Siavash Amini /& Umchunga

 

Η αργή αλλαγή των εποχών επιβραδύνει το πέρασμα του χρόνου. Κοινώς, το καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμη τα μεσημέρια και τα βράδια, όταν η ενατένιση του ουρανού είναι πραγματικά χαλαρωτική, μακριά από την έννοια των διακοπών, του επιβεβλημένου αυτού τρόπου ξεκούρασης σε προκαθορισμένες δόσεις. Κάπως έτσι, οι μουσικές που βγήκαν το κατακαλόκαιρο μπορούν τώρα να κερδίσουν τη δέουσα προσοχή χωρίς τον άπλετο χρόνο να τις στοιβάζει σε must-listen λίστες.

Στην κατηγορία αυτή είναι δύο δίσκοι του Siavash Amini, πιο συγκεκριμένα του τελευταίου προσωπικού του και ενός που είναι ο καρπός της στουντιακής συνεργασίας του με τον Umchunga. Μιλώντας για τον Siavash, αν δεν γνωρίζετε ήδη το μουσικό ποιόν του, θα σας συνιστούσαμε να ακούσετε ως πρώτη επαφή τη συμμετοχή του στην τέταρτή μας συλλογή, η οποία αποτελεί τη σύνθεση με τη μεγαλύτερη απήχηση από όλες τις συλλογές μας! Όχι ότι οι ολοκληρωμένες κυκλοφορίες του πάνε πίσω, κάτι που αποδεικνύεται από τις ποιητικές ή μη, διθυραμβικές κριτικές που του έχουμε χαρίσει. Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά ένας πολλά υποσχόμενος πρόλογος και μένει το νέο υλικό να αποδείξει ότι η νέα μουσική δεν (πρέπει να) είναι στατική.

 

 

Αυτό δείχνει ο διττός χαρακτήρας των δύο αυτών άλμπουμ που παρ’ όλες τις διαφορές τους δεν μπορούν παρά να αντιμετωπιστούν ως οι δύο πλευρές ενός θέματος. Δεν θέλω εδώ να υποτιμήσω τη δουλειά του επίσης Ιρανού Umchunga, αλλά να σημειώσω την επιτυχία του να βγάλει κατά μια έννοια τον alter ego εαυτό του Siavash, που στέκεται απέναντι στο έτερο Foras. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε να κάνουμε με δύο ορχηστρικά drone ambient άλμπουμ, αλλά ενώ εκ πρώτης όψεως όλα στέκουν μουσικά ακίνητα, εντούτοις ρέουν με καθαρές δυναμικές προς μια πηγή ήχων!

Αν το The Brightest… αποδομεί κλασικά λυρικά θέματα περασμένων αιώνων αφήνοντας νησίδες να πλέουν στο βάθος ενός παγωμένου τοπίου, το Foras αποτελεί μια δυστοπική απεικόνιση του μέλλοντος. Από τη μία, μια αχτίδα νοσταλγίας μάς πάει προς τα πίσω, απ’ την άλλη μια ματιά προς τα μπρος κρύβει εφιάλτες. Ακόμη κι έτσι, βρίσκουμε εντός των δύο άλμπουμ τις αντίρροπες δυνάμεις που τα εξισορροπούν ως ακούσματα. Ίσως αυτό να συμβαίνει σε πιο ικανοποιητικό βαθμό στη συνεργασία των δύο τους, μιας και εκεί είναι που δεν επιβάλλεται καμία από τις ακραίες και υπαρκτές αποχρώσεις των μουσικών τους κόσμων. Το Foras, βέβαια, αν και ανά στιγμές δυσπρόσιτο, έχει μια πιο σύγχρονη ταυτότητα από το έτερο άλμπουμ, καθώς με τόλμη ο δημιουργός του καταπιάνεται με την αγνή έννοια του θορύβου.

 

 

Εν κατακλείδι, δεν νομίζω να είναι τυχαίο που αυτοί οι δίσκοι βγήκαν μαζί προς το τέλος του καλοκαιριού. Πέραν αυτών που περιέγραψα πριν, υπάρχει και ένα βασικό κοινό τους γνώρισμα στο ότι δεν ενδιαφέρονται να εμφανίσουν κάτι άλλο από αυτό που είναι. Αυτή η ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια τους τους κάνει αφοπλιστικά αληθινούς, είτε όταν αγγίζουν με τα χέρια τη φωτιά, είτε όταν γλείφουν τον πάγο!


The slow changing of the seasons makes time pass even slower. Thus, summer is still here at noons and at nights, when the contemplation of the sky is really relaxing, far away from the sense of holidays, as the imposed way of relaxation in predefined doses. So, the music that was released in midsummer can now earn the appropriate attention without letting abundant time stowing them in future must-listen lists.

In this category, there are two albums involving Siavash Amini, more specifically his last personal album and his studio cooperation with also Iranian Umchunga. Speaking about Siavash, in case you don’t know his music, we would suggest that you firstly listen to his participation in our fourth compilation, which is the composition with the largest appeal amongst all of our compilations. This doesn’t mean that his complete works are inferior, something that is evident in our poetic or not, dithyrambic reviews on them. Of course, all these are nothing but a well promising prologue, so the new material is here to prove that new music must not stay static.

This is shown through the dual character of these two albums, which, despite their differences, can only be seen as two sides of the same subject. I don’t want to underestimate the importance of Umchunga’s contribution in their common album, instead I want to point out his success in helping Siavash release his “alter ego”, which stands opposite to Foras. It’s not only that we have two instrumental drone ambient albums, but, even if at first all things stand still musicwise, they somehow flow with clear dynamics towards a source of sounds!

If Brightest… takes classic lyrical themes of previous centuries apart, leaving islets floating in a frozen place, Foras is a dystopic display of the future. On the one hand, a ray of nostalgia takes us way back, on the other hand a glance ahead can hide nightmares. Still, in these two releases we can find the reversed powers, which balance them as listenings. This is most likely happening in a more satisfying way in their collaboration, since none of the extreme, existing shades of both music worlds try to prevail here. Foras, for sure, even if it sounds raw at moments, it has a more contemporary approach, since its creator boldly deals with noise in its purest sense.

In conclusion, I don’t think that these albums were released at the same time during the last days of summer by accident. Apart from all mentioned above, they share another common feature. Neither of them is interested in showing something different than what they really are. Their unpretentious honesty makes them disarmingly true, either when they touch fire with their bare hands, or when they lick ice!

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Siavash Amini & Zenjungle – Topology Of Figments (flaming pines)

siavash-and-zenjungle.againstthesilence

Κατ’ αναλογία με τον – λιγότερο ή περισσότερο – γνωστό αφορισμό που δηλώνει ότι «ο χάρτης δεν είναι η επικράτεια», έτσι και η έννοια της τοπολογίας δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην περιγραφική αποτύπωση και διερεύνηση ενός τόπου με την γεωγραφική του έννοια ∙ όχι ότι τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά ενός τόπου, σε μικροεπίπεδο ή μακροεπίπεδο, παύουν να αποτελούν την βάση της μελέτης. Η τοπολογία, πέραν αυτού, μελετάει επίσης την συνέχεια που παρατηρείται στις ιδιότητες των γεωμετρικών τόπων έπειτα από μεταβολές, όπως επίσης μελετάει και τον τρόπο και την μορφή που οι τόποι συνδέονται μεταξύ τους – κάθε πεδίο των επιστημών και των ιδεών που εξετάζουν τον χώρο έχει και την δική του εφαρμογή της τοπολογίας.

Ο τόπος, σαν λέξη, μας προτρέπει, έστω και άθελα μας, να σκεφτούμε έναν χώρο με συγκεκριμένα, τυποποιημένα γεωμετρικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Έτσι, διαβάζοντας τον τίτλο Topology of Figments που έχει το συνεργατικό μουσικό πόνημα των Siavash Amini και Zenjungle, εύκολα παρασύρεται κανείς και εστιάζει μόνο στο πρώτο συστατικό, αυτό της τοπολογίας, και φαντάζεται τους γεωγραφικούς χώρους της Ελλάδας και του Ιράν να ενώνονται με έναν κοινό άξονα, παραβλέποντας το δεύτερο ουσιαστικό του τίτλου, το figments, δηλαδή τις ιδέες, τα νοητικά κατασκευάσματα ∙ εμμένοντας στην τοπολογία, η συνεργασία των δύο σπουδαίων εκπροσώπων του drone/ ambient ιδιώματος υποβαθμίζεται στο επίπεδο των τυπικών pop καλλιτεχνικών συνεργασιών – στην απλή «συνάντηση» δύο διαφορετικών μορφών «πολιτισμού» και «κουλτούρας».

Το συστατικό του figments, όμως, είναι το κλειδί για να εκτιμήσουμε το πραγματικό νόημα της μουσικής που περιλαμβάνεται στο Topology of Figments ∙ κι αυτό διότι οι ιδέες, τα νοητικά κατασκευάσματα – τα αποκυήματα, σύμφωνα με έγκυρα και έγκριτα λεξικά – δεν διαθέτουν εγγενείς γεωγραφικές και γεωμετρικές ιδιότητες, παρά μόνο εάν εμείς τις προσδώσουμε σε αυτά – όσο μπορεί κανείς να προσδώσει, έστω και θεωρητικά, υλικές ιδιότητες σε άυλα πράγματα. Οι τέσσερις μουσικές συνθέσεις που συγκροτούν το Topology of Figments δεν ενώνουν την Αθήνα με την Τεχεράνη, ή αντίστροφα ∙ η τοπολογία εδώ αφορά αχανείς μουσικούς υπερτόπους που δεν μπορούν να αποτυπωθούν ούτε σε γεωγραφικό χάρτη, ούτε σε γεωμετρικό κάναβο – ενώ οι συνδέσεις μεταξύ των υπερτόπων αυτών δεν αφορούν παρά μοναχά τις ιδέες και αντιλήψεις των δημιουργών τους. Η τοπολογία εδώ αφορά την συγκρότηση ενός κοινού drone/ ambient τόπου μεταξύ των δύο μουσικών, και αυτή είναι και η μεγάλη επιτυχία της δουλειάς: είναι δύσκολο, ακόμα και για τους πιο «μυημένους», να διακρίνουμε τις ιδέες του κάθε μεμονωμένου συντελεστή ∙ όλα ενώνονται σ’ ένα αδιαίρετο σύνολο που υπερβαίνει τόσο τον Zenjungle, όσο και τον Siavash Amini.

Εξετάζοντας τις αμιγώς μουσικές του αρετές, το Topology of Figments είναι μια άκρως ατμοσφαιρική και αρκούντως βαριά και σκοτεινή δουλειά, με πολύ έξυπνο χειρισμό των drone μοτίβων, εξαιρετική παραγωγή και απαράμιλλη μουσικότητα ∙ η πιο τυπική προτροπή της μουσικοκριτικής προς το κοινό, όσον αφορά τις δουλειές του συγκεκριμένου μουσικό ιδιώματος, είναι ότι θα πρέπει να μην απορρίψουν την δουλειά, αλλά να αφιερώσουν μερικά ακούσματα προκειμένου αυτή να αναδείξει τις αρετές της. Τέτοια προτροπή δεν χρειάζεται εδώ: όλα είναι φτιαγμένα και εκτελεσμένα με τέτοια μαεστρία, έτσι που οι επαναληπτικές ακροάσεις να μην στοχεύουν στην κατανόηση, αλλά στην απόλαυση της ακρόασης. Το Topology of Figments είναι ένα απ’ τα αριστουργήματα του 2016, και σίγουρα ένα άκουσμα που υπερβαίνει το 2016 – ακόμη κι από τοπολογική άποψη.

ΑΤΜ

Aidan Baker – Gamardah Fungus – The Cray Twins

Aidan Baker – Dualism (midira)

 “Αν το χάσεις, χάθηκε για πάντα”! O Aidan Baker προφανώς δεν συμφωνεί με το προαναφερθέν γνωμικό, καθώς στην εξαφάνιση του δίσκου, τον οποίο είχε ηχογραφήσει για χάρη της Midira, επέλεξε τη δύσκολη οδό της επανηχογράφησης του συγκεκριμένου υλικού! Μόνο που δεν υπολόγισε το παιχνίδι της μοίρας και τη στιγμή που είχε ολοκληρωθεί η εκ νέου αποστολή του δίσκου εμφανίστηκαν από το πουθενά οι παλιές ηχογραφήσεις του. Οπότε, από κοινού με το label αποφάσισε να το εκδώσει ως διπλό δίσκο με τον χαρακτηριστικό τίτλο… Dualism!

Ακούγοντάς το γίνεται ξεκάθαρο πως υπάρχουν διαφορές στις δύο εκδόσεις του ίδιου ακριβώς υλικού. Αρχικά οι χρονικές διάρκειες των συνθέσεων είναι ελαφρώς διαφορετικές, δείγμα πως ο δημιουργός δεν κινείται πάνω σε προκαθορισμένες γραμμές, αλλά αφήνεται στο πώς θα τον πάει η κάθε ιδέα κάθε φορά. Επίσης υπάρχει μια άνοδος της έντασης στη δεύτερη έκδοση η οποία ίσως να οφείλεται στην πίεση του να αποτυπώσει ξανά την ατμόσφαιρα και τις δυναμικές που είχε βγάλει την πρώτη και ως τότε μοναδική φορά. Προσωπικά πάντως θα δυσκολευόμουν να διαλέξω ποια έκδοση είναι προτιμότερη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην περίπτωση του Dualism  πρόκειται για μια δουλειά, η οποία τίθεται σαφώς υπέρ των πλεονεκτημάτων του δυισμού ως έννοια!

 

 

Gamardah Fungus – Herbs And Portions (flaming pines)

Η διαφορά του φαρμάκου από το δηλητήριο είναι στη δοσολογία. Αυτό ισχυρίζονται οι Ουκρανοί Gamandah Fungus με το νέο τους άλμπουμ το οποίο ηχογραφήθηκε σε δάσος της δυτικής επικράτειας .

Πιο συγκεκριμένα έχουμε πέντε αυτόνομες συνθέσεις, οι οποίες φέρουν την ονομασία πέντε αντίστοιχων βοτάνων, τα οποία ανάλογα με τη δοσολογία μπορούν είτε να θεραπεύσουν, είτε να προξενήσουν ζημιά στο δοκιμαστή. “Προσοχή στο Μανδραγόρα κρύβει μυστικά και δώρα”, όπως έλεγε και ο Νίκος Παπάζογλου σε ένα παρεμφερές -ως προς τη θεματολογία- άσμα του.

Η φιλοσοφία της ακρίβειας στην τοποθέτηση των ήχων και στη φυσικότητα τους κυριαρχεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μελαγχολία και τη νοσταλγία, στα κιθαριστικά αρπίσματα και τις ηλεκτρονικές παρεμβάσεις, στο σκοτάδι και το φως, οι συνθέσεις φέρουν τη μυρωδιά όχι μόνο του υγρού εδάφους ενός πρόσφορου δάσους, αλλά και της πηγαίας έμπνευσης, η οποία συνοδεύει πάντα τη θέαση ενός φυσικού τοπίου από τα μέσα. Αυτή η μουσική σαφώς εκρέει από τους δημιουργούς της, ώστε στη συνέχεια να βυθίζεται τόσο αβίαστα εντός μας.

 

 

The Cray Twins – The Pier ( Fang Bomb)

Ορχηστρική, drone ambient μουσική με αρτιστίκ εξώφυλλο υπαρξιακών αναζητήσεων ενός μοναχικού τύπου στον κόσμο του. Το όλο σκηνικό δεν είναι ακριβώς πρωτότυπο, αλλά μαγνητίζει το ενδιαφέρον. Οι συνθέσεις έχουν κάτι το έρπον και ενώ νομίζεις πως απεικονίζουν κάτι το ακίνητο, αυτές συνεχώς ελίσσονται σαν θολά νέφη που κινούνται πάνω από ρημαγμένες -όμως ακόμη εν ζωή- πόλεις.

Σε αντίθεση με άλλους δίσκους του είδους εδώ οι συνθέσεις είναι διακριτές (βλ. “Duao 1,2,3”) και δεν απλώνονται πολύ χρονικά,  ώστε να κουράζουν στην ακρόαση. Το The Pier επιφυλάσσει ορισμένες εκπλήξεις με την προσθήκη φωνητικών ή ήχων εκεί που δεν το περιμένεις και όσο το ακούς τόσο σε τραβάει στον κόσμο του απομονώνοντας σε από οτιδήποτε ξένο προς αυτό. Τότε είναι που το δικό του ξένο σώμα, αυτό στο εξώφυλλο, γίνεται καθολικά οικείο.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Moon Zero – VA/Tiny Portraits – Drew McDowall

Moon Zero – Self-titled (denovali)

Το φεγγάρι στο σημείο μηδέν, οι ήχοι στο υπόκωφο φόρτε τους, ένα θολό πείραμα, μια τρεμάμενη αίσθηση. Όσο κι αν όλα αυτά φαντάζουν κάπως ακατανόητα, υπάρχει μια κρυφή γοητεία στη μουσική τους διατύπωση που φέρει τον τίτλο του ολοκληρωμένου ντεμπούτου του Λονδρέζου Moon Zero. Αρχικά, η συγκεκριμένη μουσική προκαλεί ένα καλώς εννοούμενο χάσιμο, μια γλυκιά ζάλη. Όταν μάλιστα αυτή δεν ξοδεύεται σε στερεοτυπικές κυκλικές μανιέρες και αφήνεται να ερωτοτροπεί με μια ζωηρή ένταση, τότε τα αποτελέσματα αποβαίνουν ευεργετικά σε κάθε ακρόαση. Αποφεύγεται σε αρκετά σημεία μια χαμηλών τόνων προσέγγιση στις συνθέσεις και προτιμάται μια ευθεία διένεξη ήχων που ισορροπούν πάνω σε ένα αόρατο σκοινί, το οποίο κάνει ακόμη πιο αόρατα τα όρια μεταξύ drone, minimal και ambient. Χάρις στις οξείες γωνίες του δίσκου και την αίσθηση πως αυτή είναι η πιο άμεση και ολοκληρωμένη δουλειά που μας έχει δώσει ο συγκεκριμένος δημιουργός, το όλο άκουσμα μετατρέπεται στην πορεία σε άκρως εθιστικό.

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

VA – Tiny Portraits (flaming pines)

Στα χέρια μας έχουμε μια ιδαίτερη συλλογή που έχει ως επίκεντρο την διατύπωση της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και του τόπου, μέσω του ήχου. Τα τέσσερα τρίιντσα singles δημιουργήθηκαν από τον Siavash Amini (Ιράν), Yuco (Ιαπωνία), Zenjungle (Ελλάδα) και Sound Awakener (Βιετνάμ). Οι μουσικοί, με μια σύνθεση ο καθένας και η καθεμιά, μας μεταφέρουν σε ένα βαθύ πηγάδι έμπνευσης, που έχει σχεδιαστεί και εκτελεστεί με όλη την προσωπική και μουσική μαεστρία τους. Ακούγοντας το πρώτο κομμάτι με τίτλο “Luminous Stream Of Dawn”, νιώθουμε τη μέρα να μεγαλώνει και να είναι λουσμένη με φως, και τα πουλιά να ξυπνούν και να τραγουδούν τα τραγούδια τους. Ο Siavash Amini, με τη μουσική του, μας θυμίζει πως το Ιράν δεν είναι μόνο πολιτική. Συνεχίζοντας με το δεύτερο κομμάτι του Yuco με τον υδρόβιο τίτλο “Marine” μεταφερόμαστε σε κάποια ακτή χαζεύοντας το άπειρο μέσα από τον απαλό ήχο των κυμάτων. Φτάσαμε ήδη στο τρίτο κομμάτι “My Childhood Is My Only Homeland”. Στο συγκεκριμένο έχουμε ένα υπέροχο μείγμα από ηλεκτρονικούς ήχους και σαξόφωνο, όπως μας συνηθίζει ο Zenjungle, το οποίο μας ταξιδεύει αθώα στο χρόνο. Η παιδική ηλικία και οι μνήμες της είναι ένα καταφύγιο που ανατρέχουν οι ταραγμένες καρδιές και οι θυελλώδης σκέψεις μας. Τέλος, ακούμε το “Nocturar Scenes”. Από τα λίγα κομμάτια που η νύχτα και ο ήχος της κίνησης του σκοταδιού μπορούν να σε καθησυχάσουν. Διαλέγεις ένα κοντινό ήχο αυτοκινήτου, μπαίνεις μέσα και ταξιδεύεις μαζί με κάποια ψήγματα συνομιλιών μέσα στον συνολικό ήχο των διερχομένων οχημάτων.

 

 

 

 

Kat

 

Drew McDowall – Collapse (Dais Records)

 

 

Η εμπειρία είναι μια έννοια σχετική, ειδικά στη μουσική. Πιο συγκεκριμένα παρατηρούμε τις πρώτες δουλειές ενός ονόματος να περικλείουν τη ζωηρότητα του έργου του και τα χρόνια να προσμετρούνται ως βάσανο και όχι ως θετική αξία. Αντί να παροπλίζονται όμως τα ονόματα και οι μπάντες που έχουν μπει στα δημιουργικά -άντα τους, συνήθως συνεχίζουν να κουράζουν και να κουράζονται με τη συνεχή προβολή τους. Αυτό δεν ισχύει στη περίπτωση του Drew, καθώς μιλάμε για ένα πρώην μέλος των Coil, της μπάντας που ακόμη και στο φινάλε παρέμενε ριψοκίνδυνη και πρωτοπόρα με τις επιλογές της. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ο συγκεκριμένος περίμενε το 2015 για να βγάλει για πρώτη φορά κάτι ολότελα δικό του.

Ακούγοντας το δεύτερο του, πιο επίσημο, φετινό του πόνημα νιώθεις μια αύρα των ύστερων Coil να κατακλύζει το δωμάτιο. Ένα λεπτεπίλεπτο σκοτάδι δένει με ένα μυστήριο φως που η ικμάδα του δεν σβήνει ποτέ, καθ’όλη τη διάρκεια του άλμπουμ. Το σχεδόν εικοσάλεπτο εισαγωγικό άσμα που μας παγώνει στη θέση μας, δίνει τον τόνο, αλλά δεν χαρακτηρίζει καθολικά το δίσκο, καθώς όλα τα κομμάτια εδώ, με εξαίρεση το εμμονικό “Convulse”, διαθέτουν έναν αυτόνομο και καθηλωτικό χαρακτήρα. Μια σίγουρη, λοιπόν, επιλογή για όσ@ς αρέσκονται γενικότερα στην ηλεκτρονική μουσική.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

J Butler – Ken Camden – Noordwiijk

J Butler – Memory (flaming pines)

 

Memory J Butler.againstthesilence.com

 

Καθόλου τυχαία κάθε ανάμνηση συνοδεύεται από μια μακρινή μουσική. Στιγμές αλυσοδεμένες με την ηχητική τους χροιά, μπολιασμένες σε ένα μέρος κρυφό, ποτέ όμως ολότελα ξεχασμένες. Κοιτάζοντας τη νέα δουλειά του πειραματιστή J B είναι σαν να βλέπουμε μικρά ακαθόριστα επεισόδια του παρελθόντος να κυλάνε σε μια αβαρή ατμόσφαιρα. Μια παχιά στρώση ambient θολούρας περικλείει εντός της κιθαριστικά μινιμαλιστικά αρπίσματα που αναβοσβήνουν σχεδόν άρρυθμα.

Το αποτέλεσμα αποκτά μια χαλαρωτική υφή, καθώς ότι βιώθηκε στο χτες είναι σαν να παίρνει μαι γαλήνια μορφή σήμερα. Μια εξισορρόπηση μαζί του είναι αυτό που εκφράζεται στα κομμάτια του Memory, αναγνωρίζοντας πως όλα είναι εφήμερα εκτός του χώρου που καταλαμβάνει το διηνεκές παρόν. Το συγκεκριμένο άκουσμα για τους παραπάνω λόγους συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όσ@ς αργούν να ξυπνήσουν το πρωί έχοντας μοναδικά εφόδια έναν αργό καφέ και μια ακόμη πιο αργή μουσική.

 

 

Ken Camden – Dream Memory (kranky)

 

Kencamden.againstthesilence.com

 

O συγκεκριμένος μουσικός όταν δεν παίζει κιθάρα στους Implodes, κυκλοφορεί μόνος του πειραματικούς-ονειρικούς δίσκους. Δύσκολο να περιγράψεις με λίγα λόγια την μουσική που δημιουργεί, καθώς η ambient, το kraut και η ψυχεδέλεια αναμειγνύονται για να βγει κάτι που θυμίζει ταυτόχρονα πολλά και τίποτα. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τι έχουμε με τη νέα του κυκλοφορία.

Από σιωπηλά πρωινά, σε scifi σκηνές τρόμου και από αγνές μελωδίες σε θολά τοπία, το Dream Memory ακούγεται σαν μια λειψή ανάμνηση ενός μακριού ονείρου. Ο ήχος είναι προσεκτικά σμιλευμένος, αλλά οι συνθέσεις είναι σαν να μένουν ανολοκλήρωτες. Σίγουρα το τέλος του άλμπουμ θα επιφέρει μια γλυκιά γεύση, αλλά οι εικόνες που παρεισφρήσαν στα στάδια του ύπνου πιθανόν να μην ανασυρθούν σώες από το κάλεσμα της μνήμης.

 

 

Noordwiijk – Sailor Boy II (Jeunesse Cosmique)

 

noordwiijk.againstthesilence.com

 

Τα soundtrack για ταινίες που δεν φτιάχτηκαν ποτέ αποτελούν σκιές χωρίς όψη, με την ακρόαση να παίζει τον ρόλο της αφής και της όρασης. Το μυστήριο αυτό όνομα από τον Καναδά το οποίο είναι ουσιαστικά το προσωπικό σχήμα του Jeremie Jones, κυκλοφόρησε φέτος ένα μουσικό έργο βασισμένο σε μια φανταστική ταινία όπου εξιστορείται ένα υπερατλαντικό ναυτικό ταξίδι ενός νέου το 1952. Ίσως οι πληροφορίες εδώ να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία, πέρα από το γεγονός πως έχουμε να κάνουμε με μια σκοτεινή πορεία στο άγνωστο. Είναι σαν οι ήχοι να αποτελούν οι ίδιοι ένα αίνιγμα το οποίο μόνο μια ενδελεχής έρευνα πάνω στα ηλεκτροακουστικά μέσα μπορεί να διαλευκάνει.

Όσο προχωρά μάλιστα ο δίσκος γίνεται πιο αφηρημένος και πειραματικός, τα κύματα πιο απειλητικά και οι χρόνοι πιο χαοτικοί. Το περίεργο είναι πως το όλο αποτέλεσμα διέπεται σε ορισμένα μέρη από τις συνηθισμένες αδυναμίες που χαρακτηρίζουν τα κανονικά soundtrack, όταν μερικές φορές οι ήχοι χωρίς τις εικόνες που είχαν αποστολή να ντύσουν, στέκουν μετέωροι και ελαφρώς αμήχανοι. Πάντως ακούγοντας το είναι σαν να νιώθεις τον αέρα να ορίζει την πορεία και την στεριά να αργεί να φανεί. Συνολικά έχουμε ένα άκρως ανεμοδαρμένο άκουσμα.

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Celer – Arash Akbari – Zenjungle

Celer – Jima (I, Absentee)

celer.jima.againstthesilence.com

Πίσω από το όνομα Celer κρύβεται μια τραγική ιστορία. Στην αρχή το σχήμα αποτελούνταν από το ζεύγος Will Long και Dani Baquet. Το 2009 η τελευταία έχασε την ζωή της στην ηλικία των 26 από καρδιακή προσβολή αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στον σύντροφο-συνεργάτη της. Υπό αυτό το πρίσμα οι μουσικές που έχει γράψει ο ίδιος μετέπειτα ως Celer περιέχουν σε ένα βαθμό το στοιχείο της κάθαρσης, αλλά και της μνήμης ως μια βαριά άγκυρα στο λιμάνι του χρόνου.

Υπάρχει μια ομοιότητα στις κυκλοφορίες του Celer ως προς την απαλή υφή των ήχων. Προσέχοντας πάντως τις λεπτομέρειες παρατηρούμε πως για παράδειγμα εδώ τα δύο εικοσάλεπτα κομμάτια του δίσκου διαφέρουν αρκετά ως προς την σκοτεινότητα τους. Το “Distant Misgivings” είναι γαλήνιο και σχεδόν ακίνητο, ενώ το “The Potential Of The Unnecessary” ακούγεται σαν ένας αργός εφιάλτης που ξυπνώντας δεν θυμόμαστε ακριβώς τι περιείχε. Κοινός παρανομαστής είναι βεβαίως οι ατμόσφαιρες που θυμίζουν σύννεφα που διασχίζουν τον υπερβολικά μεγάλο ουρανό. Κάπως σαν την εικόνα του εξώφυλλου, κάπως σαν τις σκέψεις που οι μουσικές σαν κι αυτές εδώ βοηθάνε να πάνε ένα βήμα παραπέρα.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Arash Akbari -Vanishing Point (flaming pines)

arash.againstthesilence.com

Η μουσική του Ιρανού Arash Akbari είναι μυστηριώδης, σκοτεινή και διαφέρει σίγουρα από την ambient που ξέρουμε. Με τεράστια γκάμα ασυνήθιστων θορύβων, κροταλισμάτων και ήχους, πάνω σε βαριά επένδυση μεταφυσικής ατμόσφαιρας που ρέει αργά στο χρόνο, άλλοτε του διαστήματος, άλλοτε των υγρασιασμένων θαλάμων ενός αρχαίου περσικού ιερού, το Vanishing Point είναι σίγουρα εικονοκλαστικό. Τα τρία συνεχόμενα κομμάτια υπό τον τίτλο “Constant Blackness” σε έχουν κοκαλώσει σε ένα παγερό, νεκρικό κενό στο οποίο βρίσκεσαι αντιμέτωπ@ με το Πραγματικό χωρίς λέξεις για να το επενδύσεις. Στο δε ”Rays from a dead star” , τα τεχνάσματα της ακουστικής, με τα μονοφωνικά περάσματα από τη μία πλευρά στην άλλη διαπερνούν το σώμα, κυριολεκτικά.

 

 

cari

 

Zenjungle – All Of Our Yesterdays (future sequence)

all-of-our-yesterdays-zenjungle.againstthesilence.com

Αν υπάρχει μια γραμμή που συνδέει όλες τις χτεσινές μέρες, σίγουρα αυτή είναι ακαθόριστη. Ο Zenjungle προσπαθεί εδώ να την αποτυπώσει ηχητικά με το 22λεπτο του νέο κομμάτι που αποτελεί ένα επεισόδιο της σειράς digital μίνι κυκλοφοριών της Future Sequence. Αν και βαδίζει αργά, εντούτοις η συγκεκριμένη σύνθεση βγάζει μια νευρώδη ένταση. Μιλάμε για μια μουσική όχι απλά ατμοσφαιρική, αλλά συνυφασμένη με ένα πέπλο σκούρων ήχων που καλύπτει στοργικά τα αυλάκια του εγκεφάλου. Σαν τις πίσω μας σελίδες που βρίσκονται εκεί, αόρατες μα πάντα παρούσες.

Ένα θρόισμα μικρών θορύβων φέρνει στο νου τύψεις για τα περασμένα και η ροή τους οδηγεί σε μια καθολική κορύφωση, η οποία αργεί κάπως να έρθει, που μοιάζει με την αέναη λύτρωση που μας σπρώχνει να βαδίσουμε όρθι@ και την επόμενη μέρα. Το σήμερα όμως είναι το δύσκολο, τα άλλα υπήρξαν ή έπονται.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Tegh & Kamyar Tavakoli – Sound Awakener – Corder Ritger Yantis

Tegh and Kamyar Tavakoli – Through The Winter Woods EP (hibernate)

 

tegh.hinernate.againstthesilence

 

Κατεβασμένες οι γρίλιες. Προσποίηση πως είναι βράδυ, κάνει κρύο και στέκεις αποκλεισμέν@ στο κέντρο ενός ερημικού δάσους, με μια άγνωστη απειλή ή σωτηρία να πλησιάζει. Κάπου μακριά μπορεί και να συμβαίνουν όλα αυτά και κάποιοι (πιο συγκεκριμένα δύο Ιρανοί πειραματιστές) να προσπαθούν να τα αποτυπώσουν σε ήχους. Το περίγραμμα όμως φαντάζει πολύ στενό για να χωρέσει το πλάτος και το βάθος της μουσικής εδώ. Πλάτος συναισθημάτων και βάθος σκέψεων. Το μόνο όριο που τίθεται στην φαντασία, είναι η σύντομη διάρκεια που συνήθως διαρκεί μια εκστατική ένταση, μακριά από το στημένο παιχνίδι των αναμενόμενων εκρήξεων. Αυτή η μουσική, όμως, αν και διαρκεί λίγο, φτιάχτηκε σαν να μπορεί να κρατήσει ένα όνειρο ζωντανό για πάντα.

 

 

Sound Awakener – September Traveller (selfreleased/Grundkeuz Project)

 

soundawakener.againstthesilence

 

Κάθε μήνας έχει την μουσική που του αρμόζει και σίγουρα ο χάρτινος ή μη Σεπτέμβρης δεν έχει παράπονο. Ίσως να φταίει η μυρωδιά του χαμένου καλοκαιριού που αφήνεται πίσω φέρνοντας όνειρα για τον επερχόμενο χειμώνα. Μπορεί βέβαια να μην έχουμε τώρα (ή πάντα) Σεπτέμβρη, άλλα η αύρα του δεν περιορίζεται κάπου χρονικά. Σχηματικά, επέλεξε για αυτόν τον λόγο να δώσει η Βιετναμέζα Nhung Nguyen τον τίτλο September Traveller στην συγκεκριμένη συλλογή παλαιότερων κομμάτιων της, ώστε να αποδοθεί η πορεία ενός ταξιδιού χωρίς τελειωμό, όπως είναι καθ’ αυτή η μουσική.

Οι συνθέσεις της κυλάνε χωρίς κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο και είναι σαν να κόβονται αναγκαστικά στο τέλος με κύριο χαρακτηριστικό την παραμόρφωση πιανιστικών μελωδιών σε σημείο ανάποδου παιξίματος τους. Μια πρωινή πάχνη ατονεί τα χρώματα, όπως φαίνεται και στο εξώφυλλο, και μια αφαιρετικής μουσική εμφανίζεται στο επίκεντρο με άξονα το δεκαεξάλεπτο “The Shade You’ve Become”που καταδύεται σε ένα ημίφως γεμάτο αόρατα αρώματα. Αν και αρκετά αφηρημένο, το τελικό αποτέλεσμα έχει κάτι μεστό να πει για σκέψεις που φαντάζουν ανείπωτες καλύπτοντας την σιωπή τους στοργικά.

 

 

Corder Ritger Yantis – Possesion (flaming pines)

 

Corder Ritger Yantis.againstthesilence.com

 

Βοή : αρχή των πάντων και  βάση των ιδεών κάθε μελλούμενου, ανείπωτου και απραγματοποίητου. Η δισκογραφική συνεργασία των Off The Sky, Radere και Yantis ακούγεται σαν μια μόνιμη ζάλη με τις νότες να συγκρατιούνται από έναν βρώμικο άνεμο και οι τόνοι να στέκουν πάνω από την ίσαλο γραμμή μιας ακαθόριστης θραύσης ηχοκυμάτων. Θα το ονομάζαμε, αλλιώς, μινιμαλισμό το όλο μουσικό αποτέλεσμα και όντως αυτό παραπέμπει σε ένα μειλίχιο νανούρισμα στο κέντρο μιας υγρασιασμένης πόλης. Οι ήχοι φαντάζουν περισσότερο διακριτικοί παρά έντονοι και η ταχύτητα που τους χαρακτηρίζει είναι σχεδόν πένθιμη. Το νήμα, όμως, μιας πηγαίας ατμοσφαρικότητας δεν χάνεται σε κανένα σημείο του δίσκου και ίσως αυτός να ήταν και ο στόχος των δημιουργών του.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης