The Ocean Collective – Phanerozoic I: Palaeozoic (Pelagic Records)

Το Phanerozoic I: Palaeozoic (το 2ο μέρος θα κυκλοφορήσει το 2020), 8ο άλμπουμ των Γερμανών The Ocean Collective, δεν έχει κάποιο καινούριο στοιχείο σε σχέση με την πρότερη δισκογραφία τους και δεν εισάγει κάποια καινοτομία. Δεν είναι το πρώτο άλμπουμ που επιδιώκει να πετύχει την τέλεια φυσική ισορροπία ανάμεσα στο αργόσυρτο και θηριώδες post/sludge και στις προοδευτικές εκφάνσεις του metal ήχου. Σαφώς, έχουμε ακούσει μυριάδες άλλα άλμπουμ με πελώρια riff, εκτεταμένα, ατμοσφαιρικά περιβάλλοντα και με σύμμαχο την εξαιρετική παραγωγή. Δεν είναι το πρώτο metal άλμπουμ που συνταιριάζει βέβαια τις υψηλές δυναμικές του με πιάνα, έγχορδα και ηλεκτρονικά στοιχεία και, ούτε συζήτηση, έχουμε ακούσει άπειρους δίσκους που τραγουδήθηκαν από εξαιρετικούς τραγουδιστές – αν και νομίζω ότι είναι καιρός να αναγνωρίσουμε τον Loic Rossetti ως έναν από τους σπουδαίους της εποχής μας. Και όσο και αν όταν τραγουδάει ο Jonas Renske των Katatonia λιώνουν και οι πέτρες, τέλος πάντων έχουμε ακούσει πολλές άλλες συνεργασίες στο παρελθόν αντίστοιχης εμβέλειας με το “Devonian: Nascent”(;).

Το Phanerozoic I: Palaeozoic δεν είναι το πρώτο άλμπουμ που αφηγείται ιστορίες για τις δυνάμεις της γης και παραδίδεται σε απόλυτα φυσιοκεντρικά οράματα. Δεν είναι το πρώτο επιστημονικό ή και διδακτικό άλμπουμ, ούτε βέβαια το πρώτο που μας κάνει να υποπτευόμαστε ότι οι στίχοι του αποτελούν ουσιαστικά μια τεράστια αλληγορία – οι καταστροφές, οι ανασχηματισμοί και οι αναγεννήσεις της Φανεροζωικής περιόδου ως τα γεωλογικά σύμβολα της ανθρώπινης ασημαντότητας και των μικρών και μεγάλων θανάτων που όλοι ζούμε καθημερινά. Οι The Ocean δεν είναι οι πρώτοι που έχτισαν συναισθήματα απόλυτης φθοράς και απόλυτης ανάτασης με αντίστοιχες μουσικές και δεν είναι το πρώτο άλμπουμ με τόσο έντονο το δραματικό κι επικό στοιχείο. Αρκετές φορές στο παρελθόν ακούσαμε μουσικές που έφεραν μπροστά στα μάτια μας δυνατές εικόνες, θάλασσες να υψώνονται σαν βουνά και σεισμούς να ανοίγουν τη γη στα δύο.

Αναλύοντας τα συστατικά του, το Phanerozoic I: Palaeozoic θα έπρεπε να είναι άλλο ένα απλώς καλό άλμπουμ, γιατί όμως ακούγεται τόσο καλύτερο από όσο θα του έπρεπε;

Εξήγηση δεν υπάρχει καμιά. Η μόνη υπαίτια για το διαμέτρημά του δεν μπορεί παρά να είναι εκείνη η αλήτισσα και ανυπόταχτη δεσποινίς που δεν παντρεύεται, δεν συγκινείται και δεν ταπεινώνεται για κανέναν. Εκείνη που αγνοεί τα παρακάλια μεγάλων και τρανών και δεν απαντά σε καμιά προσευχή κι αν της καπνίσει, διαλέγει έναν “μικρό” και “ταπεινό”, κάθεται κοντά του απρόσκλητη και αποχωρεί σαν σκιά όταν της έρθει. Μούσα την έλεγαν οι παλιοί, έμπνευση τη φωνάζουμε σήμερα, όπως κι αν την πεις, η άτιμη πήγε κι ερωτεύτηκε τον Robin Staps και τη βερολινέζικη κολεκτίβα του και προφανώς δεν τον άφησε στιγμή όσο το album δουλευόταν. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί κάπως το γεγονός ότι κάθε νότα αυτού του δίσκου μοιάζει να εκπληρώνει την ίδια του τη νομοτέλεια και να εξυπηρετεί απόλυτα τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκε. Και όπως η σπείρα του Milky Way αναμετράται με τη σπείρα του κελύφους ενός σαλιγκαριού, έτσι και τα σκάρτα 50 λεπτά του Phanerozoic χωράνε τα 500 εκατομμύρια χρόνια και τις 5 μαζικές αφανίσεις του Φανεροζωικού, διεκδικώντας τις ίδιες γενεσιουργές αιτίες.

Οι The Ocean δεν είναι δα και οι πρώτοι τους οποίους η metal μουσική –με τα μοντέρνα, μετά του 2000 αισθητικά πλαίσια– θα πρέπει να ευχαριστήσει για το φιλί της ζωής που της δίνει. Μέχρι όμως να εμφανιστεί ανάλογο τέτοιο album, υπάρχει περίπτωση να είναι οι τελευταίοι.


The 8th album of German act The Ocean Collective entitled Phanerozoic I: Palaeozoic (part II will be released in 2020), doesn’t add any new elements to their previous discography and carries no innovation with it. It is not the first album that tries to achieve a perfect, natural balance between an enormous mid-tempo post/sludge style and the most progressive aspects of metal sound. Clearly, we have listened to myriads of albums that include huge riffs, extended atmospheric ambiences and great production. Of course, it’s not the first metal album that combines its high dynamics with piano, cello and electronic sounds and, no discussion about it, we have listened to countless albums sang by phenomenal singers – though I believe it is time to acknowledge Loic Rossetti as one of the best singers of our time. And despite the fact that Katatonia’s Jonas Renske can make even stones weep when he sings, we have listened to many collaborations in the past, as important as this one in “Devonian: Nascent” (?).

Phanerozoic I: Palaeozoic is not the first album that narrates stories regarding the powers of the earth, surrendering itself to nature-centric visions. It is not the first scientific or instructive album, neither the first one that makes us suspect that its lyrics hide essentially a great allegory – the disasters, reconstructions and rebirths of the Phanerozoic era as geological symbols of human insignificance and of the little deaths and rebirths we experience in our everyday lives. The Ocean is not the first band to evoke feelings of ultimate decay or ultimate uplifting and this is not the first album to include dramatic or epic elements of this intensity. Many times in the past we have listened to music that created powerful imaginary images of seas that rise as mountains and of earthquakes that tear the land in pieces.

Analysing its characteristics, Phanerozoic I: Palaeozoic should be just another good album, so how is it possible to feel so much more than that?

There is no reasonable explanation. It seems that the only one responsible for the creation of an album of this calibre is that vagabond, untamed lady that never marries or belongs to anyone, that never gets abused by anyone. That lady that ignores the begging of the great and answers to no prayers and, if she feels like it, she sits next to the small and humble of her choosing, uninvited and then departs again like a shadow, without any warning. The ancients called her Muse, we call her inspiration today, but no matter how you call her, it seems that this wild entity fell in love with Robin Staps and his Berlin-based collective and obviously she didn’t leave him alone not even for a moment while this album was being created. It’s the only way to explain the fact that every note of this album seems to fulfill its causality and completely serve the purpose it was born for. And as the Milky Way’s spiral can be compared with the spiral of a snail’s shell, so the less than 50 minutes of this record compete with the 500 million years and the 5 mass extinctions of the Phanerozoic era, claiming the same root causes.

The Ocean Collective is not the first band that metal music – with its modern, post-2000 aesthetic context – should owe gratitude for the kiss of life it offers. Yet, until an album of that quality appears again, there is the possibility to be the last.

 

Antonis Kalamoutsos

 

ANCESTORS – Suspended In Reflections (Pelagic Records)

Είθισται να λέγεται, και μάλιστα δικαιολογημένα, πως η παραδοχή ότι ένας δίσκος γίνεται πιο αρεστός στον ακροατή μετά από σειρά επαναλήψεων αποδεικνύει όχι την αρτιότητα της μουσικής που δήθεν απαιτεί “χώνεψη”, αλλά την επίδραση του οικείου στην προτίμησή μας.

Με άλλα λόγια, σπάνια μπορεί να αποδοθεί αυτή η ετερόχρονη καλή μας εντύπωση στη συνθετική περιπλοκότητα μιας κυκλοφορίας. Συχνότερα, δε, η επανάληψη δημιουργεί τις βάσεις μιας λήψεως του ζητουμένου.

Σε μια γκρίζα περιοχή μεταξύ αυτών των δύο αντιθετικών σημείων βρίσκονται οι κυκλοφορίες που στην πρώτη ακρόαση ναι μεν δεν ενθουσιάζουν, εντούτοις σε αφήνουν με την επιθυμία να τις ξαναπιάσεις σε μια διαφορετική χωροχρονικότητα (η οποία θα σε βρει, δεν θα την επιλέξεις). Αυτή είναι η κατηγορία στην οποία εντάσσεται το Suspended In Reflections των ANCESTORS – ένας δίσκος χαρακτηριστικά μικρής διάρκειας για το είδος του, αποτελούμενος από έξι κομμάτια αρμονικά διαδεχόμενα το ένα το άλλο.

Ο συγκερασμός πειραματικών στοιχείων με progressive και post metal αφετηρίες λειτουργεί πολυεπίπεδα στο Suspended In Reflections, το οποίο διαφοροποιείται αισθητά από την επιθετική χροιά των προηγούμενων κυκλοφοριών των ANCESTORS. Τη θέση της καταλαμβάνει αναμφίβολα μια έντονα μελαγχολική νότα, που λειτουργεί ως συνδετικός ιστός ανάμεσα στα κομμάτια και βρίσκει το μεγαλύτερο βάθος της στο “Release” – το συμβολικό σημείο κάθαρσης του δίσκου, με την jazz ανάπαυλα, που όσο ξενίζει αρχικά άλλο τόσο αποφορτίζει με τον απόηχό της.


It’s commonly said, and with good reason, that admitting one’s liking of an album to be the end result of repeated listening is highly attributed to the effect of familiarity rather than the excellence of the music that requires time to be “digested”.

In other words, our alternate good impression can rarely refer to a release’s complexity. More often than not, it’s repetition that leads to petitio principii.

In a gray area between this two distinct points we can find a number of releases that do not offer an enthusiastic first impression, but manage to maintain the listener’s desire to return to them in another time and space (which the listener him/herself won’t choose, the moment will find you). Suspended In Reflections by ANCESTORS belongs in this category – it’s an album of characteristically short duration that consists of six harmoniously alternating tracks.

The combination of experimental elements with a progressive and post-metal basis functions in a multilayered fashion in Suspended In Reflections, an album that differs from ANCESTORS’ previous, more aggressive releases. In the place of this aggression we find a stressed melancholy that works as a link between the tracks – a link whose depth is apparent in “Release”, the cathartic moment of the album, whose jazz intermission might bother you at first but it’s bound to unload that burden once you are left behind with its echo in your ears.

 

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

MONO – Requiem For Hell (Pelagic Records)

mono.requiem.againstthesilence

 Αυτό το κείμενο γράφεται ενώ έχουν πραγματοποιηθεί στην Αθήνα οι συναυλίες των God Is an Astronaut και Explosions In The Sky με αποτέλεσμα να έχει αναδευτεί μέσα μου ο προβληματισμός ως προς το πώς, το πότε και το γιατί ειπώθηκε ότι το post rock έχει εξαντληθεί ως είδος. Τίποτε δε θα μπορούσε να ενισχύσει αυτό το ερώτημα από την επάνοδο των MONO με το Requiem For Hell.

 Αναμέναμε το Requiem For Hell ήδη από τον Ιούλιο του 2016 όταν και ανακοινώθηκε η κυκλοφορία του. Έπειτα σκιρτήσαμε με τα δείγματα που ήταν προσβάσιμα για streaming και μας δημιούργησαν τη σιγουριά ότι θα φάμε συνειδητά τα σώψυχά μας για ακόμα μια φορά.

 Σε αυτό τον δίσκο, οι MONO συνεργάζονται ξανά με τον παλιό γνώριμό τους Steve Albini – γεγονός που φέρνει έντονα στη μνήμη στη συναισθηματική φόρτιση του Hymn To Immortal Wind του 2009 και χτίζει τις αντίστοιχες προσδοκίες. Την όλη «επιφανειακή» ένταση έρχεται να σφραγίσει το artwork του άλμπουμ, το οποίο δεν είναι τίποτε λιγότερο παρά μέρος της εικονογράφησης της Θείας Κωμωδίας του Δάντη από τον Gustave Dore.

 Μόνο που η ένταση αυτή μόνο επιφανειακή δεν είναι. Ο δίσκος αντλεί ξεκάθαρα το θεματικό του άξονα από τη Θεία Κωμωδία προσφέροντας ένα σπαραξικάρδιο «ηχοτοπίο» για την κατάβαση στην κόλαση, η οποία μπορεί να θεαθεί συμβολικά ως μία ευκαιρία κάθαρσης που θα οδηγήσει στην αναγέννηση.

 Μία τέτοια ερμηνεία επιτρέπει το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου, “Death in Rebirth”, με το απαλό του κρεσέντο ·η ονειρική, σχεδόν υπερφυσική μελωδία του “Stellar”· η ένταση και η απόγνωση που χαρακτηρίζουν τα σχεδόν 18 λεπτά του ομότιτλου “Requiem For Hell”, το οποίο στέκεται στο μέσο του δίσκου για να προοιωνίσει την εξασθένηση των παθών και την αναζωπύρωση της ανάγκης για ζωή με το “Ely’s Heartbeat” (το οποίο έχει αφιερωθεί στην πιο φυσική ενσάρκωση αυτής της πνευματικής ανάγκης, ένα νεογέννητο κορίτσι) και το αναπόφευκτο, εξευμενιστικό τέλος με το “The Last Scene”.

 Για ακόμα μια φορά οι MONO μας προσφέρουν κάτι παραπάνω από μουσικές συνθέσεις· προσφέρουν ένα ολόκληρο βίωμα, μία καταβύθιση σε σχεδόν υποσυνείδητες συχνότητες, στο κομμάτι του εαυτού μας που μας είναι απροσπέλαστο κατά τις εκλογικευμένες στιγμές της βιαστικής ζωής μας.

Βικτώρια Λαμπροπούλου