The Ocean Collective – Phanerozoic I: Palaeozoic (Pelagic Records)

Το Phanerozoic I: Palaeozoic (το 2ο μέρος θα κυκλοφορήσει το 2020), 8ο άλμπουμ των Γερμανών The Ocean Collective, δεν έχει κάποιο καινούριο στοιχείο σε σχέση με την πρότερη δισκογραφία τους και δεν εισάγει κάποια καινοτομία. Δεν είναι το πρώτο άλμπουμ που επιδιώκει να πετύχει την τέλεια φυσική ισορροπία ανάμεσα στο αργόσυρτο και θηριώδες post/sludge και στις προοδευτικές εκφάνσεις του metal ήχου. Σαφώς, έχουμε ακούσει μυριάδες άλλα άλμπουμ με πελώρια riff, εκτεταμένα, ατμοσφαιρικά περιβάλλοντα και με σύμμαχο την εξαιρετική παραγωγή. Δεν είναι το πρώτο metal άλμπουμ που συνταιριάζει βέβαια τις υψηλές δυναμικές του με πιάνα, έγχορδα και ηλεκτρονικά στοιχεία και, ούτε συζήτηση, έχουμε ακούσει άπειρους δίσκους που τραγουδήθηκαν από εξαιρετικούς τραγουδιστές – αν και νομίζω ότι είναι καιρός να αναγνωρίσουμε τον Loic Rossetti ως έναν από τους σπουδαίους της εποχής μας. Και όσο και αν όταν τραγουδάει ο Jonas Renske των Katatonia λιώνουν και οι πέτρες, τέλος πάντων έχουμε ακούσει πολλές άλλες συνεργασίες στο παρελθόν αντίστοιχης εμβέλειας με το “Devonian: Nascent”(;).

Το Phanerozoic I: Palaeozoic δεν είναι το πρώτο άλμπουμ που αφηγείται ιστορίες για τις δυνάμεις της γης και παραδίδεται σε απόλυτα φυσιοκεντρικά οράματα. Δεν είναι το πρώτο επιστημονικό ή και διδακτικό άλμπουμ, ούτε βέβαια το πρώτο που μας κάνει να υποπτευόμαστε ότι οι στίχοι του αποτελούν ουσιαστικά μια τεράστια αλληγορία – οι καταστροφές, οι ανασχηματισμοί και οι αναγεννήσεις της Φανεροζωικής περιόδου ως τα γεωλογικά σύμβολα της ανθρώπινης ασημαντότητας και των μικρών και μεγάλων θανάτων που όλοι ζούμε καθημερινά. Οι The Ocean δεν είναι οι πρώτοι που έχτισαν συναισθήματα απόλυτης φθοράς και απόλυτης ανάτασης με αντίστοιχες μουσικές και δεν είναι το πρώτο άλμπουμ με τόσο έντονο το δραματικό κι επικό στοιχείο. Αρκετές φορές στο παρελθόν ακούσαμε μουσικές που έφεραν μπροστά στα μάτια μας δυνατές εικόνες, θάλασσες να υψώνονται σαν βουνά και σεισμούς να ανοίγουν τη γη στα δύο.

Αναλύοντας τα συστατικά του, το Phanerozoic I: Palaeozoic θα έπρεπε να είναι άλλο ένα απλώς καλό άλμπουμ, γιατί όμως ακούγεται τόσο καλύτερο από όσο θα του έπρεπε;

Εξήγηση δεν υπάρχει καμιά. Η μόνη υπαίτια για το διαμέτρημά του δεν μπορεί παρά να είναι εκείνη η αλήτισσα και ανυπόταχτη δεσποινίς που δεν παντρεύεται, δεν συγκινείται και δεν ταπεινώνεται για κανέναν. Εκείνη που αγνοεί τα παρακάλια μεγάλων και τρανών και δεν απαντά σε καμιά προσευχή κι αν της καπνίσει, διαλέγει έναν “μικρό” και “ταπεινό”, κάθεται κοντά του απρόσκλητη και αποχωρεί σαν σκιά όταν της έρθει. Μούσα την έλεγαν οι παλιοί, έμπνευση τη φωνάζουμε σήμερα, όπως κι αν την πεις, η άτιμη πήγε κι ερωτεύτηκε τον Robin Staps και τη βερολινέζικη κολεκτίβα του και προφανώς δεν τον άφησε στιγμή όσο το album δουλευόταν. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί κάπως το γεγονός ότι κάθε νότα αυτού του δίσκου μοιάζει να εκπληρώνει την ίδια του τη νομοτέλεια και να εξυπηρετεί απόλυτα τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκε. Και όπως η σπείρα του Milky Way αναμετράται με τη σπείρα του κελύφους ενός σαλιγκαριού, έτσι και τα σκάρτα 50 λεπτά του Phanerozoic χωράνε τα 500 εκατομμύρια χρόνια και τις 5 μαζικές αφανίσεις του Φανεροζωικού, διεκδικώντας τις ίδιες γενεσιουργές αιτίες.

Οι The Ocean δεν είναι δα και οι πρώτοι τους οποίους η metal μουσική –με τα μοντέρνα, μετά του 2000 αισθητικά πλαίσια– θα πρέπει να ευχαριστήσει για το φιλί της ζωής που της δίνει. Μέχρι όμως να εμφανιστεί ανάλογο τέτοιο album, υπάρχει περίπτωση να είναι οι τελευταίοι.


The 8th album of German act The Ocean Collective entitled Phanerozoic I: Palaeozoic (part II will be released in 2020), doesn’t add any new elements to their previous discography and carries no innovation with it. It is not the first album that tries to achieve a perfect, natural balance between an enormous mid-tempo post/sludge style and the most progressive aspects of metal sound. Clearly, we have listened to myriads of albums that include huge riffs, extended atmospheric ambiences and great production. Of course, it’s not the first metal album that combines its high dynamics with piano, cello and electronic sounds and, no discussion about it, we have listened to countless albums sang by phenomenal singers – though I believe it is time to acknowledge Loic Rossetti as one of the best singers of our time. And despite the fact that Katatonia’s Jonas Renske can make even stones weep when he sings, we have listened to many collaborations in the past, as important as this one in “Devonian: Nascent” (?).

Phanerozoic I: Palaeozoic is not the first album that narrates stories regarding the powers of the earth, surrendering itself to nature-centric visions. It is not the first scientific or instructive album, neither the first one that makes us suspect that its lyrics hide essentially a great allegory – the disasters, reconstructions and rebirths of the Phanerozoic era as geological symbols of human insignificance and of the little deaths and rebirths we experience in our everyday lives. The Ocean is not the first band to evoke feelings of ultimate decay or ultimate uplifting and this is not the first album to include dramatic or epic elements of this intensity. Many times in the past we have listened to music that created powerful imaginary images of seas that rise as mountains and of earthquakes that tear the land in pieces.

Analysing its characteristics, Phanerozoic I: Palaeozoic should be just another good album, so how is it possible to feel so much more than that?

There is no reasonable explanation. It seems that the only one responsible for the creation of an album of this calibre is that vagabond, untamed lady that never marries or belongs to anyone, that never gets abused by anyone. That lady that ignores the begging of the great and answers to no prayers and, if she feels like it, she sits next to the small and humble of her choosing, uninvited and then departs again like a shadow, without any warning. The ancients called her Muse, we call her inspiration today, but no matter how you call her, it seems that this wild entity fell in love with Robin Staps and his Berlin-based collective and obviously she didn’t leave him alone not even for a moment while this album was being created. It’s the only way to explain the fact that every note of this album seems to fulfill its causality and completely serve the purpose it was born for. And as the Milky Way’s spiral can be compared with the spiral of a snail’s shell, so the less than 50 minutes of this record compete with the 500 million years and the 5 mass extinctions of the Phanerozoic era, claiming the same root causes.

The Ocean Collective is not the first band that metal music – with its modern, post-2000 aesthetic context – should owe gratitude for the kiss of life it offers. Yet, until an album of that quality appears again, there is the possibility to be the last.

 

Antonis Kalamoutsos

 

Mamaleek – Out Of Time (The Flenser)

Τα πιο τρομακτικά όνειρα, εκείνα που ρίχνουν τη σκιά τους και στις πιο γενναίες καρδιές, είναι αυτά που όταν τα περιγράφεις ή τα θυμάσαι δεν κουβαλούν κάποια φρικαλέα εικόνα αλλά τη βαριά αίσθηση ενός φόβου αδιόρατου και παντελώς αδιαπέραστου. Οι Mamaleek, ένα μυστηριώδες και ανώνυμο ντουέτο από δύο αδερφούς που δρουν στη Δυτική Ακτή και στη Βηρυτό αντίστοιχα, ξέρουν καλά από ποια υλικά χτίζεται ένας καλός μουσικός εφιάλτης. Η μουσική φρίκη δεν κρύβεται στον ήχο αλλά σε αυτά που υπονοεί και στην ελαφριά απόκλιση της συνείδησης που προτείνει. Και αν στιλιστικά υποτίθεται πως ανήκουν στον πειραματικό black metal χώρο, ο συγκαλυμμένος εφιάλτης τους γίνεται πειστικότερος τώρα που οι κιθαριστικές παραμορφώσεις είναι στα όρια του ανύπαρκτου.

Για ποιο black metal μιλάμε, λοιπόν, όταν από τα ηχεία σου ξεπηδάνε απροσδόκητα ηλεκτρονικά, funky, jazz έως και dub grooves; Είναι τα σκοτεινά φωνητικά που επιβάλλουν την αύρα τους, όντας κάτι ανάμεσα σε ουρλιαχτούς ψιθύρους ή δαιμονικούς μονολόγους; Όχι, δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό, τουλάχιστον όχι αποκλειστικά. Είναι το κολάζ από κάθε είδους αλλόκοτο sample “από τουρκικά κοντσέρτα, διαφημίσεις που δεν υπάρχουν πια και παλιά pop τραγούδια”, όπως λέει χαρακτηριστικά το δελτίο τύπου, που γεννάνε ένα καλοσχηματισμένο βδέλυγμα; Ή μήπως τελικά είναι η αποσπασματικότητα των ιδεών, αυτή η αίσθηση του φευγαλέου, του άπιαστου, του απίθανου να αιχμαλωτιστεί; Ο συνδυασμός των παραπάνω, προφανώς. Ο ακροατής βομβαρδίζεται από ήχους και μουσικές που όλες μοιάζουν κάπως οικείες, το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι άβολο, αλλόκοτο, άγνωστο και όλα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια ζοφερή διαστρέβλωση της “φυσιολογικής” πραγματικότητας.

Το Out Of Time είναι εκ φύσεως ένα άλμπουμ που είναι αδύνατον να περιγραφεί. Οι Mamaleek φαντάζομαι παρακολουθούν με απορία έναν σωρό μπάντες να δρέπουν τις δάφνες ενός δήθεν πειραματισμού ανώδυνων ουρλιαχτών πάνω σε χαρωπές ντο ματζόρε, ενώ η μουσική τους είναι μια δυο δεκαετίες μπροστά. Ας είναι. Θα τους δικαιολογήσουμε και κάποια blackgaze ατοπήματα τύπου “Almost dead dog”, αφενός γιατί η ροή του άλμπουμ το σηκώνει και αφετέρου γιατί εξισορροπούνται από γρανιτένιες συνθέσεις όπως τα “The Recompense is real” ή “Doomed Beast” και διότι τέτοιες θα μπορούσαν να παρουσιάζουν –και εδώ έρχεται η κομπλιμεντάρα– μόνο κάποιοι Dodheimsgard, αν δισκογραφούσαν με συνέπεια την τελευταία εικοσαετία. Το άθροισμα όλων αυτών; Ένας από τους πιο avant δίσκους που θα ακούσεις από την black metal οικογένεια, φέτος, του χρόνου, κάθε χρόνο. Κι αν η υπέροχη The Flenser φέτος κατάφερε οι Bosse-de-Nage να αλλάξουν κατηγορία, θα πρέπει να μην ξεχάσει ότι το αληθινό της διαμάντι είναι η γυαλισμένη παράνοια των δύο ανώνυμων αδερφών. Η μυστικοπάθεια για τους Mamaleek διανύει τις τελευταίες της στιγμές και αυτό πιστεύω ότι δεν θα επηρεάσει καθόλου τον πραγματικό εφιάλτη και τον ανόθευτο κυνισμό του. Η δική μου καρδιά, πάντως, δεν είναι αρκετά γενναία και μια παράξενη άβυσσος καλεί πίσω από αυτόν τον απόηχο που αρνείται πεισματικά να σβήσει.


The scariest of dreams, the ones that cast their shadows even upon the bravest hearts, are those that carry not images of horror when remembered or described but a sense of a fear intangible and impenetrable. Mamaleek, a mysterious and nameless duet of two siblings located on the West Coast and Beirut respectively, seem to know very well how to build a solid musical nightmare. True horror is not expressed through notes but through its insinuations and the slight deviations of conscience they suggest. And if we accept that they belong stylistically to experimental black metal territories, this well-hidden nightmare becomes even more convincing now that guitar distortions are almost non-existent.

So, what kind of black metal is this, with electronica, funky, jazzy or even dub grooves rushing out from the speakers? Is it black metal because of the dark vocals, sounding like howling whispers, demonic monologues and everything in between? No, I guess this is not enough, at least not exclusively. Is it because of the collage of all sorts of weird samples, like “excerpts from Turkish concerts, ads that no longer exist and old pop songs” as the press release aptly states, that give birth to a well-formed abomination? Or maybe finally it’s the fragmentation of ideas, that sense of something elusive and really impossible to capture and tame? Obviously, it is the sum of all of the above. The listener is being bombarded by notes and sounds that sound somehow familiar but the final result is unidentified, uncomfortable and strange, leading with mathematical precision to a bleak twist of “normal” reality.

By nature, Out Of Time is an album impossible to describe. I guess Mamaleek watch in wonder other bands being glorified because of totally harmless screaming vocals on top of cheesy C major scales “experimentations”, while their music sounds like coming from 1-2 decades ahead in the future. So be it. We have to even forgive false blackgaze steps like “Almost dead dog”, firstly because they match with the general album’s flow and secondly because they are balanced by phenomenal compositions like “The recompense is real” and “Doomed beast”, tracks that could only be presented – and here comes the ultimate compliment – by bands like Dodheimsgard, if they were to produce music consistently for the last 20 years. And what is the final verdict? One of the most avant albums coming from the big black metal family you will listen to this, next or any year. Their wonderful label The Flenser may have achieved the promotion of Bosse-De-Nage to the next league but I hope they know that the highly-polished paranoia of these brothers is a true gem in their roster. Their anonymity may be about to end very soon but I think this won’t affect the nightmare they create and its untold cynicism. In any case, my heart is not brave enough and a strange abyss is calling behind that echo that refuses to fade away.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Nochnoy Dozor – Nochnoy Dozor (Prophecy Productions)

Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο για μια ελληνική μπάντα να κάνει ήδη αρκετά γνωστό το όνομά της και να υπογράφει με την Prophecy Productions –ένα label με πολύ καλλιεργημένο στίγμα και γούστο– πριν καν την πρώτη της κυκλοφορία. Αν μην τι άλλο, το γεγονός ιντριγκάρει, και το πρώτο τους ομώνυμο EP ήρθε επιτέλους για να λύσει το μυστήριο και να δώσει πρώιμες απαντήσεις.

Η μουσική των Nochnoy Dozor, λοιπόν, μπορεί να νοηθεί ως το πείραμα της ένωσης δύο φαινομενικά ασύμβατων κόσμων. Από τη μία πλευρά, το μουσικό σκέλος χαρακτηρίζεται από ατμοσφαιρικά rock/metal ηχοτοπία με θερμή υφή και doomy –κι όχι πραγματικά doom– μορφή. Σε αυτό, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς τη συνέχεια ανάμεσα στους Nochnoy Dozor και τους Universe 217, έτερη μπάντα του κιθαρίστα Μάνου Γεωργακόπουλου, με τους πρώτους να έχουν ελαφρώς φωτεινότερες αποχρώσεις. Από την άλλη, οι δύο τραγουδίστριες Revekka και Lina, δίδυμες ως την ταυτότητα των φωνών τους, διαθέτουν τεχνοτροπίες που παραπέμπουν ξεκάθαρα σε soul διδάγματα και το αποτέλεσμα αγγίζει ελαφρά αλλά χωρίς δισταγμό την pop. Σε περίπτωση που αυτή η αντίθεση αρχικά ξενίζει, μπορώ να υπενθυμίσω ότι οι Oceans of Slumber κάνουν κάτι αντίστοιχο με μεγάλη αποδοχή. Εκεί όμως που οι Αμερικανοί συνάδελφοί τους διαθέτουν την Cammie Gilbert, μια από τις καλύτερες τραγουδίστριες στο metal αυτήν τη στιγμή, οι Nochnoy Dozor αντιπαραβάλλουν κάτι ίσως σημαντικότερο: στιλιστική κι εκφραστική ομοιογένεια.

Τα αυτιά μου συνήθισαν γρηγορότερα την αισθητική αυτή από ό,τι το μυαλό μου. Αυτό το τελευταίο χρειάστηκε να φτάσει η ακρόαση στο τρίτο track με τίτλο “Closer”, εκεί που οι κιθάρες βαραίνουν, για να παραδοθεί και αυτό. Αν και τα μελωδικά τους σημεία έχουν αξιοσημείωτο βάθος –εξαιρετικά προσεκτική χρήση των εφέ–, τα πράγματα δένουν καλύτερα όταν το distortion παίρνει τα ηνία. Το τελευταίο δε track “Ben Hur” κρύβει και φωνητικά που πατούν σε metal βάσεις κι εκεί γίνεται ξεκάθαρο ότι η μπάντα διαθέτει μια πληθώρα εκφραστικών μέσων. Όλα θα εξαρτηθούν από τη χρήση τους.

Το εντυπωσιακότερο στοιχείο γύρω από τους Nochnoy Dozor είναι ότι δείχνουν απολύτως έτοιμοι για μια σοβαρή πορεία. Το στιλ τους μοιάζει ήδη πλήρως διαμορφωμένο και δεν φαίνεται ότι μας περιμένουν μεγάλες μορφολογικές εκπλήξεις. Το πρώτο τους EP δίνει τις βασικές απαντήσεις και από εκεί και πέρα θα αναμένουμε το πρώτο τους full length μέσα στο 2019 για την ολοκληρωμένη εικόνα, δίσκος ο οποίος είμαι σίγουρος ότι θα είναι καλός. Το πόσο καλός, κριτικά μιλώντας, θα εξαρτηθεί από τη ροή του, από την ισορροπία των ιδεών του και από το αν το αποτέλεσμα του πειράματος θα είναι εξίσου ή και περισσότερο συμπαγές. Τα εχέγγυα είναι όλα στη θέση τους. Μένει οι ίδιοι να θέσουν τον πήχη. Τι λέτε, λοιπόν, Nochnoy Dozor, για πόσο μεγάλα λιμάνια θα σαλπάρετε;


It is not very usual to witness a Greek band having already made some fuss regarding its name and having signed with Prophecy Productions – a label with a very sophisticated taste and imprint – before even their first official release. If not else, this fact is at least intriguing and finally their self-titled debut EP is here to solve the mystery and give some primal answers.

Nochnoy Dozor‘s music can be understood as the experiment of the unification of two seemingly incompatible worlds. On the one hand, the musical part is being characterised by atmospheric metal/rock soundscapes of warm textures and doomy – not truly doom – forms. In this part, it is quite easy to realise the connection between Nochnoy Dozor and Universe 217 – the other band of guitarist Manos Georgakopoulos – though ND are sketched in lighter shades. On the other hand, the two female singers Revekka and Lina, twin-sounding in their vocal identities, dispose a style that clearly refers to soul music teachings, softly touching with no hesitation pop vibes. In case someone feels a bit alienated with such a contrast and style collision, let me remind you that Oceans of Slumber do something relevant with great acceptance. But where their US colleagues have Cammie Gilbert, one of the best singers in today’s metal, Nochnoy Dozor juxtapose something, maybe of higher importance: stylistic and expressive homogeneity.

My ears were faster to adapt to the described aesthetics than my mind. It had to wait until the 3rd track “Closer”, where guitars become heavier, to surrender too. Though their melodic parts showcase remarkable depth – the excellent use of effects contribute heavily on this – music seems more cohesive when distortions lead the way. And when the final track “Ben Hur” plays, with vocals that step on a metal basis, it is rather obvious that the band possesses a plethora of expressive means. Everything in the future will depend on their ideal use.

The most impressive fact about them is that they seem absolutely ready for a very respectable career. Their style feels solid already and I reckon we shouldn’t expect any dramatic morphological variations. This first EP provides us with the basic ideas and we can do nothing more than wait for their first full length set to be released in 2019, a record that I confidently believe it will be good. How good? Critically speaking, that depends on the flow and balance of their ideas and on whether the outcome of the experiment will remain as coherent as now – or possibly even more. Everything seems in place, now it’s in their hands how high the bar will be raised. So, what do you think, Nochnoy Dozor, how great are the harbours you will set sails for?

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Kathryn Joseph – From When I Wake The Want Is (Rock Action)

Πάτησα το play όπως πάντα, λίγο βαριεστημένος και αρκετά περίεργος για το τι θα ακούσω. Αυτό όμως που δεν περίμενα ήταν να συναντήσω φαντάσματα. Τα φαντάσματα της ζωής μου πετάχτηκαν με βία από τα ηχεία ουρλιάζοντας χωρίς ήχο και τρέμοντας κρυμμένα πίσω από ένα σπαραξικάρδιο βιμπράτο. Απαίτησαν όχι μόνο την ακοή αλλά και κάθε άλλη αίσθησή μου, μου ζήτησαν να ακούσω και να λυγίσω το κορμί μου, όπως λύγισαν και τα ίδια, ενώ δυνατοί άνεμοι τα παρέσερναν πριν τα τσακίσουν ολοκληρωτικά. Αρκετά περίεργος, όπως πάντα, πάτησα το play, αλλά δεν περίμενα να συναντήσω αναμνήσεις. Αναμνήσεις σέπια από μια ζωή που συνήθιζε να περιδιαβαίνει μέσα σε χρώματα και απολαύσεις πριν αυτές ξεθωριάσουν κάτω από το βάρος ενός κάποιου αναπόφευκτου ρεαλισμού. Λένε πως ήταν 40 ετών όταν έβγαλε τον πρώτο της δίσκο και τώρα έχουν περάσει τρία ακόμα χρόνια. Οι αναμνήσεις και τα φαντάσματα είχαν μείνει μαντρωμένα για αρκετό καιρό και τώρα τινάζονται μπροστά αφηνιασμένα, πώς να τολμήσεις να αναμετρηθείς μαζί τους και να τα συγκρατήσεις; Περνάνε ορμητικά πάνω από τη γη και αφήνουν σημάδια στο χώμα, δεν ζητάνε να ακολουθήσεις αλλά δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς. Μετράς τις χαρακιές που αφήνει το σκοτεινό κι επίμονο πιάνο, μετράς μέχρι που χάνεσαι στο μέτρημα και οι αριθμοί γίνονται αντίλαλοι, εσύ ο ίδιος μοιάζεις με αντίλαλο. Δεν είσαι πια δικ@ σου. Λίγο βαριεστημένος όπως πάντα, πάτησα το play, αλλά δεν περίμενα να βρεθώ στο νερό. Έφτασα εκεί λερωμένος, αδύναμος αντίλαλος, τσακισμένο κλαδί. Βούλιαξα λίγο στα ήρεμα ρεύματα κι ένιωσα απροσδόκητα να δυναμώνω ξανά και να γίνομαι ένα, είδα το νερό να παίρνει μακριά τη βρομιά μου και να αποκτώ ξανά χρώμα. Οι κατακερματισμένες και αλαφροΐσκιωτες ερμηνείες της ήταν αυτές που με φόρτωσαν με κάποιο αδιόρατο και άγνωστο βάρος. Οι ίδιες αυτές ερμηνείες ήταν ταυτόχρονα αυτές που με καθάρισαν.

Indie folk, λέει, στο δεύτερο άλμπουμ της Kathryn Joseph από τη Σκωτία, λέει. Αυτό που κανείς ποτέ δεν λέει είναι ότι κάθε φορά που βαριεστημένα ή με περιέργεια πατάς το play μοιάζει σαν να πετάς ένα κέρμα και δεν υπάρχει τίποτα που να σε εμποδίζει να βιώσεις κάτι που ίσως οι άλλοι δεν θα δουν ποτέ έτσι. Τίποτα δεν σε προστατεύει από τα φαντάσματα και τις αναμνήσεις του άλλου που ανεξήγητα ζητάνε να γίνουν δικές σου. Η Kathryn είναι μια άλλη σύγχρονη Tori Amos κάποιου διαστρεβλωμένου ονείρου, κι εγώ απλώς μπορώ να πω στον καθρέφτη, στον φίλο και στον σύντροφο: “There is no God but you”. Όπως πάντα.


I pressed the play button as always, a bit bored and eager enough of what I would hear. What I didn’t expect is to meet ghosts. The ghosts of my life violently popped out from my speakers screaming with no sound, well-hidden and shivering somewhere beyond a heart-breaking vibrato. It wasn’t just my hearing they demanded but the sum of my senses, asking me to listen and bend my body like they bended theirs, while ruthless winds fell upon them, blowing, totally breaking them. Eager enough, as always, I pressed the play button, but I didn’t expect to meet memories. Sepia memories of a life that used to wander in colours and delights before they finally withered under the weight of some unavoidable realism. They say that she was already 40 when her debut was released and 3 more years have passed since. Memories and ghosts had stayed locked up for a while and now they are rushing on rampage, how to face or restrain them? They are running headlong over the land and leave their marks on the soil, they don’ t ask you to follow but what else can you do? You count the scars left by that dark and persistent piano, you count until you are lost with the counting and numbers have become only echoes, you have become an echo yourself now. You are not yours anymore. A bit bored as always, I pressed the play button but I didn’t expect to find myself in the water. I reached it and I was stained, a weak echo, a broken branch. I sank underneath the calm tides and, unexpectedly, I felt becoming stronger again, becoming one with myself again, I watched the water washing my filth away and becoming full of colours again. Her disintegrated, moonstruck performance loaded me with an unknown burden. The same performance is the one that washed me clean.

Indie folk, they say, the sophomore album by Scottish Kathryn Joseph, they say. Yet, what always remains unsaid is that each time you press the play button, a bit bored and eager enough, it seems like you are tossing a coin and there is nothing to stop you from experiencing something completely personal. Nothing can protect you when someone else’ s ghosts and memories desire to be yours, with no obvious reason. Kathryn seems to be some other Tori Amos of some twisted dream and I can only shout to the mirror, a friend or a companion: “There is no God but you”. As always.

 

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Impressions #3

Ενώ οι θάλασσες της Δύσης βρέχουν πόλεις που χορεύουν σε ρυθμούς Halloween, εμείς ψάχνουμε τα soundtrack ενός ακόμα αναποφάσιστου Οκτώβρη. Μικρές θλίψεις και μουσικοί σκελετοί πετάγονται από τα ηχεία μας.

  • Οι Vespero από τη Ρωσία φτιάχνουν καιρό τώρα το όνομά τους ως μια υπολογίσιμη δύναμη στο psych/space rock και η συνεργασία τους με τον Ισπανό fusion κιθαρίστα Angel Ontalva στο Carta Marina (VMS) δημιουργεί έναν απρόσμενο κι εντυπωσιακό δίσκο που ήδη λατρεύεται από πολλούς.
  • Όλοι όσοι γουστάρουν blackgaze, θα πρέπει να τσεκάρουν άμεσα το ντεμπούτο των Avast με τίτλο Mother Culture (Dark Essence). Μέχρι κι εγώ, που δεν είναι το στιλ μου, καταλαβαίνω ότι αυτό που κάνουν το κάνουν πολύ σωστά.
  • Μετά το σοκ του Statues, οι Black Peaks επιστρέφουν με το All that divides (Rise Records) κάνοντας τα πάντα σωστά: μουσική φτιαγμένη για μεγάλα φεστιβάλ, για χαρούμενους οπαδούς και κριτικούς. Αν τους ευνοήσει η συγκυρία και το promotion, λογικά αυτή είναι μια μεγάλη μπάντα της επόμενης δεκαετίας. Η προσωπική μου σχέση μαζί τους είναι ακόμα υπό διερεύνηση…
  • Εκ πρώτης όψεως, η συνεργασία ανάμεσα σε δυο κολοσσιαίους μπασίστες όπως οι Colin Edwin & Lorenzo Feliciati θα έπρεπε να αφορά μόνο τους εραστές του τετράχορδου θηρίου. Κι όμως, το Twinscapes Vol 2: A modern approach to the dancefloor (RareNoise Records) θα γκρουβάρει και τους ουδέτερους και θα τους αιχμαλωτίσει σε μια μεγάλη κοσμική λούπα.
  • Επιστροφή στους καλούς δίσκους για τους Crippled Black Phoenix, με το Great Escape (Season of Mist) να διαθέτει όλα τα συστατικά τους σε μεγάλες δόσεις. Παρ’ όλα αυτά, η αύρα που είχαν όταν ξεκίνησαν έχει φύγει μακριά και δεν μπορώ να καταλάβω πώς και πότε την έχασαν.
  • Το Be All End All των Manes με είχε λίγο απογοητεύσει, όχι λόγω του electronica pop ήχου του αλλά λόγω της ποιότητάς του. Για του λόγου το αληθές, το κινούμενο στο ίδιο στιλ Slow motion death sequence (Debemur Morti Productions) είναι απρόσμενα καλό. Οι παλιοί λύκοι δεν το βάζουν κάτω με τίποτα, αν και η παραγωγή εξακολουθεί να είναι πολύ φτωχή.
  • Δισεκατομμυριούχος δημιουργός από την Καλιφόρνια θρηνεί για τον χαμό του παλιού του συνεργάτη. Ο Mike Shinoda (ηγέτης των Linkin Park) κάνει πανάκριβο, ατμοσφαιρικό hip hop και δεν θα έπρεπε να ασχολούμαι μαζί του. Έλα όμως που το Post Traumatic (Warner) είναι πολύ συμπαθητικό!
  • Εντυπωσιακό παικτικά και υπερτεχνικό death metal που έχει τα πάντα εκτός από σκοτάδι. Οι Cynic παραμένουν οι βασιλιάδες, αλλά οι Obscura στο Diluvium (Relapse), να, καταφέρνουν να συμπεριλαμβάνονται στην ίδια παράγραφο.
  • Αντικειμενικά, ίσως το σημαντικότερο άλμπουμ για το progressive rock/metal φέτος είναι το Wasteland (Inside Out Music) των Πολωνών Riverside, κι εγώ πρώτη φορά είμαι τόσο συγχρονισμένος μαζί τους. Εδώ, ο θρήνος για τον χαμένο φίλο/συνεργάτη είναι ευπρεπής.
  • Ένα από τα πιο συναρπαστικά και εικονοπλαστικά post metal στην πιάτσα είναι το Love in shadow (Thrill Jockey Records) των Sumac, κι εμείς, τέλος πάντων, αγαπάμε Aaron Turner για πολλούς λόγους – το ότι ακόμα χαράζει νέα μονοπάτια είναι ένας από αυτούς.
  • Άργησα πολύ να ανακαλύψω τους The Necks, αλίμονό μου. Το απίθανο jazz/ambient που περιέχεται και στο Body (Rer Megacorp) είναι τόσο καλό που σε αναγκάζει να δημιουργήσεις ή να εφεύρεις συγκεκριμένες στιγμές για να το βιώσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η γλυκιά δυτική μας ζωή δεν αφήνει περιθώρια για πολλές τέτοιες ακροάσεις.
  • Εδώ και 10 χρόνια, κάθε φορά που οι The Pineapple Thief βγάζουν καινούριο δίσκο πιέζω τον εαυτό μου να τους αγαπήσει και το είχα σχεδόν καταφέρει στο Your Wilderness του 2016. Το Dissolution (Kscope Records) μεγαλώνει κι άλλο το όνομά τους, όμως εγώ τα παρατάω. Αποτυγχάνουν να γίνουν ένα πολύ καλό prog ή πραγματικά μελαγχολικό γκρουπ, αμφιταλαντεύονται κάπου στη μέση και παραμένουν σχετικά μέτριοι για τις προσδοκίες μου.

While the Western seas meet cities that are getting prepared for another Halloween, we are still looking for the perfect soundtracks of a, still undecided, October. Small sorrows and musical skeletons pop out of our speakers.

  • Vespero from Russia have been building a very powerful name in psych/space rock for a while now and their collaboration with Spanish fusion guitarist Angel Ontalva in Carta Martina (VMS) results in an unexpected and impressive album, already adored by many.
  • Everyone involved with blackgaze should immediately check out Avast’s debut album entitled Mother Culture (Dark Essence). Though this style is not my cup of tea, I can realise that whatever they are doing, it is very well done.
  • After the shock that came with Statues, Black Peaks return with their sophomore album All That Divides (Rise Records) doing everything in the appropriate way: ideal music for big festivals, for happy fans and critics alike. If they are favored by circumstances and promotion, they may be one of the next decade’s biggest acts. My personal connection with them is still being explored…
  • At first glance, the collaboration between two colossal bass players like Colin Edwin & Lorenzo Feliciati should concern the 4 stringed enthusiasts only. Yet, Twinscapes 2: A modern approach to the dancefloor (RareNoise Records) will even shake the “neutrals”, capturing them in a groovy cosmic loop.
  • Crippled Black Phoenix return to very good albums and The Great Escape (Season of Mist) presents all their ingredients in great proportions. Still, the aura surrounding them in their beginnings has vanished and I can’t understand how and when they lost it.
  • Manes Be All End All was slightly disappointing, not because of its electronica/pop sound but because of its lack of quality. Slow Motion Death Sequence (Debemur Morti Productions) has the same directions but is amazingly good. These old wolves won’t give up, though the production is still very poor.
  • A billionaire artist from California grieves for the loss of his old partner. Mike Shinoda (leader of Linkin Park) creates luxurious and atmospheric hip hop and I shouldn’t spend my time with him but Post Traumatic (Warner) is actually quite likeable!
  • Death metal of impressive playability and extreme technique that has everything but darkness. Cynic are still the kings, but Obscura’s Diluvium (Relapse), well, manages to put them in the same sentence.
  • Objectively speaking, Wasteland (Inside Out Music) by Polish masters Riverside is probably this year’s most important album for prog rock/metal and I find myself perfectly synchronized with them, for the first time. Here, mourning comes with strong dignity.
  • Sumac’s Love in Shadow (Thrill Jockey Records) is one of the most fascinating and iconoclastic post metal albums out there and, anyway, we still love Aaron Turner for many reasons – for carving new roads being one of them.
  • Alas! I discovered The Necks from Australia too late. This amazing jazz/ambient included in Body (Rer Megacorp) is so good that forces you to create or invent the right moments to experience it in its entirety. Unfortunately, our “sweet” western lifestyle doesn’t leave more room for such listenings.
  • For the last 10 Years, every time The Pineapple Thief release an album, I push myself to love them and I was almost there in 2016’s Your Wilderness. This year’s Dissolution (Kscope Records) further grows their popularity, but I finally give up. Failing to become a truly great prog band or to truly dive in melancholy, they balance somewhere in the middle and I still find them slightly mediocre compared to my expectations.

Antonis Kalamoutsos

 

Oak – False Memory Archive (Karisma Records)

Μου ειπώθηκε πρόσφατα μια ιστορία κατά την οποία ένας δάσκαλος είπε στον μαθητή του: “Μην αφήνεις την προοπτική του Σπουδαίου να εμποδίζει το Καλό”. Σίγουρα μια τέτοια παρότρυνση μοιάζει παράταιρη στον όμορφο καπιταλιστικό μας κόσμο, όπου ο δημιουργός κάθε είδους οφείλει να είναι ανταγωνιστικός και να αποδεικνύει την υπεροχή του. Ο δάσκαλος προφανώς εννοούσε ότι το κυνήγι της υπεροχής απομακρύνει τον άνθρωπο από την απλή δημιουργικότητα και παραγωγικότητα που θα έπρεπε να χρωματίζει την καθημερινότητά του, και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, προσθέτοντας ότι πολλοί στον κόσμο της μουσικής χάθηκαν μέσα σε κάποια υπερφίαλη φιλοδοξία. Ας συμφωνήσουμε στο ότι, για μια μπάντα, το να ξοδέψει πολύ χρόνο στο να δημιουργήσει κάτι ισοδυναμεί με ένα ρίσκο. Ρίσκο που πήραν και οι Νορβηγοί Oak, αλλά ευτυχώς τους βγήκε.

Σύμφωνα με το δελτίου τύπου, ξεκίνησαν ως ένα folk rock ντουέτο που τελικά εξελίχθηκε σε μια progressive pop/rock μπάντα, καταθέτοντας το ντεμπούτο τους Lighthouse το 2013. Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική καμπή τους, όμως , αντί να επενδύσουν στο όποιο momentum, προτίμησαν να πάρουν τον χρόνο τους, να δουλέψουν και να αναπτυχθούν. Ίσως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να δυναμώσει η προσωπική τους φωνή πάνω από τη φασαριόζικη πολυφωνία των επιρροών τους, που, κατά τα λεγόμενα των ίδιων, ξεκινάει από την κλασική και την electronica και φτάνει στο παραδοσιακό progressive και το heavy. Ακούγοντας προσεκτικά το False Memory Archive, μπορείς όντως να διακρίνεις την πολλαπλότητα των δημιουργικών τους καταβολών και να νιώσεις ανακουφισμένος που η δουλειά τους απέδωσε καρπούς. Το φιλτράρισμα των παραπάνω έχει γίνει με τρόπο καταπληκτικό και η προσωπική τους φωνή ακούγεται δυνατά και καθαρά.

Για να βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά, το υλικό που εμπεριέχεται στο False Memory Archive είναι το υλικό μιας σπουδαίας μπάντας. Ακριβολογώντας, οι πιο πολλές από τις μπάντες που θεωρούνται “μεγάλες” στον prog rock κόσμο του 2018, ΔΕΝ έχουν τόσο καλή μουσική όσο αυτό το άλμπουμ. Τόσο απλά. Με επιμονή, φαντασία κι ανοιχτό μυαλό, αυτός ο Δαυίδ υψώνει το μικρό του ανάστημα και η σκιά του φαντάζει πελώρια. Κινούμενοι στον χώρο του χαμηλόφωνου, λυρικού προοδευτικού rock –έναν χώρο που οι συμπατριώτες τους Gazpacho έμοιαζαν να διαφεντεύουν μόνοι τους τα τελευταία χρόνια– η καλλιτεχνική ποιότητα του False Memory Archive το τοποθετεί αμέσως σε περίοπτη θέση σε σχέση με τα συμφραζόμενά του. Να το πω αλλιώς, σε μια θαυμάσια χρονιά για τον χώρο, οι Oak παραδίδουν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του. Τόσο απλά.

Το στιλ των Oak δεν έχει απαραίτητα κάτι το ανανεωτικό και η προοδευτικότητά του έγκειται περισσότερο στις ατμόσφαιρες και στην εγκεφαλικότητα των συνθέσεων, οι ίδιες όμως οι συνθέσεις διαθέτουν τέτοιο μελωδικό κι ενορχηστρωτικό πλούτο που τελικά είναι ικανές να μετατραπούν σε πλημμύρα συναισθημάτων και χρωμάτων. Το False Memory Archive διαθέτει μια ευρεία γκάμα συνθέσεων που ποικίλλουν από ημι-μπαλάντες και τραγούδια σχετικά τυπικής κουπλέ-ρεφρέν δομής μέχρι πιο ελεύθερες μεγάλες συνθέσεις των 8 έως 11 λεπτών. Και οι δύο τρόποι λειτουργούν το ίδιο πετυχημένα και η ροή είναι εξαιρετικά φυσική, με πολύ εύστοχη διαδοχή φωτεινών και σκοτεινών μερών. Επίσης, εδώ δεν θα βρεις filler, ίσως με την ελαφριά εξαίρεση του “Transparent Eyes” που δεν με “πήγε” κάπου. Αναφέροντας το σκοτεινό στοιχείο, πρέπει να αναφέρω την απίστευτη δουλειά που έχει γίνει στις χαμηλές συχνότητες του άλμπουμ από και σε όλα τα όργανα, συχνότητες που παράγουν ένα συμπαγές και μοντέρνο έδαφος για να πατήσουν οι “από πάνω” μελωδικότερες φόρμες. Στην παραπάνω φράση κωδικοποιούνται τα μεγαλύτερα ατού του False Memory Archive, η φωνή και η παραγωγή.

Η φωνή. Ο Simen Johannensen μπορεί να είναι περήφανος ότι διαθέτει μια από εκείνες τις φωνές με το ιδιαίτερο χρώμα που ξεχωρίζουν αμέσως και ολοένα και σπανίζουν. Η ζεστασιά και το μέταλλο της φωνής του είναι ο Δούρειος Ίππος της μουσικής τους και η ταπεινή του ερμηνεία δεν συγκαλύπτει την ποιότητα μιας χροιάς που βρίσκει τον τρόπο να τρυπώσει στο μυαλό σου. Οι δικοί μου συνειρμοί συνδέουν τη φωνή του με τη νεότερη κληρονομιά των Leprous και των επίσης συμπατριωτών του Madrugada, στο ακριβώς ενδιάμεσο τονικό τους ύψος.

Η παραγωγή. Πολλοί καλλιτέχνες βλέπουν το studio διεκπεραιωτικά, οι Oak αντίθετα φαίνεται ότι έλιωσαν τα αυτιά και τις ιδέες τους στο στούντιο, εξερευνώντας τις όποιες ηχητικές δυνατότητες είχαν στη διάθεσή τους προς ένα εξαιρετικά άρτιο και τεχνοκρατικό αποτέλεσμα. Το studio, τα εφέ και η ιδανική χρήση τους σε κάθε όργανο και σε κάθε στιγμή του άλμπουμ, δεν είναι συμπληρωματικά στοιχεία. Θα έλεγα ότι συμπρωταγωνιστούν, κάνοντας τον ήχο πιο πυκνό, πιο απρόβλεπτο και πιο περιπετειώδη. Ένα κατεξοχήν άλμπουμ για να ακούς με καλά ακουστικά και να βουτάς στις μικρές του ηχητικές λεπτομέρειες.

Ξέρουμε καλά ότι ο κόσμος της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι απαραίτητα δίκαιος και κανείς δεν μπορεί να ξέρει την εξέλιξη που θα έχουν οι Oak. Ξέρω όμως ότι αυτό το “Σπίτι” που αναφέρουν συχνά στους στίχους τους ότι ψάχνουν να βρουν, θα μπορέσουν να το βρουν εύκολα στις καρδιές των ακροατών τους. Κι ότι αυτή η “Polaroid που λέει ψέματα για καλοκαίρια που δεν τελειώνουν” θα μπορούσε να περιγράφει πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι το False Memory Archives. Αυτό αντίθετα λέει τη μικρή και θριαμβευτική αλήθεια μιας αληθινής ανάμνησης. Τόσο απλά.


I was recently told a story in which a teacher told his student: “Don’t let the potential of Great destroy what is already Good”. Naturally, an encouragement like this seems to be a bit discrepant in our beautiful capitalistic world, where creators of any sort have to be competitive and constantly prove their excellence. The teacher obviously meant that pursuing excellence may distract a creator from the simpler forms of creating/producing that should rule his/her everyday life and I can do nothing more than agree, adding to this that many creators in the world of music got lost into some extravagant ambition. We can agree that there are serious risks if a band decides to spend a lot of time in creating something unique. This is a risk that Oak from Norway took and thankfully succeeded.

According to the press release, they started as a folk/rock duo and eventually evolved into a progressive pop/rock band, releasing the debut Lighthouse in 2013. It was right then upon this creative curve that, instead of taking an advantage of the momentum, they decided to take their time to work and to grow. It was probably the only way to make their own personal voice rise above the noisy polyphony of their influences which, in their own words, range from classical and electronica to traditional prog or heavy music. Carefully listening to False Memory Archive indeed one can sense the multifaceted nature of their inspiring origins and feel relieved that their growing procedure and hard work was fruitful. Filtering their influences has been accomplished in an astonishing manner and their personal voice can be heard loud and clear.

To put things into place, the material included in False Memory Archive is that of a great band. To be more precise, most of the regarded as “big” bands within the 2018 prog rock cosmos, do not have such good music to offer. It’s as simple as that. Being consistent, imaginative and open minded, this David manages to raise his short height and cast an enormous shadow. Moving into a melodic and lyrical rock musical territory – dominated by their countrymates Gazpacho in recent years –, the artistic quality of False Memory Archive instantly puts Oak in a very prominent place among their context. Let me rephrase: it has been a marvelous year for prog rock and Oak deliver one of the finest albums of the genre. As simple as that.

Oak’s style is not necessarily innovative and its progressiveness lies mostly in the atmospheres and the intellectuality of their compositions. Still, it is the exact same compositions that consist of such melodic and arranging richness that can actually be experienced as a flood of colours and emotions. False Memory Archive includes a very wide range of songwriting, from semi-ballads and verse/chorus traditional type of songs to freer, longer, 8 to 11 minutes compositions. Both types are equally successful, contributing to the album’s very natural flow and the remarkable sequence of lighter and darker parts. Also, you won’t find any fillers here, maybe with the slight exception of “Transparent Eyes” that didn’t particularly trip me. Having referred to the dark element, I have to point out the incredible work that has been done to the album’s low frequencies in every instrument, frequencies that build a concrete and modern ground for the melodic lines to stand upon. In the above sentence, False Memory Archive’s greatest advantages are being encoded: vocals and production.

Vocals. Simen Johannensen can be proud to own one of those instantly recognizable voices with the very unique timbre, voices that become increasingly rare to find. The warmth and intimacy of his voice is the Trojan horse of Oak’s music and his modest performance doesn’t disguise the tone quality of a voice fully capable of creeping into one’s mind. My personal free associations connect him with the recent legacy of Leprous and of his other countrymen Madrugada, precisely in the middle of their tonal pitch.

Production. Many artists treat studio as an unavoidable obligation but Oak instead have worked their heads off exploring any sonic resources at their disposal, in order to achieve an exquisite and technocratic result. All mixing/processing tools and the perfect use of effects in every instrument at all times make the sound experience a co-star of the album and the music sounding thicker, unpredictable and adventurous. An ideal album to be experienced through good quality headphones so one can dive into its tiny sound details.

We all know very well that music industry is not necessarily fair and no one knows how Oak will develop. What I know though is that the often mentioned “Home” in their lyrics, the Home they seek can be easily found in the hearts of their listeners. I know also that this “Polaroid that’s telling a lie about endless summer” may describe many things but not False Memory Archive. For this album tells a small, triumphant truth of a real memory. As simple as that.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Toby Driver – They Are The Shield (Blood Music)


“Μπορεί η πρωτοπορία να είναι προσβάσιμη;” ρωτάει μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου, καθώς παίζει η μουσική. “Όχι, δεν μπορεί”, απαντάει κοφτά ο φανταστικός κος Πιουρίστας. “Ναι, μπορεί και πρέπει”, απαντάει ο φανταστικός κος Ρομαντικός.

Ο Toby Driver πάντως σίγουρα το προσπαθεί. Έχοντας αποδείξει πολλάκις τον ηγετικό του ρόλο στη στριφνή πειραματική μουσική της τελευταίας 20ετίας, ο Αμερικανός συνθέτης-τραγουδιστής-πολυοργανίστας επιστρέφει με τον πιο προσιτό δίσκο της καριέρας του και δείχνει απολύτως έτοιμος να γίνει αναγνωρίσιμος για κάτι παραπάνω από το να είναι ο ιθύνων νους των Maudlin of the Well / Kayo Dot. Κι αν το περσινό Madonnawhore μάζεψε εξαιρετικές κριτικές για λόγους οικείους στο experimental σινάφι, το They Are The Shield θα σηματοδοτήσει καινούριους.

Από πολλές απόψεις, η contemporary ματιά του TATS σχεδόν αγγίζει μια μεταμοντέρνα pop κουλτούρα, της οποίας βέβαια σκοπός δεν είναι τα chart αλλά η ομοιογενής ένωση των αντιθέτων του ακραίου και του οικείου. Τέτοιου είδους ισορροπίες μπορούν να ανιχνευτούν στις ενορχηστρώσεις του άλμπουμ, όπου η φαινομενική πρωτοκαθεδρία των εγχόρδων ζυγίζεται από βαθιά ambient synth και τα νωχελικά jazzy τύμπανα, αλλά και στις ίδιες τις 6 συνθέσεις: κάθε φορά που κάποιο track τείνει να ανήκει σε έναν κόσμο, το αμέσως επόμενο θα προσπαθήσει να αναιρέσει την κίνηση αυτή με την εισαγωγή κάποιου νέου και ανεπαίσθητου στοιχείου. Στην κορυφή αυτών οι Gilmour-ικές ερμηνείες και μελωδικές γραμμές του Toby Driver, που φέρνουν σε στιγμές τη μουσική κοντά στα σύνορα του προοδευτικού rock. Δεν μπορώ εδώ να μην αναφέρω ότι ενώ ο άνθρωπος έχει μια χαρά φωνή, δεν σταματάω να σκέφτομαι ότι ο δίσκος θα ανέβαινε αισθητά αν πίσω από το μικρόφωνο βρισκόταν κάποιος εθιστικότερος performer. Για να ακριβολογώ, αυτός είναι ο δίσκος που περιμένω εδώ και 20 χρόνια να κυκλοφορήσει ο Kristoffer Rygg. Αρκετά όμως με τις προσωπικές φαντασιώσεις.

Παρά την ωραιότατη ροή του και τον βατό του χαρακτήρα, το TATS δεν αποβάλλει τις avant του τεχνοτροπίες. Το εναρκτήριο “Anamnesis Park” κάνει πρώτα μια διαδρομή 5 λεπτών πριν καταλάβεις ότι πρόκειται για κανονικό τραγούδι, ενώ το “470 Nanometers” είναι ένα track με electronica ψυχή, που ποτέ όμως δεν αποδίδεται ως τέτοιο. Το καλύτερο παράδειγμα όμως είναι το κορυφαίο “Glyph” με την εμφανώς “λάθος” αρμονία. Το αίνιγμα έγκειται στο αν η δυσαρμονία προέρχεται από τα έγχορδα ή την αρμονική τους συνοδεία, αυτές όμως οι αποκλίσεις που κρατάνε μόνο στιγμιαία περιγράφουν και το σύνολο του άλμπουμ: το μη κανονικό μεταμφιέζεται σε κανονικό και δρα ως τέτοιο, χωρίς να απαλλάσσεται πλήρως από τους μη κανονικούς ανέμους που κλονίζουν τον νοητό τους άξονα, τον άξονα της μουσικής, του πλανήτη, της λογικής. Το TATS είναι τελικά ο εξωγήινος που προέρχεται από κόσμους με άλλους νόμους, κυκλοφορεί ανάμεσα μας όμως με ανθρώπινη μορφή.

Το νέο άλμπουμ του Toby Driver μπορεί να γίνει λοιπόν κατανοητό και να εκτιμηθεί από ένα ευρύτατο ακροατήριο. Παρά τη ζεστασιά του όμως, διατηρεί μια κάποια συναισθηματική απόσταση από τον ακροατή –ίσως με την εξαίρεση του “The Knot”– και μια σχεδόν επιστημονική προσέγγιση, τουλάχιστον στις δικές μου κεραίες. Χωρίς όμως κανέναν ελιτισμό, κυκλοφορεί με ελεύθερο αντίτιμο στο Bandcamp και δεν σου αφήνει καμιά δικαιολογία να μην το ακούσεις.

“Μπορεί λοιπόν η πρωτοπορία να είναι προσβάσιμη;” επιμένει η φωνή. “Μπορεί να προσπαθεί και, αν είναι πραγματική πρωτοπορία, κομψά να αποτυγχάνει”, απάντησε ο φανταστικός κος Ρεαλιστής.


“Can avant-garde be accessible?” I hear a voice in my head asking, while the music plays. “Definitely not” is the strict answer of imaginary Mr Purist. “It can and it must” replies imaginary Mr Romantic.

Well, Toby Driver certainly tries. Having already proved several times his leading role in the weird experimental music of the last 2 decades, this American composer-multi instrumentalist-singer returns with the most amiable album of his career and he seems absolutely ready to start being recognizable for something more than being the mastermind of Maudlin of the Well/Kayo Dot. And if last year’s Madonnawhore gained excellent reviews for all the obvious reasons of being an experimental album, this year’s They Are The Shield will signify many new ones.

From many aspects, TATS’ contemporary glance can almost touch a postmodern pop culture, of which the ultimate goal is not the charts but the homogeneous unification of the contraries: the extreme and the familiar. Such an equilibrium can be detected in the arrangements, where the apparent paramountcy of the stringed instruments gets evenly balanced by deep ambient synths and indolent jazzy drums and additionally within the very core of the 6 compositions: for every track that appears ready to belong somewhere by surrendering to a musical territory, the following one will try to cancel this movement by introducing a new and subtle element. On the top of all, Toby Driver’s Gilmour-like performance and vocal melodies bring the music closer to an unseen progressive rock border, at times. At this point, I can’t help but mention that despite his absolutely fine voice, I think the record would reach other heights with a more addictive performer holding the mic. To be even more precise, this is the kind of album that I am waiting Kristoffer Rygg to create for 20 years now. But enough with the personal fantasies.

Despite its beautiful flow and its smooth charismas, TATS doesn’t overall expel its avant nature. For example, opening track “Anamnesis Park” has to complete a 5 minute route before you actually realise that you are dealing with a “regular” song, or “470 Nanometers” is a track with an electronica soul that is never delivered as such. Still, the best argument hides in “Glyph”, probably the album’s best moment, with the evidently “wrong” harmony. Now, the enigma lies in the question if this disharmony comes from the strings or from the accompanying notes, what is actually important though is that these elusive diversions describe TATS as a whole: the non-ordinary disguises itself and acts as ordinary, without being entirely relieved from the non-ordinary winds that unsettle the imaginary axis of reason, of the planet, of music itself. TATS is ultimately like an alien that comes from worlds ruled by different laws, still lives among us in a human form.

Toby Driver’s new album can be understood and appreciated by a very broad audience. In spite of its warmth though, it still maintains some amount of emotional distance from the listener – maybe with the exception of “The Knot” – and some sort of scientific approach, at least to my perception antennas. Without any arrogance or elitism, it is a name-your-price release on Bandcamp, leaving you with no excuses for not listening to it.

“So, can avant-garde be accessible?” the voice insists. “It is free to try and, if it is true avant-garde, it will elegantly fail”, calmly replies imaginary Mr. Realist.

 

 

Antonis Kalamoutsos