Against a silent 2018 – This year’s top records

 

α. Aνασκοπώντας το 2018 ως μουσική συνθήκη, διαπιστώνουμε ότι η πληθώρα νέων κυκλοφοριών και η παρουσίαση νέων σχημάτων δεν συνέπεσε απαραίτητα με τις εξίσου ζητούμενες ποιότητες και τη χαρτογράφηση πρωτοποριακών προσεγγίσεων. Εντούτοις, η ανθηρή παραγωγή δίσκων ως σημείο των καιρών εξασφάλισε μια αναγκαία οριζόντια ποικιλομορφία και σποραδικές εκλάμψεις αυθεντικής έμπνευσης που διέρρηξαν συντηρητικά μοτίβα και τάσεις στείρας αναβίωσης, με μια πιο ελπιδοφόρα οπτική. Ένεκα απολογισμού, λοιπόν, στέκομαι σε μια ενδεικτική λίστα ακουσμάτων όπου επιβραβεύονται οι παράτολμοι πειραματισμοί, δικαιώνεται η απαιτούμενη δουλειά μυρμηγκιού και οι χαμηλοί τόνοι και, κυρίως, ανοίγουν διαρκή αιτήματα ως παρακαταθήκη για το προσεχές μέλλον.

1. Anna von Hausswolff – Dead Magic (City Slang)

 

2. The Soft Moon – Criminal (Sacred Bones Records)

 

3. Panopticon – The Scars Of Man On The Once Nameless Wilderness, Part I and II (Bindrune Recordings/ Nordvis Produktion)

 

4. Drew McDowall – The Third Helix (Dais Records)

 

5. Tribulation – Down Below (Century Media Records)

 

kudos: The HIRS Collective – Friends. Lovers. Favorites. (SRA Records/ Get Better Records)

 

Pantelis Daskalakis

 

β. Θέτοντας έναν απλό κανόνα, θα όριζα το 2017 ως έτος 1. Συνακόλουθα, ο χρόνος που τελειώνει συντόμως, αντιστοίχως αποτελεί το έτος 2. Έτος αντίθεσης, κατά βάση μα και ως ουσία, θαρρώ. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές κυκλοφορίες, ο ως άνω ορισμός μεταφράζεται ως εξής: μεγάλος αριθμός κυκλοφοριών, οι οποίες ωστόσο κινήθηκαν κοντά στη μετριότητα. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχες στιλιστικές τάσεις των περασμένων ετών είχαν ήδη οδηγηθεί σε τέλμα εξηγεί εν μέρει αυτήν τη ροπή προς την αδιαφορία, η οποία ήταν πασιφανής, ιδίως στις δουλειές καθ’ όλα καταξιωμένων σχημάτων και καλλιτεχνών. Όμως, κάτω από το πέπλο της φαινομενικής νηνεμίας, μια πλειάδα ρηξικέλευθων σχηματισμών δείχνει να ξεπηδά από το underground στερέωμα, προσθέτοντας μια δόση σπουδαιότητας, μα και ζωντανής αντίληψης στο ήδη υπάρχον μείγμα.

Προς το παρόν, βέβαια, τα σημάδια αυτής της υπόγειας κίνησης ελάχιστα έχουν γίνει αισθητά. Γεγονός που φρονώ πως θα λάβει χώρα στα αμέσως επόμενα έτη, δημιουργώντας –ή αναζωπυρώνοντας, ενίοτε– νέους διαύλους σύνδεσης με το Επέκεινα. Οι πύλες έχουν ανοίξει, τρόπον τινά: οι κινήσεις αυτές ήδη συντελούνται. Κι αυτό ενδεχομένως αποτελεί το μόνο χαρμόσυνο συμβάν, σε μια κατά τα άλλα βαρετή χρονιά, μουσικά μιλώντας. Άνυδρη την είχα χαρακτηρίσει σε άλλη περίσταση. Έχω την αίσθηση πάντως ότι το 2018 ήταν μια ολόπλευρα κρίσιμη χρονιά. Κάτω από την επιφάνεια, τέθηκαν ισχυρές βάσεις. Αυτό που απομένει, είναι η σύνθεση. Το διακύβευμα της νέας εποχής της οποίας τμήμα είμαστε, φρονώ. Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως ανακάλυψα λίγες μα γοητευτικές ηχητικές αφηγήσεις, που με συνάρπασαν, αν μη τι άλλο. Ανυπομονώ για τη συνέχεια, απεχθάνομαι όμως τις προγνώσεις. Στο παρόν, ακολουθεί μια συνοπτική λίστα, η οποία περιλαμβάνει κάποιες φετινές κυκλοφορίες που βρήκα απολαυστικές, προσωπικά.

1. Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Arkouzis – This Hollow World Knows Only Death (Sphingidae)

 

3. Moonshine Effect- Our Eyes Should Meet (Moonshine Effect Recordings) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Cyclothymics- s/t (Είσοδος Κινδύνου) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Christina Vantzou- No. 4 (Kranky) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

kudos: Disequilibrium – Material Substratum (The Throat) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Γιώργος Καναβός

 

γ. Σκατοχρονιά από πολλές απόψεις, αλλά μουσικά όλο και βρίσκονται ήχοι να κατευθύνουν τη συναισθηματική μας πορεία, να οξύνουν την αντίληψη της πραγματικότητας ή να μας παίρνουν μακριά της. Αυτό, λοιπόν, είναι το δικό μου τοπ 5, αποτελούμενο όχι απαραίτητα από τους υπερκαινοτόμους δίσκους ή από τις πιο άγνωστες μπάντες, αλλά από μουσικές που άκουσα και ξανάκουσα και που σίγουρα θα συνεχίσω ν’ ακούω για καιρό.

1.Rolo Tomassi – Time Will Die And Love Will Bury It (Holy Roar)

 

2. Selofan – Vitrioli (Fabrika)

 

3. Imarhan – Temet (city slang)

 

4. Idles – Joy as an act of Resistance (Partisan) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Once Upon A Winter – .existence (Snow Wave)

 

Kudos: Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

phren

 

δ. Το 2018 ήταν πλούσιο σε πολιτικοκοινωνικά γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο με το μούδιασμα και την εσωστρέφεια να επικρατούν, παράλληλα με μια απροσδιόριστη αναμονή για αυτό το κάτι που θα σπάσει αυτήν την κατάσταση και θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται και στα μουσικά δρώμενα, με κυρίαρχη την αίσθηση της απώλειας μουσικού οράματος από τους δημιουργούς. Η παραγωγή μουσικών υπήρξε αριθμητικά μεγάλη, μαζική έως και εργοστασιακή, αλλά χωρίς αυτό το κάτι που θα κάνει τη δημιουργία ξεχωριστή στο κοινό. Μέσα σε αυτό, όμως, πάντα υπάρχουν μουσικές που ξεχωρίζουν και που αξίζουν την προσοχή μας. Αυτές οι μουσικές που συντροφεύουν τις σκέψεις μας, προκαλούν το συναίσθημά μας και συντροφεύουν τις στιγμές μας.

1. Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

 

3. Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. MESSA – Feast For Water (Aural Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. KEN mode – Loved (Season of Mist) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Ghostland – Dances on Walls (Manic Depression)

Sylvia Ioannou

 

ε. Το 2018 ήταν μουσικά ακόμα μία χρονιά στην οποία δεν μπόρεσε να ξεφυτρώσει κάποιο “κίνημα” ή έστω κάποιο album που θα συσπειρώσει/ενώσει μια μεγάλη μερίδα μουσικόφιλων, “ποιοτικής” μουσικής ή μη. Στον αντίποδα, ήταν ακόμα μια χρονιά που σηματοδότησε τον θρίαμβο του προσωπικού γούστου: υπάρχουν πολλές, άπειρες καλές μουσικές και αξιόλογοι δημιουργοί για άλλα τα γούστα, ακόμα και τα πιο εκκεντρικά, η ανακάλυψη των οποίων, όμως, προϋποθέτει χρόνο κι επίπονη έρευνα. Ο μουσικόφιλος πορεύεται μέσα σε μια σχεδόν αδιαπέραστη ζούγκλα πληροφορίας και υπερπαραγωγής, απλώς για να βρει μια δική του μυστική γωνίτσα. Αν αξίζει τον κόπο; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Σίγουρα, πάντως, η μουσική του ’18 ταιριάζει με τον συνολικό συμβολισμό της εποχής του Υδροχόου: αυξανόμενη χαλάρωση των κοινωνικών δομών –ακόμα και στην λειτουργία της Τέχνης– και στροφή όλο και πιο έσω, σε ένα μεγάλο, περήφανο μα και μπερδεμένο Εγώ.

1. The Ocean Collective – Phanerozoic I: Paleozoic (Pelagic Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Perfect Beings – Vier (Inside Out Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Τhe End – Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen (RareNoise Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Boss Keloid – Melted On The Inch (Holy Roar Records)

 

5. Oak – False Memory Archive (Karisma Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Antonis Kalamoutsos

 

ζ. Δεν πιστεύω καθόλου στις λίστες και τους απολογισμούς. Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι δεν χρειάζεσαι μια απαρίθμηση ή πέντε σημειώσεις για να κρατήσεις στον νου και την καρδιά σου τη γεύση μιας οποιαδήποτε χρονιάς. Οι μεμονωμένες στιγμές που είχαν ένα απόηχο να αφήσουν έδρασαν αυτοστιγμεί και η όποια εκ των υστέρων καταγραφή ωχριά μπροστά σε αυτό το βίωμα.

Μου πήρε δύο λεπτά να γράψω αυτές τις γραμμές, ενώ κάθε ακρόαση των παρακάτω δίσκων με βοήθησε να περάσω λίγο πιο ήρεμα, λίγο πιο θαρρετά ολόκληρους μήνες. Τι να συγκριθεί με αυτό; Ο επόμενος μουσικός χρόνος, ευελπιστώ.

1. Τhe Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (Thrill Jockey) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

3. The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici d’ailleurs) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Cataya – Firn (Moment Of Collapse Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Forever House – Eaves (Infrequent Seams) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

η. Το ’18 δεν ήταν μια σημαδιακή χρονιά για τίποτα. Ενώ πολλά συνέβησαν σε παγκόσμιο επίπεδο, μια αόρατη σκούπα τα έβαζε κάτω απ’ το χαλάκι. Οπότε όλα βαίνουν καλώς χαζεύοντας τις οθόνες μας και γιγαντώνοντας τον παθητικό ναρκισσισμό μας. Όλο αυτό δεν θα μπορούσε να μην ακουμπά και τη μουσική. Για άλλη μια χρονιά βγήκαν άπειρα άλμπουμ χωρίς ουσία τα οποία και ήταν από τα πριν καταδικασμένα να βουλιάξουν στον χαμό που συγκρότησαν οι δημιουργοί τους και τα αντίστοιχα label τους. Ιδιαίτερα φέτος διαφάνηκε μια πιο έντονη εμμονή στην αυτοπροβολή που είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνει μπροστά το μουσικό εγώ ως μια άλλη σέλφι. Λίγα άλμπουμ ξεχώρισαν σε αυτό το περιβάλλον και ακόμη πιο λίγα κατάφεραν να ξεπροβάλλουν στο προσκήνιο κουβαλώντας κάτι το νέο. Αυτά παραθέτω ελπίζοντας ότι μπορούν αυτά στο μέλλον να αλλάξουν κάτι από τη στασιμότητα αυτών που ακούμε και ζούμε.

1. Fire! – The Hands (rune grammophon) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Christina Vantzou – No4 (kranky)

3. Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Black Book (iDEAL) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Caterina Barbieri – Born Again In The Voltage (important)

 

kudos : Cold Leather – Smart Moves (adagio830)
(διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

Oak – False Memory Archive (Karisma Records)

Μου ειπώθηκε πρόσφατα μια ιστορία κατά την οποία ένας δάσκαλος είπε στον μαθητή του: “Μην αφήνεις την προοπτική του Σπουδαίου να εμποδίζει το Καλό”. Σίγουρα μια τέτοια παρότρυνση μοιάζει παράταιρη στον όμορφο καπιταλιστικό μας κόσμο, όπου ο δημιουργός κάθε είδους οφείλει να είναι ανταγωνιστικός και να αποδεικνύει την υπεροχή του. Ο δάσκαλος προφανώς εννοούσε ότι το κυνήγι της υπεροχής απομακρύνει τον άνθρωπο από την απλή δημιουργικότητα και παραγωγικότητα που θα έπρεπε να χρωματίζει την καθημερινότητά του, και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, προσθέτοντας ότι πολλοί στον κόσμο της μουσικής χάθηκαν μέσα σε κάποια υπερφίαλη φιλοδοξία. Ας συμφωνήσουμε στο ότι, για μια μπάντα, το να ξοδέψει πολύ χρόνο στο να δημιουργήσει κάτι ισοδυναμεί με ένα ρίσκο. Ρίσκο που πήραν και οι Νορβηγοί Oak, αλλά ευτυχώς τους βγήκε.

Σύμφωνα με το δελτίου τύπου, ξεκίνησαν ως ένα folk rock ντουέτο που τελικά εξελίχθηκε σε μια progressive pop/rock μπάντα, καταθέτοντας το ντεμπούτο τους Lighthouse το 2013. Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική καμπή τους, όμως , αντί να επενδύσουν στο όποιο momentum, προτίμησαν να πάρουν τον χρόνο τους, να δουλέψουν και να αναπτυχθούν. Ίσως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να δυναμώσει η προσωπική τους φωνή πάνω από τη φασαριόζικη πολυφωνία των επιρροών τους, που, κατά τα λεγόμενα των ίδιων, ξεκινάει από την κλασική και την electronica και φτάνει στο παραδοσιακό progressive και το heavy. Ακούγοντας προσεκτικά το False Memory Archive, μπορείς όντως να διακρίνεις την πολλαπλότητα των δημιουργικών τους καταβολών και να νιώσεις ανακουφισμένος που η δουλειά τους απέδωσε καρπούς. Το φιλτράρισμα των παραπάνω έχει γίνει με τρόπο καταπληκτικό και η προσωπική τους φωνή ακούγεται δυνατά και καθαρά.

Για να βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά, το υλικό που εμπεριέχεται στο False Memory Archive είναι το υλικό μιας σπουδαίας μπάντας. Ακριβολογώντας, οι πιο πολλές από τις μπάντες που θεωρούνται “μεγάλες” στον prog rock κόσμο του 2018, ΔΕΝ έχουν τόσο καλή μουσική όσο αυτό το άλμπουμ. Τόσο απλά. Με επιμονή, φαντασία κι ανοιχτό μυαλό, αυτός ο Δαυίδ υψώνει το μικρό του ανάστημα και η σκιά του φαντάζει πελώρια. Κινούμενοι στον χώρο του χαμηλόφωνου, λυρικού προοδευτικού rock –έναν χώρο που οι συμπατριώτες τους Gazpacho έμοιαζαν να διαφεντεύουν μόνοι τους τα τελευταία χρόνια– η καλλιτεχνική ποιότητα του False Memory Archive το τοποθετεί αμέσως σε περίοπτη θέση σε σχέση με τα συμφραζόμενά του. Να το πω αλλιώς, σε μια θαυμάσια χρονιά για τον χώρο, οι Oak παραδίδουν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του. Τόσο απλά.

Το στιλ των Oak δεν έχει απαραίτητα κάτι το ανανεωτικό και η προοδευτικότητά του έγκειται περισσότερο στις ατμόσφαιρες και στην εγκεφαλικότητα των συνθέσεων, οι ίδιες όμως οι συνθέσεις διαθέτουν τέτοιο μελωδικό κι ενορχηστρωτικό πλούτο που τελικά είναι ικανές να μετατραπούν σε πλημμύρα συναισθημάτων και χρωμάτων. Το False Memory Archive διαθέτει μια ευρεία γκάμα συνθέσεων που ποικίλλουν από ημι-μπαλάντες και τραγούδια σχετικά τυπικής κουπλέ-ρεφρέν δομής μέχρι πιο ελεύθερες μεγάλες συνθέσεις των 8 έως 11 λεπτών. Και οι δύο τρόποι λειτουργούν το ίδιο πετυχημένα και η ροή είναι εξαιρετικά φυσική, με πολύ εύστοχη διαδοχή φωτεινών και σκοτεινών μερών. Επίσης, εδώ δεν θα βρεις filler, ίσως με την ελαφριά εξαίρεση του “Transparent Eyes” που δεν με “πήγε” κάπου. Αναφέροντας το σκοτεινό στοιχείο, πρέπει να αναφέρω την απίστευτη δουλειά που έχει γίνει στις χαμηλές συχνότητες του άλμπουμ από και σε όλα τα όργανα, συχνότητες που παράγουν ένα συμπαγές και μοντέρνο έδαφος για να πατήσουν οι “από πάνω” μελωδικότερες φόρμες. Στην παραπάνω φράση κωδικοποιούνται τα μεγαλύτερα ατού του False Memory Archive, η φωνή και η παραγωγή.

Η φωνή. Ο Simen Johannensen μπορεί να είναι περήφανος ότι διαθέτει μια από εκείνες τις φωνές με το ιδιαίτερο χρώμα που ξεχωρίζουν αμέσως και ολοένα και σπανίζουν. Η ζεστασιά και το μέταλλο της φωνής του είναι ο Δούρειος Ίππος της μουσικής τους και η ταπεινή του ερμηνεία δεν συγκαλύπτει την ποιότητα μιας χροιάς που βρίσκει τον τρόπο να τρυπώσει στο μυαλό σου. Οι δικοί μου συνειρμοί συνδέουν τη φωνή του με τη νεότερη κληρονομιά των Leprous και των επίσης συμπατριωτών του Madrugada, στο ακριβώς ενδιάμεσο τονικό τους ύψος.

Η παραγωγή. Πολλοί καλλιτέχνες βλέπουν το studio διεκπεραιωτικά, οι Oak αντίθετα φαίνεται ότι έλιωσαν τα αυτιά και τις ιδέες τους στο στούντιο, εξερευνώντας τις όποιες ηχητικές δυνατότητες είχαν στη διάθεσή τους προς ένα εξαιρετικά άρτιο και τεχνοκρατικό αποτέλεσμα. Το studio, τα εφέ και η ιδανική χρήση τους σε κάθε όργανο και σε κάθε στιγμή του άλμπουμ, δεν είναι συμπληρωματικά στοιχεία. Θα έλεγα ότι συμπρωταγωνιστούν, κάνοντας τον ήχο πιο πυκνό, πιο απρόβλεπτο και πιο περιπετειώδη. Ένα κατεξοχήν άλμπουμ για να ακούς με καλά ακουστικά και να βουτάς στις μικρές του ηχητικές λεπτομέρειες.

Ξέρουμε καλά ότι ο κόσμος της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι απαραίτητα δίκαιος και κανείς δεν μπορεί να ξέρει την εξέλιξη που θα έχουν οι Oak. Ξέρω όμως ότι αυτό το “Σπίτι” που αναφέρουν συχνά στους στίχους τους ότι ψάχνουν να βρουν, θα μπορέσουν να το βρουν εύκολα στις καρδιές των ακροατών τους. Κι ότι αυτή η “Polaroid που λέει ψέματα για καλοκαίρια που δεν τελειώνουν” θα μπορούσε να περιγράφει πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι το False Memory Archives. Αυτό αντίθετα λέει τη μικρή και θριαμβευτική αλήθεια μιας αληθινής ανάμνησης. Τόσο απλά.


I was recently told a story in which a teacher told his student: “Don’t let the potential of Great destroy what is already Good”. Naturally, an encouragement like this seems to be a bit discrepant in our beautiful capitalistic world, where creators of any sort have to be competitive and constantly prove their excellence. The teacher obviously meant that pursuing excellence may distract a creator from the simpler forms of creating/producing that should rule his/her everyday life and I can do nothing more than agree, adding to this that many creators in the world of music got lost into some extravagant ambition. We can agree that there are serious risks if a band decides to spend a lot of time in creating something unique. This is a risk that Oak from Norway took and thankfully succeeded.

According to the press release, they started as a folk/rock duo and eventually evolved into a progressive pop/rock band, releasing the debut Lighthouse in 2013. It was right then upon this creative curve that, instead of taking an advantage of the momentum, they decided to take their time to work and to grow. It was probably the only way to make their own personal voice rise above the noisy polyphony of their influences which, in their own words, range from classical and electronica to traditional prog or heavy music. Carefully listening to False Memory Archive indeed one can sense the multifaceted nature of their inspiring origins and feel relieved that their growing procedure and hard work was fruitful. Filtering their influences has been accomplished in an astonishing manner and their personal voice can be heard loud and clear.

To put things into place, the material included in False Memory Archive is that of a great band. To be more precise, most of the regarded as “big” bands within the 2018 prog rock cosmos, do not have such good music to offer. It’s as simple as that. Being consistent, imaginative and open minded, this David manages to raise his short height and cast an enormous shadow. Moving into a melodic and lyrical rock musical territory – dominated by their countrymates Gazpacho in recent years –, the artistic quality of False Memory Archive instantly puts Oak in a very prominent place among their context. Let me rephrase: it has been a marvelous year for prog rock and Oak deliver one of the finest albums of the genre. As simple as that.

Oak’s style is not necessarily innovative and its progressiveness lies mostly in the atmospheres and the intellectuality of their compositions. Still, it is the exact same compositions that consist of such melodic and arranging richness that can actually be experienced as a flood of colours and emotions. False Memory Archive includes a very wide range of songwriting, from semi-ballads and verse/chorus traditional type of songs to freer, longer, 8 to 11 minutes compositions. Both types are equally successful, contributing to the album’s very natural flow and the remarkable sequence of lighter and darker parts. Also, you won’t find any fillers here, maybe with the slight exception of “Transparent Eyes” that didn’t particularly trip me. Having referred to the dark element, I have to point out the incredible work that has been done to the album’s low frequencies in every instrument, frequencies that build a concrete and modern ground for the melodic lines to stand upon. In the above sentence, False Memory Archive’s greatest advantages are being encoded: vocals and production.

Vocals. Simen Johannensen can be proud to own one of those instantly recognizable voices with the very unique timbre, voices that become increasingly rare to find. The warmth and intimacy of his voice is the Trojan horse of Oak’s music and his modest performance doesn’t disguise the tone quality of a voice fully capable of creeping into one’s mind. My personal free associations connect him with the recent legacy of Leprous and of his other countrymen Madrugada, precisely in the middle of their tonal pitch.

Production. Many artists treat studio as an unavoidable obligation but Oak instead have worked their heads off exploring any sonic resources at their disposal, in order to achieve an exquisite and technocratic result. All mixing/processing tools and the perfect use of effects in every instrument at all times make the sound experience a co-star of the album and the music sounding thicker, unpredictable and adventurous. An ideal album to be experienced through good quality headphones so one can dive into its tiny sound details.

We all know very well that music industry is not necessarily fair and no one knows how Oak will develop. What I know though is that the often mentioned “Home” in their lyrics, the Home they seek can be easily found in the hearts of their listeners. I know also that this “Polaroid that’s telling a lie about endless summer” may describe many things but not False Memory Archive. For this album tells a small, triumphant truth of a real memory. As simple as that.

 

 

Antonis Kalamoutsos