Dublin Diaries # 3

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

Και το έκανα. Περπάτησα και μετά περπάτησα κι άλλο. Περπάτησα μέχρι που άρχισα να ιδρώνω. Ίσως ξέφυγε κάπου και κάποιο δάκρυ, δεν είμαι σίγουρος. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι λιώνουμε. Οι κόποι και οι χαρές μας γίνονται υγρά. Ίσως, μάλιστα, όταν λιώνουμε να είναι οι στιγμές που είμαστε περισσότεροι ζωντανοί. Οι οργασμοί, ο ιδρώτας, τα δάκρυα… κορυφώσεις του πόνου, του μόχθου, της ευτυχίας. Περπατούσα κι έλιωνα.

Κατέβηκα την Taylor’s hill road σαν φάντασμα. Δεν πρόσεχα καν τα αναρίθμητα πιτσιρίκια που πάνε με πατίνια και ποδήλατα κάθε μέρα στο σχολείο. Δεν έδωσα σημασία στα ημιπολυτελή αυτοκίνητα (εδώ δεν έχει κρίση) που κατηφορίζουν προς το ποτάμι ή για το αν άρχισε να βρέχει. Φτάνω στον πεζόδρομο, να τος ο Jim. Σφίγγω τα δόντια και λέω την πρώτη, ψεύτικη μα γενναία καλημέρα της μέρας.

Σκεφτόμουν την ομίχλη της προηγούμενης νύχτας. Τέσσερις το πρωί στεκόμουν στο μπαλκόνι χαμένος στην αμφιβολία. Ο κόσμος ακίνητος και σιωπηλός. Ο κόσμος πάντα σταματάει νύχτες σαν αυτή. Πίσω μου ένας καθρέφτης αντανακλά. Το καθρέφτισμα της ομίχλης… Το μυαλό μου στάθηκε πολύ στην εικόνα, στη σημειολογία, στη μεταφορά. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο θολό και αφηρημένο από έναν καθρέφτη στην ομίχλη. Ευχήθηκα, όταν έρθει η αυγή να διώξει όλες τις ομίχλες και να μη μείνει τίποτα παρά λίγη υγρασία στο χορτάρι, λίγη υγρασία στις ζωές μας. Να λιώνουμε, αλλά να γινόμαστε στέρεοι ξανά για λίγο. Να μπορεί αυτή τρελή σφαίρα να συνεχίζει τον ξέφρενο χορό της.

Για κάποιο λόγο, ξεπήδησε μια πολύ συγκεκριμένη ανάμνηση. Τέλη Απριλίου, 2002. Όπως πάντα στο τρένο, όπως πάντα διαδρομή από κάπου προς Πατήσια. Βράδυ. Ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι πρέπει να κάνω, ανήμπορος να βάλω τις σκέψεις να ταξιδέψουν ευθεία σαν το τρένο που με πάει. Τότε, ο απέναντι κύριος –δεν είδα ποτέ το κεφάλι του, αλλά τον ευχαριστώ– σήκωσε την εφημερίδα του. Το πρωτοσέλιδο έγραφε παχιά παχιά: ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΟΡΚΟΥΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ ΟΤΑΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ. Στο σαλεμένο και ανυπόταχτο μυαλό μου, αυτή ήταν η απάντηση που έψαχνα. Αυτό ορκίστηκα τότε, αν και οι μετέπειτα αποφάσεις μου είχαν τραυματικές συνέπειες. Αυτό ορκίζομαι και τώρα. Ξέρω ότι, σε καιρούς ειρήνης, ο εχθρός σε πιάνει απροετοίμαστο. Μετά το πρώτο σάστισμα όμως, είμαι ξανά όρθιος να πολεμήσω. Πήγα, ήρθα, έφυγα, μετάνιωσα, ξεκίνησα ξανά, είδες πόσο μακριά φτάσαμε;

Ξημέρωσε και πρέπει να πάω στη δουλειά. Πλησιάζω διστακτικά το παράθυρο και κοιτάω έξω. Οι ομίχλες έφυγαν και ο ουρανός έχει ένα βαθύ μοβ χρώμα, ακριβώς όπως σου αρέσει. Έλιωσα αρκετά χτες, αλλά πρέπει να λιώσω κι άλλο.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dublin Diaries #1 – Αναζητώντας τη χώρα του ήχου

 Ξέρω τι κάνατε ενώ εγώ ανίχνευα σκοντάφτοντας σε νέα εδάφη. Διακοπές. Λιαζόσασταν και πίνατε freddo ολημερίς. Ήλιος, αλμύρα, τσίπουρα ή mojito, ο καθένας στο δικό του μαζικό μοτίβο. Εγώ προσγειώθηκα σε μια μακρινή γη κι έβγαλα από τη βαλίτσα όλες τις φθινοπωρινές μου ζακέτες. Ξέρω τι κάνατε όταν εγώ διάλεγα μακρυμάνικο για να βγω στον δρόμο κάθε πρωί, αλλά δεν με πειράζει. Δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που μετανάστευσε, αλλά σίγουρα, περισσότερο από ποτέ, ένιωσα σαν άγιος και σαν κανένας. Απόλυτα μοναδικός και αριθμός στατιστικής. Ταξιδευτής και κουρελής. Δεν με πειράζει, εξάλλου το ήξερα. Και είπα να ξεκινήσω να σκοντάφτω, ανιχνεύοντας.

 Στην αρχή δούλευε κυρίως η όραση. Νέες εικόνες, νέες φάτσες, νέοι δρόμοι, νέος παλμός. Το μάτι σκανάρει τους καινούριους ορίζοντες και προσαρμόζεται στο περιβάλλον. Όλες οι πόλεις είναι σαγηνευτικά θηρία, ικανές να σε μαγέψουν ή να σε καταπιούν, η κάθε μία όμως έχει την αύρα της. Πρέπει να τη δεις και να τη νιώσεις για να καταλάβεις. Να καταλάβεις το βήμα που έκανες σε ποιο μέρος τελικά σε έβγαλε. Το μάτι ψάχνει το οικείο και το μη οικείο ταυτόχρονα. Ικανοποιείται και με τα δύο ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Το Δουβλίνο στο μάτι μοιάζει με έναν πίνακα του Ρομαντισμού, τονίζει τα ιδεώδη και τις ομορφιές του και καλλιεργεί το φαντασιακό σου κομμάτι. Το μάτι χορταίνει. Όμως, δεν μπορεί να σε κάνει να ανήκεις. Χρειάζεσαι το αυτί κι εκεί θα παιχτεί όλο το παιχνίδι…

 Από κάθε pub βγαίνει ο ήχος από σαματατζίδικα traditional σχήματα. Ο χαμός από τις χαρούμενες φωνές των θαμώνων που κρατούν ποτήρια με μαύρες μπίρες μπλέκεται με irish pipes, bodhran και βιολιά. Είναι ένας γλυκός χαμός, που ζεσταίνει την ψυχή και δημιουργεί ένα αξιόπιστο υπόβαθρο για κάθε τόπο. Ναι, υπάρχει γλύκα και ζεστασιά και αγάπη για την παράδοση. Τα θαλασσοπούλια όμως που κρώζουν δαιμονικά πάνω από το κεφάλι μου μεταφέρουν τα δικά τους αινιγματικά καλέσματα. Κάποιες φορές μοιάζει σαν να με καλούν να αναζητήσω έναν μυστικό ήχο. Ή τον δικό μου ήχο. Ή κάτι άλλο που δεν έχω ακόμα καταλάβει. Άλλες φορές μοιάζουν σαν να με περιγελούν. Άλλες σαν να με συγχαίρουν για κάτι. Όλες όμως τις φορές που τα ακούω, σκέφτομαι ότι η δική μου αλήθεια δεν κρύβεται σε όσα βλέπει το μάτι, αλλά σε όσα “βλέπει” το αυτί. Είναι η μουσική η μόνη αληθινή γλώσσα; Είμαι έτοιμος να το δεχτώ.

 Να λείπουν τα αστειάκια για τον μετανάστη που ακούει Καζαντζίδη. Δώδεκα μπλουζάκια έχω όλα κι όλα μαζί μου, και τα 5 είναι μουσικά. Είναι αυτά που ήθελα να κουβαλήσω σαν ανάμνηση, είναι οι λέξεις που ξέρω, οι δηλώσεις που θέλω να κάνω. Ένα Ruined Families (γιατί “forever at war with the place I was born’’…), ένα Need γιατί είναι φετινή φωτιά, ένα Seraphim Tsotsonis για να θυμάμαι ότι έπαιξα κι εγώ μέσα, ένα Neubauten γιατί έτσι μου κατέβηκε κι ένα Faith No More γιατί έτσι επιβάλλεται. Αυτά είναι τα εφόδια των δηλώσεων μου. Είναι το πραγματικό μου διαβατήριο στις χώρες του ήχου. Με αυτά θα ξεκινήσω να σε γνωρίζω, Ιρλανδία, και για να δω αν θα τα πάμε καλά, πρέπει να μου πεις κι εσύ τι έχεις. Δες στο TripAdvisor τι πρέπει να δεις/φας/κάνεις. Εγώ θα σου πω άλλα. Overhead, the albatross, είναι γκρουπάρα που ξέρουν αρκετοί. Πόσοι progsters ξέρουν όμως τους θεούς Yurt; Πόσοι επικομεταλλάδες τους Mael Mordha; Πόσοι ατμοσφαιρικοί blacksters τους φοβερούς From The Bogs Of Aughiska; Έχει κι άλλα. Dread Sovereign και Owlcrusher και Death the Leveller. Έχεις ζουμί, Ιρλανδία, σε παραδέχομαι. Έχουμε πολύ καλή βάση για να ξεκινήσουμε. Κι έχουμε μόλις συστηθεί.

 Και κάπως έτσι μοιάζει να ξεκινάει το πραγματικό ταξίδι. Στις ήρεμες όχθες του ποταμού Liffey ο “Ψηλός Μαύρος Δούκας” των Oxbow ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα. Το Sound Cellar το πρώτο δισκάδικο που (ξανά) αγάπησα – θεοί, έχει μέσα και κασέτες! Και σε λίγες μέρες θα κατέβω στην πρώτη μου υπόγα, το Voodoo Lounge, για το πρώτο μου underground ξεχαρμάνιασμα, σε διήμερο heavy psych festival με Solstafir headliners. Not bad.

 Νόμιζα ότι η γλώσσα μου είναι τα ελληνικά κι ότι ομιλώ εξαιρετικά την αγγλικήν. Η αλήθεια είναι όμως ότι η μόνη γλώσσα που ξέρω είναι της αγάπης, για τη γυναίκα και το παιδί που πήρα μαζί μου, για το ταξίδι το ίδιο και για τη μουσική. Ο ήχος είναι αυτός που θα με βοηθήσει να βγάλω ρίζες, αν πρόκειται να βγάλω τέλος πάντων. Η παράδοση, η συννεφιά, ο Liffey, οι ιρλανδικές γκρουπάρες και τα μπλουζάκια μου είναι οι σύμμαχοί μου στη δημιουργία αυτής της νέας γλώσσας. Όλα όμως γίνονται ενώ τα θαλασσοπούλια κρώζουν, πάντα κρώζουν στη δική τους, κι εγώ παραξενεμένος προσπαθώ να καταλάβω τι λένε. Κρώζουν ενώ σκοντάφτω ανιχνεύοντας, είμαι ο άγιος κανένας και δεν με πειράζει τι κάνατε φέτος το καλοκαίρι, γιατί έχω πολλές νότες να με κρατάνε ολόρθο! Ίσως πιο όρθιο από ποτέ.

Αντώνης Καλαμούτσος