HTRK – Them Are Us Too

HTRK – Drama (ghostly international)

Είναι κάτι απογεύματα που δεν έχεις όρεξη για τίποτα. Πηγαινοέρχεσαι σε σιωπηλά δωμάτια και κάθε σκέψη μένει ανολοκλήρωτη, μέχρι να σου συμβεί κάτι, ακούγοντας αυτό που συνέβη κάπου πολύ μακριά και μεταφράστηκε σε λίγα λεπτά μουσικής μαγείας. Κάπως έτσι μπορεί να οριστεί η δισκογραφική επιστροφή των HTRK, με ένα επτάιντσο που περιέχει δύο νέα κομμάτια και αποτελεί τον προπομπό του επερχόμενου άλμπουμ τους. Μια σιωπή τεσσάρων χρόνων για μια μπάντα στην εποχή μας φαντάζει αιώνια, αλλά φαίνεται ότι λειτούργησε αποτελεσματικά για το αυστραλιανό αυτό ντουέτο. Πατώντας στο υπνωτικό τους στιλ που τόσο αγαπήθηκε, προσθέτουν μια πιο ζεστή, θα έλεγα, αίσθηση που απορρέει από τη φωνή της τραγουδίστριας, που ακούγεται ακόμη πιο εθιστική και ακόμη πιο εύθραυστη από ό,τι ήταν παλιά, συν τα γλυκά κιθαρίσματα που θυμίζουν παραδόξως Jakob! Δύο τέλεια, λοιπόν, κομμάτια που επαναφέρουν το νόημα στα πάντα.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Them Are Us Too – Amends (Dais Records)

Στη ζωή δεν έρχονται όλα όπως τα θες ή όπως τα φαντάζεσαι. Για το μόνο που μπορείς να είσαι σίγουρ@ είναι πως δεν ξέρεις τι θα συμβεί σε σένα ή σε κάποιο δικό σου πρόσωπο. Κι αυτό χωρίς καμία δόση μοιρολατρίας, αλλά με πλήρη συνειδητοποίηση του απροσδόκητου και του ξαφνικού που εμπεριέχεται σε κάθε τι που ζεις καθημερινά. Όσο κι αν θεωρείς τον εαυτό σου αλώβητο και άτρωτο, ένα ξαφνικό και απόλυτο γεγονός έρχεται να κάμψει την πορεία σου. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των Them Are Us Too, με τον απροσδόκητο θάνατο σε πυρκαγιά του Cash Askew. Η Kennedy Ashlyn, με τη βοήθεια φίλων του Cash, δούλεψαν τις ημιτελείς ηχογραφήσεις που είχε κάνει πριν το θάνατό του, παρουσιάζοντάς μας το αποχαιρετιστήριο άλμπουμ τους Amends. Μια γλυκόπικρη αίσθηση, με κυρίαρχο το αίσθημα του πόνου και της θλίψης, μέσα από μελωδίες και στίχους για κάτι που δεν ολοκληρώθηκε με τον τρόπο που, αρχικά, επιθυμούσαν. Η υπέροχη φωνή της Kennedy, τροποποιεί και λειαίνει τα συναισθήματα αυτά, τιμώντας τον καλλιτέχνη που έφυγε κλείνοντας έναν κύκλο δημιουργίας τόσο σύντομο και συνάμα, τόσο μελωδικό.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Drab Majesty – The Demonstration (dais records)

drabmajesty.againstthesilence

Το 2016 δεν ήταν μια καλή χρονιά στη μουσική κυρίως γιατί έλειψαν οι μεγάλοι δίσκοι που θα χαρακτηριζόντουσαν ως κλασσικοί από τις μελλοντικές γενιές. Επίσης πήξαμε γενικά στις άκυρες αναβιώσεις παντός είδους. Κάπου εδώ κάνει την εμφάνιση του ο Drab Majesty με το νέο του άλμπουμ και όλα ανατρέπονται! Η πρώτη μου απορία που μου γεννήθηκε ακούγοντας το στην αρχή ήταν από που μας εμφανίστηκε αυτή η ανεμοδαρμένη ψυχή! Η περίπτωση του θυμίζει λίγο αυτή του Cold Cave, καθώς και αυτός έχει ένα underground rock υπόβαθρο και έπειτα από μια ολική μεταμόρφωση οικειοποιείται μια ανδρόγυνη περσόνα με τη μουσική να παραπέμπει ξεκάθαρα στα σκοτεινά 1980s.

Η δεύτερη απορία μου η οποία ακόμη δεν έχει απαντηθεί είναι πάνω στο πώς αυτό το παλιομοδίτικο στυλ που παίζει ακούγεται τόσο φρέσκο και το νέο άλμπουμ του διαθέτει τόσο (πολύ) υψηλού επιπέδου γραφή! Ήδη από τα πρώτα σινγκλ του δίσκου φάνηκε ότι ο συγκεκριμένος έχει ανέβει επίπεδο από τα προηγούμενα του άλμπουμ, αλλά αυτό δεν είχε ξεκαθαριστεί εντελώς μέχρι να ακουστεί το “Dot In The Sky” που ανοίγει θριαμβευτικά το δίσκο και διαθέτει το ρεφρέν που δεν έχουν γράψει οι Depeche Mode τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στη συνέχεια ακούγεται το “39 By Design” το οποίο απλά δεν γίνεται να βαρεθείς να το ακούς, καθώς διαθέτει μια εθιστική μελωδική γραμμή και ενδιαφέροντες στίχους πάνω στην υπόθεση της μαζικής αυτοκτονίας των 39 μελών της οργάνωσης Heaven’s Gate πριν χρόνια. Χωρίς ανάσα περνάμε στο “Not Just A Name” που θυμίζει The Cure και Cocteau Twins με ωραίο τρόπο και διαθέτει κι αυτό όπως όλα τα υπόλοιπα μια απογειωτική γέφυρα.

Για να μην περάσω στην υμνολογία όλων των συνθέσεων του δίσκου ας περιοριστώ στο λιτό απόφθεγμα… “και πάει λέγοντας”. Μα κάθε κομμάτι έχει το δικό του χαρακτήρα, νομίζεις ότι έχει γραφτεί στην καταραμένη δεκαετία, αλλά πριν γίνει ρετρό το σώζει μια υπερβολική δόση έμπνευσης που διέθετε ο δημιουργός του όταν έκανε την χάρη σε μας τους θνητ@ς και το ηχογραφούσε. Ας μη μιλήσω καν για το συναισθηματικό συναίσθημα που περιζώνει όλα τα κομμάτια και κάνει τα λεπτά που διαρκεί η ακρόαση να μικραίνουν και η επιθυμία του να στείλεις το άλμπουμ σε άτομα που δεν πρέπει, να μεγαλώνει επικίνδυνα.

Συνολικά έχουμε ένα άλμπουμ το οποίο διαθέτει μια μελωδικότητα που φέρνει στο νου ακόμη και σχήματα όπως την πιο παρεξηγημένη μπάντα του πλανήτη (τους Duran Duran εννοώ προφανώς) και ταυτόχρονα μια εσχατολογική και υπαρξιστική αύρα που προσφέρει μια μοβ ανταύγεια στο υλικό. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά έχουμε ως μπόνους τέσσερα ιντριγκαδόρικα remix από κάτι “τυχαίους” όπως ο Cold Cave, o Silent Servant και ο Drew McDowall. Μας κάνει πλάκα ο άνθρωπος λέμε!

Μπάμπης Κολτράνης

Moon Zero – VA/Tiny Portraits – Drew McDowall

Moon Zero – Self-titled (denovali)

Το φεγγάρι στο σημείο μηδέν, οι ήχοι στο υπόκωφο φόρτε τους, ένα θολό πείραμα, μια τρεμάμενη αίσθηση. Όσο κι αν όλα αυτά φαντάζουν κάπως ακατανόητα, υπάρχει μια κρυφή γοητεία στη μουσική τους διατύπωση που φέρει τον τίτλο του ολοκληρωμένου ντεμπούτου του Λονδρέζου Moon Zero. Αρχικά, η συγκεκριμένη μουσική προκαλεί ένα καλώς εννοούμενο χάσιμο, μια γλυκιά ζάλη. Όταν μάλιστα αυτή δεν ξοδεύεται σε στερεοτυπικές κυκλικές μανιέρες και αφήνεται να ερωτοτροπεί με μια ζωηρή ένταση, τότε τα αποτελέσματα αποβαίνουν ευεργετικά σε κάθε ακρόαση. Αποφεύγεται σε αρκετά σημεία μια χαμηλών τόνων προσέγγιση στις συνθέσεις και προτιμάται μια ευθεία διένεξη ήχων που ισορροπούν πάνω σε ένα αόρατο σκοινί, το οποίο κάνει ακόμη πιο αόρατα τα όρια μεταξύ drone, minimal και ambient. Χάρις στις οξείες γωνίες του δίσκου και την αίσθηση πως αυτή είναι η πιο άμεση και ολοκληρωμένη δουλειά που μας έχει δώσει ο συγκεκριμένος δημιουργός, το όλο άκουσμα μετατρέπεται στην πορεία σε άκρως εθιστικό.

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

VA – Tiny Portraits (flaming pines)

Στα χέρια μας έχουμε μια ιδαίτερη συλλογή που έχει ως επίκεντρο την διατύπωση της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και του τόπου, μέσω του ήχου. Τα τέσσερα τρίιντσα singles δημιουργήθηκαν από τον Siavash Amini (Ιράν), Yuco (Ιαπωνία), Zenjungle (Ελλάδα) και Sound Awakener (Βιετνάμ). Οι μουσικοί, με μια σύνθεση ο καθένας και η καθεμιά, μας μεταφέρουν σε ένα βαθύ πηγάδι έμπνευσης, που έχει σχεδιαστεί και εκτελεστεί με όλη την προσωπική και μουσική μαεστρία τους. Ακούγοντας το πρώτο κομμάτι με τίτλο “Luminous Stream Of Dawn”, νιώθουμε τη μέρα να μεγαλώνει και να είναι λουσμένη με φως, και τα πουλιά να ξυπνούν και να τραγουδούν τα τραγούδια τους. Ο Siavash Amini, με τη μουσική του, μας θυμίζει πως το Ιράν δεν είναι μόνο πολιτική. Συνεχίζοντας με το δεύτερο κομμάτι του Yuco με τον υδρόβιο τίτλο “Marine” μεταφερόμαστε σε κάποια ακτή χαζεύοντας το άπειρο μέσα από τον απαλό ήχο των κυμάτων. Φτάσαμε ήδη στο τρίτο κομμάτι “My Childhood Is My Only Homeland”. Στο συγκεκριμένο έχουμε ένα υπέροχο μείγμα από ηλεκτρονικούς ήχους και σαξόφωνο, όπως μας συνηθίζει ο Zenjungle, το οποίο μας ταξιδεύει αθώα στο χρόνο. Η παιδική ηλικία και οι μνήμες της είναι ένα καταφύγιο που ανατρέχουν οι ταραγμένες καρδιές και οι θυελλώδης σκέψεις μας. Τέλος, ακούμε το “Nocturar Scenes”. Από τα λίγα κομμάτια που η νύχτα και ο ήχος της κίνησης του σκοταδιού μπορούν να σε καθησυχάσουν. Διαλέγεις ένα κοντινό ήχο αυτοκινήτου, μπαίνεις μέσα και ταξιδεύεις μαζί με κάποια ψήγματα συνομιλιών μέσα στον συνολικό ήχο των διερχομένων οχημάτων.

 

 

 

 

Kat

 

Drew McDowall – Collapse (Dais Records)

 

 

Η εμπειρία είναι μια έννοια σχετική, ειδικά στη μουσική. Πιο συγκεκριμένα παρατηρούμε τις πρώτες δουλειές ενός ονόματος να περικλείουν τη ζωηρότητα του έργου του και τα χρόνια να προσμετρούνται ως βάσανο και όχι ως θετική αξία. Αντί να παροπλίζονται όμως τα ονόματα και οι μπάντες που έχουν μπει στα δημιουργικά -άντα τους, συνήθως συνεχίζουν να κουράζουν και να κουράζονται με τη συνεχή προβολή τους. Αυτό δεν ισχύει στη περίπτωση του Drew, καθώς μιλάμε για ένα πρώην μέλος των Coil, της μπάντας που ακόμη και στο φινάλε παρέμενε ριψοκίνδυνη και πρωτοπόρα με τις επιλογές της. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ο συγκεκριμένος περίμενε το 2015 για να βγάλει για πρώτη φορά κάτι ολότελα δικό του.

Ακούγοντας το δεύτερο του, πιο επίσημο, φετινό του πόνημα νιώθεις μια αύρα των ύστερων Coil να κατακλύζει το δωμάτιο. Ένα λεπτεπίλεπτο σκοτάδι δένει με ένα μυστήριο φως που η ικμάδα του δεν σβήνει ποτέ, καθ’όλη τη διάρκεια του άλμπουμ. Το σχεδόν εικοσάλεπτο εισαγωγικό άσμα που μας παγώνει στη θέση μας, δίνει τον τόνο, αλλά δεν χαρακτηρίζει καθολικά το δίσκο, καθώς όλα τα κομμάτια εδώ, με εξαίρεση το εμμονικό “Convulse”, διαθέτουν έναν αυτόνομο και καθηλωτικό χαρακτήρα. Μια σίγουρη, λοιπόν, επιλογή για όσ@ς αρέσκονται γενικότερα στην ηλεκτρονική μουσική.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης