Thomas Ankersmit – Homage To Dick Raaijmakers (shelter press)

Ως έκφραση στο ηχητικό πεδίο- μα και όχι μόνο σε αυτό-ο μινιμαλισμός θα μπορούσε να νοηθεί ως μια χειρονομία Αγάπης. Μια χειρονομία άδολη και άχρονη, υποβλητική στη σύλληψη μα και στην πραγμάτωσή της. Φυσικά, συχνότατα ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας ψυχρά ακαδημαϊκής προσέγγισης, που στερεί το αποτέλεσμα από την αρχική του ποιότητα. Είναι ήδη γνωστό, εξάλλου: η άνιση υπέρβαση της αυστηρότητας οδηγεί στη στειρότητα, Ενώ, αντιστοίχως, η άμετρη προσφορά του ελέους απολήγει στη μαλθακότητα. Ετούτες είναι λοιπόν οι συμπληγάδες, ανάμεσα στις οποίες το παρόν έργο οφείλει να πορευτεί.

Το γεγονός ότι πρόκειται για έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Dick Raaijmakers με προϊδεάζει ιδιαιτέρως θετικά. Το γεγονός δε πως ο εν εξετάσει φόρος τιμής αποδόθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ένα μουσείο, ας μην γίνει δεκτό ως ενδεικτικό κάποιας νοσηρά ιδωμένης ακαδημαϊκής ροπής, προερχομένης από το μέρος του συνθέτη. Ας αρκεστούμε στο απλό γεγονός: το υλικό που βρίσκεται εδώ, εκτέθηκε πρωταρχικά μπροστά σε κοινό, στο Stedelijk Museum του Amsterdam, το 2016. Και φέτος κυκλοφορεί και η καταγραφή του σε ψηφιακό δίσκο.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η ολότελα αναλογική αυτή ηχητική σύνθεση είναι εμπνευσμένη από τα έργα όπως ακόμα και από τα θεωρητικά κείμενα του Dick Raaijmakers. Η συνολική προσφορά του κορυφαίου αυτού δημιουργού δε δύναται να αποτυπωθεί εδώ. Σε ό,τι μας αφορά άμεσα, η σύνδεση είναι άρρηκτα έκδηλη, καθώς η παρούσα συμφωνία αφιερώνεται σε αυτόν. Αφιερώνεται επίσης στον πατέρα του Ankersmit, ως κίνηση ανταπόδοσης και ευγνωμοσύνης. Για το γεγονός ότι μέσω αυτού ο Thomas ήρθε σε επαφή με το feedback για πρώτη φορά. Μια συγκινητική αποκάλυψη, τολμώ να προσθέσω, καθώς το feedback είναι ένα από τα ομορφότερα επιτεύγματα που έλαβαν χώρα στο ηχητικό στερέωμα.

Έχοντας αυτές τις βάσεις ως σημεία αναφοράς, ο Ankersmit ξεδιπλώνει αβίαστα τις όποιες αρετές του. Οι οποίες μάλιστα είναι ουκ ολίγες, ένα στοιχείο που δε συνιστά αντίφαση, σε σχέση πάντα με τον αυστηρά λιτό χαρακτήρα του περιεχομένου.Έχοντας ήδη επιδώσει τα διαπιστευτήρια του, μέσα από μια σειρά συνεργασιών με εξαιρετικούς καλλιτέχνες, όπως ο Jim O’Rourke και ο Valerio Tricoli, διατρανώνει εδώ περίτρανα τη φύση της εμμονής του. Η οποία επιστεγάζεται σε μια διάδραση καθάριων θορύβων και βόμβων, που καθοδηγούν την εγκόσμια κίνηση. Η αφοσίωση στην αναλογική υφή, αποτελεί τρόπον τινά μια ευκαιρία συνομιλίας με το παρελθόν αυτού του χώρου. Είναι βέβαια αναμενόμενο πως αυτή η προσέγγιση ενδέχεται να φανεί ανάλογη με την αντίστοιχη των Eleh. Η βάση αυτής της ηλεκτρονικής ιερουργίας όμως θα μπορούσε να ψηλαφηθεί στο απώτερο κενό του χρόνου-όπως αυτό μετουσιώθηκε στα έργα οντοτήτων όπως ο Tony Conrad, ή και ο Terry Riley.

Πέρα από την παράθεση όμως προσχηματικών συγγενειών, το κομβικό σημείο αυτού του έργου βρίσκεται αλλού: είναι η διπλή όψη αυτών των ήχων, που λειτουργεί ωσάν κέλυφος. Η φαινομενική μα και ουσιώδης ψυχρότητα κυριαρχεί ως περίβλημα. Ψηλαφώντας ωστόσο κάτω από την επιφάνεια, ανακαλύπτει κανείς ένα άφοβο βάθος, ο πυρήνας του οποίου αποκαλύπτει μιαν εμβριθή θερμότητα. Ο συντονισμός με αυτή την παλλόμενη γοητεία, είναι το ζητούμενο αυτής της σπουδής. Η οποία, δονούμενη ως μελέτη, συνταιριάζει τον πλούτο της εμπειρίας, με τη στοργή του αεικίνητου. Όσες και όσοι κατορθώσουν να συμπορευθούν με τον νόστο αυτής της εμπειρίας, θα ανακαλύψουν μια μαγευτική, μα και συνάμα, μαγεμένη, κατάβαση. “Κάθε εικόνα είναι καθαυτή ύπνος”, άλλωστε- για να χρησιμοποιήσω τα, παραδόξως ταιριαστά εδώ, λόγια του Walter Benjamin.


Treated as an expression, when it comes to the sonic field -yet not exclusively, may I gladly add- minimalism could be viewed as a gesture of Love. A gesture that is genuine and timeless, evocative in its conception as well as in its course of fulfillment. Naturally though, it is quite often that the danger of a clinical, relentlessly academic approach lurks. An approach that, in the end, strips off the result of all its initial qualities. It is an already well known fact: the uneven transcendence of strictness will ultimately lead to sterility. Whilst, simultaneously, a severe offering of mercy will likely culminate into limpness. Thus, these appear to be the milestones, in through which this present piece needs to walk among. The fact that this is a homage to the magnificence of Dick Raaijmakers, provides me with a certainly positive inclination. Moreover, the fact that this specific homage which I am examining here, was at first presented in a museum, should not be addressed as a testimony of a morbidly addressed academic tendency, on the artist’s behalf. For the time being, let us simply attest to the occasion: the material presented herein, had its initial projection in front of an audience, back in 2016, its place of exhibition being Stedelijk Museum, in Amsterdam. Hence, this year sees the release of the recorded output, in the form of a compact disc.

It is relatively easy to understand that this completely analog audio composition is greatly inspired by the works, as well as the theoretical texts of Dick Raaijmakers. The essential character of the latter’ s legacy cannot be fully acknowledged, within the limits of this text. Focusing exclusively on what is of immediate concern to us, a connection is inseparably forged, something definitely evident from the beginning, since this symphony is dedicated to him. At the same time, this is also dedicated to Ankersmit’s father. A rather gentle and rewarding gesture of recognition to the man that firstly introduced Thomas to the joys of feedback. This had probably been a deeply moving revelation, dare I add, since feedback is one of the finest achievements that ever took place on sonic terrain. Using these foundations as pillars of reference, Ankersmit effortlessly unfolds his obvious merits. Quite a lot of the latter can be detected at once, something that does not constitute a contradiction, or even a form of antinomy, in relation to the strictly austere mode that this work possesses.

Having already displayed his credentials in a series of collaborations with well respected artists around the globe, such as Jim O’ Rourke and Valerio Tricoli, on this occasion he gloriously demonstrates the inner nature of his obsession. An obsession that is materialized into a transaction of brightly visible noises and drones, that seem to navigate towards the cosmic current. His dedication to analogue texture can be regarded as an opportunity to communicate directly to the past endeavours of this genre. It is reasonably expected that this type of approach will be compared to Eleh’ s equivalent efforts. The actual basis of this electronic ritual, however, would indeed be traced back to the utter void of time-and the motives that this had been transmuted in the works of entities such as Tony Conrad and Terry Riley.

Aside from citing eclectic relations to former monuments though, I need to point out that the crucial element of this recording lies elsewhere: into the dual aspect of these sounds, that seemingly embrace a function similar to that of a shell. An apparent, yet essential, sense of coldness is effectively dominant, providing a space equal to that of a tender shield. Reaching out under its surface though, one can come across to a fearless depth, the core of whom unveils a profound sense of warmth. Tuning to this spinning charm, is the actual desideratum of this study. Imagine the latter, vibrating spontaneously as a survey, functioning as a connection between the wealth of experience and the tenderness of a restless force. Those that will manage to merge into the wistfulness of said experience, will be rewarded by discovering a truly magical, but also enchanted, descent. “Each image is sleep by its nature”, certainly-quoting here the paradoxically fitting words that Walter Benjamin once used.

Giorgos Kanavos

Christina Vantzou 2018

Η μοναξιά μάς πνίγει όλ@ς. Σφαλίζει τα παράθυρα, εστιάζει στο όνομα που ορθώνεται στον καθρέφτη και απομένει θλιμμένη στο ημίφως. Αυτό αποδεικνύεται και επιδεικνύεται περίτρανα στη σύγχρονη δισκογραφία της πειραματικής μουσικής, όπου κυριαρχούν τα προσωπικά άλμπουμ. Όσο όμως προβάλλεται το εγώ, τόσο το μέσα μένει μέσα ως ιδέα, αλλά και ως οντότητα. Η μουσική αυτή εξάλλου ερωτοτροπεί με την έννοια της απομόνωσης, καθώς διαθέτει στοιχεία εσωτερισμού, οπότε για αυτό γίνεται μεγαλύτερη η ανάγκη να σπάσει αυτό το μοτίβο της εσώκλειστης δημιουργίας και να συναντηθεί με άλλες. Πολύ απλά, να βγει (προς τα) έξω!

Η CV φαίνεται να τα έχει κατανοήσει όλα αυτά. Αφήνοντας πίσω τη θητεία της στους Dead Texan και τα τρία προσωπικά της άλμπουμ που την καταξίωσαν στον χώρο, προχωρά σε δύο απανωτές κυκλοφορίες που βασίζονται σε συνεργατικό πνεύμα. Η ευχάριστη έκπληξη εκ των δύο αυτών είναι η συνεργασία της με τον JAB των Forma. Βασισμένο στην επένδυση της έκθεσης εικαστικών του Zin Taylor, ένα αυθόρμητο και συνάμα βαθύ άλμπουμ ρέει ακολουθώντας τη ματιά τους που διατρέχει το εν λόγω ενενηντάμετρο έκθεμα σχεδίων. Οι ήχοι του είναι σαν να έρχονται από έξω και όχι από μέσα, και τις στιγμές που αποκτούν μια ambient εσωτερικότητα, αυτή λαμβάνει μια υπερβατική μορφή. Ίσως γι’ αυτό το υγρό στοιχείο είναι αρκετά έκδηλο σε ορισμένες συνθέσεις εδώ, το οποίο αποτελεί το χαρακτηριστικό της κίνησης και της διαδραστικότητας των αισθήσεων.

 

Αυτή η ζωντάνια του άλμπουμ αποτελεί και την απόδειξη ότι το εν λόγω ντουέτο ήρθε όντως σε μια γόνιμη επαφή με την τέχνη των εικαστικών, φέρνοντας κοντά τους δύο μουσικούς κόσμους των μελών του με κατεύθυνση προς τα έξω. Εξάλλου, αν η κατανάλωση ή έστω ημιτελής απόλαυση ενός έργου μπροστά σε μια οθόνη τείνει να οδηγεί ενίοτε στην κατάθλιψη, η συνάντηση με αυτό διά ζώσης δεν είναι μια αγνή μορφή επικοινωνίας, έκφρασης και συγκίνησης;

Τώρα, το τέταρτο προσωπικό της άλμπουμ θυμίζει αρκετά στην υφή τις προηγούμενες δουλειές της, μιας και κυριαρχεί πάλι μια μυστηριακή κατάνυξη. Αυτό που το ξεχωρίζει είναι η λιακάδα που το διαπνέει στο μεγαλύτερο μέρος του, η οποία οφείλεται στη γόνιμη συνεργασία με μια ομάδα μουσικών που είχαν κύριο λόγο και ως προς την τελική διαμόρφωση του υλικού. Αυτό ακούγεται σαν να ακολουθεί μια αόρατη ρυθμικότητα και ταυτόχρονα σε αρκετά σημεία είναι σαν οι ιδέες να μένουν ανολοκλήρωτες. Συνολικά ο συμπαγής αυτός δίσκος δεν θα στεναχωρήσει τον κόσμο που ήδη έχει αφεθεί στα προηγούμενα τρία άλμπουμ της, ανάγοντάς τον ως μια σταθερή δισκογραφική συνιστώσα, αλλά ταυτόχρονα ελαφρώς προβλέψιμη.

 

 

Πάντως τα δύο αυτά άλμπουμ κατά μια περίεργη σύμπτωση διαθέτουν εξώφυλλα που μοιάζουν μεταξύ τους σαν αντεστραμμένα είδωλα της ίδιας μορφής. Το ένα είναι σε λευκό φόντο με απαλή χάραξη και το άλλο σε μαύρο με διασπασμένο το πρόσωπο. Θα έλεγα ότι παραπέμπουν στο ταοϊστικό σύμβολο της λειτουργίας του σύμπαντος. Οι δύο αντίρροπες δυνάμεις, στην περίπτωσή μας οι δύο αυτές μουσικές δουλειές, αλληλοσυμπληρώνονται, με τα θετικά του ενός, βλ. η λευκότητα ως χαλαρή δύναμη του θετικού, να αλληλεπιδρούν με τα αρνητικά του άλλου, βλ. το άγνωστο σκοτάδι ως πηγή του αρνητικού. Ταυτόχρονα στο εσωτερικό και των δύο πλευρών-ημικυκλίων υπάρχει το σπέρμα του αντίθετού τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, χωρίς να ταιριάζουν απόλυτα μουσικά, ακούγονται ως ένα με έντονο ενδιαφέρον.

 

Μπάμπης Κολτράνης