μόνο που μένει σταθερό και η ραχοκοκαλιά της μπάντας είναι ο πόνος. Και όλα να χτίζονται γύρω από αυτόν. Σαν ένα βαθύ πηγάδι που στον λασπωμένο πάτο του κάθεται μια σκοτεινή φιγούρα. Από επιλογή. Ένα είδος αυτοτιμωρίας για τις αμαρτίες του ανθρώπου.

Στο κομμάτι “A Solitary Reign”, διακρίνεται η προσαρμοστικότητα στο σκοτάδι με αυτοσκοπό την παράνοια. Τα μελωδικά κοψίματα έρχονται και κουμπώνουν άψογα με τα δαιμονισμένα ξεσπάσματα. Με την ίδια ικανοποίηση που τοποθετείς το τελευταίο κομμάτι στο παζλ. Χωρίς κόπο και δισταγμό. Μια τελευταία λεπτομέρεια είναι νομίζω και η ενασχόληση των μελών της μπάντας με side project τους. CHVE, Syndrome, Wiegedood κλπ. Οι επιρροές αχνοφαίνονται κατά τη διάρκεια του δίσκου από τα ήρεμα κομμάτια όπως το “Spjit” και το “Edeikroone” μέχρι και το “Diaken”. Νομίζω, το τελευταίο κομμάτι σηματοδοτεί την αρχή του κορεσμού. Τα διπλά φωνητικά ηχούν σαν τη χιλιοστή φωνή ενάντια στη κανονικότητα. Ο όμορφος κύκνος κείτεται άψυχα σε ένα κομμάτι ξύλου.

Εν κατακλείδι, οι διαφορές του Mass VI είναι μικρές συγκριτικά με τους προηγούμενους δίσκους, χωρίς όμως αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Δεν σημαίνει ότι είναι απλώς άλλος ένας δίσκος Amenra, ίδιος με τους παλιούς. Αυτό που δείχνει, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι ότι η πορεία τους είναι σταθερή, σκοτεινή και οφείλουμε να δώσουμε μια σημασία στη λεπτομέρεια.

 

 

 

ichie

 

Fraternity Of Sound Festival Days 1-2

FOS Day 1

 Αναμένοντας το Fraternity of Sound festival από την ανακοίνωση του μέχρι και σήμερα το ρολόι άρχισε να μετρά αντίστροφα. Μαζί του έτρεχαν και σκόρπιες σκέψεις όπως πώς κατάφεραν και μάζεψαν έναν τέτοιο πλούτο ξεχωριστής μουσικής, με τόσες ιδιόμορφες μπάντες σε τόσες λίγες μέρες; Ποια είναι η χρυσή τομή σε τέτοιες περιπτώσεις; Τουτέστιν, πού θα πρώτο-πάω και πώς θα μείνω νηφάλιος αρκετά ώστε να έχω πλήρη επίγνωση της εμπειρίας; Γιατί δεν έχει γίνει κάτι ανάλογο τόσο καιρό; Υπάρχω άραγε; Μωρέ, μήπως να γίνω βοσκός; Και αλλά τέτοια πολλά!

 Και φτάνει η πολυπόθητη πρώτη μέρα του φεστιβάλ (αν εξαιρέσουμε το εναρκτήριο πάρτι). Έπειτα από μια αγχωτική εβδομάδα φτάνει η Παρασκευή. Και μετά από μια αγχωτική ήμερα φτάνει η ώρα 18:00. Ήταν σαν να χτύπησε το τελευταίο κουδούνι στο σχολείο και να έφυγα τρέχοντας. Μετά από δυο νόστιμες μπίρες κάπου στο κέντρο, κατηφόρισα προς το φεστιβάλ. Η αναμονή έχει φτάσει στο τέλος της.

 Αγαπημένος ήχος η πρώτη νότα από τους Maggot Heart και την εξαιρετική Linnea Olsson. Οι σκοτεινές διαθέσεις άλλαζαν συνεχώς θέση με τη noise rock αισθητικη, σαν έναν όμορφο αυτιστικό κυματισμό της θάλασσας. Ο κόσμος λίγος στην αρχή, με την Olsson να αστειεύεται για την αναλογία γυναικών αντρών, αλλά αυτό δεν έδειχνε να πτοεί την μπάντα. Πολύ καλό σετ, με τις heavy metal επιρροές από τους Oath, την προηγούμενη μπάντα της Olsson, να γυροφέρνει τον χώρο σαν φάντασμα.

 Ακολουθούν οι ντόπιοι Kooba Tercu. Προσωπικά, δεν τους είχα ακούσει και ήταν πολύ καλή έκπληξη. Με tribal διαθέσεις και γρήγορες εναλλαγές σε ένα είδους-αρχές-moby punk/rock (τι;;) η ατμόσφαιρα άρχισε να ζεσταίνει και τα πρώτα κουνήματα των κεφαλών άρχισαν να δίνουν τον ρυθμό. Ο πειραματισμός τους μόνο σε κακό δεν τους βγήκε. Από ψηλά στα χαμηλά και από τα λίγα στα πολλά. Η αγνότητα της παρθένας Αφρικής γνώρισε τη μητρόπολη. Και από τα σπλάχνα της βγήκε η μουσική και η διάθεση της μπάντας. Όμορφη και ηλεκτρισμένη, προκλητική και δυναμική!

 Και με αυτή τη διάθεση δίνουν τη σκυτάλη στους Circle. Με μια μικρή καθυστέρηση για soundcheck, οι πρώτες νότες ακούγονται. Και αμέσως καταλαβαίνεις την εκρηκτική διάθεσή τους. Οι περίεργοι τύποι με τα φωσφοριζέ κολάν κατάφεραν να μας στήσουν στον τοίχο με τη δαιμονισμένη συμπεριφορά τους. Άψογες εκτελέσεις, φοβερά δεμένη μπάντα και trippy καταστάσεις έφεραν τη βραδιά στα ίσια της και την έπιασαν απ’ τον λαιμό, λέγοντάς της, κοίτα να δεις, εμείς κάνουμε κουμάντο τώρα! Προσωπικά, ήταν η καλύτερη έκπληξη της ημέρας.

 Σειρά έχουν οι Nurse with wound. Μεγάλη εναλλαγή διάθεσης. Η κατάσταση πιο μαύρη και από την πιο σκοτεινή απόχρωση του μαύρου. Η ψυχολογία, από την ανεβαστική εμπειρία της προηγούμενης μπάντας, κατέβηκε στο πιο βαθύ σημείο της γης. Το μείγμα noise/industrial με πειραγμένα samples είναι ό,τι πρέπει για σιρόπι ενάντια στην ευτυχία. Δυο φορές τη μέρα, μετά το φαγητό, και η κατάθλιψη είναι εγγυημένη. Το γεγονός ότι μου έβγαλε τόσα μαύρα συναισθήματα στη λίγη ώρα που παίξανε μου ήταν κάτι πολύ πρωτόγνωρο και πρωτόγονο. Αφού τελείωσαν η γεύση που άφησαν ήταν πικρή, αλλά αναλογιζόμενος την εμπειρία μετέπειτα, μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν από τις πιο περίεργες και όμορφες που έχω ζήσει.

 Και τέλος, οι πολυ αναμενόμενοι Soft Moon! Από την πρώτη κιόλας νότα βγήκε η post-punk αισθητική και μου αφαίρεσε κάπως πρώιμα την εμπειρία την προηγούμενης μπάντας. Η ένταση και η χορευτική διάθεση δεν σταμάτησε ούτε λεπτό, με τον frontman της μπάντας να μην αφήνει το κοινό να πάρει ανάσα. Ακόρεστη ενέργεια, επιληπτικός φωτισμός και άψογος ήχος ήρθαν και έδεσαν τον γλυκό. Αν και η κούραση είχε έρθει και είχε καθίσει, νομίζω η ενέργεια της μπάντας ήταν ό,τι έπρεπε για να κρατήσει το κοινό λίγο ακόμα όρθιο.

 Εν τέλει, και χωρίς φανφάρες πια, η όλη εμπειρία τους φεστιβάλ ήταν από τις καλύτερες που έχω ζήσει και μακάρι στο μέλλον να ακολουθήσουν πολλές τέτοιες διοργανώσεις!

ichie

FOS Day 2: Θα μετράς τις μέρες σου σε μπασογραμμές

 Αν ξεκινήσουμε αμέσως αμέσως με την παραδοχή ότι το Fraternity of Sound Festival στήθηκε με σκοπό να συγκεράσει διάφορα μουσικά είδη φιλοξενώντας τόσο εγχώρια όσο και ξένα σχήματα σχετικά “αδικημένα” (αν το δίκαιο μετριέται με δόσεις αναγνωρισιμότητας), θα διαφωνήσω.

 Όταν ακούστηκαν ονόματα όπως Nurse With Wound και Ben Frost πολλοί σύντροφοι έκοψαν το πρωινό γάλα και τη βραδινή βότκα για να καταθέσουν τον οβολό τους για ένα τετραήμερο εξοντωτικής χαράς. Αλλά σε αυτό το κειμενάκι θα περιοριστούμε στις εντυπώσεις από τη δεύτερη μέρα της διοργάνωσης – μια μέρα άτυπα αφιερωμένη στις μπασογραμμές που μετουσιώνουν το νευρικό σύστημά σου σε κλωστές άφαντου puppeteer.

 Και εξηγούμαι αμέσως.

 Όταν ξεκινάς με την kraftwerkική (kudos σε συνοδοιπόρο της βραδιάς για το επίθετο) σκηνική παρουσία των Pharaoh Overload και είναι μόλις εφτά το απόγευμα, ήδη περνάς ένα πανέμορφο απόγευμα. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από την επαναληψιμότητα ενός ριφ που μοιάζει να φτιάχτηκε για να συντονίσει τον εγκέφαλό σου σε άλλη κοσμική συχνότητα ώστε να σε προετοιμάσει για την εμφάνιση των Omega Monolith, η οποία δεν ήταν (για ακόμη μια φορά) τίποτε λιγότερο από καθηλωτική.

 Oι Omega Monolith –από τα εγχώρια σχήματα που έχουν κατακτήσει τη δεξιότητα της σωστής κορύφωσης– με την παντελή έλλειψη φωνητικών και την ήπια σκηνική τους παρουσία δημιούργησαν ένα κλίμα μυσταγωγίας ικανό να διαταραχθεί μόνο από τη βίαιη “χορωδία” των Ghold που τους διαδέχθηκαν.

 Ένας μικρός τυφώνας στην όχθη που προσωπικά αρχίζω να διακρίνω ως sludge μας πήρε και μας σήκωσε χωρίς περιττό growling ή περιττά ακροβατικά στη σκηνή. Βαρύς, επιβλητικός ήχος, άπειρη ζωντάνια στα φωνητικά και το “Partaken Incarnate” να βουίζει ακόμα στα αυτιά μου, παρά την απίστευτη συνέχεια που έδωσαν στη βραδιά οι Unsane.

 Με τους Unsane το κοινό απέκτησε υφή μάζας και σείστηκε ρυθμικά η πλειονότητα των σήμερα, θαρρώ, καταρρακωμένων αυχένων. Επίσης, με τους Unsane διαπιστώσαμε πως, αν “αυτό που κάνεις” ταυτίζεται με αυτό που γουστάρεις, η δυναμικότητα που μεταδίδεις αποκτά χαρακτηριστικά ηλεκτρισμού. Και θα μπορούσες να χεις μείνει παντελώς ικανοποιήμέν@ αν δεν…

 …περίμενες τους Godflesh, για τους οποίους δεν θα πω πολλά, πέρα από το ότι αν υπήρχαν metal disco (ή αν υπάρχουν και δεν το ξέρω) είναι έγκλημα να μην είναι headliners πάντα και παντού.

