Medicine Boy – Leigh Toro

Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records)

Perhaps she’ll have a hammer
Perhaps she’ll have a nail
Perhaps she’ll kindly fasten
Your body to your sail

Με αυτούς τους στίχους ξεκινά το “Bottom of the blue” και δίνεται μονομιάς ο τόνος του Lower, του ίσως καλύτερου noise pop δίσκου της χρονιάς που οδεύει προς το τέλος της. Ίσως να ’ναι παρακινδυνευμένη η επιλογή να ξεκινάμε με τόσο χιλιοειπωμένες φράσεις που αναδύουν μυρωδιά κοινοτοπίας, αλλά αυτό είναι το τίμημα του συναισθηματικού αντίκτυπου που φέρει μια πραγματικά καλή κυκλοφορία: ο νους του ακροατή μηδενίζεται και η σκέψη του καταφεύγει σε οικείες λέξεις και φράσεις για να αποδώσει όσο το δυνατόν καλύτερα το βίωμα.

Παρότι ένας μήνας θα ήταν ίσως παραπάνω από ικανοποιητικό χρονικό διάστημα για να μιλήσουμε για την κυκλοφορία του βερολινέζικου ντουέτου Medicine Boy, με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στη σύνθεση και τα όποια technicalities, αλλά κάτι τέτοιο δεν θα απέδιδε καθόλου τον τόνο του Lower.

Με ερωτικό θεματικό προσανατολισμό (Trying to get my heart back on the level/Dying to get my feet back on the ground/I wrote a postcard to the Devil/Asking why she don’t come around – “Yellow-eyed Radio Blues”), φαντασιακές αναφορές (I was dreaming of a velvet pearl/ Slung around the neck of a water girl – “Water Girl”) , αισθαντικά φωνητικά, μπλουζ αισθητική που ξεδιπλώνεται σε άκρα τόσο πειραματικά όσο και του γνώριμου και κοντινού shoegaze, το Lower ξεδιπλώνεται σαν νήμα μέσα σε τρία τέταρτα πεσιμιστικής (αν όχι ενίοτε μακάβριας) απαλότητας (And I’ll be in the other room if you need me/You’ll be soaking in the bathtub for the time being/Are you staring at the ceiling/What are you feeling/If you’re feeling – “For The Time Being”).


Perhaps she’ll have a hammer
Perhaps she’ll have a nail
Perhaps she’ll kindly fasten
Your body to your sail

It’s with these lyrics that “Bottom of the blue” sets off and gives away the tone of Lower – probably the best noise pop album of this soon-to-be-gone year. It may seem too risky a choice to use a phrase that’s so commonplace to describe this release but that is the price one has to pay when an album hits so close to heart. The listener’s mind gets resettled and his/her thought resorts to familiar words and phrases that serve only one purpose – to describe the experience as accurately as possible.

Surely one month is thought to be a timeline sufficient enough for anybody to talk in further detail about Medicine Boy’s, a duo from Berlin, latest release in terms of compositional traits and technicalities, but that would be us overlooking the aforementioned emotional tone of Lower.

The album is set on an erotic axis (Trying to get my heart back on the level/Dying to get my feet back on the ground/I wrote a postcard to the Devil/Asking why she don’t come around – “Yellow-eyed Radio Blues”), references to fantasies (I was dreaming of a velvet pearl/ Slung around the neck of a water girl – “Water Girl”) , sensual vocals and a blues esthetic that spirals both to experimental and shoegaze paths.

All in all, Lower unravels as naturally as a thread during three quarters of pessimistic (if not macabre) gentleness (And I’ll be in the other room if you need me/You’ll be soaking in the bathtub for the time being/Are you staring at the ceiling/What are you feeling/If you’re feeling – “For The Time Being”).

 

 

Leigh Toro – Eternal Navigation (eilean rec.)

Μια συχνή κινηματογραφική εικόνα επιτάσσει τη θέαση του εαυτού να βυθίζεται σε έναν ωκεανό σκέψεων, αναμνήσεων και συναισθημάτων – ο πρωταγωνιστής, αμέτοχος, παρακολουθεί με προσοχή. Παραδόξως, από την παθητική αυτή κατάσταση αναδύεται σοφότερος, έχοντας μια νεοαποκτηθείσα επίγνωση του είναι του.

Κατ’ αναλογία, ο επίμονος μινιμαλισμός των συνθέσεων που βρίσκουμε στο Eternal Navigation του Leigh Toro δημιουργεί την απαραίτητη συνθήκη ώστε από μια φαινομενικά ήπια και σχεδόν παρασκηνιακή ακρόαση να αναδυθούμε, έχοντας επιτύχει τον μόνο στόχο που δεν θέσαμε: την αριστοτελική κάθαρση.


One of the most recurring scenes in cinema is that of the self drowning in an ocean of thoughts, memories and feelings whilst the protagonist remains detached but closely observant. Oddly enough, from the passive state he/she emerges wiser, having a newly found awareness of the self.

By analogy, the persistent minimalism of the compositions found in Leigh Toro’s Eternal Navigation maintains the ground on which the experience of the listener may seem sublime and almost of a secondary nature but actually sets the tone for achieving the Aristotelian catharsis.

 

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Forever House – Eaves (Infrequent Seams)

Νομίζω είναι απόγευμα και με έχει πιάσει η πρώτη αψυχολόγητη μελαγχολία του μήνα. Φταίει, σίγουρα, η πίσσα που σκεπάζει εσπευσμένα τα πάντα γύρω μου, ο χρόνος που βιάζεται να αντικαταστήσει τη μία χαοτική μέρα με την επόμενη, η νευρωτική παρουσία και η αποπνικτική απουσία των άλλων. Βλέπω την μπάρα του player να πλησιάζει στο τέλος του κομματιού. Γραπώνω με μια σίγουρη κίνηση το κοκκινάδι της γραμμής και το οδηγώ στην αφετηρία του “Freak Show”. Είναι, ίσως, η εικοστή φορά που ηχεί στα αυτιά μου η πνιγηρή, μπάσα φωνή της Meaghan Burke να αναρωτιέται “Who can cry harder?”.

“Σίγουρα όχι εγώ”, της απαντώ. Θησαυρίζω τόσο το μούδιασμα του συναισθηματικού σοκ του Eaves που αρνούμαι να του δώσω μια τόσο κοινότοπη διέξοδο. Αφήνω τη γραμμή να εξαφανιστεί όσο τα βλέφαρά μου ανοιγοκλείνουν, αφήνω το “Doppelgaenger” να ξεδιπλωθεί σαν σερπαντίνα στον νου μου. Οι κοφτές νότες της κιθάρας διακόπτουν συνέχεια τον ειρμό της σκέψης μου, τα backing vocals τραβούν την προσοχή μου. Συνειδητοποιώ ότι παρακολουθώ έναν εσωτερικό διάλογο. Δεν είναι δικός μου, αλλά μοιάζει τόσο οικείος.

Με την είσοδο του “Spiders” μού έρχεται στον νου ο επίπονος πειραματισμός των Einstürzende Neubauten – η αισθηματική απομόνωση που εκφράζεται μέσω της σπασμωδικότητας της συνθετικής δομής. Μία ακόμα νοητική διαδρομή (εστιασμένη στα φωνητικά) με φτάνει σε Jex Thoth, αλλά γρήγορα επιστρέφω στο τώρα, στους Forever House και στο ντεμπούτο τους, που είναι εντέλει τόσο χειμαρρώδες και πολύπλευρο που μετά βίας μπορεί να θεωρηθεί μια “εισαγωγική” δουλειά.

Ο τελικός στίχος του “Entitlement Face” με βάζει στη θέση μου. Σταματώ να αναζητώ επίθετα, αναφορές, αποτυχημένες μεταφορές για να δώσω σάρκα στη σκέψη μου. Γιατί να ’σαι τόσο αποστειρωμένα διεκπεραιωτικός όταν μπορείς να γελάσεις με την καρδιά σου με τη σχεδόν οπερετική εκτέλεση της φράσης “You fuckin’ piece of shit”.

Στα “Vasectomy Waltz” και “Wasteress” έχω πλέον πεισθεί ότι η μελαγχολία μου δεν είναι ούτε αψυχολόγητη αλλά ούτε και παροδική. Δεν είμαι έτοιμη να αφήσω το Eaves να καταχωνιαστεί στις χθεσινές αναμνήσεις. Οδηγώ για ακόμα μια φορά τη γραμμή στην αφετηρία.

“We live in strange times, stranger in my head”


It’s the afternoon and I’m already caught up in the web of this month’s first uninvited melancholy. Surely, the darkness that covers my surroundings with a rush, the time that makes one day follow the other incessantly, the neurotic presence and the choking absence of “the others” are to blame. I watch as the player reaches the end of the song. With a steady move I grasp onto the red line and lead it back to the beginning of “Freak Show”. I think this is the twentieth time that the sweltering, gruffly voice of Meaghan Burke echoes in my ears wondering “Who can cry harder?”.

“Definitely not me”, I reply. I treasure the numbness offered to me by the emotional shock I experienced upon listening to Eaves for the first time and I refuse to let it vent through such a commonplace getaway. I let the player’s line fade away as my lashes blink, I let “Doppelgaenger” unfold like a serpentine in my mind. The staccato notes of the guitar interrupt my train of thought, the backing vocals command my attention. Suddenly I realize that I’m a bystander of someone else’s self-talk. It may not be my own, but it’s close to heart.

As “Spiders” makes its way to my ears, I am strongly reminded of the painful experimentation of Einstürzende Neubauten – an emotional isolation that’s expressed through the abrupt texture of the compositional structure of the song. Another thought (stressed upon vocals) leads me to Jex Thoth but I’m quick to return to the present moment and Forever House whose debut is so torrential and multilayered that can barely be considered a novice’s work.

The finishing lyric of “Entitlement Face” restored me to the order. I cease my quest of adjectives, references and failed metaphors that are supposed to give life to my thoughts. Why be so sterile and processing when you can laugh with your heart upon listening to the almost operatic singing of the phrase “You fuckin’ piece of shit”?

By the time that “Vasectomy Waltz” and “Wasteress” arrive, I’m completely convinced that my melancholy isn’t all that uninvited. Nor is it ephemeral. I’m not ready to let Eaves get stored away amongst yesterday’s memories. Once again, I lead the player to the beginning and press “start”.

“We live in strange times, stranger in my head”

 

 

Viktoria L./ Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

ANCESTORS – Suspended In Reflections (Pelagic Records)

Είθισται να λέγεται, και μάλιστα δικαιολογημένα, πως η παραδοχή ότι ένας δίσκος γίνεται πιο αρεστός στον ακροατή μετά από σειρά επαναλήψεων αποδεικνύει όχι την αρτιότητα της μουσικής που δήθεν απαιτεί “χώνεψη”, αλλά την επίδραση του οικείου στην προτίμησή μας.

Με άλλα λόγια, σπάνια μπορεί να αποδοθεί αυτή η ετερόχρονη καλή μας εντύπωση στη συνθετική περιπλοκότητα μιας κυκλοφορίας. Συχνότερα, δε, η επανάληψη δημιουργεί τις βάσεις μιας λήψεως του ζητουμένου.

Σε μια γκρίζα περιοχή μεταξύ αυτών των δύο αντιθετικών σημείων βρίσκονται οι κυκλοφορίες που στην πρώτη ακρόαση ναι μεν δεν ενθουσιάζουν, εντούτοις σε αφήνουν με την επιθυμία να τις ξαναπιάσεις σε μια διαφορετική χωροχρονικότητα (η οποία θα σε βρει, δεν θα την επιλέξεις). Αυτή είναι η κατηγορία στην οποία εντάσσεται το Suspended In Reflections των ANCESTORS – ένας δίσκος χαρακτηριστικά μικρής διάρκειας για το είδος του, αποτελούμενος από έξι κομμάτια αρμονικά διαδεχόμενα το ένα το άλλο.

Ο συγκερασμός πειραματικών στοιχείων με progressive και post metal αφετηρίες λειτουργεί πολυεπίπεδα στο Suspended In Reflections, το οποίο διαφοροποιείται αισθητά από την επιθετική χροιά των προηγούμενων κυκλοφοριών των ANCESTORS. Τη θέση της καταλαμβάνει αναμφίβολα μια έντονα μελαγχολική νότα, που λειτουργεί ως συνδετικός ιστός ανάμεσα στα κομμάτια και βρίσκει το μεγαλύτερο βάθος της στο “Release” – το συμβολικό σημείο κάθαρσης του δίσκου, με την jazz ανάπαυλα, που όσο ξενίζει αρχικά άλλο τόσο αποφορτίζει με τον απόηχό της.


It’s commonly said, and with good reason, that admitting one’s liking of an album to be the end result of repeated listening is highly attributed to the effect of familiarity rather than the excellence of the music that requires time to be “digested”.

In other words, our alternate good impression can rarely refer to a release’s complexity. More often than not, it’s repetition that leads to petitio principii.

In a gray area between this two distinct points we can find a number of releases that do not offer an enthusiastic first impression, but manage to maintain the listener’s desire to return to them in another time and space (which the listener him/herself won’t choose, the moment will find you). Suspended In Reflections by ANCESTORS belongs in this category – it’s an album of characteristically short duration that consists of six harmoniously alternating tracks.

The combination of experimental elements with a progressive and post-metal basis functions in a multilayered fashion in Suspended In Reflections, an album that differs from ANCESTORS’ previous, more aggressive releases. In the place of this aggression we find a stressed melancholy that works as a link between the tracks – a link whose depth is apparent in “Release”, the cathartic moment of the album, whose jazz intermission might bother you at first but it’s bound to unload that burden once you are left behind with its echo in your ears.

 

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

All Is Violent, Is Everything Bright? (God Is An Astronaut/Head On 06.10.2018)

Δεν μου έχει τύχει να φύγω ξανά από συναυλία νιώθοντας ότι κουβαλάω στους ώμους μου ολόκληρο τον “ελέφαντα του δωματίου”. Δεν είναι ευχάριστο συναίσθημα, αλλά ξεκινά μια συζήτηση που πρέπει να γίνει.

Το Fuzz είχε γεμίσει σε ικανοποιητικότατο βαθμό ήδη από τις εννιάμισι, όταν και ανέβηκαν στη σκηνή οι Head On σε απόλυτη συμφωνία με το πρόγραμμα της συναυλίας. Η αρχική αμηχανία της μπάντας σε συνδυασμό με την όχι και τόσο μεγάλη ανταπόκριση του κοινού δημιούργησε πολύ γρήγορα μια περίεργη δυναμική, την οποία ήρθε να εκτινάξει η νευρικότητα (κατά τη δική μου εκτίμηση) του frontman των Head On.

Για λίγα λεπτά χάνουμε από τα μάτια μας τον Χρήστο (frontman) και από το πουθενά εμφανίζεται στη σκηνή ο Torsten Kinsella. Με μια βίαιη κίνηση παίρνει στα χέρια του το μικρόφωνο για να πει “don’t mess with our fucking equipment”. Παγώνουμε όλοι, μουσικοί και κοινό. Αβέβαιοι αν αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν ένα αμφισβητούμενης έμπνευσης σκετσάκι για να γίνει το πέρασμα από το opening στο main act ή αν πρόκειται για πραγματικό γεγονός, κοιταζόμαστε όλοι μεταξύ μας και περιμένουμε τις αντιδράσεις από τη σκηνή.

Οι Head On ξεστήνουν με τη βοήθεια ατόμων της διοργάνωσης, πέφτει η μουσική και μερικά λεπτά αργότερα επανεμφανίζεται ο Torsten, ζητώντας συγγνώμη για την υπερβολική αντίδρασή του που στοίχισε στους Head On την ολοκλήρωση του set τους και σε πολλούς από εμάς τη διάθεση που είχαμε να παρακολουθήσουμε το live. Έκανε λόγο για τον εξοπλισμό τους, που μετέφεραν με προσοχή από τόσο μεγάλη απόσταση προκειμένου να προσφέρουν στους Αθηναίους φαν τους ένα live αντάξιο των προσδοκιών τους και για την ανάγκη του να διασφαλίσει την ακεραιότητά του εξοπλισμού αυτού από την απροσεξία του οποιουδήποτε.

Για μερικούς ήταν θέμα λεπτών ή μερικών κομματιών από το setlist των God Is An Astronaut να ξεπεράσουν την αρνητική αύρα που απέπνευσε αυτή η εμπειρία, άλλοι συνέχισαν να το συζητούν στα πεζοδρόμια μπροστά από την είσοδο του Fuzz και εγώ θα αποπειραθώ να αποδομήσω το γεγονός μέσα από αυτό εδώ το κείμενο σε μια προσπάθεια να καταγράψω όλες τις πιθανές απόψεις και εξηγήσεις.

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι δεν είχαμε όντως κάποια βλάβη στον εξοπλισμό των God Is An Astronaut που να έθεσε εν αμφιβόλω τη δυνατότητά τους να πραγματοποιήσουν τη συναυλία, παρά μόνο αυξημένη τη σχετική πιθανότητα, καθώς ο frontman των Head On αντί να περιοριστεί στο μπροστινό μέρος της σκηνής που προοριζόταν για την εμφάνισή τους κινήθηκε και προς τα πίσω, στο σκοτεινό σημείο που κατείχετο από τον εξοπλισμό των Ιρλανδών. Κατά τα λεγόμενα του Torsten “είναι σκοτεινά εκεί πίσω, δεν μπορείς να δεις τα καλώδια”. Δεκτόν.

Έπειτα, τέθηκε στο προσκήνιο η πιθανότητα μέθης ή μη των μελών της μπάντας – δηλαδή η μειωμένη τους (ίσως) ικανότητα να αποτρέψουν το ενδεχόμενο ατυχήματος πάνω στη σκηνή. Ως προς αυτό δεν μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα και προσωπικά δεν ξέρω καν πώς να αξιολογήσω μια δήλωση που ξεκινά με άρνηση την οποία εν συνεχεία υπονομεύει, δηλαδή το λεχθέν “μου είπαν ότι δεν ήταν μεθυσμένοι, αλλά δεν ξέρω”. Σίγουρα από αυτά τα λόγια εκμαιεύει κανείς την αγωνία του Torsten, ο οποίος βλέπει έναν τραγουδιστή να κινείται σπασμωδικά στον χώρο, πολύ κοντά στον εξοπλισμό της μπάντας του, ενδεχομένως απόλυτα στρεσαρισμένο ή αρκούντως μεθυσμένο ή επιτηδευμένα ιδιότροπο (διαλέγετε και παίρνετε) και σκέφτεται ότι πρέπει να δράσει άμεσα για να μην καταλήξει σε απόλυτη ματαιότητα ένα τόσο απαιτητικό ταξίδι όσο αυτό που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα.

Ας σταθούμε, λοιπόν, στην επιλογή αντίδρασης. Μόλις ένα λεπτό αφότου όλοι καταλάβαμε ότι όσα εκτυλίχθηκαν πάνω στη σκηνή κάθε άλλο παρά θεατρινισμοί ήταν, ξεκίνησε μια συζήτηση περί του ότι δεν ήταν καθόλου μα καθόλου απαραίτητο να εκδιωχθούν οι Head On από τη σκηνή με αυτόν τον τρόπο.

“Θα μπορούσαν να βάλουν κάποιον από τη διοργάνωση να τους κόψει με τρόπο”, “Θα μπορούσε να τον πιάσει ο ίδιος παράμερα και να τον προειδοποιήσει”, “Θα μπορούσαν να περιμένουν να τελειώσουν το set τους πρώτα”, “Αν τους είχαν οριοθετήσει τον χώρο τους ξεκάθαρα και παρ’ όλα αυτά έκαναν του κεφαλιού τους, τότε έχουν μερίδιο ευθύνης και θα πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας”. Ναι, όλα αυτές οι εναλλακτικές θα ήταν προτιμότερες για όλους τους εμπλεκομένους, ενώ και η τελευταία φράση αποτελεί και συνθήκη αναγκαία για την όποια “απόδοση ευθυνών”. Η διαπίστωση αυτή “χτύπησε” αρκετά γρήγορα και τον ίδιο τον Torsten που είχε εν συνεχεία την ψυχραιμία να αποκαλέσει την αντίδρασή του “uncalled for”.

Σίγουρα είναι κομβικής σημασίας να ακολουθεί μια συγκροτημένη συγγνώμη κάθε υπερβολικής αντίδρασης, ειδικά αν μπορείς να την αποδώσεις σε ειλικρινή μεταμέλεια παρά σε PR. Εξίσου βέβαιο είναι πως σε γεγονότα τέτοιας φύσης δίνει ο καθένας τη βαρύτητα που η ευαισθησία και η εμπειρία του του επιτρέπουν. Εξάλλου, και αυτό το μεμονωμένο γεγονός ανάγεται στη γενικότερη συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και αφορά τη διάκριση που κάνει (ή δεν κάνει) ο καθένας από εμάς ανάμεσα στον καλλιτέχνη ως προσωπικότητα και στο έργο του. Μια διάκριση που οδήγησε μερικούς από εμάς σε παρατεταμένο μούδιασμα καθόλη την (καλλιτεχνικά άρτια) παρουσία των God Is An Astronaut στη σκηνή του Fuzz και σε εκστατική χαρά τους λοιπούς.

Αυτό το κείμενο δεν θα κλείσει με ηθικό συμπέρασμα – επιδίωξή μου είναι η καταγραφή του γεγονότος για να μην περάσει αυτό στη λήθη και η συμπερίληψη των παραγόντων που μπόρεσα προσωπικά να διακρίνω ως κρίσιμους για το ό,τι συνέβη. Πιθανότατα μου διαφεύγουν άλλοι τόσοι, πιθανότατα όλοι έχουμε μια κακή μέρα και αυτή ήταν η χθεσινή για τον Χρήστο και τον Torsten Kinsella και ίσως να μη γίνεται λόγος, γιατί απλούστατα “αυτά συμβαίνουν”.

Ελάτε, όμως, που “αυτά που συμβαίνουν” είναι αυτά για τα οποία πρέπει να μιλάμε και να λαμβάνουμε θέση.

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

Θα έχετε ίσως παρατηρήσει ότι για ορισμένα έργα τέχνης πολύς κόσμος δυσκολεύεται να μιλήσει με τεχνικούς όρους ή να μείνει για πάνω από ένα λεπτό στην καλλιτεχνική αρτιότητα της δομής τους. Από το επόμενο λεπτό τον χώρο κατακλύζει η ανάγκη να μιλήσουμε για συναισθήματα, για το πού βρισκόμασταν και τι κάναμε όταν μας “χτύπησε” αυτή η πρώτη νότα.

Παραδόξως, πίστευα ότι θα μου ήταν πολύ πιο εύκολο να γράψω πέντε λόγια για τον νέο δίσκο των Cataya, μια που στο Against The Silence έχουμε τη χαρά να τους παρακολουθούμε από την πρώτη τους κιόλας κυκλοφορία, ενώ κομμάτι τους έχει στο παρελθόν συντροφεύσει συλλογή μας. Εις μάτην!

Η “όμορφη και διαβρωτική μέχρι το τέλος” μελαγχολία του Sukzession (2015) έχει λάβει πλέον απροσδιόριστα συγκινησιακές διαστάσεις στο νεόκοπο firn . H μπάντα φαίνεται να έχει μετουσιώσει τις post-black εκρήξεις του πρωτόλειου έργου της σε συναισθηματικό φορτίο εφάμιλλο της μουσικής των This Will Destroy You. Το εναρκτήριο κομμάτι “destiny” φέρνει στον νου τη “μυρωδιά” ενός φθινοπωρινού πρωινού ενδοσκόπησης και αναστοχασμού τόσο οικείου που ακόμα και ο κυνικότερος από εμάς δεν μπορεί να απαρνηθεί.

Στο δε “madera sagrada”, που είχε ήδη κυκλοφορήσει ως single τον Αύγουστο, βρίσκουμε πράγματι το χαρακτηριστικότερο κομμάτι του δίσκου, αυτό που απηχεί την πρόθεση των Cataya να αποδώσουν το συνθετικό τους εύρος με τέτοιο δυναμισμό ώστε να νιώσουμε απροστάτευτοι μπροστά στο απρόσμενο πέρασμα στην black ατμόσφαιρα του “vis-à-vis”.

Με τη συνήθη για το είδος κάθαρση του αποχαιρετιστήριου “ausblick”, η εσωτερική φόρτιση του περασμένου μισαώρου βρίσκει τη δίοδό της. Ο απόηχός της μένει για μέρες στον νου και το θυμικό μας δεν μπορεί παρά να κρατήσει μόνο ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων, των οποίων τα μεμονωμένα ονόματα και οι εντάσεις εκμηδενίζονται μπροστά στην ωμότητα του βιώματος.


You may have noticed that when it comes to certain works of art, people find it difficult to describe them in technical terms or maintain the conversation around the excellence of their structure for more than a few minutes. Shortly after an overwhelming urge to talk about our feelings takes over – we focus on where we were and whatever it was we were doing at that very moment that the first note struck our ears.

Paradoxically, it was my impression that I would find it simpler to write a few words about Cataya’s new release, since Against The Silence has had the pleasure of being acquainted with their music from their first release, whilst they’ve contributed with a song in one of our previous compilations. In vain!

“The beautiful and corrosive to the end” melancholy they introduced themselves with in their debut Sukzession (2015) has taken indefinitely emotional proportions in firn. The band seems to have denatured their post-black explosive moments of their debut into an emotional load much like that of This Will Destroy You. The starting point of the new album, the track “destiny” “smells” like a morning in the fall – full of introversion and retrospection. A scenery so familiar that even the most cynic of us could not argue against.

In “madera sagrada”, the single that Cataya released in August, the band presents us with the album’s most characteristic composition – the one that states their intention to show us their synthetic range with such force that we feel unprotected when confronted with the unexpectedly black atmosphere of “vis-à-vis”.

This genre is known to provide us with a catharsis and this is what we get during “ausblick”. All our emotional load finds a passage, but its echo remains close to heart for days. On an emotional level, you cannot but hold on to a mixture of feelings whose separate names and intensity is nullified in the sight of this experience’s crudeness.

 

 

Viktoria L./ Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

A Shoreline Dream – Waitout EP (Latenight Weeknight Records)

Αν θα ήθελε κανείς να ντύσει με επίθετα τη διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, θα τη χαρακτήριζε ίσως επίπονη ή αποκαλυπτική, υπαινισσόμενος ότι το υποκείμενο βιώνει μια πνευματική “γέννα” που δεν μπορεί παρά να το απογυμνώνει από τις αγκυλώσεις και τους φόβους του. Σε κάθε, όμως, περίπτωση θα την αποκαλούσε αέναη, αφού ποτέ δεν μπορούμε να οριοθετήσουμε τη γέννηση και τον θάνατο μιας ιδέας. Σίγουρα αυτή συλλαμβάνεται από ένα άτομο προορισμένο να πάψει μια μέρα να υπάρχει στον υλικό κόσμο, αλλά η ίδια (εν όλω ή τμηματικά) μπορεί να υπάρχει για πάντα ενσωματωμένη σε νέα έργα άλλων υποκειμένων.

Άλλοτε πάλι, η ίδια ιδέα μπορεί να λαμβάνει σταδιακά μορφή μέσα από το πέρας χρόνων, ολοένα εξελισσόμενη. Αυτή είναι η περίπτωση των A Shoreline Dream, μιας indie rock μπάντας από το Ντένβερ. Μετά από τέσσερις δίσκους, με τελευταίο το Silent Sunrise του 2014, η μπάντα ξεκίνησε ένα καλλιτεχνικό ταξίδι που διαρκεί μέχρι και σήμερα με την κυκλοφορία του EP Waitout.

Μέσα σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών έχουν κυκλοφορήσει ισάριθμα single, όλα κομμάτια μιας γενικότερης θεματικής, η οποία θα παρουσιαστεί στην ολότητά της στο επόμενο full length τους, όποτε αυτό βρει τον δρόμο του για το ευρύ κοινό. Το εναρκτήριο σημείο δεν είναι άλλο από το single Time Is A Machine (2015) που μας εισάγει σε μια ονειρική πτήση (“dreaming high/ the longer we sleep/the longer we can fly”) αναπόφευκτα προορισμένη να καταλήξει στην πτώση του revolvist (2016 – there is no way to fall in/we’re revolvists /we’ll revolve), από την οποία θα αναδυθούμε, αν απεμπλακούμε από το παρελθόν και από τους “άλλους” (whirlwind -2016 & Room For The Others – 2017).

Πράγματι, η αλλαγή ως συνειδητή επιλογή είναι ο θεματικός πυρήνας πάνω στον οποίο πατά το Waitout, με τα πέντε κομμάτια του “Waitout”, “In The Ready Sound”, “Barnum”, “New York” και “Projections” να απηχούν τόσο μια ωδή στο παρελθόν (τα “Barnum”, “New York” και “Projections” αποτελούν μερικές από τις πρώτες συνθέσεις της μπάντας, όταν αυτή πρωτοσχηματίστηκε το 2005, τις οποίες επεξεργάζονται εκ νέου) όσο και μια ελεγεία στην πολυπόθητη ανάγκη όλων μας να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τη ραστώνη και την προσκόλληση στο οικείο.

Ίσως να μην υπάρχει πιο χαρακτηριστικός στίχος του μακροχρόνιου ταξιδιού των A Shoreline Dream που απηχεί την εσωτερική αμφισβήτηση του καθενός από εμάς από αυτόν που αφήνει στον νου το “In The Ready Sound”.

You do it all second – guessing…


Should anyone feel like choosing a way to describe the artistic process, one would use the words “painful” or “revealing”, thus hinting to the fact that the subject undergoes a spiritual “birth” that brings one’s restraints and fears on the surface. In any case, we would call it perpetual since there can be no definite limit to signify the birth and the demise of an idea. Surely, an idea is conceived by a person that is destined to leave this world one day, but the idea itself (as a whole or a part of it) may as well exist forever incorporated in the works of other artists.

Sometimes though, an idea can take its form gradually through the course of many years, constantly evolving. That is the case of A Shoreline Dream, an indie rock band from Denver. With a production of four albums, Silent Sunrise being the last to be released in 2014, the band emerged on an artistic journey that goes on to this day with the release of this year’s EP, Waitout, being the latest trace of their track.

In the span of these four years, the band released an equal number of singles – all of them being a part of a greater scheme that is set to be presented to us when their next full length album is released. The starting point is no other but the single Time Is A Machine (2015) which welcomes us aboard a dreamy flight (“dreaming high/ the longer we sleep/the longer we can fly”) that is inevitably destined to lead to the fall of revolvist (2016 – there is no way to fall in/we’re revolvists /we’ll revolve). But rest assured, we’ll come back from this fall, once we let go of our past and of “the others” (whirlwind -2016 & Room For The Others – 2017).

Indeed, change as a conscious choice is the theme around which Waitout set its course. Its five tracks “Waitout”, “In The Ready Sound”, “Barnum”, “New York” and “Projections” echo so much as an ode to the past (“Barnum”, “New York” and “Projections” are amongst the band’s first compositions from the distant 2005, that are here represented) and also as an elegy to our desire as individuals to rid ourselves of inertia and our attachment to whatever feels familiar.

There might be no other lyric more characteristic of the long-lasting journey of A Shoreline Dream than the following, taken from “In The Ready Sound”, signifying the inner doubt we all experience from time to time.

 

 

Viktoria L./ Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Tombstones In Their Eyes – Nothing Here EP (Send Me Your Head Records)

Αρκετά συχνά ώστε να μπορεί να μιλήσει κανένας για έναν μικρό προσωπικό κανόνα, τείνω να αναζητώ την περιγραφή που έχει επιλέξει μια μπάντα (άγνωστη σε εμένα μέχρι εκείνη τη στιγμή) για τον εαυτό της πριν αποτυπώσω τη δική μου αντίληψη σε ένα κείμενο.

Οι Tombstones In Their Eyes συστήνονται ως μια psych rock μπάντα από το Λος Άντζελες. Με μια μουσική πορεία ήδη τριών χρόνων, κατά τα οποία κυκλοφόρησαν με σταθερή περιοδικότητα τα Sleep Forever (2015), Bad Clouds (2016), Fear (2017) και Shutting Down (2017). Με την εξαίρεση του πρωτόλειου Sleep Forever, οι Tombstones In Their Eyes περιορίζονται σε συνθέσεις με μικρό αριθμό και μικρή διάρκεια, οι οποίες, όμως, παρουσιάζουν μεγαλύτερο ακουστικό ενδιαφέρον από ό,τι θα περίμενε κανείς σήμερα από μία “psychedelic rock” μπάντα.

Κι αυτό γιατί, όπως αποδεικνύεται από το φετινό ep τους Nothing Here, πρόκειται για κάτι παραπάνω από μια psychedelic πρόταση. Στη μουσική τους, και ειδικότερα στα τρία μόλις κομμάτια που απαρτίζουν το Nothing Here, τα “Silhouette”, “Take Me Away” και το ομότιτλο “Nothing Here”, βρίσκεται ένα πολύ ευχάριστο και αρμονικό κράμα desert rock με shoegaze. Όλες οι συνθέσεις βασίζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην παντοδυναμία της κιθάρας και των επεξεργασμένων φωνητικών, που με τη διακριτική τους παρουσία επιτελούν μια ξεκάθαρα υπνωτιστική λειτουργία.

Ένα σύντομο, “δεμένο” σφηνάκι μουσικής, που θα μπορούσε να ’χει βγει απευθείας από την καρδιά των ’90s, αλλά εξακολουθεί να είναι καλοδεχούμενο και σήμερα.


More often than not, when it comes to personally newly-found bands, I tend to do a little research regarding the band’s in question own description of themselves prior to imprinting my own perception of them.

Tombstones In Their Eyes introduce themselves as a psych rock band from Los Angeles. Their artistic presence amounts to three years of steadily released albums entitled Sleep Forever (2015), Bad Clouds (2016), Fear (2017) και Shutting Down (2017). With the exception of their first album Sleep Forever, Tombstones In Their Eyes go as far as to produce a limited number of tracks with short duration but much greater musical stimulus than one would anticipate from a “psychedelic band” nowadays.

That is because, as this year’s EP Nothing Here proves, they actually provide more than a psychedelic proposal. Their music, especially the three tracks of Nothing Here, entitled “Silhouette”, “Take Me Away” and “Nothing Here”, consists of an enjoyable and balanced mixture of desert rock and shoegaze. Every composition is equally based on the desert guitar’s overwhelming presence and the processed voice recordings that discretely hypnotize the listener.

It’s a short, well put together music “shot” that could easily originate from the very heart of ’90s music, but remains so very welcome to this day.

 

 

Viktoria L./ Βικτώρια Λαμπροπούλου