Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dale Cooper Quartet & The Dictaphones – Ex Eye – Brandon Seabrook

Dale Cooper Quartet & Τhe Dictaphones – Astrild Astrild (Denovali Records) 

Όπως θα έκανε στη θέση μου κάθε παλαβός με τον David Lynch, βλέποντας το φανταστικό τους όνομα, ήθελα, πραγματικά ήθελα, να προκύψει ένα καλό album. Η κολεκτίβα από τη Γαλλία δεν με απογοήτευσε, θα έλεγα ότι το πήγε και λίγο παραπέρα. Υπάρχουν από το 2006 και αυτοπροσδιορίζονται ως dark jazz, ταμπελίτσα ελκυστική μα ταυτόχρονα γενικότατη, ασαφής και αμφίσημη, ως κοφτή Πυθίας απάντηση. Υπάρχει μια γερή δόση αλήθειας, αφού ναι, η μουσική τους είναι σκοτεινή και, ναι, τζαζίζει μελαγχολικά. Την ίδια στιγμή, χάνεται σε drone/ambient δρόμους, ορκίζεται στο όνομα του ύψιστου τζαμαριστού αυτοσχεδιασμού και διακοσμεί τη βιτρίνα της με τρεις εξαιρετικούς τραγουδιστές που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στα ‘50s. “Sinatra in ambience’’, σκέφτηκα σε στιγμές. Κι όμως, ναι. Ως βίωμα, το Astrild Astrild μοιάζει με το ατελείωτο νυχτερινό ταξίδι ενός τρένου μέσα σε μια ανύπαρκτη μητρόπολη.

 Τα απλωμένα πνευστά βουτάνε σε αβύσσους, απλώς αλλάζοντας ημιτόνια με μια θριαμβευτική less is more σιγουριά και το τρένο σφυρίζει με ανθρώπινες αναπνοές. Μεραρχίες από χλωμά πορτοκαλί φώτα, σπειροειδείς λεωφόροι και μαύρα τούνελ εναλλάσσονται τυχαία, ατέρμονα. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι, πας σε στιγμές να αποκοιμηθείς, πετιέσαι από όνειρο σε όνειρο κι οι σκέψεις σου δεν έχουν συνοχή. Αυτό το μέρος δεν είναι το Twin Peaks (αν και ως μπάντα τον Badalamenti τον έχουμε μελετήσει) και σίγουρα δεν είναι η γενέτειρα τους Brest, κάπου εκεί στη Βρετόνη. Είναι μια γιγάντια πόλη – μήτρα του μέλλοντος που χάνεται στις ζωντανές της ονειροπολήσεις. Ένα άλμπουμ στο οποίο δεν μοιάζει να συμβαίνουν πολλά. Αν του δώσεις όμως τη σωστή συνθήκη, επιταχύνει και ό,τι μοιάζει ως στατικό μετατρέπεται σ’ ένα παράξενο ψυχικό time-lapse.

Ex Eye – Ex Eye (Relapse)

 Το όνομα του Colin Stetson και το πλήρως ανένταχτο και μοναδικό bass saxophone του είναι το δόλωμα γι’ αυτήν την κυκλοφορία, κι αυτό όμως δεν θα μπορούσε να μας υποψιάσει για το πόσο λαμπρός θησαυρός κρύβεται εδώ. Είναι η τρίτη φορά φέτος (μετά από Exquirla και Igorrr) που αισθάνομαι ότι ακούω μουσική αγέννητη, τέχνη από το μέλλον. Το αμερικάνικο αυτό κουαρτέτο στο ομώνυμο ντεμπούτο του ίσως και να τους ξεπερνάει όλους. Τα βιογραφικά των Fox/ Summerfield/ Ismaily που πλαισιώνουν τον Stetson αρκούν για να καταλάβει κανείς ότι εδώ θα υπήρχε ένας πειραματικός οργασμός. Οι λέξεις όμως είναι κούφιες και δεν μπορούν να τον περιγράψουν: πρόκειται για ένα απίθανο post/metal/ prog/ jazz όργιο, που αιχμαλωτίζει σώμα και νου σε μια δαιδαλώδη κοσμική λούπα, όπου τίποτα δεν αποκλείεται και τίποτα δεν είναι βέβαιο. 

 Άκουσμα που σταδιακά σε εξαϋλώνει και καταλήγεις να πλανιέσαι ως ανώνυμος ήχος σε ένα άγνωστο βασίλειο, όπου κανένας γνωστός φυσικός νόμος δεν ισχύει. Το παίξιμο όλων είναι ανεπανάληπτο –ειδικά ο Shahzad Ismaily χαρτογραφεί με τα synth του το άγνωστο διάστημα– ακόμα όμως και αυτό μοιάζει σαν λεπτομέρεια που ωχριά μπροστά στο βάθος της συνολικής τους αισθητικής.

 Πραγματικά ένα άλμπουμ που αυτόματα τοποθετεί τους δημιουργούς του στην πραγματική πρωτοπορία του σκληρού ήχου. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι στα προσωπικά μου αγαπημένα της χρονιάς –δεν ξέρω πόσο ψηλά– και μάλλον η απόλυτη έκφραση της μουσικής προοδευτικότητας για το 2017. Να το πω αλλιώς. Ακούγοντάς το, ίσως νιώσεις σαν τους πίθηκους που χαζεύουν τον Μονόλιθο του Space Odyssey. Θα με βρεις κι εμένα εκεί να τον θαυμάζω και να τον τρέμω!

 

Brandon Seabrook – Die Trommel Fatale (New Atlantis Records)

 Ο Brandon Seabrook είχε ψηφιστεί πριν από λίγα χρόνια ως ο καλύτερος νέος jazz κιθαρίστας της Νέας Υόρκης. Η τιμή δεν είναι μικρή και υποδηλώνει ότι αυτός ο μυστήριος τύπος κάτι μάλλον κάνει καλά. Πραγματικά, η τεχνική του σε κιθάρα και μπάντζο αγγίζει τα όρια του υπερρεαλιστικού, πρέπει όμως να προειδοποιήσω ότι αυτή η jazz δεν είναι για τους πολλούς. Το Die Trommel Fatale βρίσκεται κοντά στα έσχατα άκρα της free jazz και των άγρια πειραματικών ορέξεών της, συνεπώς τα αυτιά που αναζητούν κάτι δομικά κατανοητό ας μείνουν μακριά.

 Το παρόν άλμπουμ βασίζεται ουσιαστικά πάνω σε μια αντιπαράθεση: η σαλεμένη κιθάρα του Seabrook ενάντια σε τσέλο, μπάσο, electronics και δύο ντραμς. Το σύνολο των αυτοσχεδιασμών χτίζουν πάνω στην προαναφερθείσα σύγκρουση, παράγοντας στιγμές συμπυκνωμένου θορύβου, αλλά και καθαρού κενού χώρου. Η σύγκρουση αυτή και η εξερεύνηση των ρυθμικών δυνατοτήτων της μοιάζει να είναι και ο απώτερος στόχος αυτού του μουσικού ταξιδιού. Όποιος αρέσκεται σε ακαδημαϊκές ακροβασίες και αυτοσχεδιασμούς ως το κόκαλο θα το βρει από ενδιαφέρον ως πολύ καλό, οι υπόλοιποι ίσως απλώς ανυπόφορο.

Αντώνης Καλαμούτσος

Building Instrument – Fogh Depot – The Swifter

Building Instrument – Kem Son Kan å Leve (Hubro)

buildinginstrument.againstthesilence

 Κατά μία άποψη, η εκούσια χρήση μιας λιγότερο κοινής γλώσσας, πέρα από το να εξάπτει την φαντασία και την περιέργεια των ακροατών, ταυτόχρονα διαμορφώνει – υπογείως ή υπεργείως – ένα συγκεκριμένο αισθητικό πρότυπο, ανάλογα με την εικόνα που έχουμε για την (εθνική) ιδιοσυγκρασία των φορέων της γλώσσας αυτής, ασχέτως του εάν η εικόνα αυτή βασίζεται σε στερεότυπα καθιερωμένα από τρίτο χέρι ∙ κι ακριβώς επειδή η χρήση τέτοιων γλωσσών αναγκαστικά φέρνει στην επιφάνεια τα στερεότυπα, κι επειδή λίγο-πολύ τα στερεότυπα καθορίζουν και την αντιμετώπιση που έχει κανείς απέναντι στους φορείς της γλώσσας, είναι πάντα ωφέλιμο να θυμόμαστε ότι, όπως έχει αποδειχθεί ξανά και ξανά (και ξανά), το γεγονός ότι κάποιος ή κάποια μιλάει μια ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει ότι λέει και κάτι το ενδιαφέρον. Το τρίο των Building Instrument κυκλοφόρησε αισίως τον τρίτο του δίσκο ∙ το Kem Son Kan å Leve – μια κατά προσέγγιση μετάφραση του τίτλου είναι «Ποιος ξέρει πώς να ζει» – αποτελείται από 6 κομμάτια αιθέριας, ονειρικής electro (κυρίως) / pop μουσικής, που δίνει την εντύπωση φλερτάρει ανοιχτά την folk μουσική (περισσότερο λόγω των φωνητικών μελωδιών), ή έστω τη συνθετική νοοτροπία της folk μουσικής.

 Το Kem Son Kan å Leve καταρρίπτει ένα στερεότυπο: αυτό του αρκτικού νορβηγικού χειμώνα, της βαριάς συννεφιάς και της ατέρμονης χιονόπτωσης ∙ μολονότι προσεγγίζουν σε κάποια (ελάχιστα) σημεία το στερεότυπο της βόρειας σκοτεινιάς, τα κομμάτια του Kem Son Kan å Leve είναι αναπάντεχα φωτεινά και ελαφριά – αιωρούνται, εκτυλίσσονται, χωρίς όμως να κατασταλάζουν κάπου, κάτι που εντέλει λειτουργεί αρνητικά: το Kem Son Kan å Leve διακρίνεται από μια υπερβολική μελωδικότητα, μια πλήρη απουσία εντάσεων, αλλά και μια συνολικότερη ομοιομορφία στο ύφος και στην κατεύθυνση των συνθέσεων. Ο συνδυασμός όλων αυτών διαμορφώνει, εκούσια ή ακούσια, μια γενικότερη lounge αισθητική. Με λίγα λόγια, παρά τις μελωδικές του χάρες, ο δίσκος παραείναι χαλαρός, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις στα 37 λεπτά της διάρκειας του. Ίσως κάποια μεμονωμένα κομμάτια (π.χ. “Fall”) στέκονται – σαν συνολικό άκουσμα, ωστόσο, η εντύπωση που προκαλούν (τα στερεότυπα που λέγαμε) εξαντλείται πιο σύντομα απ’ ότι θα έπρεπε.

Fogh Depot – Turmalinturm (Denovali Records)

foghdepot.againstthesilence

 Οι Μοσχοβίτες Fogh Depot ανήκουν σ’ ένα νέο μουσικό κύμα που επεκτείνεται τα τελευταία χρόνια. Αυτό που χαρακτηρίζει το κύμα αυτό είναι η δημιουργική αξιοποίηση και ο συνδυασμός στοιχείων από αρκετά μουσικά ρεύματα των τελών του 20ου αιώνα έως σήμερα, όπως είναι το trip-hop, η dark jazz, η electronica, η κινηματογραφική μουσική, το drone / ambient κ.α., διαμορφώνοντας μια μουσική φόρμα που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε – με αρκούντως παραστατικό τρόπο – ως μουσική πόλεων ∙ δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που όλα σχεδόν αυτά τα μουσικά ρεύματα σχηματοποιήθηκαν έχοντας ως κοινό άξονα τη ζωή και τον ανθρώπινο ψυχισμό στους κόλπους των μεγάλων αστικών κέντρων. Αναγνωρίζοντας ίσως την ουτοπία των εξαγγελιών της αποανάπτυξης, και την καθολική πλέον δυστοπία των μεγαλουπόλεων του 21ου αιώνα, το Turmalinturm, η δεύτερη κυκλοφορία των Fogh Depot παραμένει μουσικά και αισθητικά στον άνω αναφερόμενο άξονα.

 Πατώντας κυρίως πάνω σε ηλεκτρονικά θεμέλια, χωρίς όμως να αμελούν την παραδοσιακή, οργανική αντίληψη για την εκτέλεση της μουσικής σε στουντιακό περιβάλλον, οι Fogh Depot αντλούν στοιχεία από τα μουσικά ιδιώματα που αναφέρθηκαν παραπάνω για να αποτυπώσουν την δική τους εικόνα αστικού τοπίου που αλλάζει διαθέσεις και ύφος από κομμάτι σε κομμάτι, όπως αλλάζουν τα τοπία από περιοχή σε περιοχή κατά την διαδρομή στα μέσα αστικών συγκοινωνιών. Μολονότι δεν θα το χαρακτήριζε κανείς ως πρωτοποριακό στο είδος του – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η πρωτοποριακότητα αποτελεί απαραίτητα βασικό κριτήριο απόλαυσης της μουσικής – το Turmalinturm χαρακτηρίζεται από μια έξυπνη χρήση συνθετικών εργαλείων και επιρροών, με αποτέλεσμα να δομεί με ευφάνταστο και αξιόλογο τρόπο την δική του μουσική και αισθητική πρόταση. Όντας αρκετά μελωδικό και συμμαζεμένο από άποψη ενορχήστρωσης, το Turmalinturm είναι μια δουλειά που ακούγεται από την αρχή έως το τέλος δίχως να κουράζει, και χωρίς να πλατειάζει. Αν κάτι του λείπει, παρ’ όλα αυτά, είναι η πιο αυτοσχεδιαστική διάθεση, που σε κατάλληλες δόσεις μπορεί να προσέθετε ακόμη περισσότερο χαρακτήρα στα κομμάτια – αλλά αυτό πάλι, είναι εντελώς υποκειμενικό.

The Swifter – Wall Sailor (Sonic Pieces)

theswifter.againstthesilence

 Στο πρώτο άκουσμα, το Wall Sailor των Andrea Belfi, Simon James Phillips και BJ Nilsen (υπό την κοινή ονομασία The Swifter) φέρνει στο νου την τεχνοτροπία σχημάτων όπως οι B/B/S, εάν βέβαια οι B/B/S αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια πιο dark jazz προσέγγιση στις ατμόσφαιρες τους όσον αφορά τον συνολικό ήχο ή την συνολική παραγωγή. Το δεύτερο άκουσμα επιβεβαιώνει αυτή τη διαίσθηση – με μια βασική, καθοριστική διαφορά: εκεί που τα πιο συμβατικά drone / ambient σχήματα θα εκμεταλλευόντουσαν τις τεχνολογικές εφαρμογές για να διαμορφώσουν τον ήχο τους, το Wall Sailor αξιοποιεί τις φυσικές ιδιότητες και την εγγενή μελωδικότητα του πιάνου, το οποίο και εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο, ενώ η χρήση των δυναμικών των οργάνων, σε συνδυασμό με την ζωντανή ηχογράφηση τους, διαμορφώνει ένα κλίμα αυτοσχεδιαστικού διαλόγου μεταξύ των τριών μουσικών, μεταδίδει μια αίσθηση ότι τα κομμάτια είναι προϊόν ζωντανού διαλόγου μεταξύ των μουσικών, κι όχι απλά αποτέλεσμα δευτερογενούς ή τριτογενούς στουντιακής επεξεργασίας.

 Σε ένα μουσικό ιδίωμα όπου συχνά είναι δύσκολο να εστιάσεις σε κάποιο κομμάτι (ή και σε κάποια ολοκληρωμένη δουλειά), η χρήση του πιάνου από τον Philipps, σε συνδυασμό με τα κρουστά του Belfi και τις ατμόσφαιρες του Nilsen, προσδίδει μια αναλογικότητα στον ήχο που διαφοροποιεί το Wall Sailor από άλλες δουλειές του συγκεκριμένου ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει το άκουσμα του ∙ χωρίς να μπορούμε να πούμε ότι το Wall Sailor είναι σημείο αναφοράς, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι είναι μια καλοστημένη και ενδιαφέρουσα δουλειά, που προσφέρει μια βάση για περαιτέρω μουσική εξερεύνηση.

ATM

Bersarin Quartett – III (denovali)

Μόλις κυκλοφόρησε από την Denovali Records το τρίτο άλμπουμ του Thomas Bucker, ο οποίος είναι γνωστός με το παρατσούκλι Bersarin Quatrett, με τίτλο ΙΙΙ. Ο Γερμανός μουσικός επιστρέφει μετά από τρία χρόνια σχεδόν σιωπής με δώδεκα νέα κομμάτια τα οποία τοποθετούν ηλεκτρονικά στοιχεία σε σύγχρονες κλασικές συνθέσεις, έχοντας μια πιο σκούρα φλέβα σε αντίθεση με τα δύο πρώτα του άλμπουμ.

Αν και όλα τα κομμάτια ρέουν αρμονικά και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις κάποιο, εντοπίζουμε κάποια που κατά την διάρκεια του δίσκου σε μεταφέρουν λίγο πιο πέρα, με έναν αφηρημένο τρόπο, σε έναν άλλο τόπο και χρόνο, τεράστιο και διαχρονικό. Η μελαγχολία και η νοσταλγία είναι αυτά με τα οποία παίζει με μεγάλη ευκολία ο Thomas Bucker , καταφέρνοντας να μην περάσει τη λεπτή γραμμή των ισορροπιών και μας ρίξει στη θλίψη.

Το εναρκτήριο κομμάτι “Verflossen Ist Das Gold Der Tage” μιλάει κατευθείαν μέσα σου, κυλάει στο δέρμα σου και δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Η ζεστή μελαγχολία του κομματιού αυτού καθορίζει τη διάθεση ολόκληρου του άλμπουμ, που σε τυλίγει σαν κουβέρτα και σου φέρνει γλυκόπικρες αναμνήσεις.

Άλλο ένα κομμάτι με σπαρακτική διάθεση είναι το “Jeber Gedanke Umsonst Gedacht”. Το δράμα και το αίσθημα μελαγχολίας αυτού του κομματιού είναι καταστροφικά αλλά και εδώ ο μουσικός  καταφέρνει να σε κρατήσει στα όρια και να σου μεταδώσει ακόμη και σε αυτά τα «βαριά» κομμάτια μια περίεργη ηρεμία.

Αυτή η σκοτεινή ηρεμία συνεχίζεται και στο κομμάτι που ακολουθεί “Welche Welt”, αλλά την ίδια στιγμή άρει την διάθεση σου σαν ηχώ που διασχίζει την άβυσσο. Εδώ είναι που κάπου μας τραβάνε πιο κοντά στο ηχείο τα φωνητικά της Clara Hill.

Όσο παίζει και το τελευταίο κομμάτι και πριν αφήσεις από την αγκαλιά σου το ηχείο συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι ένα από τα άλμπουμ που απαιτείται να το βιώσεις μόνος και ανενόχλητος, επιτρέποντας στο εαυτό σου χωρίς κανέναν δισταγμό να ταξιδέψει μέσα στα όμορφα ηχοτόπια του, τις θολές αναμνήσεις και τις βαθιές διαδρομές που εμπνέει.

 

Kat

Multicast Dynamics – Christina Vantzou – Rafael Anton Irisarri

Multicast Dynamics – Scandinavia (denovali)

Κάθομαι στο δωμάτιο και διαβάζω, ενημερώνομαι ότι κυκλοφόρησε το τρίτο άλμπουμ του Multicast Dynamics με τίτλο Scandinavia. Ο καιρός ταιριάζει με τις ηλεκτρονικές δημιουργίες του Samuel Van Dijk, οπότε βάζω κατευθείαν τον δίσκο να παίζει. Μελαγχολικοί ήχοι, χειμερινές αποχρώσεις, υφές και παχιά στρώματα πάγου αρχίζουν να με περιτριγυρίζουν. Ο υποτονικός παλμός του θορύβου με μεταφέρει σε κάποιο απομακρυσμένο σκοτεινό τοπίο με υπνωτική ατμόσφαιρα. Όσο κυλούν τα κομμάτια, το αφιλόξενο περιβάλλον του παγετού εμφανίζει αργές αλλαγές. Οι απόηχοι από τις εκρήξεις των παγετώνων κόβουν την σιωπή και με βγάζουν από την ζοφερή χειμερία νάρκη που νιώθω πως έχω πέσει. Η ηλικία του τοπίου και του κρύου αέρα δεν εμποδίζουν πλέον την αναπνοή μου. Όσο φτάνουμε στο τέλος τα απαλά ακτινοβόλα στρώματα του εδάφους και των υδάτινων ήχων αναδύονται, το παγωμένο νερό τιθασεύεται και κάπου εκεί οι προετοιμασίες για ένα νέο ταξίδι αρχίζουν…

 

 

Kat

Christina Vantzou – No 3 (kranky)

Στην ορχηστρική/πειραματική/minimal μουσική τα πάντα έχουν τη σημασία τους. Μια παύση, ένας τίτλος, η φωτογραφία στο εξώφυλλο ή το χρώμα του artwork υποδηλώνουν τα πάντα και μπορούν να μεταλλάξουν το νόημα ενός υλικού άρδην. Ακούγοντας το φιλόδοξο τρίτο άλμπουμ της CV νιώθεις πραγματικά αυτόν το μυστικισμό που απεικονίζεται γλαφυρά στο εξώφυλλο του δίσκου. Κάτι απόκοσμο αναδύεται από ένα ερημικό τοπίο και το ανθρώπινο στοιχείο κινείται εντός του σαν όνειρο. Η νέα μουσική κατάθεση της CV έχει μια καθολικότητα, σαν να ολοκληρώνεται ένας κύκλος του έργου της με ένα μεγαλεπήβολο κλείσιμο. Χρειάζεται πάντως να δυναμώσουμε αρκετά την ένταση για να βυθιστούμε σε ένα απύθμενο μουσικό σύμπαν, στο οποίο δεν ξεχωρίζουν συνθέσεις, αλλά κυριαρχεί μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Αυτή στηρίζεται στην παρουσία μιας μοντέρνας κλασσική μπάντας η οποία εκτελεί με μαθηματική ακρίβεια τις συνθέσεις της δημιουργού σαν να κεντά φως για μια φαντασιακή ταινία. Όσες βέβαια παρομοιώσεις κι αν καταγραφούν, η ουσία είναι πως ο νέος δίσκος της CV αποτελεί ότι πιο καλαίσθητο έχει κυκλοφορήσει στο χώρο τον τελευταίο καιρό.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Rafael Anton Irisarri – A Fragile Geography (room40) 

Υπάρχουν αρκετοί προβληματισμοί ως προς την ουσία και την αξία της διάχυτης πλέον ambient/minimal μουσικής, καθώς αυτό που φάνταζε ως το επόμενο βήμα ξεπεράσματος της καθηλωμένης post rock ή electronica κατέληξε να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του κουραστικά επαναλαμβανόμενο. Όπως το βλέμμα όμως χωρίς να παρατηρεί ενδελεχώς τις εικόνες γύρω του, τις προσπερνά αδιάφορο, έτσι στην αντίθετη περίπτωση εστιάζοντας σε κάτι παρατηρεί τη μοναδικότητα της στιγμής που το περιβάλλει. Είναι αυτός ο εστιασμός που απαιτεί από τον ακροατή και την ακροάτρια κάθε άλμπουμ του Rafael. Για άλλη μια φορά μια τοπογραφία υιοθετεί την αφαιρετική μετάφραση της κάνοντας το άκουσμα βαθύ και συνάμα βατό.

 Αυτή τη φορά μάλιστα προσπαθεί να εμβαθύνει στον ήχο του αποφεύγοντας τα μελωδικά κρεσέντο και κάνοντας το αποτέλεσμα πιο εγκεφαλικό και επιβλητικό. Γι’αυτό ίσως η γοητεία του δίσκου αυτού δεν γίνεται μεμιάς διακριτή, αλλά απαιτεί τον απαραίτητο χρόνο για να κατακάτσει πρώτα ως αίσθηση και μετά ως ηχητική εμπειρία. Ας είναι όμως έτσι, εφόσον το επίπεδο του δίσκου αυτού το αξίζει.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης 

 

 

Moon Zero – VA/Tiny Portraits – Drew McDowall

Moon Zero – Self-titled (denovali)

Το φεγγάρι στο σημείο μηδέν, οι ήχοι στο υπόκωφο φόρτε τους, ένα θολό πείραμα, μια τρεμάμενη αίσθηση. Όσο κι αν όλα αυτά φαντάζουν κάπως ακατανόητα, υπάρχει μια κρυφή γοητεία στη μουσική τους διατύπωση που φέρει τον τίτλο του ολοκληρωμένου ντεμπούτου του Λονδρέζου Moon Zero. Αρχικά, η συγκεκριμένη μουσική προκαλεί ένα καλώς εννοούμενο χάσιμο, μια γλυκιά ζάλη. Όταν μάλιστα αυτή δεν ξοδεύεται σε στερεοτυπικές κυκλικές μανιέρες και αφήνεται να ερωτοτροπεί με μια ζωηρή ένταση, τότε τα αποτελέσματα αποβαίνουν ευεργετικά σε κάθε ακρόαση. Αποφεύγεται σε αρκετά σημεία μια χαμηλών τόνων προσέγγιση στις συνθέσεις και προτιμάται μια ευθεία διένεξη ήχων που ισορροπούν πάνω σε ένα αόρατο σκοινί, το οποίο κάνει ακόμη πιο αόρατα τα όρια μεταξύ drone, minimal και ambient. Χάρις στις οξείες γωνίες του δίσκου και την αίσθηση πως αυτή είναι η πιο άμεση και ολοκληρωμένη δουλειά που μας έχει δώσει ο συγκεκριμένος δημιουργός, το όλο άκουσμα μετατρέπεται στην πορεία σε άκρως εθιστικό.

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

VA – Tiny Portraits (flaming pines)

Στα χέρια μας έχουμε μια ιδαίτερη συλλογή που έχει ως επίκεντρο την διατύπωση της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και του τόπου, μέσω του ήχου. Τα τέσσερα τρίιντσα singles δημιουργήθηκαν από τον Siavash Amini (Ιράν), Yuco (Ιαπωνία), Zenjungle (Ελλάδα) και Sound Awakener (Βιετνάμ). Οι μουσικοί, με μια σύνθεση ο καθένας και η καθεμιά, μας μεταφέρουν σε ένα βαθύ πηγάδι έμπνευσης, που έχει σχεδιαστεί και εκτελεστεί με όλη την προσωπική και μουσική μαεστρία τους. Ακούγοντας το πρώτο κομμάτι με τίτλο “Luminous Stream Of Dawn”, νιώθουμε τη μέρα να μεγαλώνει και να είναι λουσμένη με φως, και τα πουλιά να ξυπνούν και να τραγουδούν τα τραγούδια τους. Ο Siavash Amini, με τη μουσική του, μας θυμίζει πως το Ιράν δεν είναι μόνο πολιτική. Συνεχίζοντας με το δεύτερο κομμάτι του Yuco με τον υδρόβιο τίτλο “Marine” μεταφερόμαστε σε κάποια ακτή χαζεύοντας το άπειρο μέσα από τον απαλό ήχο των κυμάτων. Φτάσαμε ήδη στο τρίτο κομμάτι “My Childhood Is My Only Homeland”. Στο συγκεκριμένο έχουμε ένα υπέροχο μείγμα από ηλεκτρονικούς ήχους και σαξόφωνο, όπως μας συνηθίζει ο Zenjungle, το οποίο μας ταξιδεύει αθώα στο χρόνο. Η παιδική ηλικία και οι μνήμες της είναι ένα καταφύγιο που ανατρέχουν οι ταραγμένες καρδιές και οι θυελλώδης σκέψεις μας. Τέλος, ακούμε το “Nocturar Scenes”. Από τα λίγα κομμάτια που η νύχτα και ο ήχος της κίνησης του σκοταδιού μπορούν να σε καθησυχάσουν. Διαλέγεις ένα κοντινό ήχο αυτοκινήτου, μπαίνεις μέσα και ταξιδεύεις μαζί με κάποια ψήγματα συνομιλιών μέσα στον συνολικό ήχο των διερχομένων οχημάτων.

 

 

 

 

Kat

 

Drew McDowall – Collapse (Dais Records)

 

 

Η εμπειρία είναι μια έννοια σχετική, ειδικά στη μουσική. Πιο συγκεκριμένα παρατηρούμε τις πρώτες δουλειές ενός ονόματος να περικλείουν τη ζωηρότητα του έργου του και τα χρόνια να προσμετρούνται ως βάσανο και όχι ως θετική αξία. Αντί να παροπλίζονται όμως τα ονόματα και οι μπάντες που έχουν μπει στα δημιουργικά -άντα τους, συνήθως συνεχίζουν να κουράζουν και να κουράζονται με τη συνεχή προβολή τους. Αυτό δεν ισχύει στη περίπτωση του Drew, καθώς μιλάμε για ένα πρώην μέλος των Coil, της μπάντας που ακόμη και στο φινάλε παρέμενε ριψοκίνδυνη και πρωτοπόρα με τις επιλογές της. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ο συγκεκριμένος περίμενε το 2015 για να βγάλει για πρώτη φορά κάτι ολότελα δικό του.

Ακούγοντας το δεύτερο του, πιο επίσημο, φετινό του πόνημα νιώθεις μια αύρα των ύστερων Coil να κατακλύζει το δωμάτιο. Ένα λεπτεπίλεπτο σκοτάδι δένει με ένα μυστήριο φως που η ικμάδα του δεν σβήνει ποτέ, καθ’όλη τη διάρκεια του άλμπουμ. Το σχεδόν εικοσάλεπτο εισαγωγικό άσμα που μας παγώνει στη θέση μας, δίνει τον τόνο, αλλά δεν χαρακτηρίζει καθολικά το δίσκο, καθώς όλα τα κομμάτια εδώ, με εξαίρεση το εμμονικό “Convulse”, διαθέτουν έναν αυτόνομο και καθηλωτικό χαρακτήρα. Μια σίγουρη, λοιπόν, επιλογή για όσ@ς αρέσκονται γενικότερα στην ηλεκτρονική μουσική.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

Petrels – Dirk Serries & Rutger Zuydervelt – Siavash Amini and Heinali

Petrels – Flailing Tomb (denovali)

 

Petrels_FlailingTomb.againstthesilence.com

 

Η σύγχρονη ορχηστρική μουσική πολλές φορές φαντάζει μουντή και δυσπρόσιτη, οπότε αρκούν δίσκοι όπως ο νέος του Petrels για να συναντήσουμε στο πρόσωπο του την εξαίρεση που λατρεύει την κόντρα με τον κανόνα. Ένα αίσθημα ευφορίας χαράζει τις αυλακιές του το οποίο ανεξαρτήτως εξάρσεων, μελωδιών, ηλεκτρονικών υποστηριγμάτων και άλλων δεινών, διαλύεται σε αμέτρητα μικρά αστέρια που είναι σαν οι πλανήτες των επιρροών που βασίστηκε το άλμπουμ αυτό να εκτινάσσονται στο αχανές άγνωστο. Αυτές έχουν καθαρά καλλιτεχνικές αναφορές στο υπέροχα φανταστικό σύμπαν της Ursula Le Guin και το Alphaville του Γκοντάρ.

Ως αποτέλεσμα έχουμε την εξαπόλυση ρητών ηχητικών επιθέσεων που χωρίζονται σε δυο μέρη, με το επιβλητικό “Orpheus” που χωρίζει τον δίσκο στα δυο, να αποτελεί χάρις και στην Never Sol που ερμηνεύει τους στίχους (ναι, στίχους!), την πιο εύστοχη pop στιγμή της δισκογραφίας του συγκεκριμένου μουσικού. Χυμώδεις συνθέσεις διαδέχονται η μια την άλλη και στο τέλος φτάνουμε όχι σε μια ήπια προσεδάφιση, αλλά σε μια ορχηστρική άσκηση πάνω στην ένταση των οργάνων, που θυμίζει σύνθεση post rock μπάντας που ξέχασε να βάλει μελωδία σε μια ιδέα που είχε. Το Flailing Tomb είναι ένας φαινομενικά νορμάλ δίσκος που όμως στην πορεία βρίσκεις σε αυτόν αρκετά αλλόκοτα και ακολούθως ενδιαφέροντα στοιχεία.

 

 

Dirk Serries & Rutger Zuydervelt – Buoyant (consouling sounds)

 

buoyant.againstthesilence.com

 

Κάθε συνάντηση δεν είναι εντελώς τυχαία και κάθε βδομάδα δεν είναι ποτέ πανομοιότυπη με τις υπόλοιπες που χάνονται στο πέρασμα του χρόνου. Οι δυο πειραματιστές που βγάζουν σωρηδόν κυκλοφορίες τα τελευταία χρόνια, έκατσαν μαζί επτά μέρες για να τελειοποιήσουν το υλικό που απαρτίζει τον συγκεκριμένο δίσκο. Υπάρχουν ακριβώς τέσσερα δεκάλεπτα περίπου κομμάτια που υφαίνουν τον δικό τους τρόπο χρονικότητας με μια κυκλική λούπα να ορίζει την μινιμαλιστική διακριτικότητα των ήχων.

Αρχικά είναι σαν να μην συμβαίνει τίποτα το αξιοπρόσεκτο. Μικρές πινελιές από ηλεκτρονικούς ήχους και κυρίως κιθαριστικά απαλά κύματα ρηχής ακτής δίνουν μια παράξενη γοητεία στο άλμπουμ. Κάτι σαν μια ομίχλη να κινείται πάνω από μια εγκαταλελειμμένη πόλη. Ο ήχος όμως καταφέρνει να σε πάει μέχρι τέλους, με την μουσική να κυλάει θαρρείς προς τα πίσω, προς μια άγνωστη πηγή. Όχι σκοτάδι ή μελωδία λοιπόν, απλά μυστήριο, στα κρυφά.

 

 

Siavash Amini and Heinali – When No Wind Whirled (future sequence)

 

when-no-wind-whirled-.againstthesilence.com

 

Άλλη μια δισκογραφική συνεργασία, αυτή την φορά πάνω σε μια μίνι κυκλοφορία στην σειρά που πρόσφατα ξεκίνησε η Future Sequence. Η εξερεύνηση του Ιρανού Siavash Amini πάνω στην μετάφραση των φυσικών φαινομένων (βλ. άνεμος) συνεχίζεται και έρχεται απλά ο Ουκρανός Heinali να λειάνει τις γωνίες της όλης προσπάθειας. Η αλήθεια είναι πως εδώ υπερτερεί μια ambient ακινησία, χαρακτηριστικό του Heinali, αντί των εμφατικών ατμοσφαιρών του Siavash, με αποτέλεσμα το ep να φαντάζει ότι διαρκεί παραπάνω από όσο δείχνουν τα λεπτά που πέρασαν μαζί του.

Υπάρχει δηλαδή μια πιο εγκεφαλική διάθεση στο άπλωμα των ήχων και μια βραδύτητα ως προς την κίνηση τους. Χάρις σε μια ιδιαίτερη απόχρωση του σκούρου μπλε και κυρίως λόγω της δεύτερη και της τελευταίας σύνθεσης που κλείνει το ep, περνά αυτό ξυστά από τον σωρό κυκλοφοριών του πολύπαθου είδους που περνάν και χάνονται.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης