Aidan Baker & Karen Willems – Nonland (gizeh)

 Κανονικά ο Μη Τόπος υπονοεί ένα ουσιαστικά νεκρό μέρος. Τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει εκεί, καθώς οι ζωές κυλάνε χωρίς νόημα, πέρα αυτού της επιβίωσης. Η μέρα με το ανούσιο φως της σε τυφλώνει στα μάτια ώστε να μη δεις πόσο απότομα διολισθαίνει η νύχτα. Στο τέλος παρακολουθείς την κάθε στιγμή να αργοπεθαίνει στο βάθος χωρίς να περιμένεις κάτι.

 Εκεί ακριβώς είναι που εμφανίζεται κάτι από το μηδέν, που τελικά ποτέ δεν είναι εντελώς μηδέν. Γιατί τελικά ο Μη Τόπος εμπεριέχει τις αρνήσεις του προς αυτό. Μια γλώσσα λανθάνουσα υποβόσκει στα στενά του και μια απόφαση παραμονεύει. Αυτή είναι που θα ορίσει την αλλαγή και το προχώρημα προς τα εμπρός, προς ένα άγνωστο παντελώς άγνωστο.

 Ο δεύτερος ορχηστρικός δίσκος των Aidan Baker (Nadja, BBS κ.α.) και Karen Willems (Inwolves) κουβαλά τον χαρακτήρα της avant garde φιλοσοφίας, δηλαδή μιας εμπροσθοφυλακής που θέτει το μυαλό και τις αισθήσεις σε κίνηση. Αν περιμένετε κάτι το καθιερωμένο από το συγκεκριμένο ντουέτο πλανιέστε οικτρά. Όλα είναι σαν να μπαίνουν σε νέα ροή, χωρίς να ’ναι γνωστή από τα πριν η κατάληξη, όπως ακριβώς δίνει το σύνθημα η μουσική βροχή που ξεκινά τον δίσκο, η οποία ποτέ δεν ξεσπά σε μπόρα. Οι κινήσεις στην αρχή, εξάλλου, πρέπει να είναι μυστικές.

 Οι δύο μουσικοί συνθέτουν αυτοσχεδιαστικά ιδιαίτερους χρωματισμούς, που ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στο ολοκληρωτικό χάσιμο και την απλή, σχεδόν παιδική, μελωδικότητα. Ούτε χαλαρωτικό ούτε ταξιδιάρικο μπορεί να χαρακτηριστεί το Nonland, παρά μόνο αρκούντως πρωτοποριακό και εγκεφαλικό. Βασικά, είναι σαν οι ρόλοι των δύο μουσικών να περιπλέκονται συνειδητά και η κιθάρα σε πολλά σημεία να αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος, ενώ τα κρουστά ένα ιδιότυπο μελωδικό χτίσιμο της κάθε σύνθεσης.

 Η ελευθερία που χαρακτηρίζει τις κινήσεις τους είναι σχεδόν ευρηματική και με εξαίρεση το “Intro (Digging)”, που τραβά πολύ για intro, όλα τα κομμάτια έχουν κάτι το περίεργα όμορφο να αποτυπώσουν. Η ελευθερία, όμως, ειδικά σε συνθήκες διαβίωσης Μη Τόπου, θέλει και τόλμη. Το Nonland για αυτό τον λόγο διαθέτει μπόλικη από δαύτη.

Μπάμπης Κολτράνης

 

B/B/S – Palace (miasmah)

BBS.againstthesilence

Όταν τρία μεγάλα ονόματα του drone/ambient/free αυτοσχεδιασμού ενώνονται εις μπάντα μία, διαισθανόμαστε ότι η μουσική που θα προκύψει θα είναι εξαιρετικά απαιτητική στο άκουσμα, ενδεχομένως αρκετά καθηλωτική, αλλά που εντέλει θα ανταμείψει όσους και όσες επιλέξουν να αφιερώσουν χρόνο και προσοχή για το άκουσμα της.

Το τρίο των Aidan Baker, Andrea Belfi και Erik Skodvin, υπό την κοινή ονομασία B/B/S/, δεν έχει μέχρι στιγμής κυκλοφορήσει κάτι που να μην ανταποκρίνεται στις παραπάνω προδιαγραφές. Το νέο γέννημα των πάντοτε δημιουργικών αυτών μουσικών – παρά τις διακυμάνσεις της δημιουργικότητας τους κατά μόνας –, το δεύτερο κατά σειρά για λογαριασμό της Miasmah, με τίτλο Palace, δεν αποτελεί εξαίρεση από τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω, αν και πρέπει να τονίσουμε ότι είναι και το πιο συμμαζεμένο απ’ όλες τους τις κυκλοφορίες, όσον αφορά κατά κύριο λόγο την παραγωγή, αλλά και την ενορχήστρωση.

To Palace, λοιπόν, περιλαμβάνει 80 λεπτά ηχητικού αυτοσχεδιασμού, άλλοτε πιο δομημένου, ή και τιθασευμένου, που σε πολλά σημεία πλησιάζει την «μουσική», με την πιο τυπική της έννοια, και σε άλλα τόσα ξεφεύγει σε αχανείς ηχοεκτάσεις, λουσμένες σε ένα διαρκές μυστικιστικό, ή και μυσταγωγικό, ημίφως από τα πρώτα έως τα τελευταία δευτερόλεπτα της διάρκειας του. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, το Palace είναι πιο δουλεμένο ∙ η τριάδα των συντελεστών των B/B/S/ φαίνεται να κινείται πιο στοχευμένα, καταλήγοντας σ’ ένα εξαιρετικά απόκοσμο αποτέλεσμα. Το Palace, σαν σύνολο, αποτελεί μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις τέτοιας «μουσικής» που το άκουσμα της δεν απαιτεί οπτικά βοηθήματα για να σε βοηθήσει να μπεις στο κλίμα – γεγονός που αποτελεί πραγματικό κατόρθωμα, ειδικά αν αναλογιστούμε την δυσκολία της αφομοίωσης του συγκεκριμένου ιδιώματος.

Βέβαια, υπάρχει κι αντίποδας σε όλα αυτά: οι ήχοι των κομματιών, μολονότι πολύ πιο επεξεργασμένοι – με την καλή έννοια – σε σχέση με τις παλιότερες κυκλοφορίες των B/B/S/, δεν διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία, με άμεση συνέπεια τα κομμάτια να μην ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο, πλην εξαιρέσεων (λόγου το L.A. Mom, με το μακροσκελές σόλο στα ντραμς από τον Belfi). Κατ΄επέκταση, από την έλλειψη ποικιλίας αυτή προκύπτει κι ένα ακόμη μειονέκτημα, αυτό της μεγάλης διάρκειας του Palace, που λειτουργεί αποτρεπτικά όσον αφορά την περίπτωση επαναληπτικών ακουσμάτων – και που σίγουρα δεν βοηθάει στο να απομονώσεις κομμάτια.

Όλα αυτά, ωστόσο, είναι έως έναν βαθμό αναμενόμενα ∙ κι όσο απαιτητική είναι μια δουλειά όπως το Palace, άλλο τόσο ευχάριστο είναι να αφιερώνεις χρόνο να την ακούς, και να βιώνεις την αντίφαση μιας μουσικής που παρ’ ότι απαιτεί να μην σκέφτεσαι κάτι άλλο όσο την ακούς, να αφοσιώνεσαι σε αυτή, άλλο τόσο σου δημιουργεί η ίδια σκέψεις καθώς οι ήχοι της σε περιβάλλουν.

 

 

ΑΤΜ

 

 

Aidan Baker – Gamardah Fungus – The Cray Twins

Aidan Baker – Dualism (midira)

 “Αν το χάσεις, χάθηκε για πάντα”! O Aidan Baker προφανώς δεν συμφωνεί με το προαναφερθέν γνωμικό, καθώς στην εξαφάνιση του δίσκου, τον οποίο είχε ηχογραφήσει για χάρη της Midira, επέλεξε τη δύσκολη οδό της επανηχογράφησης του συγκεκριμένου υλικού! Μόνο που δεν υπολόγισε το παιχνίδι της μοίρας και τη στιγμή που είχε ολοκληρωθεί η εκ νέου αποστολή του δίσκου εμφανίστηκαν από το πουθενά οι παλιές ηχογραφήσεις του. Οπότε, από κοινού με το label αποφάσισε να το εκδώσει ως διπλό δίσκο με τον χαρακτηριστικό τίτλο… Dualism!

Ακούγοντάς το γίνεται ξεκάθαρο πως υπάρχουν διαφορές στις δύο εκδόσεις του ίδιου ακριβώς υλικού. Αρχικά οι χρονικές διάρκειες των συνθέσεων είναι ελαφρώς διαφορετικές, δείγμα πως ο δημιουργός δεν κινείται πάνω σε προκαθορισμένες γραμμές, αλλά αφήνεται στο πώς θα τον πάει η κάθε ιδέα κάθε φορά. Επίσης υπάρχει μια άνοδος της έντασης στη δεύτερη έκδοση η οποία ίσως να οφείλεται στην πίεση του να αποτυπώσει ξανά την ατμόσφαιρα και τις δυναμικές που είχε βγάλει την πρώτη και ως τότε μοναδική φορά. Προσωπικά πάντως θα δυσκολευόμουν να διαλέξω ποια έκδοση είναι προτιμότερη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην περίπτωση του Dualism  πρόκειται για μια δουλειά, η οποία τίθεται σαφώς υπέρ των πλεονεκτημάτων του δυισμού ως έννοια!

 

 

Gamardah Fungus – Herbs And Portions (flaming pines)

Η διαφορά του φαρμάκου από το δηλητήριο είναι στη δοσολογία. Αυτό ισχυρίζονται οι Ουκρανοί Gamandah Fungus με το νέο τους άλμπουμ το οποίο ηχογραφήθηκε σε δάσος της δυτικής επικράτειας .

Πιο συγκεκριμένα έχουμε πέντε αυτόνομες συνθέσεις, οι οποίες φέρουν την ονομασία πέντε αντίστοιχων βοτάνων, τα οποία ανάλογα με τη δοσολογία μπορούν είτε να θεραπεύσουν, είτε να προξενήσουν ζημιά στο δοκιμαστή. “Προσοχή στο Μανδραγόρα κρύβει μυστικά και δώρα”, όπως έλεγε και ο Νίκος Παπάζογλου σε ένα παρεμφερές -ως προς τη θεματολογία- άσμα του.

Η φιλοσοφία της ακρίβειας στην τοποθέτηση των ήχων και στη φυσικότητα τους κυριαρχεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μελαγχολία και τη νοσταλγία, στα κιθαριστικά αρπίσματα και τις ηλεκτρονικές παρεμβάσεις, στο σκοτάδι και το φως, οι συνθέσεις φέρουν τη μυρωδιά όχι μόνο του υγρού εδάφους ενός πρόσφορου δάσους, αλλά και της πηγαίας έμπνευσης, η οποία συνοδεύει πάντα τη θέαση ενός φυσικού τοπίου από τα μέσα. Αυτή η μουσική σαφώς εκρέει από τους δημιουργούς της, ώστε στη συνέχεια να βυθίζεται τόσο αβίαστα εντός μας.

 

 

The Cray Twins – The Pier ( Fang Bomb)

Ορχηστρική, drone ambient μουσική με αρτιστίκ εξώφυλλο υπαρξιακών αναζητήσεων ενός μοναχικού τύπου στον κόσμο του. Το όλο σκηνικό δεν είναι ακριβώς πρωτότυπο, αλλά μαγνητίζει το ενδιαφέρον. Οι συνθέσεις έχουν κάτι το έρπον και ενώ νομίζεις πως απεικονίζουν κάτι το ακίνητο, αυτές συνεχώς ελίσσονται σαν θολά νέφη που κινούνται πάνω από ρημαγμένες -όμως ακόμη εν ζωή- πόλεις.

Σε αντίθεση με άλλους δίσκους του είδους εδώ οι συνθέσεις είναι διακριτές (βλ. “Duao 1,2,3”) και δεν απλώνονται πολύ χρονικά,  ώστε να κουράζουν στην ακρόαση. Το The Pier επιφυλάσσει ορισμένες εκπλήξεις με την προσθήκη φωνητικών ή ήχων εκεί που δεν το περιμένεις και όσο το ακούς τόσο σε τραβάει στον κόσμο του απομονώνοντας σε από οτιδήποτε ξένο προς αυτό. Τότε είναι που το δικό του ξένο σώμα, αυτό στο εξώφυλλο, γίνεται καθολικά οικείο.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Sohrab – Aidan Baker – Thisquietarmy

Sohrab  – You Are Not Alone III (Touch)

 

 

Ο Sohrab είναι ένας Ιρανός του οποίου η ιστορία απηχεί μια από τις αμέτρητες περιπτώσεις προσφυγιάς από τα ανατολικά του κόσμου προς την κεντρική Ευρώπη. Γεννημένος στην Τεχεράνη το 1984, έφτιαξε στην εφηβεία του μια punk μπάντα με τον αδερφό του. Ήταν η εποχή που ξεκίνησαν οι πιέσεις από το καθεστώς στις έτσι και αλλιώς παράνομες συναυλίες «ξενόφερτης» μουσικής, σε σημείο να φτάσει να τον έχει ολοκληρωτικά αποκλεισμένο από τον έξω κόσμο. Με διάφορους τρόπους τελικά κατάφερε να φτάσει στο Βρανδεμβούργο της Γερμανίας ζητώντας επίμονα άσυλο.

Η πρώτη αίτηση του έλαβε αρνητική απάντηση και η κυκλοφορία αυτή έχει ακριβώς τον στόχο να δείξει αλληλεγγύη, ηθική και οικονομική, στην προσπάθεια του να μείνει στην Γερμανία. Να σημειωθεί πως αποτελεί το τρίτο μέρος μιας σειράς κυκλοφοριών όπου αρκετοί μουσικοί, όπως λόγου χάρη εδώ ο Jim O’ Rourke, πειραματίζονται πάνω στο υλικό του θαυμάσιου ambient ντεμπούτου του Sohrab A Hidden Place. Μια συλλογή λοιπόν χαμηλόφωνων, αφηρημένων και σχεδόν αναιμικών ηχοστρωμάτων που βγήκε για καλό σκοπό.

 

 

Aidan Baker – Isolated Landscapes : a singles collection (name your price)

 

 

Δικαίως ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί αν ο συμπαθητικός Aidan έχει κάποιο βύσμα και συνεχώς αναφερόμαστε στο όνομα του, εδώ στο against the silence. Για την ακρίβεια η ρίψη νέων κυκλοφοριών του, θυμίζει σε συχνότητα και ταχύτητα ένα μπαλάκι σε παιχνίδι πινγκ πονγκ μεταξύ πρωταθλητών του αγωνίσματος. Η προσοχή μας όμως κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, καθώς εδώ συγκεκριμένα έχουμε μια συλλογή παλαιότερων σπάνιων κομματιών του, αρκετά υψηλού επιπέδου. Ίσως για πρώτη φορά μας δίνεται η ευκαιρία μέσω τρίλεπτων συνθέσεων του να εισπνεύσουμε τον ήχο-σφραγίδα του δημιουργού.

Μια συλλογή όπου περιέχονται πολλά από τα στοιχεία που συναντά κανείς στο πολυεπίπεδο έργο του. Κυρίως όμως δεσπόζει η κιθάρα του με το αργό και απαλό παίξιμο του, όπου σμιλεύει είτε στοιχειωμένες μελωδίες, είτε νηφάλιες ατμόσφαιρες. Το γεγονός της παράθεσης τόσων μελωδικών ιδεών έχει ως αποτέλεσμα το συγκεκριμένο album να αναδεικνύεται ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα του των τελευταίων χρόνων. Τελικά το να σκαλίζεις τα παλιά σου κιτάπια φέρνει μερικές φορές πέρα από μια ισχυρή δόση νοσταλγίας, μια αίσθηση γαλήνιας κάθαρσης.

 

 

Thisquietarmy – Phantom Limbs (Land Of Decay)

 

phantomlimbs.againstthesilence

 

 

Μιας που μιλήσαμε για κιτάπια, να τος και ο συνοδοιπόρος του Aidan που ακούει στο όνομα Eric Quach και που πολλάκις έχουμε αναφερθεί στις φετινές του συνεργασίες. Ξέθαψε και αυτός τέσσερα κομμάτια που του είχαν ξεμείνει από το μεσοδιάστημα μεταξύ του Aftermath και του πρόσφατου Vessels, και τα κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό κασετών! Παραδόξως υπάρχει μια αναβίωση αυτού του μέσου που ανέθρεψε πολλές γενιές και ίσως για αυτό ένα κασετόφωνο σήμερα παραπέμπει στην εποχή των δεινοσαύρων.

Δεν είναι όμως μόνο προσεγμένο το περιτύλιγμα της κυκλοφορίας αυτής αλλά και το περιεχόμενο του. Μπορεί να μην ξεφεύγει καθόλου από ότι μας έχει συνηθίσει στις πιο drone ambient δουλειές του αλλά παρέχει την ηχητική πλατφόρμα όπου περιμένεις με το εισιτήριο χωρίς να σε νοιάζει ο τελικός προορισμός. Ένα εισιτήριο που είναι έτοιμο να εκραγεί, όπως θα έλεγε και μια ψυχή, αλλά προς το παρόν σιγοκαίει σαν την καύτρα ενός τσιγάρου στο απόλυτο σκοτάδι.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης