Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc)

Ζούμε στην εποχή του “ό,τι δηλώσεις είσαι”. Γιατί είναι ευκολότερο να λες το σωστό, και λέγοντας σωστό εννοούμε εκείνο που επιθυμούν να ακούσουν @ άλλ@, παρά να το πράττεις. Το δηλωθέν μήνυμα εκπέμπεται άμεσα και ερμηνεύεται ευκολότερα από τον δέκτη του. Και ο τομέας της μουσικής δεν ξεφεύγει από τη συγκεκριμένη επικρατούσα συνθήκη. Υπάρχουν μπάντες που σθεναρά υποστηρίζουν ότι είναι “ένα”, μια μονάδα, μια ολότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, η δήλωση αυτή απέχει από την πράξη.

Κάποι@ δημιουργ@ δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα στενά όρια του ατομικισμού και του ναρκισσισμού τους, ώστε να αναδείξουν το συλλογικό τους δημιούργημα. Αλλά οι Birds in row δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Στους Γάλλους μουσικούς υπάρχει ταύτιση και συνέπεια μεταξύ των όσων δηλώνουν και υποστηρίζουν και των πράξεων και της στάσης τους, ως συλλογικότητας. Επικεντρώνονται στη δημιουργία και όχι στους ίδιους. Για αυτόν τον λόγο τηρούν ένα είδος ανωνυμίας και τα ονόματά τους αντικαθίστανται από τα αρχικά T,Q και B. Γι αυτόν τον λόγο δεν φωτογραφίζονται, παρά μόνο εάν αποτυπώνεται στη φωτογραφία ότι είναι “ένα”, χωρίς δηλαδή να επιδιώκεται η διακριτή εικόνα κάθε μέλους. Γι’ αυτό το λόγο οι δίσκοι και το merch της μπάντας δίνονται χωρίς καθορισμένο αντίτιμο, αλλά με ελεύθερη συνεισφορά από όποιον θέλει να γίνει κοινωνός της δημιουργίας τους.

Η hardcore-post punk μπάντα θέλει να μας κάνει σαφές πως οι συλλογικές δράσεις και αγώνες αποτελούν μονόδρομο για κάποι@ από μας. Γιατί μόνο έτσι μπορεί ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει το οτιδήποτε: συλλογικά. Αυτό γίνεται φανερό και από την εικόνα του εξωφύλλου με δυο χέρια, το ένα να κρατά το άλλο. Ο τρόπος που κρατιούνται είναι η αποτύπωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μιας ξεκάθαρης δήλωσης του “μαζί”, συντονισμένα, σαν κίνηση χορευτική. Μια στιγμή που αποτυπώνεται στο εξώφυλλο του δίσκου και είναι τόσο ηχηρή όσο και το περιεχόμενό του άλμπουμ.

Στο “We Vs. Us” οι στίχοι “I’m just sick of them all” και “My hand in your hand, And the world to grasp” εντυπώνονται στον νου από την πρώτη κιόλας ακρόαση του άλμπουμ. “Don’t tell me what to do, don’t tell me where the fuck I come from” στο “Love Is Political”, όπου και εκεί, μέσα από εναλλαγές έντασης και ηρεμίας, τα μουσικά περάσματα επιτρέπουν στη μελαγχολία και στον θυμό να εκφραστούν. Για να δώσουν στο “Fossils” την ελπίδα και την προοπτική “To all the unhappy wanderers, After the desert there is a sea”.

Ίσως κάποι@ αντιμετωπίζουν με σκωπτική διάθεση τις φωνές και τις ιαχές του τραγουδιστή, θεωρώντας πως δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια βαβούρα. Κάποι@ άλλ@ όμως, σε αυτές τις κραυγές ακούμε την οργή, την απελπισία, την αγανάκτηση, την αντίδραση και την αντίσταση. Γιατί πώς αλλιώς θα δηλώσεις ότι δεν αποδέχεσαι σιωπηρά και πειθήνια όσα σου “σερβίρουν”, όλα όσα θέλουν να σου επιβάλλουν “για το καλό σου”. Μέσα από punk και hardcore εναλλαγές, με τη θυμωμένη μανία του τραγουδιστή, την ένταση που βγαίνει από το σύνολο της δημιουργίας τους, σε κάνουν να αναρωτιέσαι, εκφράζοντας τις βαθύτερές τους σκέψεις, τα συναισθήματά τους, μουσικά και στιχουργικά.

Έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ You, Me And The Violence, οι BIR κυκλοφορούν το άλμπουμ We Already Lost The World, στηλιτεύουν τον εγωκεντρισμό και την εγωπάθεια των ανθρώπων στους στίχους τους. Ένα σαφές μήνυμα για την επικράτηση του εμείς και την ανατροπή του εγώ. Και πως όταν δεν έχεις τίποτα άλλο να χάσεις, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να παλεύεις και να αγωνίζεσαι. Ξεκάθαρα. Απλά.


We are facing the times when everyone is considered as what he/she declares to be. Because it’s easier to say the right things, and by saying right, we mean things that people wish to listen to from the others and this is easier than the actual action itself. The declared message is immediately transmitted and interpreted more easily by the receiver. And the music sector does not escape the specific prevailing condition. There are bands that strongly state that they are one, a unit. But sometimes this declaration is far apart from the action itself.

Many artists cannot escape the narrow limits of their individualism or their narcissism, so that they will be able to reveal their collective creation. Birds in Row do not belong in this category. There is a sense of identification and consistency among the things the French musicians are saying, doing or showing with their attitude, as a collectivity. Their focus is on creation and not on themselves. That is why they keep a sense of anonymity· instead of using their names they are known as T, Q and B. That is why they are not being photographed, unless it is depicted in the photograph that they are “one”, without seeking the distinct image of each member. This is the reason why the band‘s albums and merchandises are offered without a fixed price but with free contribution from anyone who wants to support them.

The hardcore-post punk band has a clear message, that collective actions and struggles are a one-way street for some of us. Only this way can we deal with anything: collectively. This is also evident from the picture of the cover with two hands holding each other. The way they are held depicts mutual trust, a clear declaration of “togetherness”, coordinated, as a dance movement. A moment that is captured on the cover of the album and is as resonant as the album’s content.

In “We vs. Us” the lyrics “I’m just sick of them all” and “my hand in your hand, and the world to grasp” are imprinted in the mind from the very first listening of the album. “Don’t tell me what to do, don’t tell me where the fuck I come from” in “Love Is Political” where, through variations of intensity and tranquility, musical passages allow melancholy and anger to express themselves. In “Fossils” they are giving us hope and perspective “to all the unhappy wanderers after the desert there is a sea”.

Some people may scoff at the voices and the vocals of the singer, considering that they are no more than a hubbub. Others, however, like us, in these cries hear anger, despair, indignation, reaction and resistance. Why else would you say that you do not tacitly accept the things you are being served, anything that they want to impose on you “for your sake”. Through punk and hardcore alternations, with the angry frenzy of the singer, the tension that comes out of their whole creation makes you wonder, as they express their deepest thoughts, their emotions, through both their music and lyrics.

Six years after the release of their first album You, Me And The Violence, BIR release the album We Already Lost The World in which they criticize the self-centeredness and selfishness of the people in their verses. It’s a clear message for the prevalence of “us” and the overthrow of “ego”. And that, when you have nothing else to lose, the only thing that you can do is fight. Clearly. Simply.

 

Sylvia Ioannou

 

Oathbreaker – Rheia (Deathwish)

oathbreaker.againstthesilence

Το τρίτο άλμπουμ των εκ Γάνδης ορμώμενων Oathbreaker θα φιγουράρει σε αρκετές λίστες με τα καλυτέρα του 2016 για δυο βασικούς λόγους: για αυτό που η κριτική εντοπίζει ως επιτυχημένη ανάμειξη black metal και post ήχου και για τη χαρισματική παρουσία της τραγουδίστριας Caro Tanghe. Οι δυο αυτές αιτιάσεις δεν είναι ανυπόστατες, φανερώνουν όμως τάσεις υπεραπλούστευσης και επιδερμικότητας στην ακρόαση. Το Rheia αξίζει κάτι καλύτερο από αυτό.

Οι θιασώτες της άποψης ότι οι Oathbreaker αντιπροσωπεύουν κάποιο είδος μετεξέλιξης του black metal στηρίζονται κυρίως στην ανάγκη μουσικής περιχαράκωσης νέων ονομάτων εντός του blackgaze χώρου. Το να ανακατέψεις όμως τους Βέλγους με μπάντες όπως οι Deafheaven και οι Alcest αποτελεί θεμελιώδες σφάλμα, αφού είναι φτιαγμένοι από εντελώς διαφορετική πάστα. Λίγες ενδελεχείς ακροάσεις θα σε πείσουν ότι το σημείο αφετηρίας τους είναι μάλλον το hardcore, για την ακρίβεια ένα core σκοτεινό, ακραίο και ελαφρώς μηδενιστικό. Η μπάντα στυλιστικά παρουσιάζει όντως μεγάλο ενδιαφέρον , αναμειγνύοντας black, post, sludge, core τεχνοτροπίες σε ένα καλοδουλεμένο σύνολο όπου τίποτα δεν μοιάζει να υπερισχύει. Εδώ πρέπει να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας στην υγειά τους, διότι οι όποιοι δημιουργικοί πειραματισμοί δεν έχουν χαρακτήρα διασκορπισμένων μερών εδώ κι εκεί, αλλά είναι πλήρως συμπυκνωμένοι κι ενσωματωμένοι στις συνθέσεις, υπονοώντας τέσσερις μουσικούς που διακατέχονται από αυθεντική καλλιτεχνική ανησυχία. Τσιν τσιν.

Μπροστάρης αισθητικά σαφώς και είναι η Caro. Έχοντας κατεκτημένη όλη τη γκάμα της γυναικείας φωνητικής εκφραστικότητας – και ειδικά των σκοτεινότερων πτυχών της – έχει πιθανόν τη δυνατότητα να σε πάει σε ζοφερότερους τόπους από έναν άνδρα συνάδελφο της. Μπορείς να ανιχνεύσεις επιρροές από Bjork ως και Diamanda. Το εντυπωσιακό όμως δεν είναι ότι μπορεί να ψιθυρίζει, να νιαουρίζει η να ουρλιάζει στην ίδια σύνθεση – αυτό είναι κάτι που πολλές τραγουδίστριες (προσπαθούν να) κάνουν. Αυτό που τη διαφοροποιεί και την κάνει να αναδύεται καλλιτεχνικά είναι η τόλμη και η αυτοπεποίθηση που αποπνέει. Οι μελωδικές γραμμές δεν είναι πιασάρικες, οι ερμηνείες ράθυμες, σχεδόν αφηρημένες και πολύ συχνά off tune. Για παράδειγμα, το φαλτσαριστό a capella του εισαγωγικού ‘’10.56’’ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εύκολη επιλογή κι όμως δημιουργεί την προδιάθεση ότι πρόκειται να ακούσεις κάτι σημαντικό. Το ψυχικό ξέσκισμα στο φινάλε του ‘’Second Sun Of R’’ σφραγίζει πρώιμα την παρουσία της, αν και ανάλογη στιγμή δυστυχώς δεν επαναλαμβάνεται στο άλμπουμ.

Μην κάνεις το λάθος να πιστέψεις ότι οι Lennart Bossu, Gilles Demolder και ο νεοεισερχόμενος Wim Coppers είναι εκεί μόνο για τις φωτογραφίσεις. Μόλις προσπεράσεις τον φασαριόζικο ήχο, θα βρεις μια μπάντα που παίζει μεν με τραχύτητα και χωρίς ευγένεια, αλλά και με σοβαρότητα και συναισθηματική ακρίβεια. Το Rheia μπορεί αρχικά να μοιάζει με ένα θηριάκι με κοφτερά νύχια, καθώς ρέει όμως αποκαλύπτει ένα αρκετά μεγάλο εύρος επιρροών. Το ‘’Immortals’’ κουβαλά ψυχεδελικές υποσχέσεις, το απόκοσμο ακουστικό ‘’Stay Here/Accroche-moi’’ λειτουργεί σχεδόν σαν αφαιρετική τέχνη, ενώ το ‘’Begeerte’’ μπορεί να βάλει και το industrial στην κουβέντα. Το γεγονός ότι η μουσική κρύβει ζουμί αναδεικνύει και το μόνο σοβαρό μειονέκτημα του άλμπουμ: την έλλειψη ρυθμικού πλούτου και , κυρίως τις σχετικά μονοδιάστατες αρμονίες. Οι αλληλουχίες των ακόρντων είναι απολύτως οι ίδιες με κάθε post συγκρότημα. Παρόλα αυτά, το άλμπουμ αναπτύσσεται σωστά και οι συνθέσεις κουβαλούν αρκετή περιπέτεια, χωρίς να περιορίζονται σε προφανείς ή ομοιόμορφες δομές. Εύγε στην παμπόνηρη παραγωγή που τοποθετώντας αρκετά χαμηλά τα φωνητικά στην μίξη και ριβερμπιάζοντας παράξενα τα όργανα ευνοεί τη ψυχρότητα και την εσωστρέφεια των συνθέσεων.

Οι Oathbreaker καταθέτουν μια πολυποίκιλη και εσωτερική πρόταση σκληρού ήχου δείχνοντας να είναι μπάντα ικανή να επηρεάσει τις εξελίξεις. Τώρα που το mainstream τους κλείνει πονηρά το μάτι, η από δω και πέρα διαχείριση του στυλ και του καλλιτεχνικού τους στίγματος μοιάζει κρίσιμη. Περιμένοντας το κέρμα να πέσει, κρατώ το ultra-heavy riff και την κραυγή της Caro που κλείνουν το θηριώδες ‘’Being Able To Feel Nothing’’ ως μια καλλιτεχνική δήλωση καταστατικού χαρακτήρα.

Αντώνης Καλαμούτσος

Planes Mistaken For Stars – Prey (deathwish)

planesmistakenforstars.againstthesilence

Ωραίο όνομα, θα πείτε αρχικά, μιας και συνήθως η μπάντα αυτή είναι εντελώς άγνωστη στα μέρη μας, οπότε και μου μένει η δύσκολη αποστολή να περιγράψω στ@ς συνομιλητ@ς τι ακριβώς παίζουν. Εμφανιζόμενοι στα zeros μέσα στο μπαμ του μελωδικού punk-rock, emo, post-hardcore, ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε, συνδύασαν την κιθαριστική ένταση των 90’s, την μελωδικότητα της εποχής τους και ένα βρώμικο σκοτάδι που μόνο αυτοί παρήγαγαν τόσο πειστικά. Ενώ άλλες μπάντες κινήθηκαν τότε με το πέρασμα των χρόνων σε πιο εμπορικές μορφές συγγραφής, αυτοί κατέγραψαν μια δικιά τους πορεία αφήνοντας μας τα Up In Them Guts και Mercy για να έχουμε να θυμόμαστε δικές μας σκοτεινές στιγμές που συνδέθηκαν με το κολασμένο και εύφλεκτο υλικό τους.

Βασικά τους PMFS δεν μπορείς να μην τους πάρεις σοβαρά και να μη σε αφήσουν με ένα σκυθρωπό βλέμμα ακούγοντας τους και διαβάζοντας τους στίχους τους. Παραείναι σοβαροί για τις μουσικές ταμπέλες, τους hipsters και οτιδήποτε άλλο τυποποιημένο. Ακόμη και όταν διαλύθηκαν και ο Chad έβγαλε τον προσωπικό του δίσκο ως Hawks & Doves, πάλι ήταν η ψυχή τους στο δικό της κόσμο. Ακόμη και σήμερα που βγάζουν νέο δίσκο μετά από δέκα χρόνια ακούγονται σαν να παραμένουν αλλού, στον δικό τους πλανήτη.

Ακούγοντας το Prey αρχικά με έναν προβληματισμό του τι μπορεί να παίξει σήμερα η μπάντα, αποδεικνύεται ότι το πηγάδι των ανομολόγητων σκέψεων και των εμπνευσμένων στιγμών τους έχει ακόμη πολύ βάθος. Με το που ξεκινά το παραμορφωμένο εισαγωγικό “Dementia Americana”, νομίζεις ότι ένα χέρι σε σπρώχνει απότομα προς τον πυρήνα του δίσκου όπου καλείσαι να τα βγάλεις πέρα μόνος σου σαν να είσαι αντιμέτωπ@ με έναν καθρέφτη συναισθημάτων. Ήρεμες στιγμές οδηγούν σε εκρήξεις, πιάνα αναδύονται μέσα από τον θόρυβο και στο κέντρο ένα ερωτικό άσμα, το “She Who Steps”, το οποίο σου θυμίζει ότι το ήξερες πως θα πάει η ιστορία (σου) από την αρχή στραβά. Υπάρχουν και τόσα άλλα που συμβαίνουν στο δίσκο, όλα σκοτεινά, όχι και τόσο αθώα, όχι και τόσο απλά.

Εν τέλει, όπως παραμένω ανίκανος να περιγράψω τι ακριβώς παίζουν, άλλο τόσο αδυνατώ να συμπυκνώσω σε μερικές καθαρές αράδες την φόρτιση που μου μεταδίδουν και με αυτό το δημιούργημα τους. Πώς, όμως, σε βοηθά όλο αυτό το έρεβος; Επειδή δεν υπάρχει στη μουσική τους καμία ελπίδα για το αύριο, καλείσαι εσύ να το σχηματίσεις αντλώντας δύναμη από ότι σου αφήνει η ίδια. Αυτό!

Μπάμπη Κολτράνης

Bossk – Audio Noir (deathwish)

Τον Απρίλιο του 2016, τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του single Pick Up Artist, οι Βρετανοί Bossk οι οποίοι συνδυάζουν το post rock με ζόρικα heavy σημεία στα ιντερλούδια τους, βγάζουν το ντεμπούτο τους Audio Noir.

Τα επτά κομμάτια του δίσκου έχουν συνεκτική ροή, ωστόσο είναι μεταξύ τους αλλά και εσωτερικά το καθένα “διπλές προσωπικότητες”. Dr. Jekyll στα καλά ενορχηστρωμένα και μελωδικά ορχηστρικά μέρη τα οποία γίνονται έως και ρομαντικά με τα διακριτικά τους πλήκτρα και Μr. Hyde… στα βαριά και ασήκωτα μέρη, που συνήθως επιτίθενται στα φινάλε των κομματιών. Ακριβώς στα σημεία αυτά οι λάτρεις των heavy riff, τύπου Neurosis, θα βρουν τo στυλ τους, χωρίς ωστόσο οι λάτρεις των Sigur Ros να ενοχληθούν καθόλου, καθώς στο τέλος αυτ@ είναι που ευνοούνται ορατά.

Το πιο αξιοσημείωτο επίτευγμα του Αudio Noir, είναι σίγουρα η μίξη του και η όλη παραγωγή του, καθώς η μετάβαση από το post στο πιο σκληρό γίνεται με δεμένο τρόπο παρά την έντονη διαφορετικότητα των μερών και των κομματιών μεταξύ τους. Στο τέλος μάλιστα δημιουργείται μία αίσθηση κυκλικής ροής στο σύνολο της διευκολύνοντας και το repeat στις ακροάσεις!

Βέβαια, να προειδοποιήσουμε ότι στο “Heliopause” δεν υπάρχει κανένα έλεος, καθώς το ένα heavy riff κυλάει μακρόσυρτα και αργά πάνω στο άλλο … (εδώ μόνο Mr. Ηyde φάση), τα psychoβρώμικα φωνητικά δίνουν μάχη να βγουν από το βούρκο και το τέμπο ολοένα και επιβραδύνεται. Δύσκολα πιστεύει καμία ότι αμέσως μετά θα βρεθεί στο διαστημικής έμπνευσης μελαγχολικό περιβάλλον του “Relancer” που τα βιολιά κλαίνε.

Μια ιδιαίτερη μελωδία με τρεμάμενη κιθάρα αλλά και ένα βίντεο συνοδεύουν το “Kobe”, ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό κομμάτι του δίσκου και με το “The Reverie II” ο δίσκος τελειώνει για να ξαναρχίσει από την αρχή με το “The Reverie”. Κάθε κύκλος έχει το κλείσιμο, αλλά και την αρχή του τελικά.

 

Cari

 

Loma Prieta – Self Portrait (deathwish)

loma_prieta-self_portrait.againstthesilence.com

Η μουσική σκίζει τη σιωπή. Η βία της εξαπολύει μια ηχώ που τα παγώνει όλα, σαν μια κουβέντα που έμεινε στη μέση. Χρειάζεται λοιπόν να συγκρατήσεις την δύναμη της, για να τη νιώσεις ολοκληρωτικά. Οι Loma Prieta παίζουν με μια ανόθευτη ένταση και ένα χυμώδες πάθος. Στην αρχή, τα επίπεδα που καλύπτει η μουσική σε ζαλίζουν, και οι μελωδίες κρύβονται επιμελώς από ένα νεύρο που πάλλεται με μανία. Όπως το μάτι συνηθίζει αργά ένα σκοτεινό δωμάτιο, έτσι και εδώ θα χρειαστεί κάποιος χρόνος για να φανεί αυτό που σε τυλίγει μουσικά. Δεν θα αργήσει όμως η στιγμή, όπου αυτό που αποκτά μορφή μπροστά σου, ενώ το ακούς, είναι ένα ολόκληρο σύμπαν σκέψεων, εμπνεύσεων και συναισθημάτων.
Αν για το προηγούμενο τους άλμπουμ – σίγουρα το πιο ακραίο τους – ο γραφών χρειάστηκε ένα εύλογο διάστημα προκειμένου να το χωνέψει για τα καλά, και τελικά να κατακτηθεί από αυτό, η τωρινή δουλειά επιταχύνει κατά πολύ την όλη διαδικασία. Όχι, το Self Portrait δεν είναι ένας εύκολος δίσκος. Υπάρχουν αρκετά χαοτικά σημεία, αρκετή παραμόρφωση στις φωνές, και αρκετός θόρυβος για να συσκοτίσει τις πρώτες εντυπώσεις. Αυτό όμως που καταφέρνει, με σχετική άνεση, είναι να αποτυπωθεί πρώτα ως συναίσθημα, κι έπειτα ως άκουσμα. Δεν μιλάμε για μια ωρίμανση του ήχου τους, ούτε και χρειάζεται ένας διαχωρισμός μελωδικών ή μη συνθέσεων, αλλά έχουμε ένα πλάτεμα των εκφραστικών τους μέσων που σε πιάνει και σε βυθίζει μέσα του.
Περιττό να γραφτεί πόσο άρτια και γεμάτα παίζουν οι τέσσερις μουσικοί, πόση γοητεία χωρά στις συνθέσεις τους και πως καταφέρνουν για άλλη μια φορά να βγάζουν κάτι που δεν θυμίζει τίποτα άλλο, πέρα από τους ίδιους ως μπάντα. Οι Loma Prieta είναι μια από τις κορυφαίες μπάντες του σκληρού ήχου σήμερα, και αυτό το άλμπουμ το αποδεικνύει και με το παραπάνω.

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Blacklisted – Slapshot – Raised Fist

Blacklisted – When People Grow, People Go (deathwish)

 

blacklisted.againstthesilence

 

Στο κρύο δωμάτιο εισέρχεται μια μουσική που τα κάνει όλα να φαντάζουν ασπρόμαυρα. Τα άκρα υπερνικούν την ατονισμένη καθημερινότητα και οι εντάσεις αγγίζουν εσωτερικά όρια. Η γενιά του αμερικάνικου hc που είχε βγει πριν δέκα περίπου χρόνια υπό την αιγίδα της Deathwish άφησε μια παρακαταθήκη ως προς την μίξη σκοταδιού και ακραίας μουσικής, αλλά από τότε σχεδόν μόνο οι Blacklisted έμειναν ζωντανοί ως μπάντα. Αν τότε τα φωνητικά τους που βλαχοαμερικάνιζαν και τα κάπως τυπικά γυρίσματα στα κομμάτια τους τους έκαναν υποδεέστερους από μπάντες όπως οι Killing The Dream, εδώ είναι σαν να παίρνουν την εκδίκηση τους, την εκδίκηση από τις σημαδεμένες απώλειες τους στο πέρασμα του χρόνου.

Πραγματικά ο νέος τους δίσκος είναι όσο βρώμικος, οργισμένος και αγνός χρειάζεται να είναι. Την περίοδο μάλιστα που ο συγκεκριμένος ήχος βγάζει μετριότητες (βλ. τελευταία άλμπουμ από Comeback Kid, Earth Crisis κ.α.), παραλαμβάνουμε εδώ ένα εικοσάλεπτο μπαράζ επιθετικής μουσικής που ξέρει πότε να παίρνει ανάσες για κάθε καίριο χτύπημα που μας επιφυλάσσει σε κάθε σχεδόν στροφή του. Είναι σαν να μην βρίκεται κανέναν ψεγάδι στις υπεργρήγορες συνθέσεις ή στα ελαφρώς αργά κομμάτια που αναμοχλεύονται παράγοντας μια στέρεα και εθιστική δόση. Στίχοι σκοτεινοί, φωνητικά επιτέλους πιο απλά και εύστοχα και μια λογική να κοπεί κάθε περιττό στοιχείο συνθέτουν τον πιο σπουδαίο hc δίσκο των τελευταίων χρόνων. Το ομότιτλο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο αποτελεί μάλλον το χτύπημα νοκ άουτ ή ρουά ματ αν θέλετε, καθώς πέρα από επιθετικό το όλο άκουσμα είναι ταυτόχρονα και εγκεφαλικά στοχευμένο.

 

 

Slapshot – Self/titled (Olde Tyme Records/Brass City Boss Sounds)

 

slapshot.againstthesilence

 

Όπα! Αυτή η εισαγωγή δεν είναι ίδια με αυτήν του παλαιότερου τους δίσκου με τον ξερό τίτλο Olde Tyme Hardcore; Το πρώτο αντί-μελωδικό άσμα δεν μοιάζει, όπως και αρκετά που θα ακολουθήσουν μετά, με παλαιότερους ύμνους τους; Τι σόι dejavu είναι αυτό; Η μπάντα που αρνείται να πεθάνει επέστρεψε με μόνο ένα μέλος από την αρχική σύνθεση της, τον τραγουδιστή Choke. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται πως το punk/hc χρειάζεται έναν τρελό για να το τραγουδήσει, ειδικά στα -άντα της και ο συγκεκριμένος από τα 80’s δεν κάνει τίποτα άλλο από το να μισεί τους γύρω του, να δηλώνει καλύτερος από όλους και να φτύνει στίχους του αναψοκοκκινισμένος.

Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε εδώ με τα νέα μέλη να προσπαθούν να αντέξουν τις παραξενιές του και να παίξουν κάτι που τιμά τα παλιά μεγαλεία. Υπάρχουν στιγμές που όντως πείθουν με την ωμότητα που βγάζουν. Αν μάλιστα δεν είχαμε 2015 και έλειπε και μια macho στάση με τους σχεδόν βίαιους στίχους σίγουρα τα πράγματα θα ήταν ακόμη καλύτερα. Προφανώς δεν υπάρχει κάτι φρέσκο εδώ μέσα γι’ αυτό και ίσως να κουράζει ο δίσκος με την μονότονη και κάπως αναμενόμενη τσίτα του. Δεν νομίζω πάντως πως τους ενδιαφέρουν ποσώς τέτοια θέματα ανανέωσης του ήχου ή αναζήτησης νέων μουσικών μέσων και αυτό το αποδεικνύουν με μια μετριότατη διασκευή που κάνουν στο …”Personal Jesus”. Αλλάζεις μυαλά πάντως σε μια προχωρημένη ηλικία; Το παρακάτω βίντεο δείχνει πανηγυρικά πως όχι.

 

 

Raised Fist – From The North (Epitaph)

 

raisedfist.FromTheNorth.againstthesilence

 

Από τον Βορρά μπορείς να κρατήσεις στην μνήμη σου πολλές νέες εικόνες, αλλά σίγουρα κάτι που εντυπωσιάζει κατά μια έννοια εμάς τους Νότιους είναι τα σοβαρά και σκυθρωπά πρόσωπα των εκεί κατοίκων. Προφανώς η διαφορά του καιρού καθώς και η έλλειψη ηλιοφάνειας είναι ο βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό το γεγονός, κάτι που παράγει βέβαια ενδιαφέρουσες μουσικές που χαρακτηρίζονται μουντές και ενίοτε ακραίες. Μια σουηδική μπάντα λοιπόν που έβγαλε κατ’ εξοχήν τέτοιου είδους δίσκους που τους ακούς και συνοφρυώνεται το πρόσωπο σου, ιδανικούς για ακρόαση μετά από ένα δύσκολο οχτάωρο στην δουλειά, είναι και οι συγκεκριμένοι που μαζί με τους Refused ήταν οι μόνοι που δεν αντέγραφαν ότι άκουγαν από την punk/hc σκηνή των Η.Π.Α..

Πάντως και η έννοια επιθετικότητα στην μουσική, αν δεν συνοδεύεται με κάτι το νέο στον ήχο δεν λέει και από μόνη της τίποτα. Ακούγοντας μάλιστα το νέο τους άλμπουμ κάπου δεν διακρίνεται αυτή η εμφανής δύναμη που έκανε δίσκους του όπως το Sound Of The Republic τόσο εκτονωτικούς. Είναι σαν η μπάντα να μην έχει να παίξει κάτι άλλο από αυτά που έχει ήδη καταθέσει και απλά αναμασά τα ίδια μοτίβα χωρίς την ενεργητικότητα που κουβαλά μια νέα ανανεωτική ιδέα. Αυτή παλαιότερα για αυτούς ήταν το δέσιμο του hardcore με μεταλλικά στοιχεία, κυρίως λόγω της ένταξης ενός drummer από μια black metal μπάντα, αλλά πλέον έχει μείνει μια δεμένη μεν, ανούσια δε ενεργητικότητα να χάνεται κάπου στα μισά του δρόμου. Κατά έναν περίεργο τρόπο ακόμη και ο ήχος της εδώ παραγωγής ακούγεται τζούφιος και προσποιητά ερασιτεχνικός. Ignoring The Guidelines έλεγαν κάποτε. Για τώρα δεν το νομίζω.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Wolves In The Throne Room – Deafheaven – Altar Of Plagues

Σε μια χρονιά που αρκετά είδη του ακραίου metal επανήλθαν στην επιφάνεια με βάση επιστροφές, δισκογραφικές ή μη, επιφανών εκπροσώπων τους, όπως π.χ. Carcass, Entombed κ.α., είχαμε μια ξεχωριστή αναζωπύρωση του άσωτου αυτού είδους που ονομάζεται black metal. Αν όντως πρόκειται για ένα νέο κύμα που κουβαλά τον δικό του νεωτερισμό ή απλά μιλάμε για μια υπερπροβολή ενός ταλαιπωρημένου ύφους, θα προσπαθήσουμε να το απαντήσουμε με βάση τρεις σχετικές κυκλοφορίες που κρίναμε ως ενδιαφέρουσες την χρονιά που μας πέρασε.

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε πως κρίνεται σκόπιμο να εστιάσουμε σε νέα αναθεωρητικά σχήματα ενός είδους που εκ φύσεως εξελίσσεται συνεχώς και όχι να γράψουμε για τον νέο δίσκο των Satyricon, το πρόσφατο best of των Darkthrone και το παγανιστικό group που συμμετέχει ο Gaahl με το όνομα Wardruna. Πριν από όλα αυτά όμως θα χρειαζόταν ένας απλός ορισμός του τι εστί black metal, καθώς πολλά έχουν ειπωθεί για αυτό το σκοταδιστικό είδος που ριζοσπαστικοποίησε εν τέλει το metal στα 90’s. Επειδή όμως το ζήτημα αυτό είναι τόσο περίπλοκο, παραθέτουμε απλά ένα ντοκιμαντέρ που αποσαφηνίζει αρκετά τους μύθους που θα ακολουθούν για πάντα αυτό το αιματοβαμμένο, με σάλτσα ή χωρίς, μουσικό κύμα. Ίσως έτσι αποκαλυφθεί πως πέρα από την ακραία αισθητική, τους σατανάδες και το καταραμένο σκότος, υπήρξαν ενδιαφέρουσες και καινοτόμες μουσικές εκφράσεις οι οποίες κάτι είχαν να δηλώσουν.

 

Wolves In The Throne Room – BBC Session Anno Domini 2011 (southern lord)

wolvesinthethroneroom

Δεν έχουμε ’90 και δεν βρισκόμαστε στην μέση κάποιου πυκνού σκανδιναβικού δάσους. Είμαστε στο σήμερα, στην Olympia της αμερικάνικης πολιτείας Washington και έχουμε στα χέρια μας την τελευταία κυκλοφορία των WITTR. Μιας μπάντας που ενώ δικαιολογεί μουσικά τον ορισμό του black metal, δεν χρησιμοποιεί νεκροφιλικά βαψίματα, αποκριάτικα ονόματα και πεντάλφες, αλλά έχει ως θεματολογία των στίχων της την αποξένωση από τη φύση, τελεολογικές αγωνίες και την αέναη αναζήτηση νοήματος στον σύγχρονο κόσμο. Αποτελείται βασικά από τα αδέρφια Weaver που ζουν σε μια φάρμα χρησιμοποιώντας ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Όλα αυτά μεταφέρονται και στη μουσική που φτιάχνουν καθώς ναι μεν σε αυτήν υπάρχει αυτή η σκοτεινή απόγνωση, αλλά σαν κάτι αόρατο να σε γλυτώνει από έναν ολοκληρωτικό μηδενισμό. Σαν να βρίσκεται κάτι το υπερβατικό που σε ωθεί να σηκώσεις το σταθερό βλέμμα σε αόρατες ή ορατές βουνοκορφές. Εδώ σε αυτό το ep έχουμε τις ηχογραφήσεις των δυο πιο δυνατών συνθέσεων του προπέρσινου Celestial Lineage που τους έκανε γνωστούς πέρα από τα στεγανά του ακραίου ήχου, φτάνοντας να καλεστούν από τους Godspeed! You Black Emperor για να τους συνοδεύσουν στο δικό τους All Tommorow’s Parties Festival. Είναι σύνηθες να περνάνε τα συγκροτήματα από τα διάσημα στούντιο του BBC, καθώς κάνουν την ευρωπαϊκή τους περιοδεία για να αποτυπώσουν έναν ίσως πιο ωμό ήχο από τον πρότερο ηχογραφημένο τους βίο. Δεν είναι όμως πάντα τα αποτελέσματα επιτυχημένα, καθώς ο χρόνος για τις μπάντες δεν επαρκεί πάντα για να νιώσουν άνετα στα εκεί στούντιο. Λοιπόν, εδώ οι ενορχηστρώσεις είναι πιο λιτές και όλα ταιριάζουν απόλυτα με το όμορφα άγριο υλικό που εκτελεί άψογα η μπάντα.

Αν είναι να ακούσετε μια μπάντα από όλο αυτό το black metal κύμα, παλαιό ή νέο (το οποίο παρεμπιπτόντως ονομάζεται cascadian διαφοροποιούμενο από τα προηγούμενα κατατεθειμένα ρεύματα του ήχου), ας είναι αυτό οι WITTR.

 

 

Deafheaven – Sunbather (deathwish)

deafheaven.againstthesilence

Αυτός είναι ο πιο πολυσυζητημένος κιθαριστικός δίσκος που βγήκε από το underground την χρονιά που μας πέρασε, καθώς, ενώ υμνήθηκε σχεδόν από όλα τα μουσικά sites, μεταλλικά ή μη, δίχασε όσ@ς το άκουσαν. Παραδεχόμεν@ όλοι την εκτελεστική αρτιότητα και πρόοδο που σημείωσε η μπάντα από το ντεμπούτο της μέχρι αυτό εδώ το πόνημα, δημιουργήθηκε ένα χάσμα απόψεων όσον αφορά τον black metal ή μη χαρακτήρα του Sunbather. Προσωπικά δεν διαβλέπω κανένα σκότος στα γεμάτα ένταση φετινά τους κομμάτια, αν και σαφώς η φωνή που φαντάζει σαν να αντιστέκεται εκκωφαντικά απεγνωσμένα σε αυτούς που θα ήθελαν να την πνίξουν ακούγοντας την, όπως και τα drums σε αρκετά μέρη, κάνουν χρήση της τεχνοτροπίας του bm. Θα έλεγα πως η γεύση που αφήνει το υλικό φέρνει στο νου περισσότερο screamo μπάντες με έμφαση στους Envy, παρά τον τυπικό μισανθρωπικό ήχο των νορβηγικών bm σχημάτων από τα 90’s.

Όσο για το shoegaze, που υποστηρίζουν οι ίδιοι πως βρίσκεται ως στοιχείο στην μουσική τους, υπάρχει αλλά πολύ αμυδρά και σίγουρα όχι σε αυτό το βαθμό που να επιβάλλεται μια ράθυμη ονειροπόληση σε έναν τόσο ευθύ ηχητικά δίσκο. Επίσης αρκετοί έκαναν ιδιαίτερη μνεία στα ήπια μέρη που δίνουν μια ενδιαφέρουσα ροή στο album, στα οποία όμως δεν ακούμε δα και κάτι πρωτότυπο, εφόσον έχουμε ήδη τσεκάρει το emocore των 90’s και το ορχηστρικό rock των 00’s. Τι μένει λοιπόν στο τέλος; Ένα σίγουρα καλοπαιγμένο υλικό και μια προσεγμένη όλη αισθητική που όμως δεν δικαιολογεί το σούσουρο που προκάλεσε ακόμη και σε έντυπα όπως το Rolling Stone. Αξίζει πάντως να του ρίξετε μια προσεκτική ακρόαση.

 

 

Altar Of Plagues – Teethed Glory & Injury (profound lore)

altarofplagues.againstthesilence

Άλλη μια μπάντα που δεν χωρά στα στεγανά του τυπικού black metal, καθώς χρησιμοποιεί αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία που στηρίζουν τον ογκώδη, σχεδόν ορχηστρικό ήχο τους. Ο τρίτος δίσκος των Ιρλανδών AOP κυκλοφόρησε στις αρχές περίπου του 2013 και αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μπάντας, αφού τον Ιούνη που μας πέρασε ανακοινώθηκε το τέλος της. Νεκροί λοιπόν με την μεταφορική έννοια του όρου, εμφανίστηκαν με το Teethed Glory & Injury σε αρκετές λίστες με τα εξέχοντα album του 2013 και κέρδισαν μια δεύτερη ευκαιρία ακρόασης από τον γράφοντα.

Η αίσθηση που κυριαρχεί στον πιο μεστό δίσκο αυτό είναι ένα απόκοσμο σκότος. Οι κιθαριστικοί ήχοι και τα κρουστά τείνουν προς μια μηχανιστική εντέλεια η οποία ισορροπεί με τα αρκετά μελωδικά μέρη που υπάρχουν σε πολλά σημεία του album και τη φωνή που επιτέλους βγάζει κάποια λέξη από αυτά που αγρίως εκστομίζει. Μιλάμε βεβαίως για ακραία μουσική οπότε όλα τα κομμάτια φαντάζουν μέρη ενός περίτεχνου σκοταδιού και μιας εξώτερης δύναμης .

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης