Russian Circles – Guidance (sargent house)

russiancircles.guidance.againstthesilence

  Η στιγμή που βγαίνει κάτι καινούργιο από μια αγαπημένη πάντα, είναι σαν να ξετιλύγεις παιχνίδια τα Χριστούγεννα. Τουλάχιστον για μένα. Ξέρεις τι να περιμένεις περίπου, αλλά δεν παύει να σε ενθουσιάζει η ιδέα και ακόμα πιο πολύ η μανιακή διαδικασία του ξετυλίγματος. Βέβαια στη μουσική το ξετύλιγμα ξεκινά από τη στιγμή που θα πατηθεί το play. Ο λόγος για τους Russian Circles και τον καινούργιο τους δίσκο Guidance. Πάντα με ενθουσίαζαν οι συγκεκριμένοι μιας και ήταν από τις πρώτες μπάντες του post-metal κινήματος που είχα έρθει σε επαφή και ήμουν από τους τυχερούς που τους είχα δει κάπου στο ξεχασμένο Ροντέο στη Χέυδεν μαζί με λίγους πιστούς. Αν και μικρός χώρος και με προβλήματα οι τύποι στάθηκαν στο ύψος τους και έκτοτε παρακολουθώ την πορεία τους πιστά.

Αν και μέχρι το Empros ο ήχος τους δεν είχε αλλάξει ιδιαίτερα, στο Memorial έβγαλαν κάτι πιο σκοτεινό και ατμοσφαιρικό χωρίς να αποκλίνουν ιδιαίτερα από το στυλ τους. Η ενεργητικότητα και το συναίσθημα που χαρακτηρίζει το ιδίωμα που λέγεται Russian Circles δεν αλλάζει. Αυτό που κάνει τη διαφορά στο Guidance είναι η διάθεση για μια επέκταση και ένα μίνι-πειραματισμό στο φάσμα του ήχου τους. Εννοείται υπάρχουν τα γνωστά τους grooves και το τάπινγκ της κιθάρας μέσα σε μια περίοδο ενός κομματιού, αλλά η εισαγωγή ηλεκτρονικών στοιχείων και μιας πιο “προσγειωμένης” κιθάρας τους προσδίδει μια ατμοσφαιρική εσωστρέφεια. Κάτι πρωτόγνωρο για τη συγκεκριμένη μπάντα, μιας και στις προηγούμενες δουλειές τους ήταν πιο ωμοί και ηλεκτρισμένοι. Παρ’ όλη την στροφή στον ήχο τους, το αποτέλεσμα δεν με ξίνισε καθόλου. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του δίσκου σε αφήνουν να αφουγκραστείς την διαφορετικότητα, δείχνει μια ωριμότητα και μια σοφία. Είναι μελαγχολικά όμορφο και σε αναλογία με εποχές θα έλεγα ότι παραπέμπει σε φθινόπωρο. Καφέ φύλλα και μυρωδιά από βρεγμένο χώμα. Το παράδοξο στην ιστορία είναι ότι θυμίζουν μια πρέζα από το πρώτο τους δίσκο (Enter) και μια χούφτα από τις πρώτες τους επιρροές, βλέπε το Mogwai μπάσο, την κιθάρα επηρεασμένη από GY!BE και Talk Talk και τα κλασσικά ποστ-ροκ τύμπανα. Όλα μετρημένα και αποτελεσματικά.

Και κάπου εκεί κρύβεται το μεγαλείο τους. Η εντύπωση που αφήνει τελικά  το άλμπουμ, είναι ότι όλα ήταν προδιαγεγραμμένα και αποφασισμένα. Κάθε κομμάτι ενός τραγουδιού ήρθε και έκατσε άψογα και μετρημένα μέσα στη διάρκεια του, δίνοντας πάσα στο επόμενο και εν τέλει στον ολοκληρωμένο δίσκο Guidance. Νομίζω ότι έχουν πολλά ακόμα να δώσουν και το Guidance είναι μια μη διακριτή στάση ανάμεσα στα παλιά μονοπάτια του ήχου τους και στην επόμενη δουλειά που θα ακολουθήσει.

 

 

ichie

Chelsea Wolfe – Abyss (Sargent House)

 

Δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει ακριβής όρος για τον κύκλο καλλιτεχνών που ανήκει η Chelsea Wolfe – είναι ίσως πιο χαρακτηριστική μια σειρά από λέξεις-κλειδιά όπως Roadburn, Neurot Recordings, americana, doom, folk. Με κύριο άξονα τη δημιουργία υποβλητικής και gloomy ατμόσφαιρας, άτομα και σχήματα όπως Woven Hand, King Dude, Scott Kelly, Jarboe ή ακόμα και Daughn Gibson απορροφούν την αμερικάνικη ακουστική μουσική παράδοση – ιδίως τις πιο σκοτεινές πτυχές της, και την αφήνουν να οσμώνεται σε ένα σύγχρονο μουσικό μείγμα που ανοίγει σε μονοπάτια που φλερτάρουν ποικίλως με το ηλεκτρικό, το ηλεκτρονικό και το πειραματικό.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η Wolfe σε αυτόν τον δίσκο συνειδητά αγκαλιάζει περισσότερο από ποτέ την ηλεκτρική, doom πτυχή της μουσικής της, και την εξελίσσει με τον πλέον λογικό τρόπο, προοικονομία του οποίου υπήρχε ακόμα στο ντεμπούτο της, The Grime and the Glow, έχοντας μυριστεί πού ανήκει το κοινό της και ποιες είναι οι κοινές της αναφορές με αυτόν τον κύκλο.

Με το που ξεκινάει ο δίσκος δείχνει το συχνοτικό και ενορχηστρωτικό του πρόσωπο. Αργόσυρτα strokes κιθάρας, πυκνά παραμορφωμένα μπάσα μπασταρδεμένα με ηλεκτρονικά γεμίζουν τις χαμηλές, ενώ επιθετικά τύμπανα και βουτηγμένες στο βάθος φωνές που συχνά πυκνά λουπάρονται για να δημιουργήσουν δικά τους layers, φάλτσα υψίσυχνα βιολιά και feedbacks ολοκληρώνουν το φασματικό παζλ – όλα γνώριμα και ταυτόχρονα καινούρια. Η παραγωγή φυσικά είναι αντίστοιχα πυκνή και ογκώδης – η Wolfe έχει αφήσει για τα καλά το lo fi στοιχείο του παρελθόντος εδώ και καιρό.

Το δεύτερο πράγμα που γίνεται άμεσα αντιληπτό είναι η συνθετική ποιότητα των κομματιών. Η εγκαθίδρυση κάποιων προτύπων γραφής και χαρακτήρα είναι ένα μέρος της επιτυχίας, το οποίο έχει ήδη κατακτήσει από το Pain is Beauty, αλλά το στοιχείο που θέτει τα θεμέλια και αποτελεί συνήθως τον καθοριστικό παράγοντα στην ποιοτική ζυγαριά είναι (όσο απλό και αυτονόητο και αν ακούγεται) το να έχει καλές μουσικές ιδέες. Και το Abyss βρίθει από αυτές, κάνοντας ελάχιστες κοιλιές – το οποίο ήταν το κύριό μου παράπονο από την προηγούμενη δουλειά της.

Αυτό που φυσικά κάνει ισχυρό το όλο πόνημα είναι το όραμα και η προσωπικότητα της Wolfe, διάχυτη ομοιογενώς σε όλες τις εκφάνσεις του δίσκου. Από το εξώφυλλο και τη στιχουργική έως τους τονισμούς και την εκφραστικότητα των φωνητικών που θρηνούν, σε καταπίνει σε σκοτεινά νερά και σε μπωντλαιρικές εικόνες που σε αφήνουν να ψάχνεις να αναδυθείς για να πάρεις ανάσα – κάτι που οριακά σου επιτρέπει να κάνεις με τα πιο ακουστικά κομμάτια. Δεν υπάρχει αμφιβολία για την δημιουργική ωριμότητα της Chelsea, την οποία αυτός ο δίσκος αισίως επισφραγίζει.

Εν τέλει, το μεγάλο στοίχημα είναι αν όλο αυτό πείθει τον ακροατή και κατά πόσο πετυχαίνει να του επιβληθεί. Η απλούστερη απάντηση είναι πως όσ@ γοητεύονται από αυτού του τύπου τη θεματολογία και ατμόσφαιρα σίγουρα θα βρουν και με το παραπάνω σημεία που θα τ@ς απορροφήσουν και θα τ@ς βυθίσουν στην εσωστρέφεια του Abyss. Για τ@ς υπόλοιπ@ς, θα έλεγα πως μια ακρόαση θα άξιζε της προσοχής τ@ς – ακόμα και αν δεν τ@ς κρατήσει τόσο η εν λόγω αισθητική, σίγουρα θα εντοπίσουν ουσιώδεις μουσικές στιγμές και μια προσωπικότητα που έχει να πει κάτι μέσα από τις υπάρχουσες όσο και τις μελλοντικές της κυκλοφορίες.

 

 

Ηρακλής Χιονίδης

Russian Circles – Afformance – Caspian

Russian Circles – Memorial (sargent house)

 

Russian Circles - Memorial

 

Βλέποντας το εξώφυλλο αντιλαμβάνεσαι πως βρίσκεσαι στα γνωστά χωράφια του ορχηστρικού/κιθαριστικού ήχου. Διαβάζεις και το όνομα της μπάντας και θυμάσαι πως τους ξαναπέτυχες τότε που έψαχνες κάτι νέο στον χώρο αλλά τα αρκετά μεταλλικά τους μέρη σε κρατούσαν σε μια απόσταση αναπνοής. Ξεκινά λοιπόν ο δίσκος και είναι σαν να ακούς μια νέα μπάντα με το ακουστικό intro να οδηγεί απότομα σε ένα ευέλικτο ορυμαγδό που όμως δεν βγάζει κάτι το επιδεικτικά τεχνικό. Ναι, οι τρεις τους ξέρουν να βαρούν τα όργανα τους σε τέτοιο βαθμό που απορείς πως γεμίζουν τόσο πολύ τον ήχο τους, αλλά εδώ δεν μιλάμε μόνο για αυτό. Για την ακρίβεια πρόκειται για την αισθαντικότητα και την γοητεία της συνθετικής γραφής τους η οποία καθώς συναντά την αρκετή πλέον εμπειρία τους ως μπάντα, παράγει μικρά θαύματα. Τι να γράψεις για το ας πούμε ρεφρέν του “1777” που σε αφήνει αποσβολωμένο. Για την ευστοχία των λεπτομερειών του δίσκου, για την μετέωρη ευθύτητα των σκληρών στιγμών που θυμίζουν Year Of No Light σε πιο μαζεμένο και sludge ύφος. Τέλος τι να γραφτεί για την λικνιζόμενη ομώνυμη σύνθεση που κλείνει την ακρόαση μας και έχει την άσφαλτη Chelsea Wolfe στο μικρόφωνο. Σίγουρα το να αναφέρεις το Animals των Pink Floyd ως βασική επιρροή του δίσκου, είναι μάλλον προτέρημα, αλλά ο ίδιος ο πλούτος του Memorial είναι αυτόφωτος.

 

 

Afformance – Affection (name your price)

 

afformance.affection.againstthesilence

 

Σαν να μην έφτανε το φετινό τους ep, οι φορμαρισμένοι Αθηναίοι επέλεξαν να κυκλοφορήσουν μια συλλογή με ακυκλοφόρητα τους κομμάτια και remix τα οποία καλύπτουν ολόκληρη την δημιουργική τους περίοδο ως μπάντα. Μια κίνηση που σπανίζει στην ημεδαπή μουσική πραγματικότητα όπου η κάθε κυκλοφορία μιας και μόνο δουλειάς απαιτεί ιώβεια υπομονή και λεόντεια δύναμη. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. καθώς η μπάντα πετυχαίνει το ακόμη πιο σπάνιο να κερδίσει την απόλυτη σχεδόν συνοχή μέσω ενός υλικού που βγήκε ως ιδέα σε διαφορετικές περιόδους. Ακούγοντας το Affection κάλλιστα το θεωρείς ως μια σοδειά νέου τους υλικού. Αποφεύγοντας για άλλη μια φορά τα κακώς κείμενα της εγχώριας παραγωγής σε θέματα ήχου, βάζουν αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία σε ορισμένες τους συνθέσεις θυμίζοντας λίγο τους Misuse στο April. Σε αυτό βοηθάνε και τα remix πάνω σε συνθέσεις του πρόσφατου ep τους που υπάρχουν εδώ. Με όλα αυτά, πάλι φτάνουν σε ένα γλυκό post που το ατού του είναι η ουσιαστική μελωδικότητα του και οι μικρές εκπλήξεις που επιφυλάσσει όπως το μοναδικό κομμάτι με στίχους ή το θορυβώδες και καταλυτικό φινάλε.

 

 

Caspian – Hymn For The Greatest Generation (triple crown records)

 

caspian-hymn-for-the-greatest-generation-againstthesilence

 

Η ταχύτητα των γεγονότων και των αποριών που γεννιούνται από αυτά είναι τέτοια που πάλι ακολουθούμε την συγκεκριμένη μπάντα από πίσω. Πρώτον, πως αποφάσισαν να βγουν για περιοδεία ακριβώς αμέσως μετά τον θάνατο του νεαρού μπασίστα τους; Δεύτερον, τι δουλειά έχουν να σαπορτάρουν τους HIM; Τρίτον, πως έτυχε να παίζουν ξανά στα ευρωπαϊκά εδάφη με τους Defeater που δεν ταιριάζουν στον ήχο, δείχνοντας ίσως τον δρόμο που μας επιφυλάσσουν οι συνεργασίες του μέλλοντος;

Με αυτά τα περίεργα ερωτήματα βέβαια θα ξεχάσουμε την νέα τους κυκλοφορία που αποτελείται από τρεις νέες συνθέσεις, ένα demo και δυο remix από το περσινό τους δίσκο. Τα νέα κομμάτια δεν αποτελούν απολειφάδια από το παρελθόν αλλά είναι εντελώς φρέσκα βγάζοντας κάτι ίσως περισσότερο λυρικό από ότι η μπάντα μας έχει συνηθίσει. Μεγάλη θετική έκπληξη είναι το δεύτερο κομμάτι εδώ, το “The Heart That Feeds”, το οποίο έχει αυτό το midtempo μελωδικό σφάξιμο που προσωπικά δεν θυμάμαι να το συνάντησα στο τελευταίο τους δίσκο. Το ομώνυμο τραγούδι ξεκινά διακριτικά και στην συνέχεια απλώνεται παντού στον χώρο, το ακουστικό τρίτο κομμάτι είναι φόρος τιμής στον εκλιπόντα μπασίστα τους, το demo έχει ενδιαφέρον με τον θόρυβο που κουβαλά και τα remix μάλλον φαντάζουν ανούσια. Για άλλη μια φορά, αποδεικνύουν πάντως πότε να δίνουν ένταση στο ύφος τους και πότε να κουλουριάζονται υπηρετώντας την πρωταρχική (αλλά όχι μοναδική) αποστολή της μουσικής που είναι να ευφραίνει ότι έχουμε μέσα μας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Chelsea Wolfe – Blessure Grave – Implodes

Chelsea Wolfe – Unknown Rooms : A Collection Of Acoustic Songs ( Sargent House)

chelsea-wolfe-againstthesilence

Υπάρχουν πολλά και διάφορα να διαλέξει κανείς για να απομονωθεί από αυτόν τον κόσμο και να χουχουλιάσει μέσα τους. Ένα από αυτά είναι μια ολόγυμνη γυναικεία φωνή που στέκεται αγέρωχη στον αέρα. Για την Καλιφορνέζα Chelsea Wolfe δεν χρειάζονται πολλές εισαγωγές πέρα το παίξιμο της  αφοπλιστικής μουσικής της. Θυμίζοντας μια άλλη PJ Harvey που δεν θα εισερχόταν με τα μπούνια στην μουσική βιομηχανία, βαδίζει τον δικό της δρόμο. Είτε παίζοντας με μπάντα, είτε διασκευάζοντας το anarchopunk group Rudimenary Peni, είτε ανοίγοντας τις συναυλίες των Swans, είναι αυτή η ξωτική αλλά και επίγεια συνάμα φιγούρα που καθηλώνει χωρίς πολλές προσπάθειες.

Εδώ βγάζει μια συλλογή με ακουστικά κομμάτια, για την ακρίβεια με την συνοδεία λίγων μουσικών. Η αλήθεια είναι πως αυτή η συλλογή έχει βγει στο κλείσιμο της χρονιάς που μας πέρασε, αλλά αξίζει τόσο να ανασυρθεί κυρίως για την αστείρευτη ομορφιά της. Μια μουσική που επιδρά ιαματικά θυμίζοντας μια ακουστική κάθαρση. Δύσκολα ξεχωρίζουν κομμάτια από το ισοσκελισμένο αυτό υλικό, αν και το πρώτο και το τελευταίο κομμάτι σπρώχνουν λίγο πιο έντονα τους ώμους προς τα κάτω, ασυναίσθητα. Περιμένοντας το επόμενο βήμα, ας βυθιστούμε στην σύντομη αλλά περιούσια παρακαταθήκη της, ξεκινώντας με αυτό εδώ το χαμηλότονο αριστούργημα.

 

 

Blessure Grave – The Flashing (Desire Records)

blessuregrave.againstthesilence

Για να πάρεις χαμπάρι τι σόι μουσική παίζουν οι συγκεκριμένοι Πορτλανδοί, αρκεί να δεις τον τίτλο του ντεμπούτου τους (Unknown Blessures), να δεις σε πιο ανεξάρτητο label έβγαλαν το 2010 το πιο γνωστό τους δημιούργημα (Judged By 12, Carried By 6 στην Altern8) και τέλος να ακούσεις λίγο την φωνή του τραγουδιστή. Όχι ότι αντιγράφει τον Ian Curtis αλλά σίγουρα θυμίζει έντονα το ύφος των σκοτεινών ερμηνειών του.

Πάντως έχουν ξεκαθαρίσει το μυαλό τους από τότε που τους θυμόμουν πριν λίγα χρόνια και σε αυτό το δωδεκάιντσο που περιέχει τρια κομμάτια από μια πρόσφατη κασέτα τους, δυο ακυκλοφόρητα και ένα παλιό, φαντάζουν άκρως εύστοχοι. Ακούγοντας από την αρχή αυτά τα καταραμένα 25 λεπτά του ep, νιώθεις σαν να σε καλούν ολοένα και σε πιο σκοτεινά δωμάτια. Αποκορύφωμα όλων βέβαια το πιο παλιό τους τραγούδι “Watching” που υπό την έπιρρεια του, νομίζεiς ότι στέσαι σε ένα παράθυρο μιας εργατικής πολυκατοικίας στο Manchester το 1980, ατενίζοντας την γκρίζα θέα. Με όλα αυτά, ίσως αυτή η μπάντα αξίζει να αναδειχθεί από το πρόσφατο new wave μπούγιο που κάνει λες και ανακάλυψε το σύμπαν. Απλότητα θέλει και ερμηνείες με κλειστά μάτια.

 

 

Implodes – Recurring Dream (kranky)

implodes.againstthesilence

Πριν δυο ακριβώς χρόνια, η συγκεκριμένη μπάντα από το Σικάγο, είχε κυκλοφορήσει ένα από τα λίγα ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων που ακόμη συγκρατώ στην μνήμη μου. Βγάζοντας από την αφαίρεση του shoegaze ένα γλυκό σκοτάδι, φάνηκε σαν να ήθελαν να προχωρήσουν αρκετά βήματα παραπάνω από κάθε άλλη μπάντα του αντίστοιχου ήχου. Πάντα όμως το δεύτερο βήμα είναι αυτό που καθορίζει το μέχρι που θα φτάσει σε πρώτο βαθμό μια μπάντα. Είτε ως δείγμα ωρίμανσης, είτε ως εικόνα του μέλλοντος.

Ως προς το πρώτο, όντως το νέο τους album δείχνει μια μεγαλύτερη τριβή πάνω στο στυλ που επιλέγουν να εκφραστούν. Ταυτόχρονα όμως, αυτή η καλογυαλισμένη παραγωγή, σβήνει την όμορφη βρωμιά που χαρακτήριζε τον ήχο τους και φαντάζει σαν να τετραγωνίζει τα κομμάτια. Σε αυτό το είδος εξάλλου, ο ήχος δεν είναι μερικές φορές η βάση ενός κομματιού αλλά και ο σηματοδότης του τελικού προορισμού. Από την άλλη, υπάρχουν αρκετές στιγμές στον δίσκο που δύσκολα δεν θα συγκινήσουν τους φίλους του σύγχρονου κιθαριστικού ήχου. Μπρος στην δυσκολία λοιπόν να βγάλω ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα για αυτό που ακούω εδώ, θα ήταν καλή ιδέα να πετύχαινα την μπάντα σε καμία συναυλία, έχοντας την απορία πως θα ακούγετε ζωντανά το Recurring Dreams. Σίγουρα όμως ο ενθουσιασμός της πρώτης επαφής με την μπάντα πριν δυο χρόνια, απουσιάζει.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης