Italo Calvino – Οι Αόρατες Πόλεις

Calvino_Italo_Invisible_Cities.againstthesilence.com

Oι Αόρατες Πόλεις του Ίταλο Καλβίνο πορεύονται ως ανάγνωσμα αυτόνομα, θαρρείς πως είναι το μόνο βιβλίο που γράφτηκε για τις πόλεις, το παρελθόν και το μέλλον τους. Σαν αδαής ξεφυλλίζεις τις ιστορίες και ξαφνιάζεσαι με την ποιητική γραφή, την ουτοπική ματιά που απλώνεται παντού, την απλότητα των εικόνων και το βάθος των σκέψεων που αυτές εκφράζουν. Η πλοκή που βασίζεται δεν θα μπορούσε παρά να είναι φανταστική – ο ερευνητής Μάρκο Πόλο που συζητά με τον αυτοκράτορα Κουμπλάι Χαν για τις πόλεις που συνάντησε στο διάβα του. Κι όμως στην όλη εξιστόρηση αναφέρονται πόλεις που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει, ζωές που θα μπορούσαν να έχουν καθοριστεί από αυτές, ένα παρελθόν ξεχασμένο που θα μπορούσε να έχει καθορίσει ένα μέλλον άγνωστο.

Καθόλου τυχαία οι Αόρατες Πόλεις, γραμμένες την περίοδο που ο συγγραφέας τους ζούσε το ζενίθ της δημιουργικότητας του, έχουν αποτελέσει πυλώνα σκέψης και έμπνευσης αρχιτεκτόνων και αναρχικών. Οι πρώτ@ μέσα από αυτό είδαν νέες δυνατότητες εφευρετικότητας, ψηλάφισαν νέα πεδία και διαστάσεις πέρα από αυτές που υπάρχουν στον πολεοδομικό χώρο. Οι δεύτερ@ διαβάζοντας το, εμβάθυναν στην ουσία της πολεοδομίας και ανακάλυψαν νέες ιδέες και μέσα με καθαρά απελευθερωτικό σκοπό, πέρα από πατροπαράδοτους και ρηχούς τρόπους σκέψης.

Το υλικό του συγκεκριμένου βιβλίου βαθαίνει όσο οι αναγνώσεις του πληθαίνουν και ποτέ, μα ποτέ δεν είναι ίδια η τελευταία ανάγνωσή του με την προηγούμενη. Όσο πιο πολύ βυθίζεσαι στις σελίδες του, τόσο ανακαλύπτεις περισσότερα για τον εαυτό σου. Να για ποιο λόγο πρέπει να διαβάζουμε τους κλασσικούς.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Ursula Le Guin – Ο αναρχικός των δυο κόσμων

leguin-the-dispossessed

Συνήθως συμβαίνει μετά το διάβασμα ενός βιβλίου, όσο επιμελείς κι αν είμαστε, να ξεχνάμε τη βασική του υπόθεση ή ακόμα και τη γενική του ιδέα. Με το συγκεκριμένο βιβλίο, που βγήκε το 1974, αυτό είναι αδύνατο να συμβεί. Ο βασικός λόγος είναι πως δεν αποτελεί απλώς ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, αλλά και μια εμβριθή ανάλυση πολιτικής και ψυχολογικής υφής. Μπορεί την εποχή εκείνη, και μέχρι και τη δεκαετία του ’80, το συγκεκριμένο είδος να γνώριζε μεγάλη απήχηση λόγω και των εσχατολογικών αναφορών σε έναν κόσμο που περίμενε απλά να πατηθεί ένα κουμπάκι από τη μία ή την άλλη πλευρά του σιδηρού παραπετάσματος, αλλά εδώ τα όρια της κατηγορίας αυτής φαντάζουν στενάχωρα. Πίσω από μια απλή ιστορία διαφορετικών κόσμων-πλανητών, γίνεται λόγος για τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία, σε οποιαδήποτε φάση οργάνωσης κι αν βρίσκεται αυτή. Είναι τέτοιος ο πλούτος και η πορεία της πλοκής που πιθανόν να βοηθά περισσότερο στην κατανόηση σχετικών θεμάτων από ό,τι θα κατάφερνε ένα καθαρά κοινωνικοπολιτικό σύγγραμμα.
Ο πρωτότυπος τίτλος αποκλίνει αρκετά από την απόδοσή του στα Ελληνικά. Σε ακριβή μετάφραση θα έμοιαζε περισσότερο με κάτι τέτοιο: “Ο Εκτοπισμένος – Μια διφορούμενη ουτοπία”. Μάλλον αντικατοπτρίζει πιο πιστά το περιεχόμενο των σελίδων από ό,τι η αναφορά σε έναν αναρχικό που καλείται να ζήσει σε δυο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Ουσιαστικά οι κόσμοι εδώ δεν είναι δύο, αλλά -πέρα από την αναφορά κι άλλων που παίζουν σημαντικό ρόλο- έχουμε ιστορίες που περιπλέκονται ανάμεσα στους δυο προαναφερόμενους πλανήτες και έναν κυκεώνα προβληματισμών ως προς τις συνθήκες ζωής και στα δυο μέρη. Η Αμερικανίδα συγγραφέας δεν παίρνει ίσες αποστάσεις από τα δυο βασικά πολιτικά συστήματα που αναφέρει, αλλά αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η υπεράσπιση της ανάγκης ενός συνεχούς αναστοχασμού πάνω σε κάθε ζήτημα. Μπορεί η εποχή κατά την οποία γράφτηκε το βιβλίο να έχει σχετικά ξεπερασμένες αναφορές, αλλά οι προβληματισμοί που θέτει είναι πάντα επίκαιροι και εμπνέουν για περαιτέρω αναζήτηση και συζήτηση πάνω σε θέματα που κάθε πολιτικό όν συναντά μπροστά του.

 


 

Μπάμπης Κολτράνης

Junichiro Tanizaki – Το Κλειδί

J-Tanizaki

 

Ένα ζευγάρι. Δύο άνθρωποι. Δύο ημερολόγια. Ο έρωτας. Ο πόθος. Η καχυποψία. Ο φετιχισμός. Η αποστροφή. Η διαφορετικότητα. Η ευπρέπεια. Η παραφορά. Η ηδυπάθεια. Η ζήλεια. Η διαστροφή. Η κόρη. Η συμπαιγνία. Η αγάπη. Η ηθική. Η υποκρισία. Η κοινωνία. Η επιρροή. Η μοιχεία. Η εξαπάτηση.

Διαβάζοντας τα ημερολόγια των δύο αυτών ανθρώπων σου γεννάται το εξής ερώτημα: πού είναι ικανοί αυτοί οι δύο –που κάποια στιγμή γίνονται και τρεις αλλά και τέσσερις- να φτάσουν τη μεταξύ τους σχέση; Δεν αργεί όμως να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, καθώς οι σελίδες διαδέχονται η μία την άλλη. Η ανικανοποίητη σεξουαλική ζωή όπως και η μυστικότητα στη σχέση τους γίνεται η αιτία της ύπαρξης των δύο αυτών ημερολογίων τα οποία διατηρούν κρυφά ο ένας απ’ τον άλλον. Σύντομα, όπως το διαστροφικό παιγνίδι ξεκινά ανάμεσά τους, δίχως κανόνες και όρια, βρίσκεις τον εαυτό σου σαν πιόνι που τοποθετείται εδώ κι εκεί. Η απόρροια του συντηρητισμού στον έγγαμο βίο οδηγεί την καθημερινότητα του ζευγαριού σ’ ένα δρόμο δίχως γυρισμό. Η εξέλιξη της διαρκούς ανάρμοστης συμπεριφοράς του εμπλέκει σταδιακά όλους όσους το περιβάλλουν. Οι συνθήκες που δημιουργούνται ξεπερνούν τη μονομερή αντίληψη, την κοινωνική υπόσταση ακόμη και την ίδια την ζωή…

 

Dddb

Dashiell Hammett – Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΘΕΡΙΣΜΟΣ

Το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας στα μέρη μας για πολλά χρόνια ήταν άκρως υποτιμημένο και παρεξηγημένο. Πλέον, έχουμε περάσει στο άλλο άκρο της ευρείας αποδοχής, σε σημείο να ξεπέφτει σε άλλον ένα τρόπο προσπέρασης καλογραμμένων, ή μη, φύλλων. Μεταξύ αυτών των δυο σημείων ίσως βρίσκεται ο λόγος που αξίζει να ασχοληθεί κάποι@ με ιστορίες που ενέχουν δράση, γρήγορες εγκεφαλικές στροφές και κοφτή γραφή. Ο Dashiell Hammet κατόρθωσε με άνεση να ενοποιήσει όλα τα παραπάνω στο έργο του, συν το σημαντικότερο στοιχείο που άλλαξε ριζικά το συγκεκριμένο είδος. Αυτό ήταν η σαφέστατη κοινωνικοπολιτική θέση και η πλοκή που παραπέμπει αδυσώπητα στις σκοτεινές πτυχές της πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο πως γράφοντας το το 1929, βρέθηκε την εποχή του Μακαρθισμού να διώκεται και να φυλακίζεται, παρ’ όλη την επιτυχία των βιβλίων του μέσω και της μεταφοράς τους στον κινηματογράφο. Αυτό και μόνο το συγκεκριμένο βιβλίο, το πρώτο του, είναι ο λόγος.

Για πρώτη φορά άκουσα να αποκαλούν την Πέρσονβιλ Πόιζονβιλ από έναν κοκκινομάλλη σκέτη λέρα ονόματι Χίκι Ντιούι…Είχε μεγάλο και ιδιόμορφο πρόβλημα με το ρο κι έτσι δεν έδωσα σημασία στην αλλαγή του ονόματος της πόλης. Αργότερα άκουσα κι άλλους που δεν είχαν κανέναν τέτοιο πρόβλημα να κάνουν το ίδιο. Και πάλι το μυαλό μου πήγε σε εκείνο το παράλογο χιούμορ του υποκόσμου, όμως μερικά χρόνια αργότερα επισκέφθηκα ο ίδιος την Πέρσονβιλ και κατάλαβα.

Με αυτά τα λόγια ξεκινά η ιστορία και η αντιστοιχία Πέρσονβιλ=άτομο-πόλη και Πόιζονβιλ=δηλητήριο-πόλη αποτελεί ένα αίνιγμα που παραμένει κεντρικό μέχρι τέλους. Μια φαινομενικά τυπική πλοκή με έναν «ψυχρό» ιδιωτικό αστυνομικό να επισκέπτεται μια μικρή βιομηχανική πόλη για να διαλευκάνει μια υπόθεση, αποκτά στην πορεία έναν χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από αυτόν που ξεκίνησε. Η διαφθορά, τα υπόγεια νήματα και τα σαθρά θεμέλια μιας ολόκληρης πόλης που σαπίζει έρχονται στο στόχαστρο ενός πρωταγωνιστή που προσπαθεί να συνδυάσει την λογική με το ένστικτο. Όλα αυτά τελικά θα μπορούσαν να έχουν ως τόπο οποιοδήποτε μέρος, οποιαδήποτε εποχή και αυτό είναι που κάνει αυτό το βιβλίο κάτι παραπάνω από μια ιστορία δράσης.

Έχουν δοθεί αμέτρητες ερμηνείες ως προς το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου, από τον πρόλογο της έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής των εκδόσεων του ΚΚΕ που με ξύλινο, αλλά πειστικό τρόπο αναφέρεται στην πολιτικότητα του έργου, μέχρι τα στοιχεία  επιστημονικής φαντασίας που έχουν επισημανθεί από διάφορους. Πέρα από όλα αυτά, ο Κόκκινος Θερισμός αποτελεί την απαρχή από όπου ξεκίνησε η διαλεκτική των μέχρι τότε «απομονωμένων» συγγραφέων βιβλίων δράσης με τον σκληρό κοινωνικό τους περίγυρο  Η συγκεκριμένη σχολή έδωσε και δίνει ακόμα αριστουργηματικά δείγματα γραφής και το γεγονός πως ιστορικά ανθίζει πιο έντονα όταν οι συνθήκες που το περιβάλλουν γίνονται πιο βίαιες και συγκρουσιακές, αποκτά την ιδιαίτερη σημασία του. Όπως και τότε στην Αμερική του μεσοπολέμου, έτσι και τώρα.

 

Μπάμπης Κολτράνης

John Berger – Η Εικόνα & Το Βλέμμα (Ways Of Seeing)

Η πανεπιστημιακή μόρφωση έχει οικειοποιηθεί τα πάντα, ακόμη και το νόημα πίσω από τις φαινομενικότητες. Η ακαδημαϊκή κουλτούρα –κατ’ αρχήν- αφομοιώνει οτιδήποτε αντιθετικό με σκοπό τη δημοκρατική πνευματική πολυμορφία των παραγόμενων προϊόντων του σουπερ μάρκετ που διαθέτει στην κοινότητά της. Η διακίνηση των ιδεών μπορεί να γίνεται μόνο στο κατάλληλο αυτό μέρος του διαχωρισμού. Έτσι, οι ιδεολογίες (κρυφές και φανερές) εντάσσονται στην κυριαρχία δίνοντας της ένα «δημοκρατικό» και «ανθρωπιστικό» προσωπείο.

Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι στα πανεπιστημιακά ιδρύματα διδάσκουν επικοινωνία, καλλιεργώντας μέσα από την τέχνη την διαφήμιση-κατασκευή προτύπων. Ουσιαστικά, διδάσκουν την εμπορευματική-πολιτική χρήση της εικόνας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, η κυρίαρχη κουλτούρα του θεάματος μέσα στο πανεπιστήμιο χρειάζεται να ενσωματώσει την πολύπλευρη κριτική προσέγγιση από αντιθεαματικούς διανοούμενους. Έτσι, οι Walter Benjamin, Roland Barthes και Susan Sontag μαζί με τον John Berger  εμπλουτίζουν εννοιολογικά τις βάσεις της εκπαίδευσης και διαμορφώνουν τις ιδέες που κυκλοφορούν γύρω από το αντικείμενό της.

Αυτό που μας δείχνεται σ’ αυτό το βιβλίο των επτά δοκιμίων εικόνας και κειμένου είναι ότι ο τρόπος που κοιτάμε τον κόσμο δεν είναι αδιαχώριστος από τη θέση και την προσωπικότητα που έχουμε εντός του. Επίσης μας ενημερώνει (όπως π.χ. για την ελαιογραφία και την πνευματική και χρηματική αξία των έργων τέχνης) πως η εφεύρεση της τέχνης της αναπαράστασης εικόνων είναι συνδεδεμένη με την κοινωνική ιεραρχία και με τους θεσμούς, την οργάνωση και την ηθική της ιδιοκτησίας, της εργασίας, του φύλου και συνολικά των κοινωνικών σχέσεων κάθε είδους.

Η εικόνα πρέπει να κατακερματιστεί και πίσω από τα κομμάτια της να δούμε και να αντιληφθούμε την κρυφή υπονοούμενη (σαν προσωπική εμπειρία από διαίσθηση) γλώσσα της. Οι χρήσεις των εικόνων, των ιδεών και της γνώσης οφείλουν να ξεφύγουν από την προδιαγεγραμμένη κοινωνικοποίηση τους.

Ό,τι γράφει ο Berger εδώ δεν αφορά στενά τα εικαστικά, την φωτογραφία ή την τέχνη αλλά τη χρήση μιας «αρνητικής διαλεκτικής» απέναντι στον εσωτερικό αποικισμό από των κόσμο του θεάματος, του χρήματος, του εμπορεύματος και της πολιτικής κυριαρχίας. Το βιβλίο αυτό βασίστηκε στο ντοκιμαντέρ του BBC των Berger, Sven Blomberg, Chris Fox, Michael Dibb, Richard Hollis, στο οποίο αναλύεται το πέρασμα από τον αποικισμό της εικόνας, από τα εικαστικά στη διαφήμιση μέχρι και την καθημερινότητα. Ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο υποκύπτει σε συγκεκριμένες ανάγκες των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δομών που χρειάζονται οι κυρίαρχες τάξεις. Όπως ορίζουν την ιστορική αφήγηση οι νικητές, έτσι διαμορφώνουν και τις αισθητικές αντιλήψεις για την υγεία, την ομορφιά, τον έρωτα και τις κοινωνικές σχέσεις.

Έχουμε εδώ ένα χρήσιμο εργαλείο σχετικά με την εξήγηση και τη σύνθεση στην κατασκευή κοινωνικών προτύπων-ταυτοτήτων-συμπεριφορών.

Ο τρόπος που η διαφήμιση βλέπει ένα γυμνό σώμα είναι τελικά η πολιτική και αισθητική προσέγγιση που φυσικοποιεί τους εγγεγραμμένους κώδικες της εξουσίας πάνω του. Η αναπαράσταση οικειοποιείται και στο τέλος οργανώνει τα πραγματικά γεγονότα. Η πολιτική ατζέντα της καθημερινότητας διαμορφώνεται από την εμπορευματική κουλτούρα και ζητήματα, όπως το φύλο και η πατριαρχική κοινωνία, το έθνος και η τάξη, δεν υπάρχουν μέσα στην προσέγγιση του θεατή-καταναλωτή.  

Η διαφήμιση είναι η ζωή αυτής της κουλτούρας τόσο που χωρίς διαφήμιση ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να επιζήσει-και ταυτόχρονα η διαφήμιση είναι το όνειρό του.

Ο καπιταλισμός επίζεί αναγκάζοντας την πλειονότητα την οποία εκμεταλλεύεται, να καθορίσει τα δικά της συμφέροντα όσο γίνεται στενότερα. Τούτο επιτεύχθηκε κάποτε με την εκτεταμένη στέρηση. Σήμερα στις ανεπτυγμένες χώρες, επιτυγχάνεται με την επιβολή ενός ψεύτικου μέτρου για το τι είναι και τι δεν είναι επιθυμητό.”

 

 

 

NIKOPOL

Κώστας Κοντοδήμος – Σιγά τον πολυέλεο

Συνηθίζεται να χρησιμοποιούνται βαρύγδουπες εκφράσεις, όταν αναφερόμαστε σε συγγραφείς που δεν ζουν πλέον, ειδικά όταν έχουν φύγει, σε όχι μεγάλη ηλικία, για το ταξίδι που δεν έχει γυρισμό. Στον Κοντοδήμο που έζησε ως τα τριανταέξι του δεν ταιριάζει κανένα είδος επικήδειου. Με τα βιβλία του σου κλείνει το μάτι σκανταλιάρικα αποκαλύπτοντας σου τις απόκρυφες σκέψεις του, τις φάρσες του, τα μελλοντικά του σχέδια που έμειναν στο χαρτί, τα σενάρια που δεν πρόκειται να γίνουν ταινία ποτέ. Ασφυκτικά καταχωρημένος στην θολή κατηγορία της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, το έργο του, αν και έχουν περάσει σχεδόν δυο δεκαετίες, παραμένει ζωντανό και ακόμη αταίριαστο με οτιδήποτε άλλο κυκλοφορεί σήμερα.

Στο εξαιρετικά δυσεύρετο Σιγά τον πολυέλεο ξετυλίγει μια καθαρά βιωματική ιστορία που έχει ως αφετηρία την εμπειρία του ως στρατιώτης και τη συνέχεια της ως τρόφιμος ψυχιατρείου. Εδώ συνομιλεί με τα θεία, τους ανώτερους του στο στράτευμα, τον γιατρό του, την νοσοκόμα του, τον εκδότη του, την μεταφράστριά του, τα φιλαράκια του, τον θάνατο με τρόπο φυσικό, σε στιγμές άκρως κωμικό και σε άλλες άκρως συγκινητικό.

Δυστυχώς στην ντόπια λογοτεχνία, όπου η έκδοση αποτελεί αυτοσκοπό και η εξουσία, μηντιακή ή πολιτική, ένα εύγεστο ξεροκόκαλο, ο Κοντοδήμος με τα γραπτά του, τις πράξεις του και τις ιδέες που πρέσβευε (όταν, για παράδειγμα, ως οικοδεσπότης σε λογοτεχνική εκπομπή σε κρατικό κανάλι δήλωνε ότι δεν έπρεπε οι καλλιτέχνες να ζητάνε επιχορήγηση από το κράτος εφόσον υποτίθεται πως ήθελαν την κατάργηση του) δεν βρίσκει τον χώρο του. Συνέπεια αυτού είναι να βρίσκεται εύκολα μόνο το βιβλίο του Ο γιος που δεν θα θέλατε να έχετε.

Παρ’ όλα αυτά, η κριτική του και η αποδόμηση όσων καταγράφει στα βιβλία του παίρνουν την εκδίκηση τους κάθε φορά που γυρνάμε τις σελίδες και αισθανόμαστε τα ίχνη του μελανιού ως σχεδόν δικά μας αποκυήματα δημιουργικής φαντασίας.

Τα νεκροταφεία δεν είναι όμορφα. Δηλαδή, έχουνε μια μελαγχολία, που πολλές φορές μπορεί και να σε κάνει να νιώθεις περίεργα. Μερικά είναι κι ενδιαφέροντα από τουριστικής απόψεως, όπως τα καθολικά με τις πλάκες, το Στρατιωτικό της Ουάσινγκτον, που σου βγαίνει το μάτι να βλέπεις χιλιόμετρα και χιλιόμετρα ταφόπετρες, ή της Νέας Ορλεάνης, με τους τάφους χτισμένους πάνω απ’τη Γη σαν σπίτια. Αλλά όμορφα, όχι, δεν είναι.

Τα δικά μας βέβαια, τα Ορθόδοξα Ελληνικά, είναι σκέτη μαυρίλα΄βρώμικα κι υγρά και με κάτι το ματ να γράφει τον ουρανό πάνω τους. Για να μη μιλήσω για τους επισκέπτες…Μερικοί πάνε και κάθονται πάνω από τους τάφους και θυμούνται. Άλλους τους πιάνουν τα κλάματα. Κάποιοι καθαρίζουν τα μάρμαρα, πάνε λουλούδια. Εργάτες ξυρισμένοι, με βρώμικα ρούχα και στόματα κάνουν ανακομιδές, σαν να οργώνουν χωράφια΄πετάνε το κρανίο του ανθρώπου σου με το φτυάρι στο καρότσι, σαν τούβλο, σπάνε άτσαλα τα κολλημένα ρούχα για να χωρίσουν τα κόκκαλα, φτύνουν τα χέρια τους άμα τελειώσουν – κι έπειτα απαιτούν και πουρμπουάρ. Παπάδες επαγγελματίες, που την στήνουνε δίπλα στα οστεοφυλάκια, διαβάζουνε το νεκρό σου έναντι πινάκιου φακής – ή χοιρινού. Μυρίζει λιβάνι και σκαμμένο χώμα. Σαπίλα.

Στα γκραν γκινιόλ, τα μεσάνυχτα οι νεκροί σηκώνονται. Στην πραγματικότητα οι νεκροί δε σηκώνονται ποτέ. Γι’αυτό γυρίζουμε γκραν γκινιόλ έργα. Γι’αυτό τ’αγαπάμε. Γι’αυτό και τα κοροϊδεύουμε.

Οι κηδείες των νέων είναι ότι χειρότερο. Γιατί, εκτός από τ’άλλα, πρέπει να συλλυπηθείτε και τους γονείς. Μην πηγαίνετε σε κηδείες νέων. Μην τους κάνετε κηδείες. Μην τους αφήνετε να πεθαίνουν.

και ένα άλλο απόσπασμα, από το πρώτο μάθημα στην σχολή του Παραδείσου που μεταβαίνουν οι δυο πρωταγωνιστές του βιβλίου, Αλέκος και Φίλιππος:

“Λοιπόν, αυτά από πλευράς παράδοσης”, ανακοίνωσε εκείνη την ώρα ο Μωυσής. “Καμία απορία;”

“Εγώ, κύριε”, διέκοψε τον διάλογο του με τον Γκράμσι ο Μαρξ.

“Κύριος είναι μόνο ένας εδώ, Κάρολε. Μην το ξεχνάς. Εγώ είμαι μόνο ο προφήτης Του. Και στα σχολεία, όταν ζητάμε τον λόγο σηκώνουμε το δάχτυλο και όχι την γροθιά. Σ’ακούω τώρα”.

“Αν συνοψίσουμε τα όσα είπατε περί δημιουργίας και κοινωνίας, αν και περιμένουμε ακόμα και την έκθεση του συναγωνιστή Δαρβίνου για το θέμα, καταλήγουμε προφανώς στο συμπέρασμα, ότι, εάν υφίσταται, η μετάλλαξη αυτή της σάρκας σε πνεύμα καθορίζεται από το κοινωνικό προτσές και υπάγεται αυστηρά σε ιστορικούς νόμους οι οποίοι…”

“Όχι – μα δεν έχεις καταλάβει τίποτα μετά από τόσα χρόνια εφαρμογής των βλακώδων θεωριών σου στη γη; Βασικά, το σώμα ενυπάρχει στο πνεύμα και είναι αυτό που…” πήγε να πει ο γέροντας που το μάτι του δεν είχε εγκαταλείψει ούτε στιγμή τις δραστηριότητες της επιμελήτριας.

“Δηλαδή, μπάρμπα Σωκράτη, το πνεύμα σου την είχε παρατήσει τη νόμιμη σύζυγο και κυκλοφορούσε το δεκαεφταράκι;” ρώτησε ο γνωστός στον Αλέκο γιατρός. (εννοεί ο Φρόυντ)

“Α, εσύ να μην ανακατεύεσαι στα προσωπικά μας, έτσι; Δε φτάνει που σε έχουν χατιρικά εδώ μέσα…”μπήκε, ως συνήθως, σφήνα και ακάλεστος ο Πλάτων.

“Χατιρικά;”

“Αφού εσύ είσαι γιατρός κι όχι φιλόσοφος”.

“Δεν νομίζω ότι το πνεύμα σου λειτουργεί όσο χρειάζεται διαλεκτικά, σύντροφε Πλάτωνα”, είπε ο Ένγκελς.

“Δε λειτουργεί καθόλου θες να πεις, από τότε που αποσυνδέθηκε απ’το πουλί του”, επέμεινε ο Βίλχελμ Ράιχ από μια γωνιά κι έριξε μια σαΐτα οργόνη προς το Αγγελάκι, που στην προσπάθεια του να την αποφύγει, ακούμπησε τάχα τυχαία στον ώμο του Αλέκου.

“Σας παρακαλώ, ρε παιδιά, σας παρακαλώ”, τους διέκοψε ο Μωυσής από καθέδρας.”Έχουμε φάει κοντά έναν αιώνα μαθήματα μ’αυτή την ιστορία. Και τί εντύπωση θα κάνουμε στους νέους μαθητές;”

“Μπα, δεν πειράζει”, είπε ο Αλέκος, “το κάναμε και στο Στρατό αυτό. Πες-πες μαλακίες, περνάει η ώρα ως το Απολυτήριο. Και δε μου λέτε, κάθε πότε έχουμε μάθημα;”

“Κάθε Τρίτη για δυο ώρες”, τον πληροφόρησε σκεφτικός ο Λάκυ Λουτσιάνο, του οποίου τη φιλοσοφική προσφορά θα πρέπει να έχουμε υποτιμήσει σοβαρά εδώ στη Γη.

“Ώσπου να ‘ρθει η ώρα της κρίσης”, συμπλήρωσε.

“Θεούλη μου!” έκανε ο Φίλιππος. Είκοσι αιώνες μ’αυτούς… Θεούλη μου!”

“Μην επικαλείσαι τ’όνομα Του επί ματαίω”, του είπε ο Απόστολος Παύλος. Αυτός το κανόνισε το πρόγραμμα. Και τους είκοσι τελευταίους αιώνες, μας έχει κόψει και τις εκπαιδευτικές εκδρομές. Ούτε Ρώμη ούτε Κόρινθος ούτε Έφεσσος πια… Μόνο επιστολές μπορώ να στέλνω στους γνωστούς μου. Κι αυτές αριθμημένες”.

Μπάμπης Κολτράνης

Erich Fried – Φωνές χωρίς πατρίδα

Πολλά έχουν γραφτεί για την ποίηση, τα πιο πολλά φανφαρώδη, άχρηστα και ματαιόδοξα. Γιατί άραγε οι λέξεις να αποζητούν εξήγηση, επιβούλευση ή παρηγοριά; Στέκονται απλά εκεί, ξεφεύγοντας από τον δημιουργό τους, πολύτιμες πέτρες που η χρήση τους τις λειαίνει και ενίοτε τις κάνει να παραμένουν ανθεκτικές στον χρόνο.

Ερχόμενοι στο σήμερα, είναι αλήθεια πως, σε αντίθεση με την τεταμένη εποχή που ζούμε, η ποίηση και γενικότερα οι τέχνες σιωπούν όλο και περισσότερο απέναντι σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Έννοιες όπως «στρατευμένη τέχνη» έχουν εξωραϊστεί ή εξοριστεί σε περασμένα χρονικά, σε μερικές περιπτώσεις όχι άδικα μιας και το πολιτικό στην προσωπική έκφραση κατέληξε να μεταφράζεται σε προπαγανδιστικό, ξύλινο και γλωσσικά νεκρό.

Ο Αυστριακός Erich Fried στοχεύει στην πολιτική τοποθέτηση. Όχι όμως αυτή που υιοθετεί, ούτε αυτή που προβοκάρει απλώς. Χρησιμοποιώντας τη λογική, την ειρωνεία και την απλότητα καταφέρνει μέσα από ωμές φράσεις να θέτει ερωτήματα συνήθως βίαια χωρίς όμως να τα αφήνει να αιωρούνται μετέωρα. Η στάση των γραφόμενών του είναι αταλάντευτα εχθρική απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, κάτι το οποίο πλήρωσε στην προσωπική του ζωή, όταν κατηγορήθηκε για συμμετοχή στη RAF.

 

fried.fwnes.xwris.patrida

 

Μπάμπης Κολτράνης