MONO – Nowhere Now Here (Pelagic Records)

Υπάρχουν στιγμές, που το να πορεύεσαι στο σκοτάδι που βρίσκεται γύρω σου και μέσα σου φαντάζει μονόδρομος. Σε εκείνο το μέρος νιώθεις μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας. Κουβαλάς μαζί σου τις αποσκευές σου, τους φόβους σου, τους πόνους σου, τους έρωτες εκπληρωμένους και ανολοκλήρωτους (αυτοί οι τελευταίοι πονάνε περισσότερο). Βαρύ το φορτίο όμως, μέσα στο σκοτάδι αποκτούν όλα, άλλη υπόσταση κι άλλη διάσταση. Είναι αυτή η οικειότητα που νιώθεις εντός του.

Εκεί που η ψυχή σου απογυμνώνεται. Κάτι σαν σημείο μηδέν, αφετηριακό ή καταληκτικό, εσύ επιλέγεις τι ερμηνεία θα του δώσεις. Εκεί που γιγαντώνονται οι καλά κρυμμένες, οι μύχιες σκέψεις σου και εκμηδενίζεται καθετί διεκπαιρεωτικό. Επικαλείσαι κάθε αίσθηση που διαθέτεις κι ας περιορίζεται η όραση μέσα στο σκοτάδι. Ανάβεις μια σπίθα αρκετή για να δημιουργήσει τις σκιές που εσύ θες. Και αυτές αποκτούν τη μορφή που τους προσδίδεις, τις πλάθεις, όπως επιθυμείς, επικυρώνοντας τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζεις σε ό,τι σε αφορά.

Μια αμφιθυμία σε διακατέχει, μια αντιθετική αίσθηση, γιατί το σκοτάδι σου το αγαπάς και το φθονείς ταυτόχρονα. Η αντίθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και, για να μπορέσεις να κρατηθείς και να σταθεροποιηθείς, πρέπει να βρεις το δικό σου τρόπο, καθώς εδώ δεν υπάρχουν συνταγές. Η ισορροπία και η ανισορροπία ακροβατούν με –σχεδόν- χορευτικές, ακροβατικές κινήσεις, από εκείνες που πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς, γιατί διαφορετικά τα αποτελέσματα της αναπόφευκτης πτώσης θα είναι αμετάκλητα.

Η αίσθηση αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δέκατου album των ΜΟΝΟ Nowhere Now Ηere. Ένας τίτλος χωρίς σημεία στίξης, για να του δώσεις εσύ την προσωπική σου ερμηνεία, με την πρώτη λέξη να διαμορφώνεται από τη σύνθεση των επόμενων δύο, εμπεριέχοντας μέσα της το εδώ και το τώρα, κάτι σαν χωροχρονικό πλαίσιο. Οι ΜΟΝΟ επιλέγουν να επενδύσουν μουσικά τη διαπάλη μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων, μεταξύ ισορροπίας και αστάθειας, μεταξύ του τώρα και του πότε. Μια μουσική περιπλάνηση στις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χωρίς λόγια. Με συνοχή στις συνθέσεις, με τη μελαγχολία να κυριαρχεί και να συνθέτει τις στιγμές της νηνεμίας και της έντασης, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσά τους.

Το “After You Comes The Flood”, σε εισάγει στις συνθέσεις του δίσκου παρουσιάζοντας δυναμικά το νέο drummer της μπάντας Dahm Majuri Cipolla. Μετά την πλημμύρα, ως προϋπόθεση για να παραμείνεις ζωνταν@, οφείλεις να αναπνεύσεις και στο “Breathe” η φωνή της Tamaki σε παρασύρει σε μια συναισθηματική έξαρση ακριβείας, όπως συμβαίνει με την ίδια την αναπνοή, που είναι ζωτική και απαραίτητη. Τα “Nowhere now here” και “Sorrow” ξεκινούν με την ηρεμία, η οποία δίνει τη θέση της στην ένταση που ξεσπά, υπενθυμίζοντάς σου πως τώρα είναι η ώρα να πράξεις και η ώρα που οι δισταγμοί σου ακόμα και η λύπη σου δεν έχουν θέση πια εδώ. “Meet Us Where the Night Ends” μας προτρέπουν οι MONO. Βέβαια, δεν ξέρω που ακριβώς τελειώνει η νύχτα, ξέρω όμως, ότι χωρίς να φεύγει βίαια και απότομα, δίνει τη θέση της στην ανατολή, που γεμίζει με χρωματική παλέτα τον ουρανό αναμένοντας τη μέρα να φανεί, ώστε να πραγματοποιηθούν εκεί τα όνειρα.


There are moments when walking through your surrounding and inner darkness seems the only way. In that place you feel a strange sense of security. You carry your luggage, your fears, your pains, your fulfilled and unfulfilled love affairs (the last ones hurt the most). Heavy, though, the burden through the darkness feels; figures and dimensions change. It is that kind of intimacy that you feel within it. There where your soul is denuded. Something like a zero point, starting point or ending, you choose what meaning to give it.

Where your most well hidden and immense thoughts are dilated, and anything of cheap processing vanish. You invoke all the feelings you carry but your sight; for it is impaired in the darkness. You ignite a spark just to create the shadows that you will, for them to dance the shape you give them. You form them the way you want, validating the decisive role they play in your concerns.

Ambivalent senses overwhelm you, opposing sensation, just as that darkness is both your love and envy. Such contrast may cause your being erratic and for you to stand up and refortify – absent any recipes – you need to set it your own way. Balance and imbalance equilibrate with nearly acrobatic movements, these of the kind that have to be so accurate for you to avoid the inevitable consequences of a fall.

This sensation is depicted on the cover of the tenth album of MONO Nowhere Now Here. A title with absence of punctuation to give you the ability to interpret it as you want and give it your personal meaninng, while the synthesis of the first word derives from the latter two, including «here» and «now» as a space-time limitation. MONO choose to dress musically the fight between counterbalancing forces; between balance and imbalance; between «now» and «when». A musical wandering around sensations and feelings, without words. With cohesive compositions and dominance of melancholy conducting moments of calmness and tension, equilibrating with precision between them.

“After You Comes The Flood,” introduces you to the compositions of the album, presenting dynamically the new drummer of the band Dahm Majuri Cipolla. After the flood, as a prerequisite to stay alive, you have to breathe, and in «Breathe», Tamaki’s voice drives you into an emotional explosion of precision, as it is with breathing itself, which is vital and necessary. “Nowhere Now Here” and “Sorrow” start with the calmness with procession of the tension that breaks out, reminding you that now is the time to act and the time when your hesitations – even your regret – do not belong here anymore. “Meet Us Where the Night Ends” is MONO’s calling to us. Frankly, I don’t know where exactly the night ends, but I know that, without leaving violently or abruptly, it gives its place to the sunrise, which fills the sky with all the colors of the pallet, waiting for the day to burst, so that dreams can then be accomplished.

Sylvia Ioannou

Grails – Chalice Hymnal (temporary residence)

Οι Αμερικάνοι Grails είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που έχουν κατακτήσει έναν οικουμενικό καλλιτεχνικό σεβασμό. Η δισκογραφία τους είναι τέτοια που ξέρεις πια που να ποντάρεις: μην τζογάρεις ούτε cent στο ότι μια μέρα θα γίνουν πολύ μεγάλοι. Βάλε ότι έχεις και δεν έχεις στο ότι δεν θα βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο. Από αυτήν την άποψη η εξάχρονη απουσία τους δεν σημαίνει, δεν μεταφράζεται, ούτε σηματοδοτεί κάτι.

Για τους μη έχοντες γνώση, ο ήχος των Grails είναι ψιλοαπερίγραπτος. Το ότι προέρχονται και εντάσσονται γενικώς και αορίστως στo post-κάτι rock δεν λέει και πολλά. Η οργανική, αναλογική τους ζεστασιά και τα κοσμικά vibes που αποπνέουν τους τοποθετούν σαφώς στο σύμπαν που δημιούργησαν οι Neurosis, χωρίς όμως καμιά περαιτέρω ομοιότητα. Ο ιδιαίτερος τους χαρακτήρας εκφράζεται κυρίως μέσω της εκτεταμένης χρήσης διάφορων εφφέ και οργάνων και της απρόβλεπτης ενορχήστρωσης τους, στοιχεία που αναδεικνύουν ένα πρωτότυπο ethnic/ γήινο στυλ. Δανείζονται όμως και ψυχεδελικά, prog, ηλεκτρονικά, έως και kraut κόλπα και το κουβάρι τυλίγεται για τα καλά. Σύντομα συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει μεγάλη σημασία η ανάλυση του τι ακούει αλλά η απλή απόλαυση του.

Εστιάζοντας στο Chalice Hymnal και σε ότι αφορά την αίσθηση που αποπνέει, υπάρχει κάτι διαφορετικό από προηγούμενες δουλειές τους. Ο ανατολίτικος μυστικισμός των συνθέσεων τείνει να ξεθωριάσει και λείπουν εκείνα τα δραματικά θέματα που εμφανίζονταν τακτικά στα τραγούδια τους, με εκπληκτικά αποτελέσματα είναι η αλήθεια. Επίσης οι ημίσκληρες γωνίες τους έχουν λειανθεί αισθητά. Στη θέση τους, βρίσκουμε μια πιο πολύχρωμη, κινηματογραφική προσέγγιση που μου φέρνει στο νου τις τελευταίες δουλειές των Mogwai. Κάθε track δείχνει να εμπνέεται από μια βασική ιδέα, ένα μικρό μοτίβο. Η μπάντα το ντύνει, το στολίζει, το εξερευνεί και το ακολουθεί μέχρι τέλους, συνήθως μέσα σε πλαίσια 4-5 λεπτών. Ακούγονται σαν να βουτάνε οι ίδιοι μέσα στην εσωτερική ατμόσφαιρα της ιδέας που οι ίδιοι γέννησαν. Σαν παρθένοι, κάθε φορά η εξερεύνηση μοιάζει να ξεκινάει από το μηδέν και το μεγαλύτερο τους προσόν είναι ότι, κάθε φορά την ξαναχτίζουν ελεύθερα και με νέα εργαλεία.

Η ροή του άλμπουμ είναι εξαιρετική και τα tracks μπλέκονται όπως τα χρώματα στην παλέτα. Η τελική αίσθηση είναι ενός τόπου φωτεινότερου απ’ ότι είχαμε συνηθίσει ως τώρα. Ξεχωρίζει η σχεδόν new age κατασκευή του ‘’The Moth & The flame’’, οι “ ψύλλοι στα αυτιά μου μπήκανε” ηλεκτρονικές υποψίες του ‘’Empty Chamber’’ και η περήφανη floydίλα του 10λεπτου ‘’After The funeral’’ .Δώσε ιδιαίτερη προσοχή στον πλούτο και τη φροντίδα που οι Grails προσδίδουν στις ψηλές συχνοτικές περιοχές -σπανιότατο για rock γκρουπ. Αφουγκράσου τους λόγους που σε κάθε τους κυκλοφορία οι υπόλοιποι post δημιουργοί στήνουν αυτί. Δώσε τους κι εσύ το σεβασμό σου, το σεβασμό που αρμόζει σε αυτούς που ακολουθούνται και δεν ακολουθούν.

Αντώνης Καλαμούτσος

Explosions In The Sky – The Wilderness (temporary residence/bella union)

Αν η συναυλία είναι ο καθρέφτης μιας μπάντας, τότε ομολογώ πως η μοναδική post rock μπάντα που με είχε αφήσει ελαφρώς απογοητευμένο μετά το πέρας της εμφάνισης της, είναι οι Explosions In The Sky. Σίγουρα το συγκεκριμένο όνομα είχε ως τότε καταφέρει να φτιάξει ένα ολοδικό του ήχο με βάση τους τρεις πρώτους πανέμορφους δίσκους της, κερδίζοντας αρκετά ευρεία αποδοχή για ορχηστρική μπάντα, αλλά αυτές οι γλυκανάλατες μελωδίες απλά έβγαζαν ένα λυρισμό δίχως βάθος.

Πολλά έχουν αλλάξει από τότε ευτυχώς. Τόσα πολλά που είναι να απορείς πως κρατάει την ακμαιότητα της αυτή η μπάντα διατηρώντας την ίδια σύνθεση στα μέλη της, το ίδιο ανεξάρτητο label στη τζίφρα και παίζοντας την ίδια μουσική. Ίδια μουσική τρόπος του λέγειν, γιατί ακούγοντας το νέο τους άλμπουμ γίνεται απολύτως κατανοητό γιατί και πώς κρατιούνται τόσο ψηλά στο πάνθεον του συγκεκριμένου είδους. Σημάδια υπήρξαν και στα τρια τελευταία δισκογραφικά τους βήματα όπου συνεργάστηκαν με διάφορα ονόματα για τη μουσική επένδυση ταινιών. Εδώ όμως η μπάντα απλώνεται σε μέρη που ίσως δεν θα περίμενε ο μέσος ακροατής της, χωρίς να κινείται προς κάτι ντε και καλά μεγαλέπηβολο.

Ακούμε λοιπόν μελωδίες οι οποίες όμως δεν είναι στο πρώτο πλάνο, αλλά σε κερδίζουν καθώς οι συνθέσεις προχωράνε βήμα-βήμα. Η σειρά πάει κάπως με ένα κομμάτι ατμοσφαιρικό και μετά ένα κομμάτι με ένα στρωτό ρυθμό, αν και στην πορεία οι δυο αυτές ομάδες κάπου χάνουν τη διαφοροποίηση τους και γίνονται ένα, όπως οφείλουν σε ένα συνεκτικό δίσκο. Επίσης λείπουν οι κορυφώσεις που πλέον έχουν γίνει τόσο αναμενόμενες στο είδος που τείνουν να κουράζουν αφόρητα (βλ. νέο δίσκο των Yndi Halda). Ένα άλλο βασικό στοιχείο του δίσκου είναι η χρήση πλειάδας οργάνων και ήχων που εμπλουτίζουν το όλο αποτέλεσμα. Βασικά μόνο στο τελευταίο κομμάτι ακούμε κάτι που θυμίζει την μπάντα σε παλαιότερες δουλειές της και αυτό καταγράφεται στα θετικά του άλμπουμ.

Εν κατακλείδι είναι σαν οι συνεργάτες της μπάντας τα τελευταία χρόνια να της είπαν τις βελτιώσεις που χωρά ο ήχος της και αυτή να ακολούθησε πιστά τις συμβουλές της. Το The Wilderness είναι ένας σύγχρονος δίσκος, σε ορισμένες στιγμές δυναμικός, σε άλλες χαλαρωτικός, αλλά σχεδόν σε όλη του τη ροή ευφάνταστος. Σίγουρα πατάει πάνω στη post rock τεχνοτροπία, χωρίς όμως να περικλείεται στα στεγανά της, αποδεικνύοντας εν τέλει πως όσο μειώνεται η ποσότητα των κυκλοφοριών του είδους, τόσο ανεβαίνει ο πήχης της ποιότητας που πιάνουν.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Envy – Atheist’s Cornea (temporary residence/rock action)

 

Blue Moonlight…

Ξεκίνημα με την ακριβής αποτύπωση από τα πρώτα δευτερόλεπτα του ήχου τους. Μια απαλή λυρική μελωδία σκάει ξαφνικά πάνω σε ένα βίαιο θραύσμα έντασης. Επιτελείται ένα άμεσο άλμα προς τα πίσω και τα τελευταία πέντε χρόνια που μεσολάβησαν από το τελευταίο τους πόνημα γίνονται ένας κρότος. Απόδειξη αυτό το καταραμένο ρεφρέν που σε κάνει να σφίγγεις τα δόντια και να κλείνεις τα μάτια αυτόματα.

Ignorant Rain At The End Of The World…

Εισχωρούμε αργά, αλλά σταθερά στην μαγεία των σπασμένων ρυθμών της μουσικής των Envy. H φωνή αν και τραγουδά σε μια άγνωστη παντελώς γλώσσα, είναι σαν να γίνεται πλήρως κατανοητή ως προς τις προθέσεις της και τις εικόνες που αφηγείται. Να είναι άραγε αυτές οι πυρωμένες μελωδίες που ζώνουν συνθέσεις ισοβαρείς;

Shinning Finger…

Ανάμνηση ενός ξένοιαστου πρωινού, μιας φωνής που στόλισε έναν παλιό δίσκο των Mogwai και μιας συναυλίας των Mono. Έγχορδα από το πουθενά, πλήκτρα σε ύφος μπλαζέ και μια λιτή μελωδία συνέχουν ένα παραδόξως επικό κομμάτι. Το μυστήριο με την μουσική των συγκεριμένων Γιαπωνέζων συνεχίζεται.

Ticking Time…

Η αντιστροφή του ότι έχει προηγηθεί με μια αργή, ακόμη πιο επική σύνθεση. Πως γίνεται για άλλη μια φορά να αποφεύγουν να θυμίζουν κάτι στερεοτυπικό από τον χώρο της βαριάς μουσικής; Ίσως να φταίει το συναίσθημα που δεν εκβιάζεται σε καμία περίπτωση, αλλά ρέει αυτούσια μόνο του. Το φινάλε της σύνθεσης αποζημιώνει και τ@ς πιο απαιτητικούς φίλ@ς της μπάντας.

Footsteps In The Distance…

Ίσως η πιο βατή στιγμή του δίσκου με τις κραυγές να λείπουν παντελώς από την ερμηνεία των ποιητικών στίχων. Πάντως η μουσική παραμένει διαολεμένα φρέσκια αποδεικνύοντας πως υπάρχουν κάποιες εξαιρετικά λιγοστές μπάντες οι οποίες δεν γερνάνε ποτέ, κάνοντας και εμάς να νιώθουμε για λίγα λεπτά ακούγοντας τες αγέραστ@.

An Insignificant Poem…

Ένας ρυθμός που θυμίζει κάτι από Pianos Become The Teeth μας βάζει ουσιαστικά στο δεύτερο μέρος του δίσκου, στο οποίο το επίπεδο των συνθέσεων κάπως φθίνει. Όχι πως κάτι εδώ συγκεκριμένα θυμίζει τα προηγούμενα. Απλώς δεν εντυπώνεται τόσο έντονα η σύνθεση μέσα μας όπως οι προηγούμενες.

Two Isolated Souls – Your Heart And My Hand…

Οι δύο τελευταίες συνθέσεις έρχονται να θυμίσουν ελαφρώς τα παλιά τους έργα. Ένα αίσθημα που εμφανίζεται έντονο και επικυρώνει την επιστροφή της μπάντας σε παλαιότερες εποχές της. Ακόμη κι έτσι όμως η ένταση παραμένει λεία και ευφάνταστη. Το Atheist’s Cornea αναδεικνύεται σε άλλον ένα σημαντικό σταθμό της μπάντας η οποία υπάρχει χωρίς παύση από το ’92 και δεν παύει να θυμίζει παρά μόνο τον εαυτό της, κοσμώντας τον σύγχρονο μουσικό χώρο που την ανέδειξε.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης