Siavash Amini /& Umchunga

 

Η αργή αλλαγή των εποχών επιβραδύνει το πέρασμα του χρόνου. Κοινώς, το καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμη τα μεσημέρια και τα βράδια, όταν η ενατένιση του ουρανού είναι πραγματικά χαλαρωτική, μακριά από την έννοια των διακοπών, του επιβεβλημένου αυτού τρόπου ξεκούρασης σε προκαθορισμένες δόσεις. Κάπως έτσι, οι μουσικές που βγήκαν το κατακαλόκαιρο μπορούν τώρα να κερδίσουν τη δέουσα προσοχή χωρίς τον άπλετο χρόνο να τις στοιβάζει σε must-listen λίστες.

Στην κατηγορία αυτή είναι δύο δίσκοι του Siavash Amini, πιο συγκεκριμένα του τελευταίου προσωπικού του και ενός που είναι ο καρπός της στουντιακής συνεργασίας του με τον Umchunga. Μιλώντας για τον Siavash, αν δεν γνωρίζετε ήδη το μουσικό ποιόν του, θα σας συνιστούσαμε να ακούσετε ως πρώτη επαφή τη συμμετοχή του στην τέταρτή μας συλλογή, η οποία αποτελεί τη σύνθεση με τη μεγαλύτερη απήχηση από όλες τις συλλογές μας! Όχι ότι οι ολοκληρωμένες κυκλοφορίες του πάνε πίσω, κάτι που αποδεικνύεται από τις ποιητικές ή μη, διθυραμβικές κριτικές που του έχουμε χαρίσει. Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά ένας πολλά υποσχόμενος πρόλογος και μένει το νέο υλικό να αποδείξει ότι η νέα μουσική δεν (πρέπει να) είναι στατική.

 

 

Αυτό δείχνει ο διττός χαρακτήρας των δύο αυτών άλμπουμ που παρ’ όλες τις διαφορές τους δεν μπορούν παρά να αντιμετωπιστούν ως οι δύο πλευρές ενός θέματος. Δεν θέλω εδώ να υποτιμήσω τη δουλειά του επίσης Ιρανού Umchunga, αλλά να σημειώσω την επιτυχία του να βγάλει κατά μια έννοια τον alter ego εαυτό του Siavash, που στέκεται απέναντι στο έτερο Foras. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε να κάνουμε με δύο ορχηστρικά drone ambient άλμπουμ, αλλά ενώ εκ πρώτης όψεως όλα στέκουν μουσικά ακίνητα, εντούτοις ρέουν με καθαρές δυναμικές προς μια πηγή ήχων!

Αν το The Brightest… αποδομεί κλασικά λυρικά θέματα περασμένων αιώνων αφήνοντας νησίδες να πλέουν στο βάθος ενός παγωμένου τοπίου, το Foras αποτελεί μια δυστοπική απεικόνιση του μέλλοντος. Από τη μία, μια αχτίδα νοσταλγίας μάς πάει προς τα πίσω, απ’ την άλλη μια ματιά προς τα μπρος κρύβει εφιάλτες. Ακόμη κι έτσι, βρίσκουμε εντός των δύο άλμπουμ τις αντίρροπες δυνάμεις που τα εξισορροπούν ως ακούσματα. Ίσως αυτό να συμβαίνει σε πιο ικανοποιητικό βαθμό στη συνεργασία των δύο τους, μιας και εκεί είναι που δεν επιβάλλεται καμία από τις ακραίες και υπαρκτές αποχρώσεις των μουσικών τους κόσμων. Το Foras, βέβαια, αν και ανά στιγμές δυσπρόσιτο, έχει μια πιο σύγχρονη ταυτότητα από το έτερο άλμπουμ, καθώς με τόλμη ο δημιουργός του καταπιάνεται με την αγνή έννοια του θορύβου.

 

 

Εν κατακλείδι, δεν νομίζω να είναι τυχαίο που αυτοί οι δίσκοι βγήκαν μαζί προς το τέλος του καλοκαιριού. Πέραν αυτών που περιέγραψα πριν, υπάρχει και ένα βασικό κοινό τους γνώρισμα στο ότι δεν ενδιαφέρονται να εμφανίσουν κάτι άλλο από αυτό που είναι. Αυτή η ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια τους τους κάνει αφοπλιστικά αληθινούς, είτε όταν αγγίζουν με τα χέρια τη φωτιά, είτε όταν γλείφουν τον πάγο!


The slow changing of the seasons makes time pass even slower. Thus, summer is still here at noons and at nights, when the contemplation of the sky is really relaxing, far away from the sense of holidays, as the imposed way of relaxation in predefined doses. So, the music that was released in midsummer can now earn the appropriate attention without letting abundant time stowing them in future must-listen lists.

In this category, there are two albums involving Siavash Amini, more specifically his last personal album and his studio cooperation with also Iranian Umchunga. Speaking about Siavash, in case you don’t know his music, we would suggest that you firstly listen to his participation in our fourth compilation, which is the composition with the largest appeal amongst all of our compilations. This doesn’t mean that his complete works are inferior, something that is evident in our poetic or not, dithyrambic reviews on them. Of course, all these are nothing but a well promising prologue, so the new material is here to prove that new music must not stay static.

This is shown through the dual character of these two albums, which, despite their differences, can only be seen as two sides of the same subject. I don’t want to underestimate the importance of Umchunga’s contribution in their common album, instead I want to point out his success in helping Siavash release his “alter ego”, which stands opposite to Foras. It’s not only that we have two instrumental drone ambient albums, but, even if at first all things stand still musicwise, they somehow flow with clear dynamics towards a source of sounds!

If Brightest… takes classic lyrical themes of previous centuries apart, leaving islets floating in a frozen place, Foras is a dystopic display of the future. On the one hand, a ray of nostalgia takes us way back, on the other hand a glance ahead can hide nightmares. Still, in these two releases we can find the reversed powers, which balance them as listenings. This is most likely happening in a more satisfying way in their collaboration, since none of the extreme, existing shades of both music worlds try to prevail here. Foras, for sure, even if it sounds raw at moments, it has a more contemporary approach, since its creator boldly deals with noise in its purest sense.

In conclusion, I don’t think that these albums were released at the same time during the last days of summer by accident. Apart from all mentioned above, they share another common feature. Neither of them is interested in showing something different than what they really are. Their unpretentious honesty makes them disarmingly true, either when they touch fire with their bare hands, or when they lick ice!

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Alan Courtis & Aaron Moore – Umchunga – Benjamin Finger

Alan Courtis & Aaron Moore – Bring Us Some Honest Food (Dancing Wayang)

Ξεκίνημα με ένα βαρύθυμο βάδισμα σε μια έρημο αποδομημένης μελωδίας και μια φωνή που κάτι προφέρει σε μια περίπλοκη γλώσσα. Παρόλα τα δυσοίωνα μηνύματα για έναν άκρως πειραματικό δίσκο, ετούτη εδώ η συνεργασία σφύζει από ζωή. Δεν έχουμε μια τυφλή πορεία σε αποδομημένα ηχοτόπια, αλλά μια πλούσια ροή ήχων ως μια άλλη συνέχεια εικόνων ακίνητης φύσης και ενίοτε σύντομων οάσεων. Πραγματικά μετά από τόσες δουλειές και συνεργασίες του Αργεντινού Courtis, θα περιμέναμε να ατονήσει η οξεία αντίληψη πάνω στις ηχητικές του αναζητήσεις, αλλά εδώ ο κυρίως ακουστικός χαρακτήρας των συνθέσεων, όπως και οι πλούσιες εναλλαγές στο βασικό θέμα, προσφέρουν ένα μυστηριώδες και ταυτόχρονα ταξιδιάρικο δίσκο. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως δείγμα αφηρημένης τέχνης, με την έλλειψη μιας αυστηρής γραμμικότητας, όμως η αύρα που διαπνέει αφήνει μια συγκεκριμένη αίσθηση τέρψης.

 

 

Umchunga – Should Have Been Done By Now (hibernate)

Κάτι αξιοθαύμαστο συμβαίνει με την ιρανική ambient-πειραματική σκηνή. Ως τώρα έχουμε εξετάσει αρκετές περιπτώσεις οι οποίες μας πρόσφεραν πανέμορφες δουλειές και όπως φαίνεται θα συνεχιστεί η ροή νέων καλλιτεχνών από την μακρινή αυτή χώρα. Αφήνοντας έναν γραφικό οριενταλισμό στην άκρη και αναδεικνύοντας την γαλήνη και το μυστήριο των φυσικών αχανών τόπων, ο Nima Pourkarimi από την Τεχεράνη όπως και οι προκάτοχοι του, αρθρώνει μια σειρά υποβλητικών συνθέσεων. Υπάρχει μια πηγαία ανθρώπινη βοή που περιστοιχίζει το συγκεκριμένο άλμπουμ, η οποία βασίζεται στην ευκινησία των ατμοσφαιρών και στα samples φωνών και εξωτερικών θορύβων. Το θετικό βέβαια της όλης ιστορίας είναι πως όλα είναι φτιαγμένα με μαεστρία, κάνοντας το υλικό εδώ να ξεχωρίζει από τον σωρό του είδους που κυκλοφορεί ασταμάτητα. Μπορεί κι εμείς με την σειρά μας να έχουμε πέσει με τα μούτρα πάνω σε τέτοιας αισθητικής κυκλοφορίες, αλλά ευτυχώς υπάρχουν και αυτοί οι δίσκοι οι οποίοι μας αποζημιώνουν με την κρυστάλλινη ευαισθησία τους.

 

 

Benjamin Finger – Amorosa Sensitiva (blue tapes)

Η νηνεμία έρχεται μερικές φορές εν μέσω καταιγίδων. Ο Νορβηγός αυτός πειραματιστής στοχεύει ακριβώς στο σημείο όπου αυτός, ο ακροατής και η ακροάτρια του νιώθουν ασφαλείς βλέποντας τον χαμό γύρω τους, με την μουσική του να ηχεί σαν μια στιγμή νηφαλιότητας σε ένα βράδυ που δεν τελειώνει ποτέ. Στο νέο του album επιδεικνύει μια ωριμότητα όσον αφορά τις αρκετές ήπιες και στρωτές συνθέσεις του, οι οποίες είναι γεμάτες από μελωδικούς χρωματισμούς.

Ταυτόχρονα συντηρείται σε ορισμένα κομμάτια ένας ήλεκτρο-ακουστικός αυτοσχεδιασμός με χαρακτηριστικά χασίματος. Πάντα όμως κρατιέται ένα επίπεδο στις εντάσεις, δίνοντας την περιζήτητη συνοχή την οποία αποζητά κάθε μουσικό έργο που σέβεται τον εαυτό του. Ένας χορταστικός δίσκος λοιπόν, ο οποίος έρχεται να αποδείξει κι αυτός με την σειρά του πως οι χειμώνες εκεί στη Νορβηγία είναι πολύ περίεργοι και συνάμα παραγωγικοί.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης