Τρία βίντεο κλιπ βασισμένα σε έργα του Κάφκα

Ο Φραντς Κάφκα, αδιαμφισβήτητα, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές μορφές του περασμένου αιώνα. Το κυρίως έργο του εκδόθηκε μετά θάνατον, κατά παράβαση της υπόσχεσης που είχε δώσει στον ίδιον τον συγγραφέα ο φίλος και εκδότης του Μαξ Μπροντ να καταστραφεί το υλικό που θα άφηνε πίσω. Αιρετικό, απλό στη σύλληψη, αλλά βαθυστόχαστο ως αντίληψη, προφητικό και δυσοίωνο, κατοχυρώνοντας τον όρο “καφκικό” στις τέχνες και όχι μόνο, το έργο του, όπως δεν ανήκει αποκλειστικά στην εποχή που γράφτηκε, έτσι και έχει προχωρήσει πέραν του δημιουργού του, όντας ανοικτό σε ερμηνείες και αναγνώσεις. Με αυτό τον τρόπο, έρχεται η έξυπνη πλευρά της ποπ κουλτούρας να εμπνευστεί από κάποιο βιβλίο του, αποτυπώνοντας στη μορφή του βίντεο κλιπ τη δική της κατάθεση, ως φόρο τιμής στην ίδια τη λογοτεχνία, αλλά, πρωτίστως, στον σημαντικό αυτό δημιουργό. Τα τρία παραδείγματα που ακολουθούν, πατάνε πάνω σε δύο μικρά βιβλία του Κάφκα, καθώς θα ήταν πρακτικώς αδύνατο να συμπτυχθεί σε μια σύντομη ιδέα ένα βιβλίο, όπως, η Δίκη ή ο Πύργος. Αυτό, ας το αφήσουμε στην έβδομη τέχνη, εκεί που ο Όρσον Γουέλς μας προσέφερε τη μια από τις σπανιότατες φορές που η ταινία φτάνει, αν όχι ξεπερνά κιόλας, ως σύλληψη το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε, βλ. Η Δίκη, 1962.

 

Orbital – Style, 1999

Δεν θα προχωρήσουμε σε κάποιο spoiler του βιβλίου η Μεταμόρφωση, μιας και είναι καλύτερο να μην γνωρίζετε κάτι προκαταβολικά, όταν θα είστε μπροστά στις στεγνές του σελίδες. Ούτε οι Orbital, στο εν λόγω βίντεο, πράττουν κάτι τέτοιο. Πήραν την όλη αισθητική του έργου, τον πρωταγωνιστή, τα σημεία που παραπέμπουν στην εποχή του και έφτιαξαν μια φανταστική-ρεαλιστική περιπέτεια που κλείνει με την φωτογραφία του Κάφκα σε κορνίζα! Ο ορισμός του αποτίω φόρο τιμής!

 

 

Nine Inch Nails – Happiness In Slavery, 1992

Το μακρινό 1992 ο Trent ως NIN έκανε, ήδη παιδομάζωμα σε ευαίσθητα εφηβικά μυαλά και ένιωθε έτοιμος να ξεπεράσει ορισμένα όρια που υπήρχαν στον χώρο του. Το συγκεκριμένο βίντεο, με τον επεξηγηματικό τίτλο και τους ψυχαναλυτικούς στίχους, προφανώς και λογοκρίθηκε παντού με το που βγήκε. Μέσα σε ένα ζοφερό σκηνικό, που θυμίζει περισσότερο Eraserhead σε σπλάτερ εκδοχή και λιγότερο βίντεο κλιπ, κρύβεται μια ανάγνωση της Σωφρονιστικής Αποικίας του Κάφκα, καθώς, όπως και στο εν λόγω βιβλίο, έτσι κι εδώ, ο καθώς πρέπει και λάτρης των τυπικοτήτων πρωταγωνιστής προβαίνει οικειοθελώς στην… (μην πούμε και το φινάλε) με τη βοήθεια της απόλυτης μηχανής που θριαμβεύει στο τέλος. Πριν το δείτε πάντως, απομακρύνετε καλού-κακού παιδιά και κατοικίδια ζώα από τον χώρο προβολής!

 


 

Thursday – Ladies and Gentlemen: My Brother, The Failure, 2007

Επιστρέφουμε στην Μεταμόρφωση, αλλά από μια εντελώς άλλη οπτική. Ο τραγουδιστής των Thursday μπορεί να μην μοιάζει φυσιογνωμικά με τον Κάφκα, αλλά στο συγκεκριμένο βίντεο τον υποδύεται ως μαχόμενο ενάντια στο σύμπαν που κατέγραψε ο ίδιος στο συγκεκριμένο βιβλίο. Σκυμμένος πάνω από μια γραφομηχανή, σε ένα νεκροζώντανο δωμάτιο έχει την μπάντα ως σύμμαχο σε διπλό ρόλο διάσωσης του. Το φινάλε όμως, παραμένει πιστό στην παράδοση της βιβλιογραφίας του Κάφκα!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Oscar Wilde – Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι

Έξω έχει ησυχία, μέσα νέκρα. Λείπουν όλοι. Κοιτάζω τα φθαρμένα έπιπλα, που όλως περιέργως ποτέ δεν χαλάνε. Ίδιες σκιές, ρούχα με ναφθαλίνη και πακέτα με ξεχασμένα πράγματα στέκουν σαν να πιστεύουν ότι θα μείνουν για πάντα εκεί. Γυρνώ προς τον τοίχο απέναντι από τον καθρέφτη. Εκεί στέκει η παλιά βιβλιοθήκη για δεκαετίες. Την κοιτάζω και ψάχνω τα ράφια της. Το χέρι ακολουθεί τη ματιά. Παύση. Γνωστός ο τίτλος και ο συγγραφέας, αλλά το εξώφυλλο έχει σχεδόν διαλυθεί. Ευτυχώς οι σελίδες κρατιούνται μια χαρά. Σκαλίζω τον πρόλογο όρθιος και συνεχίζω να διαβάζω, τώρα με μεγαλύτερη προσοχή, τα πρώτα κεφάλαια καθισμένος πρόχειρα κάπου. Παρακολουθώ μια πλοκή που φέρνει στον νου τον κόσμο που ζω, ενώ το βιβλίο έχει γραφτεί πριν από άπειρα χρόνια κάπου μακριά. Τα ερωτήματα των πρωταγωνιστών γίνονται και δικά μου. Οι σελίδες τρέχουν. Μια προφητική μεταφυσική ριζώνει στην τότε πραγματικότητα. Συμβολισμοί παράγουν στιγμές ζώσες. Φτάνω στο τέλος της ιστορίας. Ξεφυσάω και μετά από μια στιγμή παράλυσης επανατοποθετώ το βιβλίο στη θέση περίπου που το είχα βρει. Για κάποιες ώρες αυτό το σπίτι δεν μου ήταν τόσο παλιό και κρύο.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Italo Calvino – Οι Αόρατες Πόλεις

Calvino_Italo_Invisible_Cities.againstthesilence.com

Oι Αόρατες Πόλεις του Ίταλο Καλβίνο πορεύονται ως ανάγνωσμα αυτόνομα, θαρρείς πως είναι το μόνο βιβλίο που γράφτηκε για τις πόλεις, το παρελθόν και το μέλλον τους. Σαν αδαής ξεφυλλίζεις τις ιστορίες και ξαφνιάζεσαι με την ποιητική γραφή, την ουτοπική ματιά που απλώνεται παντού, την απλότητα των εικόνων και το βάθος των σκέψεων που αυτές εκφράζουν. Η πλοκή που βασίζεται δεν θα μπορούσε παρά να είναι φανταστική – ο ερευνητής Μάρκο Πόλο που συζητά με τον αυτοκράτορα Κουμπλάι Χαν για τις πόλεις που συνάντησε στο διάβα του. Κι όμως στην όλη εξιστόρηση αναφέρονται πόλεις που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει, ζωές που θα μπορούσαν να έχουν καθοριστεί από αυτές, ένα παρελθόν ξεχασμένο που θα μπορούσε να έχει καθορίσει ένα μέλλον άγνωστο.

Καθόλου τυχαία οι Αόρατες Πόλεις, γραμμένες την περίοδο που ο συγγραφέας τους ζούσε το ζενίθ της δημιουργικότητας του, έχουν αποτελέσει πυλώνα σκέψης και έμπνευσης αρχιτεκτόνων και αναρχικών. Οι πρώτ@ μέσα από αυτό είδαν νέες δυνατότητες εφευρετικότητας, ψηλάφισαν νέα πεδία και διαστάσεις πέρα από αυτές που υπάρχουν στον πολεοδομικό χώρο. Οι δεύτερ@ διαβάζοντας το, εμβάθυναν στην ουσία της πολεοδομίας και ανακάλυψαν νέες ιδέες και μέσα με καθαρά απελευθερωτικό σκοπό, πέρα από πατροπαράδοτους και ρηχούς τρόπους σκέψης.

Το υλικό του συγκεκριμένου βιβλίου βαθαίνει όσο οι αναγνώσεις του πληθαίνουν και ποτέ, μα ποτέ δεν είναι ίδια η τελευταία ανάγνωσή του με την προηγούμενη. Όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στις σελίδες του, τόσο ανακαλύπτεις περισσότερα για τον εαυτό σου. Να για ποιο λόγο πρέπει να διαβάζουμε τους κλασσικούς.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Ursula Le Guin – Ο αναρχικός των δυο κόσμων

leguin-the-dispossessed

Συνήθως συμβαίνει μετά το διάβασμα ενός βιβλίου, όσο επιμελείς κι αν είμαστε, να ξεχνάμε τη βασική του υπόθεση ή ακόμα και τη γενική του ιδέα. Με το συγκεκριμένο βιβλίο, που βγήκε το 1974, αυτό είναι αδύνατο να συμβεί. Ο βασικός λόγος είναι πως δεν αποτελεί απλώς ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά και μια εμβριθή ανάλυση πολιτικής και ψυχολογικής υφής. Μπορεί την εποχή εκείνη, και μέχρι και τη δεκαετία του ’80, το συγκεκριμένο είδος να γνώριζε μεγάλη απήχηση λόγω και των εσχατολογικών αναφορών σε έναν κόσμο που περίμενε απλά να πατηθεί ένα κουμπάκι από τη μία ή την άλλη πλευρά του σιδηρού παραπετάσματος, αλλά εδώ τα όρια της κατηγορίας αυτής φαντάζουν στενάχωρα. Πίσω από μια απλή ιστορία διαφορετικών κόσμων-πλανητών, γίνεται λόγος για τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία, σε οποιαδήποτε φάση οργάνωσης κι αν βρίσκεται αυτή. Είναι τέτοιος ο πλούτος και η πορεία της πλοκής που πιθανόν να βοηθά περισσότερο στην κατανόηση σχετικών θεμάτων από ό,τι θα κατάφερνε ένα καθαρά κοινωνικοπολιτικό σύγγραμμα.
Ο πρωτότυπος τίτλος αποκλίνει αρκετά από την απόδοσή του στα Ελληνικά. Σε ακριβή μετάφραση θα έμοιαζε περισσότερο με κάτι τέτοιο: “Ο Εκτοπισμένος – Μια διφορούμενη ουτοπία”. Μάλλον αντικατοπτρίζει πιο πιστά το περιεχόμενο των σελίδων από ό,τι η αναφορά σε έναν αναρχικό που καλείται να ζήσει σε δυο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Ουσιαστικά οι κόσμοι εδώ δεν είναι δύο, αλλά -πέρα από την αναφορά κι άλλων που παίζουν σημαντικό ρόλο- έχουμε ιστορίες που περιπλέκονται ανάμεσα στους δυο προαναφερόμενους πλανήτες και έναν κυκεώνα προβληματισμών ως προς τις συνθήκες ζωής και στα δυο μέρη. Η Αμερικανίδα συγγραφέας δεν παίρνει ίσες αποστάσεις από τα δυο βασικά πολιτικά συστήματα που αναφέρει, αλλά αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η υπεράσπιση της ανάγκης ενός συνεχούς αναστοχασμού πάνω σε κάθε ζήτημα. Μπορεί η εποχή κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο να έχει σχετικά ξεπερασμένες αναφορές, αλλά οι προβληματισμοί που θέτει είναι πάντα επίκαιροι και εμπνέουν για περαιτέρω αναζήτηση και συζήτηση πάνω σε θέματα που κάθε πολιτικό όν συναντά μπροστά του.

 


 

Μπάμπης Κολτράνης

Junichiro Tanizaki – Το Κλειδί

J-Tanizaki

 

Ένα ζευγάρι. Δύο άνθρωποι. Δύο ημερολόγια. Ο έρωτας. Ο πόθος. Η καχυποψία. Ο φετιχισμός. Η αποστροφή. Η διαφορετικότητα. Η ευπρέπεια. Η παραφορά. Η ηδυπάθεια. Η ζήλεια. Η διαστροφή. Η κόρη. Η συμπαιγνία. Η αγάπη. Η ηθική. Η υποκρισία. Η κοινωνία. Η επιρροή. Η μοιχεία. Η εξαπάτηση.

Διαβάζοντας τα ημερολόγια των δύο αυτών ανθρώπων σου γεννάται το εξής ερώτημα: πού είναι ικανοί αυτοί οι δύο –που κάποια στιγμή γίνονται και τρεις αλλά και τέσσερις- να φτάσουν τη μεταξύ τους σχέση; Δεν αργεί όμως να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, καθώς οι σελίδες διαδέχονται η μία την άλλη. Η ανικανοποίητη σεξουαλική ζωή όπως και η μυστικότητα στη σχέση τους γίνεται η αιτία της ύπαρξης των δύο αυτών ημερολογίων τα οποία διατηρούν κρυφά ο ένας απ’ τον άλλον. Σύντομα, όπως το διαστροφικό παιγνίδι ξεκινά ανάμεσά τους, δίχως κανόνες και όρια, βρίσκεις τον εαυτό σου σαν πιόνι που τοποθετείται εδώ κι εκεί. Η απόρροια του συντηρητισμού στον έγγαμο βίο οδηγεί την καθημερινότητα του ζευγαριού σ’ ένα δρόμο δίχως γυρισμό. Η εξέλιξη της διαρκούς ανάρμοστης συμπεριφοράς του εμπλέκει σταδιακά όλους όσους το περιβάλλουν. Οι συνθήκες που δημιουργούνται ξεπερνούν τη μονομερή αντίληψη, την κοινωνική υπόσταση ακόμη και την ίδια την ζωή…

 

Dddb

Dashiell Hammett – Ο Κόκκινος Θερισμός

Το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας στα μέρη μας για πολλά χρόνια ήταν άκρως υποτιμημένο και παρεξηγημένο. Πλέον, έχουμε περάσει στο άλλο άκρο της ευρείας αποδοχής, σε σημείο να ξεπέφτει σε άλλον ένα τρόπο προσπέρασης καλογραμμένων, ή μη, φύλλων. Μεταξύ αυτών των δυο σημείων ίσως βρίσκεται ο λόγος που αξίζει να ασχοληθεί κάποι@ με ιστορίες που ενέχουν δράση, γρήγορες εγκεφαλικές στροφές και κοφτή γραφή. Ο Dashiell Hammet κατόρθωσε με άνεση να ενοποιήσει όλα τα παραπάνω στο έργο του, συν το σημαντικότερο στοιχείο που άλλαξε ριζικά το συγκεκριμένο είδος. Αυτό ήταν η σαφέστατη κοινωνικοπολιτική θέση και η πλοκή που παραπέμπει αδυσώπητα στις σκοτεινές πτυχές της πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο πως γράφοντας το το 1929, βρέθηκε την εποχή του Μακαρθισμού να διώκεται και να φυλακίζεται, παρ’ όλη την επιτυχία των βιβλίων του μέσω και της μεταφοράς τους στον κινηματογράφο. Αυτό και μόνο το συγκεκριμένο βιβλίο, το πρώτο του, είναι ο λόγος.

Για πρώτη φορά άκουσα να αποκαλούν την Πέρσονβιλ Πόιζονβιλ από έναν κοκκινομάλλη σκέτη λέρα ονόματι Χίκι Ντιούι…Είχε μεγάλο και ιδιόμορφο πρόβλημα με το ρο κι έτσι δεν έδωσα σημασία στην αλλαγή του ονόματος της πόλης. Αργότερα άκουσα κι άλλους που δεν είχαν κανέναν τέτοιο πρόβλημα να κάνουν το ίδιο. Και πάλι το μυαλό μου πήγε σε εκείνο το παράλογο χιούμορ του υποκόσμου, όμως μερικά χρόνια αργότερα επισκέφθηκα ο ίδιος την Πέρσονβιλ και κατάλαβα.

Με αυτά τα λόγια ξεκινά η ιστορία και η αντιστοιχία Πέρσονβιλ=άτομο-πόλη και Πόιζονβιλ=δηλητήριο-πόλη αποτελεί ένα αίνιγμα που παραμένει κεντρικό μέχρι τέλους. Μια φαινομενικά τυπική πλοκή με έναν «ψυχρό» ιδιωτικό αστυνομικό να επισκέπτεται μια μικρή βιομηχανική πόλη για να διαλευκάνει μια υπόθεση, αποκτά στην πορεία έναν χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από αυτόν που ξεκίνησε. Η διαφθορά, τα υπόγεια νήματα και τα σαθρά θεμέλια μιας ολόκληρης πόλης που σαπίζει έρχονται στο στόχαστρο ενός πρωταγωνιστή που προσπαθεί να συνδυάσει την λογική με το ένστικτο. Όλα αυτά τελικά θα μπορούσαν να έχουν ως τόπο οποιοδήποτε μέρος, οποιαδήποτε εποχή και αυτό είναι που κάνει αυτό το βιβλίο κάτι παραπάνω από μια ιστορία δράσης.

Έχουν δοθεί αμέτρητες ερμηνείες ως προς το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου, από τον πρόλογο της έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής των εκδόσεων του ΚΚΕ που με ξύλινο, αλλά πειστικό τρόπο αναφέρεται στην πολιτικότητα του έργου, μέχρι τα στοιχεία  επιστημονικής φαντασίας που έχουν επισημανθεί από διάφορους. Πέρα από όλα αυτά, ο Κόκκινος Θερισμός αποτελεί την απαρχή από όπου ξεκίνησε η διαλεκτική των μέχρι τότε «απομονωμένων» συγγραφέων βιβλίων δράσης με τον σκληρό κοινωνικό τους περίγυρο  Η συγκεκριμένη σχολή έδωσε και δίνει ακόμα αριστουργηματικά δείγματα γραφής και το γεγονός πως ιστορικά ανθίζει πιο έντονα όταν οι συνθήκες που το περιβάλλουν γίνονται πιο βίαιες και συγκρουσιακές, αποκτά την ιδιαίτερη σημασία του. Όπως και τότε στην Αμερική του μεσοπολέμου, έτσι και τώρα.

 

Μπάμπης Κολτράνης

John Berger – Η Εικόνα & Το Βλέμμα (Ways Of Seeing)

Η πανεπιστημιακή μόρφωση έχει οικειοποιηθεί τα πάντα, ακόμη και το νόημα πίσω από τις φαινομενικότητες. Η ακαδημαϊκή κουλτούρα –κατ’ αρχήν- αφομοιώνει οτιδήποτε αντιθετικό με σκοπό τη δημοκρατική πνευματική πολυμορφία των παραγόμενων προϊόντων του σουπερ μάρκετ που διαθέτει στην κοινότητά της. Η διακίνηση των ιδεών μπορεί να γίνεται μόνο στο κατάλληλο αυτό μέρος του διαχωρισμού. Έτσι, οι ιδεολογίες (κρυφές και φανερές) εντάσσονται στην κυριαρχία δίνοντας της ένα «δημοκρατικό» και «ανθρωπιστικό» προσωπείο.

Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι στα πανεπιστημιακά ιδρύματα διδάσκουν επικοινωνία, καλλιεργώντας μέσα από την τέχνη την διαφήμιση-κατασκευή προτύπων. Ουσιαστικά, διδάσκουν την εμπορευματική-πολιτική χρήση της εικόνας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η κυρίαρχη κουλτούρα του θεάματος μέσα στο πανεπιστήμιο χρειάζεται να ενσωματώσει την πολύπλευρη κριτική προσέγγιση από αντιθεαματικούς διανοούμενους. Έτσι, οι Walter Benjamin, Roland Barthes και Susan Sontag μαζί με τον John Berger  εμπλουτίζουν εννοιολογικά τις βάσεις της εκπαίδευσης και διαμορφώνουν τις ιδέες που κυκλοφορούν γύρω από το αντικείμενό της.

Αυτό που μας δείχνεται σ’ αυτό το βιβλίο των επτά δοκιμίων εικόνας και κειμένου είναι ότι ο τρόπος που κοιτάμε τον κόσμο δεν είναι αδιαχώριστος από τη θέση και την προσωπικότητα που έχουμε εντός του. Επίσης μας ενημερώνει (όπως π.χ. για την ελαιογραφία και την πνευματική και χρηματική αξία των έργων τέχνης) πως η εφεύρεση της τέχνης της αναπαράστασης εικόνων είναι συνδεδεμένη με την κοινωνική ιεραρχία και με τους θεσμούς, την οργάνωση και την ηθική της ιδιοκτησίας, της εργασίας, του φύλου και συνολικά των κοινωνικών σχέσεων κάθε είδους.

Η εικόνα πρέπει να κατακερματιστεί και πίσω από τα κομμάτια της να δούμε και να αντιληφθούμε την κρυφή υπονοούμενη (σαν προσωπική εμπειρία από διαίσθηση) γλώσσα της. Οι χρήσεις των εικόνων, των ιδεών και της γνώσης οφείλουν να ξεφύγουν από την προδιαγεγραμμένη κοινωνικοποίηση τους.

Ό,τι γράφει ο Berger εδώ δεν αφορά στενά τα εικαστικά, την φωτογραφία ή την τέχνη αλλά τη χρήση μιας «αρνητικής διαλεκτικής» απέναντι στον εσωτερικό αποικισμό από των κόσμο του θεάματος, του χρήματος, του εμπορεύματος και της πολιτικής κυριαρχίας. Το βιβλίο αυτό βασίστηκε στο ντοκιμαντέρ του BBC των Berger, Sven Blomberg, Chris Fox, Michael Dibb, Richard Hollis, στο οποίο αναλύεται το πέρασμα από τον αποικισμό της εικόνας, από τα εικαστικά στη διαφήμιση μέχρι και την καθημερινότητα. Ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο υποκύπτει σε συγκεκριμένες ανάγκες των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δομών που χρειάζονται οι κυρίαρχες τάξεις. Όπως ορίζουν την ιστορική αφήγηση οι νικητές, έτσι διαμορφώνουν και τις αισθητικές αντιλήψεις για την υγεία, την ομορφιά, τον έρωτα και τις κοινωνικές σχέσεις.

Έχουμε εδώ ένα χρήσιμο εργαλείο σχετικά με την εξήγηση και τη σύνθεση στην κατασκευή κοινωνικών προτύπων-ταυτοτήτων-συμπεριφορών.

Ο τρόπος που η διαφήμιση βλέπει ένα γυμνό σώμα είναι τελικά η πολιτική και αισθητική προσέγγιση που φυσικοποιεί τους εγγεγραμμένους κώδικες της εξουσίας πάνω του. Η αναπαράσταση οικειοποιείται και στο τέλος οργανώνει τα πραγματικά γεγονότα. Η πολιτική ατζέντα της καθημερινότητας διαμορφώνεται από την εμπορευματική κουλτούρα και ζητήματα, όπως το φύλο και η πατριαρχική κοινωνία, το έθνος και η τάξη, δεν υπάρχουν μέσα στην προσέγγιση του θεατή-καταναλωτή.  

Η διαφήμιση είναι η ζωή αυτής της κουλτούρας τόσο που χωρίς διαφήμιση ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιζήσει-και ταυτόχρονα η διαφήμιση είναι το όνειρό του.

Ο καπιταλισμός επίζεί αναγκάζοντας την πλειονότητα την οποία εκμεταλλεύεται, να καθορίσει τα δικά της συμφέροντα όσο γίνεται στενότερα. Τούτο επιτεύχθηκε κάποτε με την εκτεταμένη στέρηση. Σήμερα στις ανεπτυγμένες χώρες, επιτυγχάνεται με την επιβολή ενός ψεύτικου μέτρου για το τι είναι και τι δεν είναι επιθυμητό.”

 

 

 

NIKOPOL