Lake Mary – Koda/Zhalih – Inrushes (eilean rec.)

Lake Mary – Koda (eilean rec.)

Στις ακουστικές κυκλοφορίες η θετική κριτική είθισται να στρέφεται γύρω από την αποδέσμευση της φαντασίας του ακροατή από τη θεματική οριοθέτηση που αναπόφευκτα συνεπάγεται η ύπαρξη στίχου, ενώ η αρνητική κριτική αποδίδει την επιλογή αυτή σε αδυναμία λεκτικής έκφρασης του καλλιτέχνη.

Για ακόμα μια φορά θα τραβήξω τη γραμμή στη μέση. Όχι επειδή το να τηρείς ίση απόσταση από κάθε σετ αντιθετικών απόψεων είναι η σωστή “τακτική”, αλλά επειδή λίγες δημιουργίες είναι τόσο μονοδιάστατες ώστε να μπορεί να ανιχνεύσει κανείς σε αυτές μόνο μειονεκτήματα ή μόνο προτερήματα.

Το Koda του Lake Mary (aka Chaz Prymek) μπορεί να λειτουργήσει ως ιδανικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου. Με συνθέσεις που κυμαίνονται από 3 έως 7 λεπτά και με την επικράτηση της ακουστικής κιθάρας, την οποία ουδόλως απειλούν τα σποραδικά γυναικεία “μουρμουρητά” στο εναρκτήριο “Goya”… Κάθε ένα από αυτά τα κομμάτια ηχούν σαν την αφετηρία μιας σύνθεσης που ακόμα δεν έχει συλληφθεί. Αν ήταν εικόνα, θα μιλούσαμε για το περίγραμμα που φτιάχνει ο σκιτσογράφος πάνω στο χαρτί προκειμένου να θησαυρίσει την ιδέα που αιφνιδιαστικά τον επισκέφθηκε και να την αποθηκεύσει για… αργότερα.

Έχω μείνει με την εντύπωση ότι ο ανεκπλήρωτος αυτός χαρακτήρας των οκτώ κομματιών που απαρτίζουν το Koda είναι ηθελημένος. Σήμερα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε τις μουσικές σημειώσεις του Lake Mary και να πάρουμε από αυτές τα ψηφιδωτά που ίσως αποτελέσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα στο μέλλον.

 

 

Zhalih – Inrushes (eilean rec.)

Στην άλλη άκρη του ίδιου καθρέφτη, η Eilean Rec. μάς προσφέρει το Inrushes της Hannah Zhalih, όπου λόγια μελωδικά ειπωμένα στερούνται πλήρους μουσικού στερεώματος.

Κάθε ένα από τα 19 στιγμιότυπα (όπως θα προτιμήσω να τα αποκαλέσω) του Inrushes σβήνουν απότομα και διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς να προλάβουν να αναδείξουν την κεντρική τους σύλληψη παρά μόνο να την υπαινιχθούν. Πρόκειται για ένα μουσικό κλείσιμο του ματιού που έχει μεν τη γοητεία να σου τραβήξει την προσοχή, αλλά δεν διαρκεί αρκετά ώστε να σε καθηλώσει.

Δεδομένου ότι ο δίσκος αποτελείται από ηχογραφήσεις που έλαβαν χώρα μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών (2014-2017), είναι λογικό να μεταφέρει τη σποραδικότητα της σύλληψής τους σε αυτήν τη κυκλοφορία που τις παρουσιάζει σε εμάς πλέον ως σύνολο. Παρά ταύτα υπάρχουν στιγμές όπως στο σχεδόν δίλεπτο “Mittens” όπου η Hannah μάς προσκαλεί στις εμπνεύσεις της και μας εξομολογείται ότι προέρχεται από την ίδια συμβατική πραγματικότητα με εμάς. Απλώς επιδιώκει να την αναμορφώσει χρησιμοποιώντας πειραματισμό, μετατρέποντας κομμάτια όπως το “My Favorite Things” σε μικρούς λαρυγγισμούς εφάμιλλους μιας ανάμνησης που αδυνατείς να ανακαλέσεις στην ολότητά τους.

 


Lake Mary – Koda (eilean rec.)

When it comes to acoustic releases all positive reviews pivot around the fact that the listener’s imagination isn’t restrained by the bounds set by the artist, thematically speaking. On the other hand, all negative feedback attributes this choice to the artist’s compositional shortcomings.

This won’t be the first time that I choose to draw a line right in the middle. This is not to say that I follow the wide misconception which requires an equal distance from two conflicting views as the best “tactic”. It is a fact that only so little artistic creations are truly one-dimensional, presenting just pros or cons.

Koda by Lake Mary (aka Chaz Prymek) can be set as an exceptional example of the aforementioned phenomenon. With compositions extending from 3 to 7 minutes and with the pure dominance of the acoustic guitar which is by no means disrupted by the sporadic female “murmurs” on the beginning of Goya, which marks the album’s start. Each and everyone of the tracks sounds like the starting post of another composition yet to be conceived. If it were a picture, we would be looking at the outline on a sketcher’s paper, the one carefully drawn in order to encapsulate a sudden idea until later…

I’m left with the impression that this aura of the incomplete is deliberately set to characterize the eight tracks that comprise Koda. Today is the day that we get to listen to Lake Mary’s music notes and extract from them the pieces that may form a completed image in the future.

Zhalih – Inrushes (eilean rec.)

On the other side of the exact same mirror, Eilean Rec. give us Hannah Zhalih’s Inrushes in which lyrics exquisitely sung lack the support of a sturdy compositional footing.

Each one of the 19 music snapshots (as I’ll take the liberty of calling them) of Inrushes give way to one another in a manner that leaves little behind with regards to each song’s main theme – a component of which we only get hints instead of a full representation. It’s a musical blink of the eye that has the charm to draw your attention but lacks the duration that would enchant you.

Given the fact that this album consists of recordings fulfilled during a period of three years (2014-2017) one can find it completely logical that the sporadic nature of the songs’ completion was inevitably passed on this album as a whole. Despite this fact, there comes a time when in a song like the 2-minute “Mittens” Hannah invites us to the realm of her inspirations and confesses that their root is set on conventional everyday life. However, it’s apparent that she strives to reshape them with the use of experimentation in a way that transforms a song such as “My Favorite Things” to a series of short yodel that in my mind equal to a distant memory which you are unable to fully recall.

 

Victoria L./Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Sound Awakener – Monochrome (Elm Records)

Η εντύπωση που μας αφήνει η εκάστοτε εμπειρία –της μουσικής συμπεριλαμβανομένης– καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το πού “βρισκόμαστε” συναισθηματικά τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Η διαπίστωση αυτή δεν έχει διαφύγει της προσοχής της Nhung Nguyen aka Sound Awakener, της οποίας δημιουργία τόσο σε οπτικό όσο και σε μουσικό επίπεδο είναι οι τέσσερις ambient συνθέσεις που αποτελούν το Monochrome.

Το συνταίριασμα αφενός ασπρόμαυρων εικόνων που απεικονίζουν στιγμιότυπα είτε εσωτερικών χώρων απογυμνωμένων από την ανθρώπινη παρουσία είτε εξωτερικών χώρων αποστερημένων από τη χρωματική τους ένταση και αφετέρου ήπιων, διακριτικών, σχεδόν ανεπαίσθητων κορυφώσεων στη βασική μελωδία των συνθέσεων “Monochrome”, “One Frame At A Time”, “Silent Dream” και “In The Garden”, συντελούν στη δημιουργία ενός είδους μουσικού “safe space”.

Όταν και η τελευταία νότα του “In The Garden” θα έχει αφήσει έναν πνιγηρό απόηχο στις κοιλότητες των αυτιών σας, θα έχετε ήδη προ πολλού απογυμνωθεί από τις άμυνες της φορτικής καθημερινότητας, παραδομένοι στη ραστώνη που μόνο η μουσική ύπνωση μπορεί να προσφέρει.

 

 

The impression we are left with after every and each one of our experiences – music related ones included – is highly determined by our psychological status at that given moment.

This ascertainment hasn’t escaped Nhung Nguyen’s (aka Sound Awakener) attention, whose creation – on both a visual as well as a composing level – are the four ambient pieces comprising Monochrome.

Combining black and white photographs of both interiors stripped of human presence and exteriors lacking their natural colorful tension on one hand and sublime, almost imperceptible climaxes on the basic melody of “Monochrome”, “One Frame At A Time”, “Silent Dream” and “In The Garden” on the other hand, results to creating a kind of a music “safe space”.

And as the last note of “In The Garden” leaves your ears with its whispering echo, you’ll have already been unburdened of the defenses of everyday life’s stress and have surrendered yourselves to this kind of slumber that only music can provide you with.

 

Victoria L./Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed/Aluk Todolo, Chronoboros Live

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed live at Temple 11.11.17

Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα θα έβγαζε αρκετό κόσμο από τη δύσκολη θέση να βρει το κουράγιο να ξεκινήσει μόν@ για μια συναυλία, έχοντας ήδη εισπράξει τις αρνήσεις φίλων να τ@ν ακολουθήσουν. Γιατί τελικά το χάσμα μεταξύ βαρεμάρας του να βρίσκεσαι μόν@ κάπου και απόλαυσης του να βρίσκεσαι στο ίδιο κάπου δεν είναι τόσο απροσπέλαστο όσο το νομίζουμε.

Ένα απτό παράδειγμα ήταν η συναυλία των εγκαινίων του Temple το Σάββατο που μας πέρασε. Αρχικά τα τρία ονόματα που την απάρτιζαν είχαν μια ρητή σχέση μεταξύ τους σε επίπεδο σχέσεων και φυσικά όσον αφορά την ίδια τη μουσική. Στο συγκεκριμένο μέρος, το να ανοίξει η συναυλία με κάποιον με μια κιθάρα, ένα “τα ’χω με τον εαυτό μου” ύφος και μια στρωτή φωνή δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος κιθαρίστας του King Dude, ο The Dark Red Seed ντε, ορθώς σκέφτηκε ότι, αφού θα τον δούμε και μετά με το εν λόγω σχήμα, δεν χρειάζεται ολομόναχος πάνω από μισή ώρα.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι Skull & Dawn αποτέλεσαν κατ’ εμέ το κλου της βραδιάς. Για μια ώρα κυριάρχησε στο σετ τους μια εορταστική διάθεση με αυτό το dark folk, americana, desert, κάτι που έχει ιδιαίτερη απήχηση στα μέρη μας. Ειδικά δε στη διασκευή τους στο “Papa Won’t Leave You, Henry” του γνωστού από την Αυστραλία, η νύχτα ήρθε και τους έδωσε το χέρι τιμητικά. Μόνη μου ένσταση στο καθ’ όλα άρτιο πρόγραμμά τους είναι ότι το συγκεκριμένο παλαιομοδίτικο στιλ μουσικής απαιτεί το ανάλογο κατανυκτικό και, θα έλεγα, ερωτικό ύφος, το οποίο οι συγκεκριμένοι συνειδητά φαντάζομαι είχαν αμελήσει. Δηλαδή θα μπορούσε σε στιγμές να υπερέχει μια ενδοσκοπική ματιά στο υλικό τους, αντί της πάρτι διάθεσης, υποκειμενικά μιλώντας.

Ο King Dude τώρα, παίρνοντας τη σκυτάλη από το τελευταίο κομμάτι των S&D που αφορούσε τον ίδιο, έπαιξε όπως περίπου τον περίμενα. Υπήρξαν κάποιες εξάρσεις, οι οποίες λόγω και της δεμένης μπάντας σε έβαζαν στο κόλπο, αλλά δυστυχώς το υλικό του σε γενικές γραμμές δεν σε κράταγε συνεχώς σε εγρήγορση. Ομολογώ πάντως ότι, αν και το στιλ “Michael Gira στο μικρόφωνο/σκοτεινό rock ‘n roll γύρω γύρω” δεν ακούγεται ως και το πιο πολλά υποσχόμενο, εντούτοις ήταν η όλη βραδιά που έδινε μια ευχαρίστηση του να μην είσαι κλεισμένος μέσα, αλλά να είσαι εκεί όπου διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά. Οπότε, γυρίζοντας πίσω σκέφτηκα ότι… Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα…

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aluk Todolo, Chronoboros live at Temple 12.11.17

Ίσως να παραείναι “βολικό”, αλλά ήμουν πάντοτε από τους ανθρώπους που όταν περνούν καλά σε μια συναυλία και τύχει κατά τη διάρκειά της να δουν την αφίσα μίας επερχόμενης, σχεδόν αυτόματα θέλουν να ’ναι παρόντες και σε αυτή. Λειτουργούμε με προϊδεασμούς παρά με παρορμήσεις, θα έλεγε κανείς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κατά τη δεύτερη μέρα του Fraternity of Sound έπεσε το μάτι μου πάνω στην αφίσα για τη συναυλία των Aluk Todolo με (τότε) opening act τους Omega Monolith, ήξερα ότι πρέπει να βρεθώ στο Temple, Κυριακή (αουτς), από τις 8.

Και βρέθηκα. Στο ενδιάμεσο οι Omega Monolith είχαν αντικατασταθεί από τους Chronoboros, το πρόγραμμα των οποίων και πετσοκόπηκε στο μισάωρο σχεδόν λόγω τεχνικού προβλήματος, που δεν μας επέτρεψε να μπούμε στον χώρο στην καθορισμένη ώρα.

Αμέσως ο κοκκινόμαυρος χωροχρόνος του Temple γέμισε με τους επιθετικότατους ήχους των ντραμς, που κατακερμάτισαν την παρουσία της κιθάρας και του μπάσου. Οφείλω σε αυτό το σημείο να ομολογήσω ότι δεν έχω καταφέρει μέχρι και σήμερα να εκτιμήσω τα φωνητικά που συναντώνται στο hardcore και προτίμησα να κρατήσω στον νου μου τις πιο sludge και τις ακόμα σπανιότερες μελωδικές στιγμές των Chronoboros.

Αν κάτι, πάντως, έκανε κατανοητή τη συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, ήταν η αδιαμφισβήτη επικυριαρχία των ντραμερ στον ήχο, αλλά και τη σκηνική παρουσία.

Μες στο μισάωρο που περιμέναμε καρτερικά την εμφάνιση των Aluk Todolo, με τα αυτιά μας να βουίζουν, τα μάτια μας άρχισαν να σκανάρουν τον χώρο για να σταθούν στην πανέμορφη εικόνα που προσφέρει ο γυάλινος “θόλος” του Temple. Και ενώ είχαμε αρχίσει να βυθιζόμαστε, τα φώτα κλείνουν και μένει μόνο μια λάμπα κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή να φωτίζει τον χώρο και το σήμα των Aluk Todolo να το συντροφεύει συμμετρικά.

Ώσπου η μελωδία εξερράγη στον εγκέφαλό μας. Θα περίμενε κανείς να είναι κάπως “διαδικαστικό” το να έχεις μπροστά σου μια μπάντα να παίζει τα κομμάτια ενός συγκεκριμένου άλμπουμ της, αλλά η εμπειρία μάς έκανε να νιώσουμε τόσα πολύ περισσότερα από αυτό.

Η απίστευτη σκηνική παρουσία του ντραμερ, Αntoine Ηadjioannou (τι λέγαμε;), με την πιο αλλόκοσμη έκφραση που έχω αντικρίσει ποτέ, σε συνδυασμό με την απαραίτητη θεατρικότητα του κιθαρίστα, Shantidas Riedacker, και τη σχεδόν διασκεδαστική διακριτικότητα του μπασίστα, Matthieu Canaguie, έκαναν το Occult Rock να δίνει ήχο στο ίδιο το κόνσεπτ της μυσταγωγίας.

Μόνο έτσι μπορώ να το αποδώσω, μόνο έτσι εγγράφηκε στο μυαλό μου το χάος που ξέρασαν με τόση μαεστρία στα κύτταρά μας. Come back, anytime.

 

Victoria L.

Fraternity Of Sound Festival Days 1-2

FOS Day 1

 Αναμένοντας το Fraternity of Sound festival από την ανακοίνωση του μέχρι και σήμερα το ρολόι άρχισε να μετρά αντίστροφα. Μαζί του έτρεχαν και σκόρπιες σκέψεις όπως πώς κατάφεραν και μάζεψαν έναν τέτοιο πλούτο ξεχωριστής μουσικής, με τόσες ιδιόμορφες μπάντες σε τόσες λίγες μέρες; Ποια είναι η χρυσή τομή σε τέτοιες περιπτώσεις; Τουτέστιν, πού θα πρώτο-πάω και πώς θα μείνω νηφάλιος αρκετά ώστε να έχω πλήρη επίγνωση της εμπειρίας; Γιατί δεν έχει γίνει κάτι ανάλογο τόσο καιρό; Υπάρχω άραγε; Μωρέ, μήπως να γίνω βοσκός; Και αλλά τέτοια πολλά!

 Και φτάνει η πολυπόθητη πρώτη μέρα του φεστιβάλ (αν εξαιρέσουμε το εναρκτήριο πάρτι). Έπειτα από μια αγχωτική εβδομάδα φτάνει η Παρασκευή. Και μετά από μια αγχωτική ήμερα φτάνει η ώρα 18:00. Ήταν σαν να χτύπησε το τελευταίο κουδούνι στο σχολείο και να έφυγα τρέχοντας. Μετά από δυο νόστιμες μπίρες κάπου στο κέντρο, κατηφόρισα προς το φεστιβάλ. Η αναμονή έχει φτάσει στο τέλος της.

 Αγαπημένος ήχος η πρώτη νότα από τους Maggot Heart και την εξαιρετική Linnea Olsson. Οι σκοτεινές διαθέσεις άλλαζαν συνεχώς θέση με τη noise rock αισθητικη, σαν έναν όμορφο αυτιστικό κυματισμό της θάλασσας. Ο κόσμος λίγος στην αρχή, με την Olsson να αστειεύεται για την αναλογία γυναικών αντρών, αλλά αυτό δεν έδειχνε να πτοεί την μπάντα. Πολύ καλό σετ, με τις heavy metal επιρροές από τους Oath, την προηγούμενη μπάντα της Olsson, να γυροφέρνει τον χώρο σαν φάντασμα.

 Ακολουθούν οι ντόπιοι Kooba Tercu. Προσωπικά, δεν τους είχα ακούσει και ήταν πολύ καλή έκπληξη. Με tribal διαθέσεις και γρήγορες εναλλαγές σε ένα είδους-αρχές-moby punk/rock (τι;;) η ατμόσφαιρα άρχισε να ζεσταίνει και τα πρώτα κουνήματα των κεφαλών άρχισαν να δίνουν τον ρυθμό. Ο πειραματισμός τους μόνο σε κακό δεν τους βγήκε. Από ψηλά στα χαμηλά και από τα λίγα στα πολλά. Η αγνότητα της παρθένας Αφρικής γνώρισε τη μητρόπολη. Και από τα σπλάχνα της βγήκε η μουσική και η διάθεση της μπάντας. Όμορφη και ηλεκτρισμένη, προκλητική και δυναμική!

 Και με αυτή τη διάθεση δίνουν τη σκυτάλη στους Circle. Με μια μικρή καθυστέρηση για soundcheck, οι πρώτες νότες ακούγονται. Και αμέσως καταλαβαίνεις την εκρηκτική διάθεσή τους. Οι περίεργοι τύποι με τα φωσφοριζέ κολάν κατάφεραν να μας στήσουν στον τοίχο με τη δαιμονισμένη συμπεριφορά τους. Άψογες εκτελέσεις, φοβερά δεμένη μπάντα και trippy καταστάσεις έφεραν τη βραδιά στα ίσια της και την έπιασαν απ’ τον λαιμό, λέγοντάς της, κοίτα να δεις, εμείς κάνουμε κουμάντο τώρα! Προσωπικά, ήταν η καλύτερη έκπληξη της ημέρας.

 Σειρά έχουν οι Nurse with wound. Μεγάλη εναλλαγή διάθεσης. Η κατάσταση πιο μαύρη και από την πιο σκοτεινή απόχρωση του μαύρου. Η ψυχολογία, από την ανεβαστική εμπειρία της προηγούμενης μπάντας, κατέβηκε στο πιο βαθύ σημείο της γης. Το μείγμα noise/industrial με πειραγμένα samples είναι ό,τι πρέπει για σιρόπι ενάντια στην ευτυχία. Δυο φορές τη μέρα, μετά το φαγητό, και η κατάθλιψη είναι εγγυημένη. Το γεγονός ότι μου έβγαλε τόσα μαύρα συναισθήματα στη λίγη ώρα που παίξανε μου ήταν κάτι πολύ πρωτόγνωρο και πρωτόγονο. Αφού τελείωσαν η γεύση που άφησαν ήταν πικρή, αλλά αναλογιζόμενος την εμπειρία μετέπειτα, μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν από τις πιο περίεργες και όμορφες που έχω ζήσει.

 Και τέλος, οι πολυ αναμενόμενοι Soft Moon! Από την πρώτη κιόλας νότα βγήκε η post-punk αισθητική και μου αφαίρεσε κάπως πρώιμα την εμπειρία την προηγούμενης μπάντας. Η ένταση και η χορευτική διάθεση δεν σταμάτησε ούτε λεπτό, με τον frontman της μπάντας να μην αφήνει το κοινό να πάρει ανάσα. Ακόρεστη ενέργεια, επιληπτικός φωτισμός και άψογος ήχος ήρθαν και έδεσαν τον γλυκό. Αν και η κούραση είχε έρθει και είχε καθίσει, νομίζω η ενέργεια της μπάντας ήταν ό,τι έπρεπε για να κρατήσει το κοινό λίγο ακόμα όρθιο.

 Εν τέλει, και χωρίς φανφάρες πια, η όλη εμπειρία τους φεστιβάλ ήταν από τις καλύτερες που έχω ζήσει και μακάρι στο μέλλον να ακολουθήσουν πολλές τέτοιες διοργανώσεις!

ichie

FOS Day 2: Θα μετράς τις μέρες σου σε μπασογραμμές

 Αν ξεκινήσουμε αμέσως αμέσως με την παραδοχή ότι το Fraternity of Sound Festival στήθηκε με σκοπό να συγκεράσει διάφορα μουσικά είδη φιλοξενώντας τόσο εγχώρια όσο και ξένα σχήματα σχετικά “αδικημένα” (αν το δίκαιο μετριέται με δόσεις αναγνωρισιμότητας), θα διαφωνήσω.

 Όταν ακούστηκαν ονόματα όπως Nurse With Wound και Ben Frost πολλοί σύντροφοι έκοψαν το πρωινό γάλα και τη βραδινή βότκα για να καταθέσουν τον οβολό τους για ένα τετραήμερο εξοντωτικής χαράς. Αλλά σε αυτό το κειμενάκι θα περιοριστούμε στις εντυπώσεις από τη δεύτερη μέρα της διοργάνωσης – μια μέρα άτυπα αφιερωμένη στις μπασογραμμές που μετουσιώνουν το νευρικό σύστημά σου σε κλωστές άφαντου puppeteer.

 Και εξηγούμαι αμέσως.

 Όταν ξεκινάς με την kraftwerkική (kudos σε συνοδοιπόρο της βραδιάς για το επίθετο) σκηνική παρουσία των Pharaoh Overload και είναι μόλις εφτά το απόγευμα, ήδη περνάς ένα πανέμορφο απόγευμα. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από την επαναληψιμότητα ενός ριφ που μοιάζει να φτιάχτηκε για να συντονίσει τον εγκέφαλό σου σε άλλη κοσμική συχνότητα ώστε να σε προετοιμάσει για την εμφάνιση των Omega Monolith, η οποία δεν ήταν (για ακόμη μια φορά) τίποτε λιγότερο από καθηλωτική.

 Oι Omega Monolith –από τα εγχώρια σχήματα που έχουν κατακτήσει τη δεξιότητα της σωστής κορύφωσης– με την παντελή έλλειψη φωνητικών και την ήπια σκηνική τους παρουσία δημιούργησαν ένα κλίμα μυσταγωγίας ικανό να διαταραχθεί μόνο από τη βίαιη “χορωδία” των Ghold που τους διαδέχθηκαν.

 Ένας μικρός τυφώνας στην όχθη που προσωπικά αρχίζω να διακρίνω ως sludge μας πήρε και μας σήκωσε χωρίς περιττό growling ή περιττά ακροβατικά στη σκηνή. Βαρύς, επιβλητικός ήχος, άπειρη ζωντάνια στα φωνητικά και το “Partaken Incarnate” να βουίζει ακόμα στα αυτιά μου, παρά την απίστευτη συνέχεια που έδωσαν στη βραδιά οι Unsane.

 Με τους Unsane το κοινό απέκτησε υφή μάζας και σείστηκε ρυθμικά η πλειονότητα των σήμερα, θαρρώ, καταρρακωμένων αυχένων. Επίσης, με τους Unsane διαπιστώσαμε πως, αν “αυτό που κάνεις” ταυτίζεται με αυτό που γουστάρεις, η δυναμικότητα που μεταδίδεις αποκτά χαρακτηριστικά ηλεκτρισμού. Και θα μπορούσες να χεις μείνει παντελώς ικανοποιήμέν@ αν δεν…

 …περίμενες τους Godflesh, για τους οποίους δεν θα πω πολλά, πέρα από το ότι αν υπήρχαν metal disco (ή αν υπάρχουν και δεν το ξέρω) είναι έγκλημα να μην είναι headliners πάντα και παντού.

Cheers to them all!

Victoria L.

Oh Hiroshima – In Silence We Yearn (name your price)

Από τη σκανδιναβική μεριά της Ευρώπης, αυτή που δεν είναι καθόλου φειδωλή σε μουσικές συγκινήσεις κάθε είδους και έντασης, τέσσερα χρόνια μετά, αλλά και πάλι Νοέμβρη, οι Oh Hiroshima κυκλοφορούν το In Silence We Yearn.

Στη μπάντα αυτή το post rock βρίσκει έναν ακόμα εκφραστή της λεκτικής του κυνικότητας. Τα κομμάτια είναι μικρής διάρκειας, αλλά οι τίτλοι τους σκίζουν βαθιά. Όπως στο αλλοτινό Resistance Is Futile η μελαγχολία σου γράπωνε την ψυχή από τις πρώτες κιόλας νότες του What Once Was, έτσι και στο Silence We Yearn ξεκινάς και τελειώνεις την ακρόαση με ένα μισοτελειωμένο χαμόγελο. Έχεις ήδη ξεχωρίσει τα κομμάτια που θα σε συνοδεύσουν σε μια βαρετή διαδρομή, όσο κι εκείνα που θα σε βυθίσουν στα τάρταρα ενός κυκλοθυμικού απογεύματος. Ακίνδυνα.

Αν κάτι λείπει, σε σύγκριση με το μουσικό δείγμα του 2011, είναι η ατέρμονη ατμοσφαιρικότητα. Ο δίσκος αυτός είναι δυναμικός, κινείται γρήγορα, δεν αφήνει χρόνο για οικειοθελές spacing out. Κάθε κομμάτι συνοδεύεται από στίχους – χωρία, θα έλεγε κανείς, μιας ενιαίας ιστορίας που μιλά για την ανάγκη μας να κρατηθούμε από τη μία εκείνη πιθανότητα να ανατραπεί η πραγματικότητα που μας υποτάσσει. Γι’αυτό και τα μόλις τέσσερα στιχάκια του “Drones” αποδίδουν πιστά όσα ο τίτλος του άλμπουμ υπαινίσσεται:

“ Sons and daughters, there’s no progress

Songs of hardship reach our hearts

Our scales will fall, we wait for dawn

And hope to break the radio silence”

Δεν εκφράζει κάτι από την όψιμη ανάγκη όλων μας να βιώνουμε τις επιθυμίες μας με

εκρήξεις παρά με στιγμιαία άπνοια;

 

 

Victoria L.