Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #6: Μπάμπης Κολτράνης

10371958_10205077482839339_7712402463693268253_n

Σε εβδομαδιαία βάση ένα πρόσωπο που ασχολείται εμπράκτως με τη μουσική, εξομολογείται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη του για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο Μπάμπης Κολτράνης που περιβάλλει ηχητικά τη ζωή του όχι μόνο ακούγοντας μουσική, αλλά και μέσα από κείμενα και ραδιοφωνικές εκπομπές επί της τελευταίας, μεταφέρει τις έντονες παραστάσεις που αποκόμισε κατά τις ακροάσεις του LP5 (ουσιαστικά, του άτιτλου πέμπτου άλμπουμ) των Autechre

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Ως ένας από τους… κινητήριους μοχλούς του αληθινά αξιόλογου διαδικτυακού τόπου γύρω από τη μουσική Against The Silence, o Μπάμπης Κολτράνης (τι επίθετο-ιδιοκατασκευή!) αναλύει -με μεθοδικότητα και σε αρκούντως προσωπικό ύφος- άλμπουμ και συνθέσεις διαφόρων ιδιωμάτων καταλήγοντας σε εμπεριστατωμένα συμπεράσματα επί αυτών. Ενδέχεται, βέβαια, να έχετε διαβάσει κι αλλού σχετικά κείμενά του, όπως φερ’ ειπείν στον multimedia ιστοχώρο  Breakaplate.

Παράλληλα, ο κάτοικος Βερολίνου εδώ και μερικά χρόνια Μπάμπης, ο οποίος μεγάλωσε στην Κω και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, εκφράζει τον… εθισμό του στους πάσης φύσεως ήχους μέσα από την εκπομπή την οποία επιμελείται για λογαριασμό του ιντερνετικού ραδιοφώνου Weird Fishes, με τίτλο Night Patrol (ή ελληνιστί Νυχτερινή Περίπολος), και η οποία βρίσκεται στον «αέρα» κάθε Τετάρτη 23:00-00:15 (δίνοντας και αρμονική ώθηση στις Πέμπτες μας).

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Παίδεμα αυτή η μπάντα! Πρώτη γνωριμία σε ένα δωμάτιο στο Αμστελόδαμο, χειμώνα με ανοικτό παράθυρο και το Tri Repetae των Autechre για πρωινό. Ο φίλος που με φιλοξενούσε να μην ακούει τίποτα άλλο εκείνες τις ημέρες κι εγώ απλά να έρχομαι σε επαφή με κάτι το εντελώς καινούργιο. Είχα ήδη ακούσει Aphex Twin, Kraftwerk, Orbital, Στέρεο Νόβα κ.α., αλλά αυτό εδώ το άκουσμα ηχούσε εντελώς περίεργα στα αυτιά μου, σαν κάτι που απαιτούσε πρώτη φορά την τέλεια προσήλωση για να το κατανοήσεις.

Μετά από κάποιους μήνες αγόρασα το πέμπτο τους άλμπουμ που είχαν φρεσκοκυκλοφορήσει εκείνη την εποχή. Ούτε τίτλος, ούτε κάτι στο εξώφυλλο, διπλός δίσκος, τίτλοι κομματιών γιούχου και το μυστήριο ξετυλιγόταν για τα καλά. Δεν γνώριζα αν τότε αυτό που κρατούσα στα χέρια μου ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του, αλλά εγώ πρώτη φορά δεν άκουγα ούτε μπάσα κανονικά, ούτε μελωδίες. Οι κοφτερές συνθέσεις όμως με την εξωγήινη παραγωγή ανέδυαν μια μαγεία. Διάολε, ούτε να το χορέψεις μπορούσες αυτό το υλικό, αλλά κάθε νότα(;) σου στοίχειωνε για τα καλά τον εγκέφαλο. Ήταν σαν κάθε ξεχωριστό στοιχείο κάθε κομματιού, οι ρυθμοί, τα αλλόκοτα μηχανικά τιτιβίσματα, οι υπόγειες ατμόσφαιρες, να μπορούσε να σταθεί αυτόνομα μόνο του και βεβαίως υπάρχουν στιγμές ή ακόμη και ολόκληρες συνθέσεις όπου αυτό συμβαίνει αγγίζοντας έναν μυστήριο μινιμαλισμό.

Μετά από κάθε σημείο δεν ήξερες τι μουσικά θα επακολουθήσει και για την ακρίβεια τι θα σου επιτεθεί ηχητικά. Οι πλευρές γυρνούσαν και τα εθιστικά κομμάτια διαδέχονταν το ένα το άλλο επιβάλλοντας τον χαρακτήρα της ιεροτελεστίας μιας ακρόασης αυτού του χειμωνιάτικου και πολυδαίδαλου δίσκου. Περιττό να πω πως κάθε πλευρά ή κομμάτι διαφέρει από το άλλο και ως σύνολο συνδεδεμένα στεκόντουσαν πιο πετυχημένα παρά κατά μόνας. Ίσως για αυτόν τον λόγο δεν έχω αποστηθίσει τους τίτλους των κομματιών, αλλά θυμάμαι μόνο στιγμές που τα έχω ακούσει ξέχωρα από τον δίσκο. Το “Acroyear2” σε ένα φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής στην Πειραιώς  φορώντας βερμούδα και γεμάτος περιέργεια. Το “Arch Carrier” σε μια πρόσφατη μου ραδιολίστα που δεν κόλλαγε με τα υπόλοιπα επιλεγμένα κομμάτια κι εμένα να νιώθω σαν να μην κολλάω με τίποτα με αυτό που φαινόταν έξω από το βερολινέζικο παράθυρό μου. Το “Drane2” στην πρώτη φορά που είδα την ταινία Π (καθώς ακούγεται ένα απόσπασμα του σε μια σκηνή προς το τέλος της ταινίας, αλλά δεν περιλαμβάνεται στο soundtrack της) στην Ίριδα σε μια μαγευτική βραδιά των φοιτητικών μου χρόνων.

Επειδή μου φαίνεται πως μπορώ να γράφω ακατάπαυστα για τον δίσκο αυτό να σημειώσω απλώς πως από τότε που τον πρωτοάκουσα έχω ενσκήψει ως ακροατής και στο υπόλοιπο υλικό της πλούσιας δισκογραφίας τους, με θετικά κατά κύριο λόγο αποτελέσματα, χωρίς όμως να βάζω δίπλα του κάποιο άλλο τους πόνημα. Έτσι κι αλλιώς ήταν ένα οριακό άλμπουμ για τους ίδιους το οποίο ενσωμάτωνε την τεχνοτροπία και την αισθητική που είχαν ήδη καταθέσει μέσα σε μια γεμάτη δεκαετία και την καταβύθιση στον πειραματισμό που θα ακολουθούσαν ως σχήμα.

Πάντως μιλάμε για έναν δίσκο ανάδελφο με ό,τι κυκλοφορούσε τότε, ο οποίος συμπυκνώνει την μαγεία και το βάθος της ηλεκτρονικής μουσικής, μην δίνοντας σημασία σε μόδες καταδικασμένες να ξεπεραστούν και ως εκ τούτου ακούγεται ακόμη και σήμερα μετά από δεκαεπτά χρόνια σχεδόν εξωπραγματικός. Ο τρόπος μάλιστα που χαρακτηρίζει την ροή του δίσκου με την εναλλαγή ταχυτήτων, το κρεσέντο πριν το τέλος και το χαοτικό και άρρυθμο κλείσιμο είναι κάτι που ακόμη και σε θέματα που δεν άπτονται της μουσικής με έχει επηρεάσει καταλυτικά.

Αναδημοσίευση από το https://diskopatheiaa.wordpress.com/ το οποίο και ευχαριστούμε θερμά.

Autechre – Exai (warp)

Exai.againstthesilence.wordpress.com

 

Η πρώτη επαφή που αποκτά κανείς με την ηλεκτρονική μουσική κρύβει πάντα μια έκπληξη. Πίσω από κουμπιά ,προγράμματα και τεχνολογικά τερτίπια κρύβονται βαθυστόχαστα καλλιτεχνικά δείγματα που συνεπαίρνουν. Αυτό συμβαίνει στον μέγιστο βαθμό, όταν, καθώς ψάχνεις τον συγκεκριμένο χώρο, έρχεσαι αντιμέτωπος με τους Autechre (automatic technological recordings). Σίγουρα δεν αρκεί μια ανοιχτόμυαλη διάθεση για να τους αντιληφθείς, καθώς ακόμη και τα πρώτα τους αριστουργήματα στα 90’s, ενώ τώρα ακούγονται ευκόλως προσεγγίσιμα, τότε αποτελούσαν την πιο πειραματική και εγκεφαλική έκδοση του είδους.

Σαν να μην είχαμε δυσκολίες ως προς την αποτύπωση σε λόγια του χαρακτήρα του πολύπλοκου έργου τους, εμφανίζεται η νέα τους δημιουργία η οποία διαρκεί χρονικά δύο ολόκληρες ώρες! Εδώ σαφώς μπαίνει ένα ζήτημα στο κατά πόσο στη σύγχρονη καθημερινότητα, όπου οι ώρες περνάνε σαν φωτοβολίδα αγχωμένες και λειψές, χωρά η προσεκτική ακρόαση ενός δίσκου μαμούθ. Αν δεν ξεπεραστεί αυτό το, ας πούμε, πρόβλημα και δεν δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος, αδιαμφισβήτητα ο πλούτος του Exai δεν γίνεται κατανοητός.

Οι πρώτες προσπάθειες επαφής σίγουρα είναι δύσκολες, καθώς προσωπικά μου πήρε έναν σχετικό χρόνο για να συνεχίσω την ακρόαση μετά και το τέταρτο περίπου κομμάτι του δίσκου. Μην ξεχνάμε πως βασικό στοιχείο για την εκτίμηση των κομματιών του σχήματος ήταν και παραμένει η συγκέντρωση σε αυτά. Πλάι όμως σε αυτήν την εγκεφαλική απαίτηση έρχεται και η αποζημίωση με τις ατμόσφαιρες και τους ραφιναρισμένους ήχους που ιντριγκάρουν τον ακροατή. Μάλιστα στην πορεία, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι είναι πως ο τετραπλός αυτός δίσκος δεν είναι κατ’ ανάγκη δυσπρόσιτος. Αυτό συμβαίνει γιατί, πέραν του μεγέθους και του -για άλλη μία φορά- πρωτοποριακού ήχου που εφευρίσκουν, ο οποίος θυμίζει κάτι το έντονα πιτσαρισμένο, οι ρυθμοί και τα στερεωμένα σε αυτούς μοτίβα είναι αρκετά συγκροτημένοι και σταθεροί παρ΄όλο το εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενο χάος.

Ακόμη και αν απομονώσεις τα στοιχεία αυτού του δίσκου (το ίδιο ισχύει και για τους προηγούμενους), αυτά στέκουν ενδιαφέροντα από μόνα τους και θέλει χρόνο για να βγάλεις ένα οριστικό συμπέρασμα. Για όσ@ς θέλουν να γνωρίσουν τώρα το μουσικό σύμπαν του βρετανικού αυτού ντουέτου, θα πρότεινα να δοκιμάσουν πρώτα άλλους δίσκους τους όπως τους Oversteps, Self-titled, Tri Repatae, Amber ή Incunabula. Πάντως μια χαρά τα κατάφεραν να μας προσφέρουν άλλη μια γλυκιά σπαζοκεφαλιά και συνάμα έναν νέο λόγο που εξηγεί γιατί η μουσική απαιτεί εμβάθυνση και όχι μια βιαστική/fast food αντιμετώπιση.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης