Siavash Amini – Christoph Berg – Olivier Alary

Siavash Amini – Tar (hallow ground)

 Τι άλλο μένει να ειπωθεί για τον Ιρανό δημιουργό Siavash Amini; Το μόνο που έχει αλλάξει από τότε που πρωτοασχοληθήκαμε μαζί του και μετά τις συνεργασίες του με τον Zenjungle και τον Matt Finney είναι η ευρεία αναγνώριση του έργου του στον χώρο της σύγχρονης πειραματικής-ορχηστρικής μουσικής. Απόδειξη αυτής της αναγνώρισης ήταν η φετινή του συμμετοχή σε ένα από τα σημαντικότερα μουσικά φεστιβάλ του Βερολίνου, το CTM. Εκεί έπαιξε σε παγκόσμια πρώτη εμφάνιση το άλμπουμ που σήμερα έχουμε την ευκαιρία να το ακούσουμε στην ολότητά του.

 Φαντάζομαι ότι αυτή η δουλειά αντιπροσωπεύει κάτι ιδιαίτερο για τον ίδιο, μιας και αυτή ήταν το υλικό της πρώτης του συναυλίας εκτός Ιράν. Το Tar ως εκ τούτου φαντάζει δικαίως η πιο εγκεφαλική δουλειά του. Οι σχεδόν ακίνητες ατμόσφαιρες θυμίζουν κάτι από τον απειλητικό πλανήτη του Melancholia του Trier. Τη μια στιγμή επικρατεί μια ηρεμία και την άλλη μια σύγκρουση θορύβων, συμβολίζοντας το εγώ που συναντά το εμείς και επηρεάζεται από αυτό. Οι Nima Aghiani στο βιολί και Pouya Pour-Amin στο τσέλο παίζουν έναν βασικό ρόλο στη ροή και τη φυσιογνωμία του Tar, το οποίο είναι σαν ένα πελώριο κομμάτι που παίρνει βαθιές εισπνοές και εκπνοές πριν το λυτρωτικό σβήσιμό του.

Christoph Berg – Conversations (sonic pieces)

 Το μολύβι μετέωρο λίγα χιλιοστά πάνω από την ημιθανή σελίδα. Μια μουσική διαπερνά το ανοικτό δωμάτιο αφήνοντας τη σκέψη ακινητοποιημένη. Το νέο άλμπουμ του Christoph Berg δεν χωρά πολλές αναλύσεις. Υπάρχει μια αίσθηση νοσταλγικής σκοτεινιάς ολούθε του, χωρίς να γίνεται ούτε μελό ούτε εξεζητημένο. Η μελωδικότητά του το ζώνει από τα μέσα και οι τίτλοι εξηγούν το υπόβαθρο κάθε σύνθεσης, καθώς οι λέξεις απουσιάζουν από μια τέτοια λυρική γιορτή.

 Η κάθε ακρόαση κυλά τόσο γλυκά που νομίζεις ότι πάντα μένει να ειπωθεί και κάτι άλλο την επόμενη φορά , σαν ένας λαβύρινθος με έναν μπορχικό Μινώταυρο στο κέντρο του, όπου η τελευταία του λέξη είναι το μυστικό που τον κρατά ζωντανό.

Olivier Alary – Fiction / Non Fiction (130701)

 Πολλές φορές το βιογραφικό ενός μουσικού μπορεί να είναι παραπλανητικό, καθώς τείνουν οι πίσω σελίδες του να επισκιάζουν την τελευταία προς ανάγνωση. Στην περίπτωση του δίσκου αυτού δεν ακολούθησα την πεπατημένη μου, δηλαδή να βιαστώ κάπως να γράψω την κριτική του αποτίμηση ή να αναλωθώ στη μελέτη του, πλούσιου κατά τα άλλα, ιστορικού του. Το Fiction/Non Fiction εμφανιζόταν θεόρατο μπροστά μου σε ανύποπτες στιγμές και ακολούθως φανέρωσε εν τέλει τις αρετές του. Κάτι παραπάνω από ένα απλό neo-classical άλμπουμ ή ένα υποθετικό σάουντρακ, το άλμπουμ αυτό δημιουργήθηκε από μια πηγή ολοζώντανης μουσικής έμπνευσης.

 Ανάμεσα σε στατικά βιολιστικά θέματα ξεπροβάλλουν συνθέσεις στεντόρειες μα και υπόγεια εσωτερικές. Ο τίτλος κρίνεται ως άκρως πετυχημένος, καθώς έχουμε κάτι σαν μια ιστορία που ξετυλίγεται εν μέσω σιωπών, βλεμμάτων ή ακόμη και κλειστών ματιών. Ειδικά όπου μπαίνουν τα αιθέρια πνευστά κάτι ριγεί στην ατμόσφαιρα, δείγμα του ότι εδώ έχουμε μια δουλειά σπάνιας γοητείας, η οποία ξεπερνά και τα στεγανά ή τα όρια αποδοχής του συγκεκριμένου μουσικού είδους.

Μπάμπης Κολτράνης

Building Instrument – Fogh Depot – The Swifter

Building Instrument – Kem Son Kan å Leve (Hubro)

buildinginstrument.againstthesilence

 Κατά μία άποψη, η εκούσια χρήση μιας λιγότερο κοινής γλώσσας, πέρα από το να εξάπτει την φαντασία και την περιέργεια των ακροατών, ταυτόχρονα διαμορφώνει – υπογείως ή υπεργείως – ένα συγκεκριμένο αισθητικό πρότυπο, ανάλογα με την εικόνα που έχουμε για την (εθνική) ιδιοσυγκρασία των φορέων της γλώσσας αυτής, ασχέτως του εάν η εικόνα αυτή βασίζεται σε στερεότυπα καθιερωμένα από τρίτο χέρι ∙ κι ακριβώς επειδή η χρήση τέτοιων γλωσσών αναγκαστικά φέρνει στην επιφάνεια τα στερεότυπα, κι επειδή λίγο-πολύ τα στερεότυπα καθορίζουν και την αντιμετώπιση που έχει κανείς απέναντι στους φορείς της γλώσσας, είναι πάντα ωφέλιμο να θυμόμαστε ότι, όπως έχει αποδειχθεί ξανά και ξανά (και ξανά), το γεγονός ότι κάποιος ή κάποια μιλάει μια ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει ότι λέει και κάτι το ενδιαφέρον. Το τρίο των Building Instrument κυκλοφόρησε αισίως τον τρίτο του δίσκο ∙ το Kem Son Kan å Leve – μια κατά προσέγγιση μετάφραση του τίτλου είναι «Ποιος ξέρει πώς να ζει» – αποτελείται από 6 κομμάτια αιθέριας, ονειρικής electro (κυρίως) / pop μουσικής, που δίνει την εντύπωση φλερτάρει ανοιχτά την folk μουσική (περισσότερο λόγω των φωνητικών μελωδιών), ή έστω τη συνθετική νοοτροπία της folk μουσικής.

 Το Kem Son Kan å Leve καταρρίπτει ένα στερεότυπο: αυτό του αρκτικού νορβηγικού χειμώνα, της βαριάς συννεφιάς και της ατέρμονης χιονόπτωσης ∙ μολονότι προσεγγίζουν σε κάποια (ελάχιστα) σημεία το στερεότυπο της βόρειας σκοτεινιάς, τα κομμάτια του Kem Son Kan å Leve είναι αναπάντεχα φωτεινά και ελαφριά – αιωρούνται, εκτυλίσσονται, χωρίς όμως να κατασταλάζουν κάπου, κάτι που εντέλει λειτουργεί αρνητικά: το Kem Son Kan å Leve διακρίνεται από μια υπερβολική μελωδικότητα, μια πλήρη απουσία εντάσεων, αλλά και μια συνολικότερη ομοιομορφία στο ύφος και στην κατεύθυνση των συνθέσεων. Ο συνδυασμός όλων αυτών διαμορφώνει, εκούσια ή ακούσια, μια γενικότερη lounge αισθητική. Με λίγα λόγια, παρά τις μελωδικές του χάρες, ο δίσκος παραείναι χαλαρός, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις στα 37 λεπτά της διάρκειας του. Ίσως κάποια μεμονωμένα κομμάτια (π.χ. “Fall”) στέκονται – σαν συνολικό άκουσμα, ωστόσο, η εντύπωση που προκαλούν (τα στερεότυπα που λέγαμε) εξαντλείται πιο σύντομα απ’ ότι θα έπρεπε.

Fogh Depot – Turmalinturm (Denovali Records)

foghdepot.againstthesilence

 Οι Μοσχοβίτες Fogh Depot ανήκουν σ’ ένα νέο μουσικό κύμα που επεκτείνεται τα τελευταία χρόνια. Αυτό που χαρακτηρίζει το κύμα αυτό είναι η δημιουργική αξιοποίηση και ο συνδυασμός στοιχείων από αρκετά μουσικά ρεύματα των τελών του 20ου αιώνα έως σήμερα, όπως είναι το trip-hop, η dark jazz, η electronica, η κινηματογραφική μουσική, το drone / ambient κ.α., διαμορφώνοντας μια μουσική φόρμα που θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε – με αρκούντως παραστατικό τρόπο – ως μουσική πόλεων ∙ δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που όλα σχεδόν αυτά τα μουσικά ρεύματα σχηματοποιήθηκαν έχοντας ως κοινό άξονα τη ζωή και τον ανθρώπινο ψυχισμό στους κόλπους των μεγάλων αστικών κέντρων. Αναγνωρίζοντας ίσως την ουτοπία των εξαγγελιών της αποανάπτυξης, και την καθολική πλέον δυστοπία των μεγαλουπόλεων του 21ου αιώνα, το Turmalinturm, η δεύτερη κυκλοφορία των Fogh Depot παραμένει μουσικά και αισθητικά στον άνω αναφερόμενο άξονα.

 Πατώντας κυρίως πάνω σε ηλεκτρονικά θεμέλια, χωρίς όμως να αμελούν την παραδοσιακή, οργανική αντίληψη για την εκτέλεση της μουσικής σε στουντιακό περιβάλλον, οι Fogh Depot αντλούν στοιχεία από τα μουσικά ιδιώματα που αναφέρθηκαν παραπάνω για να αποτυπώσουν την δική τους εικόνα αστικού τοπίου που αλλάζει διαθέσεις και ύφος από κομμάτι σε κομμάτι, όπως αλλάζουν τα τοπία από περιοχή σε περιοχή κατά την διαδρομή στα μέσα αστικών συγκοινωνιών. Μολονότι δεν θα το χαρακτήριζε κανείς ως πρωτοποριακό στο είδος του – χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η πρωτοποριακότητα αποτελεί απαραίτητα βασικό κριτήριο απόλαυσης της μουσικής – το Turmalinturm χαρακτηρίζεται από μια έξυπνη χρήση συνθετικών εργαλείων και επιρροών, με αποτέλεσμα να δομεί με ευφάνταστο και αξιόλογο τρόπο την δική του μουσική και αισθητική πρόταση. Όντας αρκετά μελωδικό και συμμαζεμένο από άποψη ενορχήστρωσης, το Turmalinturm είναι μια δουλειά που ακούγεται από την αρχή έως το τέλος δίχως να κουράζει, και χωρίς να πλατειάζει. Αν κάτι του λείπει, παρ’ όλα αυτά, είναι η πιο αυτοσχεδιαστική διάθεση, που σε κατάλληλες δόσεις μπορεί να προσέθετε ακόμη περισσότερο χαρακτήρα στα κομμάτια – αλλά αυτό πάλι, είναι εντελώς υποκειμενικό.

The Swifter – Wall Sailor (Sonic Pieces)

theswifter.againstthesilence

 Στο πρώτο άκουσμα, το Wall Sailor των Andrea Belfi, Simon James Phillips και BJ Nilsen (υπό την κοινή ονομασία The Swifter) φέρνει στο νου την τεχνοτροπία σχημάτων όπως οι B/B/S, εάν βέβαια οι B/B/S αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια πιο dark jazz προσέγγιση στις ατμόσφαιρες τους όσον αφορά τον συνολικό ήχο ή την συνολική παραγωγή. Το δεύτερο άκουσμα επιβεβαιώνει αυτή τη διαίσθηση – με μια βασική, καθοριστική διαφορά: εκεί που τα πιο συμβατικά drone / ambient σχήματα θα εκμεταλλευόντουσαν τις τεχνολογικές εφαρμογές για να διαμορφώσουν τον ήχο τους, το Wall Sailor αξιοποιεί τις φυσικές ιδιότητες και την εγγενή μελωδικότητα του πιάνου, το οποίο και εκ των πραγμάτων στο προσκήνιο, ενώ η χρήση των δυναμικών των οργάνων, σε συνδυασμό με την ζωντανή ηχογράφηση τους, διαμορφώνει ένα κλίμα αυτοσχεδιαστικού διαλόγου μεταξύ των τριών μουσικών, μεταδίδει μια αίσθηση ότι τα κομμάτια είναι προϊόν ζωντανού διαλόγου μεταξύ των μουσικών, κι όχι απλά αποτέλεσμα δευτερογενούς ή τριτογενούς στουντιακής επεξεργασίας.

 Σε ένα μουσικό ιδίωμα όπου συχνά είναι δύσκολο να εστιάσεις σε κάποιο κομμάτι (ή και σε κάποια ολοκληρωμένη δουλειά), η χρήση του πιάνου από τον Philipps, σε συνδυασμό με τα κρουστά του Belfi και τις ατμόσφαιρες του Nilsen, προσδίδει μια αναλογικότητα στον ήχο που διαφοροποιεί το Wall Sailor από άλλες δουλειές του συγκεκριμένου ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει το άκουσμα του ∙ χωρίς να μπορούμε να πούμε ότι το Wall Sailor είναι σημείο αναφοράς, μπορούμε κάλλιστα να πούμε ότι είναι μια καλοστημένη και ενδιαφέρουσα δουλειά, που προσφέρει μια βάση για περαιτέρω μουσική εξερεύνηση.

ATM