Bald Anders – Farsot/ColdWorld – Noekk

Bald Anders – Spiel (Trollmusic)

Είναι μάλλον, προφανές ότι τα αδέρφια Constantin και Benjamin Konig (πρώην Lunar Aurora) δημιουργώντας τους Bald Anders το 2014 δεν είχαν σκοπό να περιχαρακώσουν την μουσική τους – ή να περιχαρακωθούν από αυτήν – αλλά, μάλλον να αφεθούν ελεύθεροι σε ό,τι προκύψει, σαλπάροντας για μια παράξενη περιπέτεια. Το δεύτερο άλμπουμ τους Spiel, αποτελεί μια περήφανη επιβεβαίωση, αφού αναπτύσσεται και ελίσσεται με ξεκάθαρη αδιαφορία ως προς το που θα καταταχτεί στιλιστικά και με φανερή απροθυμία να παραδοθεί ολοκληρωτικά στις ίδιες του τις επιρροές.

Η τραχιά παραγωγή του Spiel – ίσως άθελα του- αναδεικνύει πολλές από τις ‘80s καταβολές του: τα μεταλλικά riffs έχουν ένα ωμό, σχεδόν punk attitude, θυμίζοντας λίγο παλιές thrash ή black μπάντες, την ίδια όμως, στιγμή τα μελωδικά φωνητικά και οι ευρηματικές ενορχηστρώσεις προσθέτουν νότες μυστηρίου στο όλο ηχητικό τοπίο. Γενικά, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό και πειραματικό metal/rock, κάθε track του άλμπουμ όμως, φυλάει τα δικά του μυστικά. Μπορώ να διακρίνω αχνά μια σύνδεση και με τους Einstürzende Neubauten, ίσως όχι ακριβώς με τους ίδιους ντανταϊστικούς όρους, αλλά σίγουρα με μια διάθεση συγκαλυμμένης, καπριτσιόζας ανατροπής και με μια λογοτεχνικότητα στην φόρμα.

Οι Bald Anders αποτελούν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, μιας εκούσια ρευστής μπάντας. Με μια bigger than life παραγωγή τύπου Monotheist (Celtic Frost φυσικά), ίσως το τρίτο άλμπουμ να ταράξει για τα καλά τα νερά! Το βλέμμα μας καρφώθηκε πάνω σας.

 

 

Farsot/ColdWorld – Toteninsel (Lupus Lounge/Prophecy Productions)

Δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες και ανερχόμενες γερμανικές black metal μπάντες ενώνουν δυνάμεις για ένα split EP αφιερωμένο στη μουσική διερεύνηση ενός πίνακα; Δύσκολο να μην σε μαγνητίσει η ιδέα! Ο πίνακας Toteninsel (‘’Το νησί των νεκρών’’) του Αυστριακού συμβολιστή ζωγράφου Arnold Bocklin υψώνει τα τρομερά του βράχια στο μουντό, απόκοσμο τοπίο και η μουσική, σαν το βαρκάρη, πλησιάζει πρόθυμα και αργά προς τις σκιές μιας νύχτας χωρίς τέλος.

Οι δύο συνθέσεις των Farsot είναι, κατά κύριο λόγο, ακουστικές. Στα 8 λεπτά του ‘’Erde I’’ οι ακουστικές κιθάρες πλέκουν έναν παγωμένο και αδιαπέραστο ιστό, ενώ το rhythm section οδηγεί τη σύνθεση διατηρώντας τον κρυμμένο metal του χαρακτήρα. Τα riffs και τα φωνητικά, όταν εμφανίζονται, θυμίζουν μια ψυχρή ανάσα, έναν απειλητικό ψίθυρο, την χαμένη ανάμνηση ενός παλιού θρήνου. Το επίσης, ακουστικό ‘’Erde II’’ εισάγει αντίθετα μια διαφορετική μελωδικότητα και υποψίες λυρισμού. Θεωρώ, ότι κάτι πήγε στραβά στη μίξη και τα τύμπανα έμειναν ‘’πίσω’’, τα δύο μέρη του ‘’Erde’’ όμως, αλληλοσυμπληρώνονται ιδανικά και με κάνουν να υποψιάζομαι ότι η κρυμμένη avant garde-ίλα των Farsot θα δημιουργήσει άκρως ενδιαφέροντα full length άλμπουμ.

Οι ColdWorld αναλαμβάνουν περίπου στον ίδιο τόνο, αν και το δικό τους ύφος ακολουθεί πιο καταθλιπτικά μονοπάτια. Το ‘’Wasser I’’ είναι ένα πανέμορφο instrumental, όπου τα αινιγματικά ακόρντα και οι μελωδική κιθαριστική ανάπτυξη παραπέμπει ξεκάθαρα σε post/shoegaze ήχους. Το 9λεπτο ‘’Wasser II’’ έρπεται βαριά σε ένα βασανιστικό tempo, δεν ξεσπάει ποτέ, παρασέρνει τον ακροατή σε έναν ανέλπιδο και χωρίς φως κόσμο. Παρόλα αυτά, πρέπει να αναφέρω ότι οι ColdWorld και η μελαγχολία τους είναι άψογα εναρμονισμένοι με τις τάσεις της εποχής.

Συνολικά, μια εξαιρετική και αρτιστίκ κυκλοφορία που ταυτόχρονα βρίθει από underground μεράκι. Η μυστική ακτή της ‘’νήσου των νεκρών’’ είναι πάντα εκεί, 140 χρόνια τώρα και δεν έχει καμιά απάντηση στα αινίγματα που η ίδια θέτει.

 

 

Noekk – Carol Stones and Elder Rock (Prophecy Productions)

Οι Schwardorf και Helm των Empyrium (εδώ ως Yugoth και Baldachin) κυκλοφορούν με το prog rock ντουέτο τους Noekk αυτό εδώ το 7ιντσο (μόνο σε περιορισμένο βινύλιο και ψηφιακά), μετά από μια δεκαετία σιωπής. Στα 4 track του Carol Stones and Elder Rock βέβαια, ο χαρακτηρισμός prog είναι σχεδόν ανεπαίσθητος και δικαιολογείται μόνο στο ‘’Archaic tune’’ και στα παράξενα πλήκτρα που διακοσμούν όλη την κυκλοφορία. Κατά τα άλλα, πρόκειται για ένα ακουστικό EP που στα αυτιά μου μοιάζει περισσότερο με μια obscure neo-folk, απροσδιόριστης ταυτότητας. Οι ακουστικές και τα jazzy grooves (ειδικά στο αγαπημένο μου ‘’Pan’’) μπλέκονται με τα υπέροχα, βαθιά φωνητικά και ξεχύνονται στο κυνήγι κάποιου στοιχειωμένου ονείρου. Αν και υπάρχει ένας ‘70s αέρας, οι στίχοι του Peter Wolfgang Kassel – καλλιτέχνης που εδρεύει στο Μόναχο – συμβάλλουν καταλυτικά στη δημιουργία μιας αίσθησης ‘’φθινοπωρινού μυστικισμού’’, κατά την ίδια την μπάντα και όσο κι αν θέλω να αποφύγω τα στερεότυπα περί ξέφωτων και δασών, είναι γεγονός ότι υπάρχει, όντως, μια τέτοια φυσιοκεντρική αίσθηση. Απομένει να δούμε αν το Carol Stones and Elder Rock σηματοδοτεί το ύφος του επερχόμενου full length τους (αναμένεται μέσα στο 2019) ή αν στέκεται σαν μια αυτόφωτη στιγμή μες στον δημιουργικό τους χρόνο.

 


Bald Anders – Spiel (Trollmusic)

It is rather obvious that by forming Bald Anders back in 2014, siblings Constantin and Benjamin Konig (former Lunar Aurora) did not intend to restrict their music – or be restricted from it – but to apparently let themselves free to whatever happens, setting sail for a strange adventure. Their sophomore album Spiel confirms the above, as it evolves and twists totally ignorant of how it would be stylistically labelled and obviously reluctant to surrender itself even to its own influences.

Maybe unwittingly, Spiel‘s raw production showcases its ‘80s origins, with rough edged metallic riffs of an almost punk attitude that reminds old school thrash/black, nevertheless melodic vocals and sophisticated arrangements add tones of mystery to the whole soundscape. Generally speaking, Spiel contains atmospheric and experimental metal/rock but every track unravels its own secrets. I can also perceive a vague connection with Einsturzende Neubauten, maybe not with the same Dadaistic terms, but definitely with a relative, well-hidden mood of capricious subversion and with a similar literary form.

Bald Anders is an extremely interesting case of a willingly open to perception, transparent band. With a bigger than life production as Celtic Frost’s Monotheist for example, their third album will have the potential of having a massive impact to metal scene. Our eyes are on them.]

Farsot/ColdWorld – Toteninsel (Lupus Lounge/Prophecy Productions)

Two of the most interesting and rising German black metal bands join forces for a split EP dedicated to the musical exploration of a painting? It’s hard not to be mesmerised by this concept! Toteninsel (‘’the isle of the dead’’) by the Austrian symbolist painter Arnold Bocklin raises its horrible rocks on the gloomy eerie landscape and music, as the boatman, heads slowly and willingly towards the shadows of a never ending night.

Farsot‘s two compositions are mainly acoustic. During the 8 minutes of ‘’Erde I’’ the acoustic guitars weave a frosty and impenetrable web, while the rhythm section reserves the well-hidden metal character of the song. When appeared, riffs and vocals evoke a cold breath, a threatening whisper, the lost memory of an old lament. The also acoustic ‘’Erde II’’ enters a different melodic mood with a lyrical element. Though i think that something went wrong in the mixing of this one as drums are lost at the back, the two tracks are perfectly intertwined, leaving me certain that Farsot’s discrete avant-garde aura is capable of producing extremely fascinating full length albums.

ColdWorld take over in the same mood, though their style stays more focused on depressive musical paths. ‘’Wasser I’’ is a beautiful instrumental piece, where the enigmatic chords and the melodic guitar progression clearly reminds of post/shoegaze sounds. The 9minute ‘’Wasser II’’ on the other hand, crawls heavily under a doomy tempo, never outbreaking, dragging the listener deeper into a lightless, hopeless world. I have to point out though that ColdWorld’s melancholic textures are perfectly aligned with present black metal trends.

Overall, it s an exquisite and very artistic release that overflows with underground passion at the same time. The secret shore of the isle of the dead still stands somewhere, for 140 years now, offering no answers to the questions it alone raised.

Noekk – Carol Stones and Elder Rock (Prophecy Productions)

Empyrium’s Schwadorf and Helm (here as Yugoth and Bachdanin) release with their prog rock duo Noekk a new EP (limited 7” and digital release only) breaking a decade of silence. In the 4 tracks of Carol Stones and Elder Rock the prog elements are very subtle though and they can be more noticed in ‘’Archaic Tune’’ and in the strange keyboards sounds throughout the whole EP. Besides that, to my ears it sounds like an obscure neo-folk of unknown origin. Acoustic guitars and jazzy grooves (especially in my favourite ‘’Pan’’) are blended with the wonderful, deep vocals, setting out on a hunt of some haunting dream. Though a ‘70s mood can be sensed, the lyrics of Peter Wolfgang Kassel – a Munich-based artist – contribute to the creation of an “autumnal mystique” aura, described in the band’s own words. As much as I want to avoid stereotypes of woods and glades, the naturalistic essence of Carol Stones and Elder Rock is beyond doubt. It remains to be seen if this lovely EP signifies the direction of their highly anticipated full length (expected in 2019) or if it stands by itself as a self-luminous moment within Noekk’s creative path.

 

Antonis Kalamoutsos

 

KEN mode – Loved (Season of Mist)

Το hardcore και όλα τα συγγενικά του υπό-είδη έχει πάψει εδώ και τουλάχιστον μια εικοσαετία να αποτελεί αποκλειστικά ένα πολιτικό είδος μουσικής. Μια δεύτερη τάση του, το πιο “καλλιτεχνικό” hardcore, –που στην πρώτη γραμμή τοποθετεί τη μουσική εξερεύνηση έναντι του στίχου– έχει πάρει τα ηνία (τουλάχιστον μιλώντας εμπορικά) και συνεχίζει να παράγει ακατάπαυστα ό,τι είδος core χωράει ο νους. Έχοντας ακούσει πάρα πολλές φορές το Loved, έβδομο άλμπουμ των Καναδών KEN mode, αδυνατώ ακόμα να αποφασίσω προς τα πού κλίνει. Όλα συγκλίνουν προς μια αξιέπαινη ισορροπία. Είναι άραγε αυτή μια μεγάλη τους επιτυχία;

Το πρώτο στοιχείο που παρατηρεί κανείς είναι η εξαιρετική ρυθμική προσέγγιση στη μουσική τους. Ως μια μπάντα που δισκογραφεί με συνέπεια εδώ και δεκαπέντε χρόνια αλλά έχοντας θέσει τις βάσεις της στα τελειώματα των ’90s, οι KEN mode δείχνουν να διατηρούν τη φρεσκάδα του groove εκείνης της εποχής – τότε που ΟΛΑ τα εναλλακτικά τραγούδια καταρχήν είχαν σκοπό να σε ΚΟΥΝΗΣΟΥΝ. Τα τρία πρώτα track του άλμπουμ δεν παρεκκλίνουν στιγμή από το ρυθμικό πλάνο και ανάμεσα σε βουνά από θορυβώδη feedback διατηρούν έναν ξεσηκωτικό χαρακτήρα και αγνά και αδιόρατα rocking vibe, κάπου εκεί ανάμεσα σε metal και hardcore ουρανούς. Το εφφεδιασμένο ταμπούρο ειδικά μου δημιούργησε συνειρμούς που έφτασαν μέχρι και τους τεράστιους Cop Shoot Cop. Στη συνέχεια, το άλμπουμ φανερώνει κι άλλες αρετές, με ελαφρώς τεχνικότερα παιξίματα, περισσότερες post ή και mathcore στιγμές, τα υποχρεωτικά πλέον abstract jazz σαξόφωνα, έως και την κορύφωση του τελευταίου track “No Gentle Art”, όπου το spoken word και το υπνωτιστικό του μοτίβο πείθουν τον ακροατή ότι πατάει σε σύγχρονο χώμα. Σε όλη τη διάρκεια του Loved έχουν παρελάσει άρτια παιξίματα, η αγνή ενέργεια και ο ελεγχόμενος θόρυβος που κάθε power trio που σέβεται τον εαυτό του παράγει. Η οργή ως συστατικό δεν μετατρέπεται ποτέ σε βία και η μουσική ισορροπεί ισομερώς στις διάφορες αισθητικές της συνιστώσες.

Το αποτέλεσμα είναι αδιαμφισβήτητα άρτιο και είμαι σίγουρος ότι οι KEN mode θα πάρουν σούπερ κριτικές, εκτίμηση από το κοινό, συμμετοχές σε καλά φεστιβάλ και τα λοιπά. Δικαίως. Από την άλλη και μιλώντας καθαρά προσωπικά, ως λάτρης της τολμηρότερης καλλιτεχνικής έκφρασης, δεν σταματώ να αναρωτιέμαι τι θα κατάφερναν αν τελικά σταματούσαν να ισορροπούν και άφηναν το ποτήρι να σπάσει. Το Loved απομένει τελικά να είναι ένα εξαιρετικά φτιαγμένο άλμπουμ, που αφήνει όμως μια υπόνοια κι ένα ερωτηματικό. Πολύ παλιά, όταν οι System of a Down ήταν ακόμα σπουδαία μπάντα, είχαν γράψει σε έναν στίχο τους “Δεν έχεις την πολυτέλεια να είσαι ουδέτερος σε ένα κινούμενο τρένο”. Οι KEN mode κινούνται, μένουν όρθιοι, αλλά, για όποι@ θέλει να υπερβάλλει στην κριτική του, μοιάζουν να βρίσκονται μεταξύ διαφορετικών βαγονιών. Κι αν αποφασίσουν το Άλμα;


Hardcore and all its relating sub-genres has ceased to be exclusively a political music style for at least 20 years now. Its other tendency, the more sophisticated kind of hardcore – where musical explorations seem to prevail over lyrics and attitude – dominates the scene (in terms of popularity) and continues to produce any kind of core one may imagine. After several listenings of Loved, 7th studio album of the Canadian act KEN mode, I am still unable to realise its own tendency as everything converges to a creditable balance. Could this be a major stylistic success for the band?

The first noticeable element is the excellent rhythmical approach of their music. A band that releases albums consistently for the past 15 years but its foundations were laid by the end of ’90s, KEN Mode reserve the fresh groovy essence of that era – of a time that every single good alternative song was firstly aiming to MOVE the listener. The album’s first 3 tracks don’ t deviate from their groovy plan not for a second and they retain their uplifting, pure rocking vibes among walls of noisy feedback, in a twilight world somewhere between metal and hardcore skies. Especially the effects use on the snare drum allows free associations that go back even to the almighty Cop Shoot Cop. As it unfolds, Loved eventually reveals additional virtues like more technical playing, post or mathcore moments and the “mandatory” abstract jazz presence of saxophones, until the final 8minute highlight track “No Gentle Art”, where spoken word and hypnotising patterns convince the listener that he/she steps on contemporary ground. Great playability, pure energy and controlled noise – elements that are always being produced by good power trios – parade throughout Loved. The ingredient of rage doesn’t turn into violent aggression and music balances equally in all its stylistic components.

As a result, Loved is undoubtedly a top notch album and I’m certain that KEN Mode will get great reviews, fans appreciation, they will probably participate in good festivals etc. And rightly so. On the other hand and speaking personally now as an enthusiast of more daring artistic expressions, I can’t help but wonder what would happen if they wouldn’t aim for this balance described above, what would happen if they would let the glass break. From this aspect, Loved leaves me with inkling and with some question marks. Once upon a time, when System of a Down were still a great band, one of their lyrics said “You can’t afford to be neutral on a moving train”. Well, KEN mode move, they stand straight and proud but, if I want to exaggerate as a critic, they find themselves between wagons. What if they dare to jump?

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Gleewood – Sweet, Sweet Time (M&O Music)

Πολύς κόσμος δεν αντιλαμβάνεται ότι ένα δημιούργημα δεν είναι αποκομμένο από τον δημιουργό του, στον βαθμό τουλάχιστον που κάποιος καλείται να εμβαθύνει σε αυτό. Για τον κριτικό αποτελεί ευθύνη και πρόκληση να αναδείξει ακριβώς αυτήν τη σχέση δημιουργού και δημιουργήματος. Σε μια εποχή όπου το στιλ έχει αναλάβει τα ηνία και το υπόβαθρο του δημιουργού δεν έχει τόση σημασία, είναι σημαντικό να έρχεται κανείς σε επαφή με καλλιτέχνες που κουβαλούν μια κάποια προσωπική ιστορία και την αποτυπώνουν στο δημιούργημά τους. Πιο συγκεκριμένα, το να σας παρουσιάσω τους Gleewood ως μια μία rock/blues/folk μπάντα λέει μια αλήθεια, αν σας πω όμως τον τρόπο με τον οποίο ζουν τα μέλη τους, θα προσδώσει πιθανόν άλλη διάσταση στο δημιούργημά τους. Αυτή, λοιπόν, είναι η παρουσίαση ενός ταξιδιού.

O Jhett και η Callie Sioux Chiavone, μετά από μια περίοδο στη Χαβάη, γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν στην πατρίδα τους, το Νέο Μεξικό. Μπάσο εκείνη, κιθάρα εκείνος, καλοί τραγουδιστές και οι δύο, ξεκίνησαν να γράφουν τα τραγούδια τους έχοντας στο μυαλό τους τη μεγάλη μουσική παράδοση της αμερικανικής Δύσης: την country, τα blues, τα ψυχεδελικά ’60s, τη folk, έως και το προοδευτικό rock. Αντί όμως να επιλέξουν να νοικοκυρευτούν και να τακτοποιηθούν, ο Jhett και η Sioux πήραν τα όργανά τους στην πλάτη και ξεκίνησαν για ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Πολύ καιρό τώρα, ταξιδεύουν από χώρα σε χώρα παίζοντας τη μουσική τους όπου υπάρχουν άνθρωποι για να ακούσουν: στους δρόμους, σε πλατείες, σε υπόγες, σε μπαρ και σε ταράτσες, είναι εκεί και παίζουν, ζώντας μια ζωή χωρίς προδιαγεγραμμένο αύριο. Κάπως έτσι τους γνώρισα κι εγώ, εδώ στη δυτική Ευρώπη, στο πέρασμά τους από τη μικρή μας πόλη. Τους είδα να παίζουν στον δρόμο πολλές φορές και, είτε με ήλιο είτε με βροχή, οι bluesy ιστορίες που τραγουδάνε ακούγονται πάντα ίδιες, ανέμελες και χαμογελαστές. Αυτό είναι το Sweet, sweet time: ένα αποτύπωμα, μια Polaroid, ένα μικρό ημερολόγιο δυο αγαπημένων ανθρώπων, που είναι πάντα έτοιμοι να σου μιλήσουν για τον καυτό ήλιο και τα ωραία βουνά της πατρίδας τους, τους χαμογελαστούς ανθρώπους, τον Θεό, την καλή μουσική.

Αν λάβεις υπόψιν το παραπάνω ταξίδι, το άλμπουμ τους δεν θα μπορούσε να αιχμαλωτίσει το μέγεθος του Ταξιδιού στο σύνολό του. Στην ταυτότητα του Sweet, sweet time, όμως, η θεμελιώδης ανάγκη για καλό storytelling αναγράφεται ως θρήσκευμα. Western ιστορίες για τον έρωτα και την ελευθερία, για παρανόμους και για φαρδείς δρόμους. Καθώς ο δίσκος ξεκινάει, τα blues κάνουν κουμάντο περισσότερο, με τη βαθύτατη, άγρια φωνή του Jhett να θυμίζει συχνά πυκνά εκείνον τον ανεπανάληπτο κι αδικοχαμένο John Campbell, ενώ η Sioux, ως μελωδικότερη, συχνά κρατάει τα μπόσικα. Η απλή, back to basics παραγωγή διατηρεί έναν live αέρα στα τραγούδια, ενώ αισθητός σε έναν βαθμό είναι και ο αυτοσχεδιασμός, η τζαμαριστή διάθεση, που δεν θα ήταν σωστό να εκλείπει από ιδέες που δοκιμάζονται στον δρόμο. Είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που μπορεί να σπρώξει ένα μετρημένο ατμοσφαιρικό τραγούδι σαν το “Whiskey Sue” σε μία τηρουμένων των αναλογιών σχεδόν heavy έκρηξη. Γενικά μιλώντας, το πράγμα είναι ιδιαίτερα απλό. Αν σου αρέσει το αμερικανικό ύφος τραγουδοποιίας και τα προαναφερθέντα στιλ, το Sweet, sweet time θα σε καλύψει και με το παραπάνω, έχοντας πολλές όμορφες στιγμές να δώσει: το επικό folk “Pray for the son”, το υπερδυναμικό “Shades”, το μανιφέστο του ομώνυμου. Ακόμα και οι διασκευές που συμπεριλαμβάνονται, αν και προφανείς επιλογές, έχουν κάτι να δώσουν — ειδικά στο “House of the rising sun” τα slide της κιθάρας και το lead βιολί χαρίζουν μια τρομερή εκδοχή αυτού του χιλιοπαιγμένου κλασικού. Καθώς το άλμπουμ ρέει, οι blues χρωματισμοί υποχωρούν, δίνοντας περισσότερο χώρο στη folk rock πλευρά της μουσικής τους, στην πιο ευαίσθητη και βιωματική σύνθεση.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε αρχικά πριν από 1,5 χρόνο (αν δεν κάνω λάθος ως αυτοχρηματοδοτούμενη κυκλοφορία), η ύπαρξή του όμως επισημοποιείται στις 28 Σεπτεμβρίου, οπότε και κυκλοφορεί παγκόσμια μέσω της Γαλλικής M & O Music, με την προσθήκη δύο ακόμα track σε σχέση με την πρώτη έκδοση. Εξ αυτών, το “Turquoise eyes-Desert skies” αποτελεί με διαφορά την πιο ψυχεδελική στιγμή του άλμπουμ, διευρύνοντας κι άλλο τις υποσχέσεις για το μέλλον. Το γεγονός ότι η μπάντα μάς εμπιστεύτηκε με την πρώτη παγκόσμια κριτική του Sweet, sweet time μάς τιμά ιδιαίτερα, διότι, άθελά τους, με αυτόν τον τρόπο ο Jhett και η Sioux μάς έκαναν κι εμάς κομμάτι αυτού του Ταξιδιού.

Αυτή είναι συνοπτικά η ιστορία των Gleewood και του Sweet, Sweet Time. Αν πάρουμε λίγο χρόνο να το σκεφτούμε καλύτερα, στο τέλος μόνο αυτό θα έχει μείνει από όλες τις μουσικές που κάποτε αγαπήσαμε: οι ιστορίες που τις ακολουθούν, ιστορίες δικές μας ή των άλλων. Στο τέλος ίσως μείνει κάτι πιο ανθρώπινο από τα μεγάλα φώτα, τον θρίαμβο, τη δόξα ή την αποτυχία, το χρήμα και τους διάττοντες αστέρες. Είναι παρήγορο να ξέρει κανείς ότι οι Gleewood, και οι κάθε Gleewood, είναι ακόμα εκεί έξω, ταξιδεύοντας, πάντα με τα όργανα στην πλάτη. Ίσως σήμερα κιόλας να παίζουν κάπου στην πόλη σου, όπου κι αν ζεις. Μη κλείνεις ποτέ τα αυτιά στις μουσικές του δρόμου, διότι αυτή είναι η πραγματική πατρίδα όλων των πραγμάτων. Κι αν τους πετύχεις, άρπαξε μια μπίρα κι άνοιξέ τους την κουβέντα.


A lot of people don’t seem to realise that every sort of creation isn’t separated from its creator, at least to the degree that one wants to comprehend and analyse its code and it’s the critic’s job to bring out this hidden connection. In a time that style seems to be the only thing that matters and the creator’s background is of low importance, it is an artist’s key strength to carry a personal story, imprinting it to the creation. In this case, if I was to present Gleewood as a blues/rock/folk act, I would only reveal one small fragment of the truth, but if I give you some details about the way they choose to live, you may realise new depths and dimensions of their music. So this is actually the presentation of a big journey.

After some time in Hawaii, Jhett and Callie Sioux Chiavone met each other, fell in love and got married back in their home, New Mexico, US. With her playing the bass, him playing the guitar and both of them having beautiful voices, they started composing their songs with their minds and fingers focused on their country’s wide musical tradition: folk, blues, country, rock n roll, the psychedelic ’60s, progressive rock. And then, instead of choosing to settle down and live a typical life, they decided to embark on a journey without any obvious destination, carrying only their instruments on their backs. For a while now, they have been travelling from country to country playing their music wherever there are people willing to listen. No matter if it is on the streets, at squares, basements, bars or venues, they play their music as they go on living their lives of no concrete tomorrows. So, this is how I met them myself, while they were travelling through our small city, here in Western Europe. I’ve seen them many times playing on the streets under the sun or under the rain and their bluesy tales always sounded reckless and happy. This is the quintessence of Sweet, sweet time: it is a fingerprint, a Polaroid, a true diary of two loving humans that are always ready to speak about the hot sun and the beautiful mountains of their home, about good people, God and great music.

With all the above in mind, this album would be impossible to capture the experience of this journey in its entirety. Nevertheless, good old fashioned storytelling seems to be Sweet, sweet time’s most fundamental essence built upon western tales of love and freedom, of outlaws and ever winding roads. As the album kicks off, its blues roots seem to be in charge, with Jhett’s deep and wild voice reminding at moments the extraordinary and sadly long gone John Campbell, while Callie Sioux keeps a balance with her melodic timbre. The simple and back to basics production secures a sound of live intimacy while an improvisational and jamming mood is always present, as it should be in tunes born on the road. This is precisely the element that can lead a balanced atmospheric composition like “Whiskey Sue” to a relatively heavy outburst. Things are basically simple: if you like the classic American genres mentioned above, Sweet, Sweet Time will be a delight to your ears, having its own precious moments: the folky epicness of “Pray for the son”, the hyperdynamic “Shades”, the title track’s life manifesto. Even the covers, despite being obvious choices, have something special to give — especially the slide guitars and the fiddle leads of “House of the rising sun” offer a great version of this all-time classic. As the album flows, the blues tones gradually abate leaving more space for folk/rock moods and sensitive compositions.

The album was initially released 1,5 year ago (as a self-release if I’m not mistaken) but on the 28th of September it will meet its official worldwide release through M&O Music, with 2 more tracks added — with “Turquoise eyes-Desert skies” being the album’s most psych moment, a song that widens their sound and our future expectations even more. The fact that Gleewood have trusted us to write the first review for this honours us deeply because, without them even knowing it, Jhett and Callie Sioux have made us a part of their big journey.

This is in short the story of Gleewood and of Sweet, sweet time. If we take some seconds to think about it, in the end this is the only thing that will be left from any music we once loved: the stories that surround them, stories of others or of our own. In the end, something more human may remain, more real than the bright lights, the triumphs, the fame or the failures, money and shooting stars. It’s comforting to know that Gleewood and all the other “Gleewoods” of this world are still out there, travelling, always carrying their instruments on their backs. Tonight they may be playing in your town, wherever this may be. Don’t shut your ears to the music on the streets, for the streets are the true home of all things. If you see them tonight, grab a beer and open a conversation with them!

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Madder Mortem – Marrow (Dark Essence Records)

 

maddermortem.againstthesilence

Σχεδόν 20 χρόνια τώρα η ιστορία παραμένει πάντα ίδια. Το σύνολο των κριτικών και των υποψιασμένων fan βροντοφωνάζουν ότι οι Madder Mortem αποτελούν μία από τις καλύτερες metal μπάντες σε ποιότητα αλλά και διάρκεια και η πλειοψηφία της μάζας στρέφει το κεφάλι της αλλού, πολλές φορές στην ασχήμια, το περαστικό ή το ευτελές. Σταμάτησα πια να ελπίζω ότι οι Madder θα βρουν την αναγνώριση που τους αξίζει, αλλά κι από την άλλη τι σημασία έχει; Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι ικανό να ανακόψει τη μυστική, τελετουργική κι εκλεκτική απόλαυση που σου χαρίζει κάθε νέο τους άλμπουμ.

Σχεδόν 20 χρόνια τώρα η ιστορία παραμένει πάντα ίδια. Όπως και στα προηγούμενα 6 άλμπουμ, έτσι και το φετινό τους πόνημα Marrow παραμένει πιστό στις, κατά βάση αναλλοίωτες, ρίζες της τέχνης των Madder Mortem και στην αριστοτεχνική τους ισορροπία ανάμεσα σε λυρικές, δραματικές κι επιθετικές εκφράσεις. Τα σκοτεινά παραμύθια που υφαίνουν είναι απολύτως για ενήλικες: οι ατμοσφαιρικές τους αναζητήσεις μπολιάζονται με doomy ή και prog ιδέες και το riffing τους παραμένει πάντα μοντέρνο, όσο κι αν η νορβηγική τους καταγωγή έλκει συχνά τη μουσική προς μελαγχολικά και θλιμμένα ηχητικά τοπία. Γεγονός παραμένει ότι οι Madder Mortem παραμένουν ακατάτακτοι και τα τραγούδια τους είναι πάντα περιπετειώδη και ανοιχτά σε μεταμορφώσεις. Μουσική που θυμίζει ένα θηρίο που έχει βελούδινο τρίχωμα αλλά μακριά νύχια, τέχνη που μοιάζει με την πανέμορφη γοργόνα που αναδύεται από τη βαθιά άβυσσο κι όταν φτάσει δίπλα σου ανακαλύπτεις ότι διαθέτει κοφτερά, πολύ κοφτερά δόντια.

Σχεδόν 20 χρόνια τώρα η ιστορία μένει πάντα ίδια. Θα συνεχίζουμε να φωνάζουμε ότι η Agnete Kirkevaag είναι από τις πιο συγκλονιστικές, ίσως η πιο συγκλονιστική metal ερμηνεύτρια και οι πολλοί θα συνεχίζουν να θεωρούν ότι υπερβάλλουμε. Δικαίωμά τους. Δικαίωμά μας να την απολαμβάνουμε και να χαμογελάμε στη διαπίστωση ότι οι ερμηνείες της στο Marrow έχουν γίνει ακόμα πιο σοφές και μεστές, με λιγότερες “φωνές” και περισσότερο χρώμα. Οι συνθέσεις ταυτόχρονα αφήνουν να αχνοφαίνονται κάποιες περισσότερο folk αναφορές προς όφελος του ακροατή που αρέσκεται να ακούει πίσω από τις νότες. Στις κομματάρες που γράφουν εδώ και 20 χρόνια θα προστεθούν και κάμποσα από τούτο εδώ, όπως το επικό 9λεπτο “Waiting to fall”, το πρώτο single “Moonlight over silver white” ή το “Until you return” – ένα από τα καλύτερά τους track ever κατά τη γνώμη μου. Παραδώσου στον υπνωτιστικό του ρυθμό και δες το να μεταμορφώνεται σε μια έκρηξη παθιασμένης βαρύτητας.

Σχεδόν 20 χρόνια τώρα η ιστορία μένει πάντα η ίδια. Κάθε φορά που βγάζουν άλμπουμ, είναι καταδικασμένο να συγκαταλέγεται ανάμεσα στις εξαιρετικές κυκλοφορίες της αντίστοιχης χρονιάς. Πιστοί στο στιλιστικό όραμα που μόνοι τους δημιούργησαν από το ξεκίνημά τους, οι Madder Mortem είναι ξανά εδώ, πεινασμένοι όπως πάντα. Δεν ξέρω πώς ορίζει ο καθένας την έννοια της επιτυχίας, αλλά καλλιτεχνικά είναι από τις πιο πετυχημένες μπάντες εκεί έξω. Στις 21 Σεπτεμβρίου θα αποκαλυφθεί ακόμα μία απόδειξη…

Και δεν μπορώ παρά να ευχηθώ και στα επόμενα 20 χρόνια η ιστορία να παραμείνει ίδια.


For almost 20 years now, the story remains the same. All critics and aware fans scream their lungs out to tell us that Madder Mortem is one of the best metal bands, in terms of quality and endurance but the majority of the metal scene turns its head the other way, towards opportunistic, trendy or even shallow bands. I have quit all hope that Madder Mortem will get the wide recognition they deserve but then again, why should this matter? Nothing of the above is powerful enough to influence the secret, ritualistic and eclectic delight they offer us with each new album.

For almost 20 years, the story remains the same. Like in their previous 6 endeavours, this year’s album, Marrow, remains true to the fundamentally unchanged roots of their music, keeping a masterful balance among lyrical, dramatic and aggressive expressions. The dark tales they weave are ultimately for adult listeners: the atmospheric pursuits are being blended with doomy and prog ideas while the riffing always retains a modern character, despite the Norwegian origins that occasionally draw their music towards melancholic and dreamy soundscapes. It’s a fact, Madder Mortem is still very hard to categorize and their compositions are always adventurous and open to transformation. This is music of high intensity that looks like the beast whose skin is silky and its claws ferocious. Art that resembles a beautiful mermaid rising up from a deep abyss enchanting you, only to realize that she has terrible, blood thirsty teeth.

For almost 20 years, the story remains the same. We will continue to regard Agnete Kirkevaag as one of the most, maybe The most amazing female performer in metal music and the majority will go on believing that we exaggerate. It is their right to do so. For us, it will still be a privilege to enjoy these performances and to realize that they have become even wiser and richer in Marrow, with less “yelling” and more colour and texture. In the same time, some of the included compositions slightly reveal some folk influences, for the listener that yearns to discover things beneath the notes. In the list of all the fantastic songs they have delivered through these 20 years, we have to add many from this album, like the epic 9 minute long “Waiting to fall”, the first single “Moonlight over silver white” and “Until you return” – one of the greatest songs they have ever composed, in my opinion. Just surrender yourself to its hypnotizing groove and watch it explode into an outburst of passionate heaviness.

For almost 20 years, the story remains the same. Each time they release an album, it is doomed to be included among that year’s exceptional metal records. Remaining loyal to the stylistic visions they alone created 20 years ago, Madder Mortem is here again, strong and hungry as always. I don’t know how success is defined but, artistically speaking, this band is one of the most successful out there. On 21/9 you will have another proof for this.

And I can do nothing more than hope that for the next 20 years the story will just remain the same.

 

 

Antonis Kalamoutsos