Alfa Mist – Camerata Mediolanense – Nils Økland Band

Alpha Mist – Antiphon (pink bird recording co.)

Κάποι@ ψαγμέν@ ήδη έχουν ανακαλύψει στο πρόσωπο του Λονδρέζου παραγωγού Alfa Mist ένα ανερχόμενο αστέρι στον χώρο της contemporary jazz. Προσωπικά, ελάχιστα με ενδιαφέρουν αυτά, αλλά δεν μπορώ παρά να ομολογήσω ότι το ντεμπούτο του Antiphon είναι κάτι παραπάνω από σπουδαίο. Δεν είναι μόνο ότι αναμιγνύει τα καλύτερα στοιχεία της hip hop/ soul κουλτούρας με τη σύγχρονη jazz. Το κάνει με τρόπο εκκωφαντικό, πειστικό, σαν να είναι από τη φύση του ένα απλό επίτευγμα. Κι όμως δεν είναι. Κατά κάποιο τρόπο, το feeling του άλμπουμ συγγενεύει με εκείνο που νιώσαμε όλοι κάποτε με εκείνο το σπουδαίο Endtroducing του Dj Shadow, τόοοσα χρόνια πριν. Μοιάζει με μετενσάρκωση, τα σημαινόμενα όμως έχουν ενηλικιωθεί.

Τα tracks αποτελούν γνήσιες jazz οδύσσειες. Τα “απέξω” στοιχεία δεν δείχνουν ότι πραγματικά επιθυμούν τη διαμόρφωση μιας υβριδικής νεωτεριστικής πρότασης. Στα δικά μου αυτιά, ο Alfa Mist απλώς σκέφτεται την πόλη. Σκέφτεται τα μεγάλα φώτα και τις θολές διασταυρώσεις, το neon πρόσωπο του Λονδίνο και τα κάνει jazz. Μια jazz μελωδική, χορευτική, ελαφρώς abstract κι εντελώς noir. Να το, το είπα: Noir, όχι όμως όπως το αντιλαμβάνεται ένας παλιός, αλλά ένας νέος, φρέσκος κι ορεξάτος νους. Ίσως στο μυαλό του να μην έχει ότι φτιάχνει την αστική jazz του μέλλοντος. Κι όμως, εμένα με πείθει ότι αυτό ακριβώς κάνει. Διαμάντι, ίσως όχι το πιο λαμπερό, αλλά σίγουρα πανάκριβο.

 

 

Camerata Mediolanense – Le Virgini Folli (prophecy)

Μια πάρα πολύ ιδιαίτερη περίπτωση για ιδιαίτερους ακροατές. Οι Camerata Mediolanense αποτελούν μια κολεκτίβα από το Μιλάνο αφιερωμένη στη μελέτη κι αναπαραγωγή της ιταλικής Αναγέννησης. Ή μήπως όχι; Γιατί ένα τέτοιο άλμπουμ να βγει από την Prophecy; Σαφώς και εντάσσονται αυτόματα στον νεοκλασικό χώρο, σαφώς και η μουσική τους είναι βασισμένη στην αναγεννησιακή και μπαρόκ παράδοση της σπουδαίας πατρίδας τους, όμως μια διαφορετική σκοτεινιά μοιάζει να σκιάζει τη μουσική τους καρδιά. Εικάζω ότι το dark wave υπόβαθρό τους κρατάει το μυστικό. Η μουσική τους είναι ατμοσφαιρική με έναν τρόπο που κανένας νεοκλασικός ή μεταλλάς δεν θα μπορούσε ποτέ να φτιάξει.

Οι “Ανόητες Παρθένες” συνιστούν ένα έργο τέχνης σπάνιας βαθύτητας – και η έννοια του βάθους εδώ είναι κυρίαρχη. Με βασικό όργανο το πιάνο και μια σειρά από εκπληκτικές λυρικές φωνές να το πλαισιώνουν, το άλμπουμ αν του αφεθείς είναι ικανό να σε ταξιδέψει βαθιά, όχι τελικά στον χρόνο, αλλά στα εντός σου. Οι μελωδίες και οι ιστορίες που αφηγούνται κουβαλούν ανατριχίλες και την υπόνοια κάποιου δισεπίλυτου γρίφου. Έξι από τα tracks είναι ποιήματα γραμμένα από γυναίκες ποιήτριες της ιταλικής “ ξεχασμένης λογοτεχνίας” και δύο είναι ποιήματα του Petrarch, σπουδαίου δασκάλου της Αναγέννησης και πατέρα της ευρωπαϊκής ουμανιστικής λογοτεχνίας. Η Camerata εντάσσει τον λόγο στο οικοδόμημά της με τρόπο οριστικό, και η σύμπραξή τους είναι ικανή να σε στοιχειώσει. Επαναλαμβάνω, μην αφήσεις όρους όπως neoclassical/neofolk ή κάποια χατζιδακικά θεματάκια να σε κάνουν να σχηματίσεις πρώιμα άποψη. Άσε τις “ψείρες” και άκου το με τα καλά σου ακουστικά. Η υπόσχεση του ταξιδιού είναι μεγάλη. Και υπάρχουν φαντάσματα εδώ, φαντάσματα αληθινά.

 

 

Nils Økland Band – Lysning (hubro)

Ο Νορβηγός Nils Økland, με πάνω από 30 χρόνια δισκογραφίας (σε ECM και Rune Grammofon ανάμεσα σε άλλους), δεν μπορεί να νοηθεί ως κανένας τυχαίος. Το τελευταίο του πόνημα Lysning αντανακλά αυτό που ο ίδιος και το Hardanger βιολί του (παραδοσιακός νορβηγικός 8χορδος τύπος βιολιού) χτίζουν να αναδείξουν όλα αυτά τα χρόνια: την ουσιαστική σύζευξη της contemporary μουσικής με τη νορβηγική παράδοση. Μια σύζευξη που κρίνεται πετυχημένη από τα πρώτα δευτερόλεπτα ακρόασης, εξαιτίας της καθαρότητας του καλλιτεχνικού οράματος και της ουσιαστικής χρήσης των υλικών κατασκευής του.

Με συνοδοιπόρους σαξόφωνο, κρουστά, κοντραμπάσο και harmonium, θα περίμενε κανείς κάποιο folk ή jazz πανηγύρι. Τουναντίον. Κάθε ηχόχρωμα αναδεικνύεται με κρυστάλλινη σαφήνεια, εξαιτίας της σχεδόν μινιμαλιστικής του χρήσης, εκτελεστικά κι ενορχηστρωτικά. Απλωμένες, ήρεμες συνθέσεις με ξεκάθαρες προθέσεις: φυσιοκρατική τέχνη που εξημερώνει και δεν οξύνει, δεν προκαλεί και δεν απαιτεί. Το Hardanger πάνω από τα υπόλοιπα όργανα μοιάζει σαν το περαστικό σύννεφο, οι σκιές του έχουν διαφορετικές αποχρώσεις, αλλά καμία δεν μένει ακίνητη. Εν κατακλείδι, ένα άλμπουμ ξεχωριστό μέσα στην απλότητα του, που δεν ανήκει σε κανένα είδος πάρα μόνο στην ίδια του την ειλικρίνεια και ακεραιότητα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Building Instrument – Fogh Depot – The Swifter

Building Instrument – Kem Son Kan å Leve (Hubro)

buildinginstrument.againstthesilence

 Κατά μία άποψη, η εκούσια χρήση μιας λιγότερο κοινής γλώσσας, πέρα από το να εξάπτει την φαντασία και την περιέργεια των ακροατών, ταυτόχρονα διαμορφώνει – υπογείως ή υπεργείως – ένα συγκεκριμένο αισθητικό πρότυπο, ανάλογα με την εικόνα που έχουμε για την (εθνική) ιδιοσυγκρασία των φορέων της γλώσσας αυτής, ασχέτως του εάν η εικόνα αυτή βασίζεται σε στερεότυπα καθιερωμένα από τρίτο χέρι ∙ κι ακριβώς επειδή η χρήση τέτοιων γλωσσών αναγκαστικά φέρνει στην επιφάνεια τα στερεότυπα, κι επειδή λίγο-πολύ τα στερεότυπα καθορίζουν και την αντιμετώπιση που έχει κανείς απέναντι στους φορείς της γλώσσας, είναι πάντα ωφέλιμο να θυμόμαστε ότι, όπως έχει αποδειχθεί ξανά και ξανά (και ξανά), το γεγονός ότι κάποιος ή κάποια μιλάει μια ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει ότι λέει και κάτι το ενδιαφέρον. Το τρίο των Building Instrument κυκλοφόρησε αισίως τον τρίτο του δίσκο ∙ το Kem Son Kan å Leve – μια κατά προσέγγιση μετάφραση του τίτλου είναι «Ποιος ξέρει πώς να ζει» – αποτελείται από 6 κομμάτια αιθέριας, ονειρικής electro (κυρίως) / pop μουσικής, που δίνει την εντύπωση φλερτάρει ανοιχτά την folk μουσική (περισσότερο λόγω των φωνητικών μελωδιών), ή έστω τη συνθετική νοοτροπία της folk μουσικής.

 Το Kem Son Kan å Leve καταρρίπτει ένα στερεότυπο: αυτό του αρκτικού νορβηγικού χειμώνα, της βαριάς συννεφιάς και της ατέρμονης χιονόπτωσης ∙ μολονότι προσεγγίζουν σε κάποια (ελάχιστα) σημεία το στερεότυπο της βόρειας σκοτεινιάς, τα κομμάτια του Kem Son Kan å Leve είναι αναπάντεχα φωτεινά και ελαφριά – αιωρούνται, εκτυλίσσονται, χωρίς όμως να κατασταλάζουν κάπου, κάτι που εντέλει λειτουργεί αρνητικά: το Kem Son Kan å Leve διακρίνεται από μια υπερβολική μελωδικότητα, μια πλήρη απουσία εντάσεων, αλλά και μια συνολικότερη ομοιομορφία στο ύφος και στην κατεύθυνση των συνθέσεων. Ο συνδυασμός όλων αυτών διαμορφώνει, εκούσια ή ακούσια, μια γενικότερη lounge αισθητική. Με λίγα λόγια, παρά τις μελωδικές του χάρες, ο δίσκος παραείναι χαλαρός, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις στα 37 λεπτά της διάρκειας του. Ίσως κάποια μεμονωμένα κομμάτια (π.χ. “Fall”) στέκονται – σαν συνολικό άκουσμα, ωστόσο, η εντύπωση που προκαλούν (τα στερεότυπα που λέγαμε) εξαντλείται πιο σύντομα απ’ ότι θα έπρεπε.

Fogh Depot – Turmalinturm (Denovali Records)

foghdepot.againstthesilence

 Οι Μοσχοβίτες Fogh Depot ανήκουν σ’ ένα νέο μουσικό κύμα που επεκτείνεται τα τελευταία χρόνια. Αυτό που χαρακτηρίζει το κύμα αυτό είναι η δημιουργική αξιοποίηση και ο συνδυασμός στοιχείων από αρκετά μουσικά ρεύματα των τελών του 20ου αιώνα έως σήμερα, όπως είναι το trip-hop, η dark jazz, η electronica, η κινηματογραφική μουσική, το drone / ambient κ.α., διαμορφώνοντας μια μουσική φόρμα που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε – με αρκούντως παραστατικό τρόπο – ως μουσική πόλεων ∙ δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που όλα σχεδόν αυτά τα μουσικά ρεύματα σχηματοποιήθηκαν έχοντας ως κοινό άξονα τη ζωή και τον ανθρώπινο ψυχισμό στους κόλπους των μεγάλων αστικών κέντρων. Αναγνωρίζοντας ίσως την ουτοπία των εξαγγελιών της αποανάπτυξης, και την καθολική πλέον δυστοπία των μεγαλουπόλεων του 21ου αιώνα, το Turmalinturm, η δεύτερη κυκλοφορία των Fogh Depot παραμένει μουσικά και αισθητικά στον άνω αναφερόμενο άξονα.

 Πατώντας κυρίως πάνω σε ηλεκτρονικά θεμέλια, χωρίς όμως να αμελούν την παραδοσιακή, οργανική αντίληψη για την εκτέλεση της μουσικής σε στουντιακό περιβάλλον, οι Fogh Depot αντλούν στοιχεία από τα μουσικά ιδιώματα που αναφέρθηκαν παραπάνω για να αποτυπώσουν την δική τους εικόνα αστικού τοπίου που αλλάζει διαθέσεις και ύφος από κομμάτι σε κομμάτι, όπως αλλάζουν τα τοπία από περιοχή σε περιοχή κατά την διαδρομή στα μέσα αστικών συγκοινωνιών. Μολονότι δεν θα το χαρακτήριζε κανείς ως πρωτοποριακό στο είδος του – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η πρωτοποριακότητα αποτελεί απαραίτητα βασικό κριτήριο απόλαυσης της μουσικής – το Turmalinturm χαρακτηρίζεται από μια έξυπνη χρήση συνθετικών εργαλείων και επιρροών, με αποτέλεσμα να δομεί με ευφάνταστο και αξιόλογο τρόπο την δική του μουσική και αισθητική πρόταση. Όντας αρκετά μελωδικό και συμμαζεμένο από άποψη ενορχήστρωσης, το Turmalinturm είναι μια δουλειά που ακούγεται από την αρχή έως το τέλος δίχως να κουράζει, και χωρίς να πλατειάζει. Αν κάτι του λείπει, παρ’ όλα αυτά, είναι η πιο αυτοσχεδιαστική διάθεση, που σε κατάλληλες δόσεις μπορεί να προσέθετε ακόμη περισσότερο χαρακτήρα στα κομμάτια – αλλά αυτό πάλι, είναι εντελώς υποκειμενικό.

The Swifter – Wall Sailor (Sonic Pieces)

theswifter.againstthesilence

 Στο πρώτο άκουσμα, το Wall Sailor των Andrea Belfi, Simon James Phillips και BJ Nilsen (υπό την κοινή ονομασία The Swifter) φέρνει στο νου την τεχνοτροπία σχημάτων όπως οι B/B/S, εάν βέβαια οι B/B/S αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια πιο dark jazz προσέγγιση στις ατμόσφαιρες τους όσον αφορά τον συνολικό ήχο ή την συνολική παραγωγή. Το δεύτερο άκουσμα επιβεβαιώνει αυτή τη διαίσθηση – με μια βασική, καθοριστική διαφορά: εκεί που τα πιο συμβατικά drone / ambient σχήματα θα εκμεταλλευόντουσαν τις τεχνολογικές εφαρμογές για να διαμορφώσουν τον ήχο τους, το Wall Sailor αξιοποιεί τις φυσικές ιδιότητες και την εγγενή μελωδικότητα του πιάνου, το οποίο και εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο, ενώ η χρήση των δυναμικών των οργάνων, σε συνδυασμό με την ζωντανή ηχογράφηση τους, διαμορφώνει ένα κλίμα αυτοσχεδιαστικού διαλόγου μεταξύ των τριών μουσικών, μεταδίδει μια αίσθηση ότι τα κομμάτια είναι προϊόν ζωντανού διαλόγου μεταξύ των μουσικών, κι όχι απλά αποτέλεσμα δευτερογενούς ή τριτογενούς στουντιακής επεξεργασίας.

 Σε ένα μουσικό ιδίωμα όπου συχνά είναι δύσκολο να εστιάσεις σε κάποιο κομμάτι (ή και σε κάποια ολοκληρωμένη δουλειά), η χρήση του πιάνου από τον Philipps, σε συνδυασμό με τα κρουστά του Belfi και τις ατμόσφαιρες του Nilsen, προσδίδει μια αναλογικότητα στον ήχο που διαφοροποιεί το Wall Sailor από άλλες δουλειές του συγκεκριμένου ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει το άκουσμα του ∙ χωρίς να μπορούμε να πούμε ότι το Wall Sailor είναι σημείο αναφοράς, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι είναι μια καλοστημένη και ενδιαφέρουσα δουλειά, που προσφέρει μια βάση για περαιτέρω μουσική εξερεύνηση.

ATM

Bly De Blyant – Off World – Iron Hearse

Bly de Blyant – The Third Bly de Blyant Album (hubro)

blydeblyant.againstthesilence

 Καιρό είχε να πέσει μια τόσο ντεμοντέ – με την καλή έννοια – δουλειά στα χέρια μου ∙ ντεμοντέ, τόσο οι επιρροές, όσο και η παραγωγή, παραπέμπουν σε ακούσματα παλαιότερων δεκαετιών – με την καλή έννοια, επειδή το The Third Bly de Blyant Album δεν ξεπέφτει στην επιφανειακότητα του ρετρό. Οι επιρροές, που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα μουσικών, χρησιμοποιούνται με δημιουργικό, κι όχι με νοσταλγικό πνεύμα. Αν μη τι άλλο, το μουσικό λεξιλόγιο του Bly de Blyant είναι πλουσιότατο: από την τύποις παραδοσιακή έως την free jazz, την rock, την σύγχρονη κλασική μουσική του 20ου αιώνα, την pop, έως και πρώιμους ambient/ electro πειραματισμούς – υπάρχουν ουκ ολίγες εναλλαγές διαθέσεων και ήχων, καθώς και αρκετά σημεία όπου η ανάπτυξη μελωδικών θεμάτων παραστρατεί σε ιδιαίτερα έξυπνες μυστηριακές διαδρομές.

 Εάν, όμως, υπάρχει ένα αρνητικό χαρακτηριστικό του The Third Bly de Blyant Album, αυτό είναι τ’ ότι ως επί το πλείστον επαναπαύεται στην μελωδικότητα και την γενική χαλαρότητα που αποπνέουν οι συνθέσεις. Η γενική διάθεση είναι περισσότερο lounge, και είναι πραγματικά ελάχιστα τα σημεία όπου πραγματικά ξυπνάνε τον ακροατή και επιβάλλουν την προσοχή στα όσα ακούγονται. Το The Third Bly de Blyant Album δεν είναι καθόλου κακή δουλειά – παρ’ όλα τα καλά της στοιχεία, ωστόσο, παραείναι χαμηλών τόνων για να τα αναδείξει με τον τρόπο που θα έπρεπε, ενδεχομένως, να το κάνει. Παραμένει, όπως και να’ χει, ένα ευχάριστο συνολικό άκουσμα.

ATM

Off World – 1 (constellation)

offwolrd.againstthesilence

Κάπου στα θαμμένα βρίσκονται παλιά δημιουργικά κεφάλαια τα οποία συνήθως η μοίρα τα θέλει για πάντα δέσμια της σκόνης. Αδίκως βέβαια. Αυτό ισχύει για το νέο άλμπουμ του Sandro Perri, πρώην Polmo Polpo, πρώην Glissandro 70, το οποίο περιέχει υλικό που φτιάχτηκε το 2008 με τον Lorenz Peter και στη συνέχεια με τη συνεργασία και άλλων φίλων από την τοπική σκηνή του Τορόντο.  

 Πρόκειται για το πρώτο μιας τριπλέτας δίσκων που μένει να ολοκληρωθεί σύντομα και αυτό που αφήνει ως γεύση είναι ότι πρόκειται για την πιο πειραματική δουλειά του. Λίγα θυμίζουν κάτι από τις υπόλοιπες προσωπικές του δουλειές και ακόμη λιγότερα εκεί έξω θυμίζουν κάτι το τόσο απόκοσμο και αλλόκοτο ως άκουσμα. Ίσως σε κάποιες στιγμές να φέρνουν λίγο σε Cluster, αλλά και πάλι είναι τόσο εξωγήινη η υφή του άλμπουμ που κουβαλά και κάτι το ουτοπικό στην όλη ηχητική προσέγγισή του. Αρχικά μπορεί να ξενίσει ο τραχύς χαρακτήρας του, αλλά σίγουρα αξίζει η μελέτη του.

Μπάμπης Κολτράνης

Iron Hearse – Tomb Metal (name your price)

IRONHEARSE.AGAINSTTHESILENCE

 Υπάρχουν συγκροτήματα που κερδίζουν την εκτίμηση σου όχι εξαιτίας της πρωτοτυπίας και της ευρηματικότητας τους, ούτε λόγω των τεχνικών τους αρετών, αλλά μόνο και μόνο λόγω της επιμονής και της συνεχούς παρουσίας τους. Για τον υποφαινόμενο, οι Iron Hearse είναι ένα τέτοιο συγκρότημα. Τί κι αν απ’ το 2001, τη χρονιά που βγήκε το πρώτο τους ντέμο, έως το Tomb Metal, την τρέχουσα κυκλοφορία τους για το 2016, δεν έχει αλλάξει σχεδόν ούτε μια νότα; Τί κι αν το doom/stoner/heavy rock/metal που παίζουν δεν διεκδικούσε εξαρχής – ούτε διεκδικεί – δάφνες συνθετικής και ενορχηστρωτικής τόλμης; Τί κι αν καταφέρνουν να ακούγονται παλιομοδίτικοι ακόμη και τώρα, που το ‘70’s rock έχει αναβιώσει σχεδόν ολοκληρωτικά; Οι Iron Hearse doomάρουν και γκρουβάρουν απτόητοι. Δεν πα’ να λέμε; Ο σεβασμός, στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται χωρίς δεύτερη κουβέντα.

 Επί του παρόντος: το Tomb Metal είναι μια συλλογή ακυκλοφόρητων κομματιών, ηχογραφημένων ζωντανά στο στούντιο (κοινώς, πρόκειται για ηχογραφήσεις από πρόβες), και παιγμένων με ιδιαίτερο δυναμισμό και κέφι, και με ήχο που ούτε απογοητεύει, ούτε κρύβει την αλληλεπίδραση των οργάνων – η φωνή είναι κάπως θαμμένη σε ορισμένα κομμάτια, αλλά κατά τ’ άλλα, το συνολικό αποτέλεσμα είναι αρκετά ποιοτικό. Οι συνθέσεις είναι κατά τα πρότυπα που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη περίοδο – και που λίγο-πολύ μπορεί κανείς να ακούσει σε ολόκληρη την υπόλοιπη δισκογραφία των Iron Hearse. Οι φανατικ@ των παλιών Pentagram και Obsessed θα το καταφχαριστηθούν – κι ίσως όχι μόνο αυτ@.

ΑΤΜ