Cheers to them all!

Victoria L.

Harvestman – Rope Sect

Harvestman – Music For Megaliths (neurot)

Φθορά στα ερείπια, η κονσέρβα δεν κόβει. Η μοναχικότητα της σκόνης επιβιώνει από το φάντασμα της μνήμης. Κάποτε υπόλειμμα μιας ιεροτελεστίας, η μουσική του Steve von Till (Neurosis) σαν Harvestman, εξερευνά τη δογματική φύση του ιερού. Οι αργοί ρυθμοί σε συνδυασμό με μια drone αισθητική, φαντάζει σαν μια αργή κίνηση σε κινούμενη άμμο. Δεν βουλιάζει ποτέ ως το τέλος. Αέναη κίνηση. Αυτοτιμωρία για την προσβολή των αρχαίων. Music For Megaliths ο τίτλος του τελευταίου του δίσκου. Ο συγκεκριμένος ηχογραφήθηκε μέσα στην πάροδο πολλών χρόνων, κατά τη διάρκεια των πρωινών ωρών. Διόλου τυχαίο και το αποτέλεσμα. Παρόλο που γραφόταν κατά την αυγή του ήλιου, οι αχτίδες σκοταδιού καραδοκούν. Όμορφη αντίθεση. Η συνεχόμενη παραμόρφωση της κιθάρας αναγκάζει τον θεατή να αφουγκραστεί τη μικρή ζωή του. Μικρή σχετικά με την απειρότητα του χρόνου και του χώρου. Να βρει μέσα από τις χίλιες αρνήσεις του την κινητήρια δύναμη για μια συνέχεια. Άκρως σκοτεινό, επιβλητικό και άρρωστο. Η ακόρεστη ενέργεια και εξερεύνηση της μουσικής από το Steve Von Till και την παρέα του είναι από μόνο του τουλάχιστον πηγή έμπνευσης.

Rope Sect – Personae Ingratae (caligari records)

Το ντεμπούτο των Rope Sect δεν αστειεύεται. Κάτι σε post-punk με goth πινελιές, σε κοιτάζει στα μάτια και περιμένει μια αντίδραση. Οι αυτοκτονικές επιρροές πάνε ενάντια στη κανονικότητα του ρυθμού. Έξι κομμάτια τυπωμένα μόνο σε κασέτα, βγάζουν και την cult αισθητική που έρχεται και κουμπώνει αναπαυτικά με το υπόλοιπο. Το κίτρινο υπόβαθρο του εξώφυλλου αποτυπώνει όμορφα και τη μουσική τους. Υποτονικό με ίκτερο, αγωνιώδες, επιβλητικό. Ο αυτό-ακρωτηριασμός της κοινωνικότητας αφήνει ένα σώμα χωρίς άκρα. Χωρίς τα εργαλεία της κίνησης. Ο γρήγορος ρυθμός και το ξεκούρδιστο background θυμίζει το σώμα που θέλει αλλά δεν μπορεί να κινηθεί. Το Personae Ingratae είναι το σαρδόνιο γέλιο των Rope Sect απέναντι στην κοινωνικότητα Είναι το άφαντο αστέρι στον ουρανό. Το αντί- που έχει γίνει νόρμα.

ichie

Turia – Dede Kondre (Altare Productions/name your price)

turia.againstthesilence

Το 2015 οι Ολλανδοί Turia κάνουν το ντεμπούτο τους στη black metal σκηνή με τον δίσκο Dor. Με τα περισσότερα κομμάτια να έχουν ηχογραφηθεί ζωντανά, φέρνουν πίσω μια νεκρή μνήμη. Η ομιχλώδες black ατμόσφαιρα κρύβει και ένα τέρας μέσα της. Το μόνο που ακούγεται είναι η στριγκλιά του κάπου στο βάθος. Ο ρυθμός επιβάλει μια αυτιστική επανάληψη κινήσεων, με την ρουτίνα να σπάει με κάποια πιο αργά drone σημεία.

Τον Ιανουάριο του 2017 κυκλοφορούν τον δεύτερο δίσκο τους (Dede Kondre). Η αλλιώς η “γη των νεκρών” στη γλώσσα Sranan Tongo. Η επιλογή τους αυτή, θεωρώ, ότι δίνει και αυτομάτως μια θεματική βάση στο δίσκο. Ένα σκελετό ντυμένο με τις φωνές των απεγνωσμένων σκλάβων των αποικιών. Ένα σκελετό που μόνο η ριτουαλιστική διάθεση στο τέλος του ομώνυμου κομματιού μπορεί να θέσει σε κίνηση. Από ωμό, ατμοσφαιρικό, σκοτεινό black, το κομμάτι παίρνει ένα gloomy ροκ ύφος, πατώντας ακριβώς πάνω στο μοτίβο της θεματικής του δίσκου.

Τα riff της εισαγωγής ακολουθούν ευλαβικά όλο τον δίσκο ακόμα και μετά τη μέση όπου ο δίσκος παίρνει πιο μελαγχολικές post-punk διαθέσεις. Όσο περίεργο και αν ακούγεται, η μίξη απόκοσμων φωνητικών και τέτοιας ατμόσφαιρας, βγάζει μια παράξενη ομορφιά. Η συναισθηματική νόρμα επιβάλει και συγκεκριμένα συναισθήματα. Αλλά εδώ βγαίνει μια κόντρα. Και δεν φαίνεται μόνο σε εκείνο το σημείο. Τούτη η περίεργη διάθεση τους και οι ηχητικές υφές τους απλώνεται και σε πιο μυστήρια μουσικά φάσματα. Από κάτι ambient κοψίματα σε παράξενες ηλεκτρονικές “αυτιές”.

Τα κομμάτια “Waterzucht” και “De Toorn der Goden” καλύπτουν αυτή την ωμή δημιουργικότητα της μπάντας ξεκινώντας μια ανάποδη διαδρομή σε σχέση με το πρώτο μισό. Από το μελαγχολικό ροκ ύφος, στην ambient αισθητική και από εκεί στο blast beat. Η παγανιστική ιεροτελεστία επαναλαμβάνεται σαν το μοτίβο ενός ημίτονου. Από την ηρεμία στη κορύφωση και από τη κορύφωση στην ηρεμία. Η σκοτεινή πλευρά του καθρέφτη αναδεικνύει μικρές εκλάμψεις ομορφιάς που γρήγορα, όμως καταστρέφονται. Η προωστική ατμόσφαιρα που βγάζουν από την αρχή, ακολουθώντας τα χνάρια του προηγούμενου δίσκου, μεταβάλλεται σε κάτι πιο πειραματικό. Και νομίζω ότι δικαιώνονται και με το παραπάνω. Η μουσική τους παίζει στα αυτιά μου μέρα – νύχτα με εναλλαγές στους δύο δίσκους, αφουγκραζόμενος την αυτοδιάθεση τους.

Ichie

CHVE – 10910 (consouling sounds)

CHVE.againstthesilence

 Το 2015 ο μπροστάρης των Amenra, Colin H. Van Eeckhout(CHVE), κυκλοφόρησε τη σόλο δουλειά του στη μορφή ενός “μονόπρακτου” δίσκου με όνομα Rasa. Οι στοιχειωτικές μελωδίες και η drone αισθητική δεν θυμίζει σε τίποτα την ένταση και την αγριότητα που βγάζει ως τραγουδιστής των Amenra. Την ατμόσφαιρα έρχεται και δένει το περίεργο (έγχορδο) όργανο hurdy-gurdy και στα κρουστά το bodhran. Το συγκεκριμένο κομμάτι υπέστη αλλαγές, εξελίχθηκε και τελικά ηχογραφήθηκε από έναν άνθρωπο, σε ένα παλιό τραμ κάπου στο Βέλγιο.

 Ο δίσκος 10910 κυκλοφόρησε στα τέλη της χρονιάς που διανύσαμε και βαδίζει στα ίδια μουσικά μονοπάτια. Μια μίνι εκδοχή του Rasa φιγουράρει πρώτο- πρώτο, βάζοντας σε, χωρίς πολλά λόγια και φανφάρες, στον εσωτερικό κόσμο του CHVE. Εκεί που ο μυστικισμός και η ψαλμωδία ανακατεύονται με τη μυστηριώδη μελωδία του hurdy-gurdy. Καθώς προχωράει το κομμάτι και βγαίνουν τα κρουστά στη φόρα καταλαβαίνουμε τη μεταμόρφωση που έχει υποστεί το κομμάτι μετά από μια σειρά ζωντανών εμφανίσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη παραγωγή και την μίξη του δίσκου έχουν ασχοληθεί ονόματα όπως ο Aaron Harris(ISIS, Palms, Zozobra) και ο Frederik Dejongh (Syndrome, The Cinematic Orchestra).

  Ο δίσκος ακολουθεί το τελετουργικό ύφος του προκάτοχου του καθ όλη τη διάρκεια και ως αποτέλεσμα παίρνουμε και μια ιδιαίτερη διασκευή στο “Le Petit Chevalier” της Nico. Η παγερή ατμόσφαιρα ζεσταίνεται από την ήρεμη φωνή του CHVE δίνοντας πάτημα για το τελευταίο κομμάτι του δίσκου με όνομα “Charon”. Τα πομπώδη κρουστά αναλαμβάνουν τον ρόλο του καθοδηγητή στο κομμάτι. Η μελωδία και η φωνή περιστρέφονται γύρω απ’ αυτά βγάζοντας μια τελετουργική εμπειρία.

 Νομίζω πως ο δίσκος είναι μια βαθιά συναισθηματική έκφραση του δημιουργού του και μια ωδή στο ταξίδι και την αμφισβήτηση του ανθρώπου για τη θρησκεία και το θείο. Η drone ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με τα φωνητικά που φέρνουν σε ψαλμωδίες θυμίζει τις ανήκουστες τελετουργικές προσευχές των πιστών . Το συμπέρασμα είναι σίγουρα υποκειμενικό για τον κάθε ακροατή αλλά η ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο δίσκος δεν παύει να είναι μαγευτική και σκοτεινή. Όσοι άκουσαν το πρώτο και το αγάπησαν, σίγουρα αξίζει και το 10910 μια, δυο, εκατό ακροάσεις.

ichie

Neurosis – Fires Within Fires (neurot)

neurosisfires.againstthesilence

 Τι είναι αυτό που οδηγεί μια μπάντα να βγάζει δίσκους επί τριάντα χρόνια με ένα σταθερό ρυθμό; Και πόσο μάλλον αξιομνημόνευτους, με την ίδια ενέργεια και έμπνευση από τότε. Ίσως είναι η αγάπη και η αφοσίωση στη μουσική τους, ίσως και κάτι άλλο. Δεν ξέρω αν υπάρχει καθαρή απάντηση. Μόνο οι ίδιοι την ξέρουν. Ο λόγος για τους αγαπημένους Neurosis και τον τελευταίο τους δίσκο Fires within fires. Το συγκεκριμένο LP βγήκε και με αφορμή τα 30 χρόνια που ξεκίνησαν σαν μπάντα.

 Είναι αναμενόμενο λοιπόν να ακούς στοιχεία των προηγούμενων δίσκων στη τελευταία τους δουλειά. Από την αρχή του με το “Bending Light”, ξεκινά μια αφήγηση για έναν περιπλανώμενο τύπο, όπου σέρνει το κουφάρι της μελαγχολίας του ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω. Η αργόσυρτη κιθάρα και το παρανοϊκό synth ντύνει με ένα γκρίζο μουσικό πέπλο την ιστορία του και θυμίζει κάτι από το Through Silver in Blood. Και εκεί στη μέση του γίνεται το ξέσπασμα σε ένα sludge-doom κατασκεύασμα, με τα πνιχτά φωνητικά του Scott Kelly να αφηγούνται τη μοίρα του καταδικασμένου πρωταγωνιστή. Τα κομμάτια “A Shadow Of Memory” και “Fire Is The End Lesson” ολοκληρώνουν το πρώτο μισό του δίσκου. Κινούνται σε εξίσου αργόσυρτα πρότυπα και δείχνουν με μια σακούλα στα κεφάλια τους το Enemy Of The Sun. Όχι, γιατί είναι ρουφιάνοι αλλά γιατί είναι τα παρατημένα παιδιά του. Η μονολιθικότητα της κιθάρας είναι κεντρικό στοιχείο στα δίδυμα και η φωνή της λογικής μέσα στη καταδίκη είναι το ηλεκτρονικό στοιχείο του ημίτρελου Noah Landis. Παράδοξη εικόνα και άκουσμα αλλά η αντίθεση σε χρώματα της μουσικής ήταν ανέκαθεν στοιχείο των Neurosis.

 Η εισαγωγή του “Broken ground” είναι άλλο ένα παράδειγμα τούτης της τακτικής. Η ήρεμη εισαγωγή έρχεται σε αντίθεση με την αγριότητα του πρώτου μισού δίσκου. Θυμίζει και κάτι από τις προσωπικές δουλειές των Steve von Till και Scott Kelly. Αλλά η νηνεμία δεν κρατάει πολύ. Η μπάσα φωνή του Steve von Till χτίζει την ατμόσφαιρα για την καταιγίδα που θα ακολουθήσει. Φωνές, ξεσπάσματα, όγκος και απελπισία. Εδώ νομίζω είναι η σούμα των Neurosis συμπιεσμένη μέσα σε ένα κομμάτι. Η παραγοντοποίηση των συναισθημάτων συρρικνώνεται και αναπνέει μέσα από την ήρεμη/άγρια δυναμική που επικρατεί στο κομμάτι. Σαν ένα προσωρινό αντίο στο παλιό και ένα καλωσόρισμα στο καινούργιο. Και κάπου εκεί ξεκινά το τελευταίο κομμάτι του δίσκου ονόματι “Reach”. Η όμορφή εισαγωγή σηματοδοτεί μια αλλαγή και μια στροφή σε σχέση με τον υπόλοιπο δίσκο. Το ντουέτο φωνητικών σε συνδυασμό με την ηρεμία της κιθάρας και την επιτηδευμένη ένταση στα τύμπανα, δημιουργεί μια κατάσταση σχεδόν υπνωτική. Μια κατάσταση που δεν θα διαρκέσει πολύ. Καθώς τρία λεπτά πριν το τέλος, χτυπάει το ξυπνητήρι. Απότομο και επαναλαμβανόμενο. Ένα παρανοϊκό μείγμα με φωνές και κιθάρες να χτυπάνε από παντού και στο τέλος να ακούγεται η λέξη “Reach” από τα χείλη του Scott Kelly.

 Ακούγοντας τον δίσκο ξανά και ξανά, από διάφορα μέσα, κατέληξα ότι ο καλύτερος τρόπος για να αφουγκραστείς πλήρως το αποτέλεσμα είναι με ένα ζευγάρι καλά ακουστικά. Εκεί καταλαβαίνεις τις διακριτικές ηλεκτρονικές και την παραγωγή του Steve Albini. Λεπτομέρειες που κάνουν την διαφορά. Και στον συγκεκριμένο δίσκο, νομίζω, θέλει μια τέτοια προσοχή καθώς ακούς την ιστορία τους μέσα από 5 κομμάτια και κάθε ένα αποτελεί ένα ταξίδι στο παρελθόν, δείχνοντας ταυτόχρονα σε ένα καινούργιο, ανεξερεύνητο μονοπάτι. 

ichie

Kalpa – Dissociation (name your price)

  Η ζωή των Kalpa ως μπάντα, μετράει περίπου τρία χρόνια. Μέσα σε αυτή τη περίοδο πέρα από τα tour και τις μεμονωμένες συναυλίες, κατάφεραν να παρουσιάσουν και δυο δουλειές. Διαφορετικές μεταξύ τους αλλά με την ίδια υπογραφή. Ο λόγος για το καινούργιο δίσκο ονόματι Dissociation.
Με την έντονη εισαγωγή του πρώτου κομματιού με τίτλο “Plunger” διακρίνουμε δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η παρουσία φωνητικών, η οποία δίνει μια ένταση και μια μαυρίλα στο δίσκο. Το ανεβασμένο τέμπο του κομματιού σε συνδυασμό με τα φωνητικά θυμίζουν τις σκοτεινές ημέρες της προηγούμενης ζωής. Ίσως η σπειροειδής κατάδυση στην αποκόλληση του εαυτού από το κοινωνικό περίγυρο να ήταν προδιαγραμμένη. Το μαθηματικό μοντέλο δεν είναι κάτι άλλο παρά η γέννηση. Είναι ντετερμινιστικό. Το δεύτερο που διακρίνουμε είναι η νόρμα του όγκου. Tο βαρύ στοιχείο έρχεται και κάθεται σε σχέση με τον προκάτοχο του από την αρχή. Τα απόκοσμα βαριά φωνητικά και οι γρήγορες εναλλαγές στο τέμπο δίνουν μια εισαγωγή για αυτό που θα ακολουθήσει.
  Χωρίς φανφάρες το “Subduction pt.1” αναλαμβάνει το ρόλο της μέσης της ιστορίας. Η έντονη γεύση από το προηγούμενο συνεχίζει αλλά η βάση έχει αλλάξει. Ο εαυτός έσπασε στα δύο και τα δυο κομμάτια μοιράστηκαν με βάση το μοντέλο που προαναφέρθηκε. Το πρώτο κράτησε την βίαιη κληρονομία της εισαγωγής και το δεύτερο εισέπραξε το μελωδικό τελείωμα του προηγούμενου. Η διακριτική συμφωνία που πραγματεύτηκε αντικατοπτρίζεται στον καθρέφτη. Ο όγκος του ήχου μετατρέπεται σε μελαγχολικό συναίσθημα στο “Subduction pt.2”, αλλά τα φωνητικά δεν αφήνουν το χέρι της μνήμης.
  Και εκεί ίσως προκύπτει και ένα τρίτο (αόρατο) πρόσωπο στην εξίσωση. Αυτό που κουβαλάει τα βάρη των προηγούμενων και όπου σταδιακά αρχίζει και κατανοεί την ύπαρξη του. Ο πληθωρικός ρόλος των οργάνων θυμίζει κάτι σαν μπαρόκ στο post-κάτι είδος. Και δεν είναι μουσικός μανιερισμός. Ίσως είναι ένας διακριτικός φόρος τιμής στις μπάντες του είδους. Τα βαριά riff και η λυρική ατμόσφαιρα αναλαμβάνουν τον ρόλο του πρωταγωνιστή αλλά στο τέλος φαίνεται η αναγεννησιακή επιρροή του τρίτου προσώπου. Με την αυθαιρεσία που μας επιτρέπει τη σχετική υποκειμενικότητα του ακροατή απέναντι στο δημιουργό.
  Το τέλος του δίσκου δείχνει τα αγχωτικά δόντια από την αρχή, με την Gaza-μανούρα να δίνει πάσα σε πιο sludge ήχο και πομπώδη μελωδίες. Ο στροβιλισμός δεν έχει σταματήσει και η μικρή διάρκεια του δίσκου δείχνει προς μια κατεύθυνση. Αυτό του απείρου και της επαναληψιμότητας. Άπειρο για τον αέναη κατάδυση του πρωταγωνιστή και επανάληψη για τα αυτιά μας. Η παραγωγή και η δημιουργικότητα της μπάντας για άλλη μια φορά είναι άψογη και σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική αισθητική του δίσκου ακουμπάει την νοσταλγική χορδή της χρυσής post εποχής και ταυτόχρονα κλείνει το μάτι στο θεατή για αυτό που θα ακολουθήσει.
ichie