Against a silent 2018 – This year’s top records

 

α. Aνασκοπώντας το 2018 ως μουσική συνθήκη, διαπιστώνουμε ότι η πληθώρα νέων κυκλοφοριών και η παρουσίαση νέων σχημάτων δεν συνέπεσε απαραίτητα με τις εξίσου ζητούμενες ποιότητες και τη χαρτογράφηση πρωτοποριακών προσεγγίσεων. Εντούτοις, η ανθηρή παραγωγή δίσκων ως σημείο των καιρών εξασφάλισε μια αναγκαία οριζόντια ποικιλομορφία και σποραδικές εκλάμψεις αυθεντικής έμπνευσης που διέρρηξαν συντηρητικά μοτίβα και τάσεις στείρας αναβίωσης, με μια πιο ελπιδοφόρα οπτική. Ένεκα απολογισμού, λοιπόν, στέκομαι σε μια ενδεικτική λίστα ακουσμάτων όπου επιβραβεύονται οι παράτολμοι πειραματισμοί, δικαιώνεται η απαιτούμενη δουλειά μυρμηγκιού και οι χαμηλοί τόνοι και, κυρίως, ανοίγουν διαρκή αιτήματα ως παρακαταθήκη για το προσεχές μέλλον.

1. Anna von Hausswolff – Dead Magic (City Slang)

 

2. The Soft Moon – Criminal (Sacred Bones Records)

 

3. Panopticon – The Scars Of Man On The Once Nameless Wilderness, Part I and II (Bindrune Recordings/ Nordvis Produktion)

 

4. Drew McDowall – The Third Helix (Dais Records)

 

5. Tribulation – Down Below (Century Media Records)

 

kudos: The HIRS Collective – Friends. Lovers. Favorites. (SRA Records/ Get Better Records)

 

Pantelis Daskalakis

 

β. Θέτοντας έναν απλό κανόνα, θα όριζα το 2017 ως έτος 1. Συνακόλουθα, ο χρόνος που τελειώνει συντόμως, αντιστοίχως αποτελεί το έτος 2. Έτος αντίθεσης, κατά βάση μα και ως ουσία, θαρρώ. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές κυκλοφορίες, ο ως άνω ορισμός μεταφράζεται ως εξής: μεγάλος αριθμός κυκλοφοριών, οι οποίες ωστόσο κινήθηκαν κοντά στη μετριότητα. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχες στιλιστικές τάσεις των περασμένων ετών είχαν ήδη οδηγηθεί σε τέλμα εξηγεί εν μέρει αυτήν τη ροπή προς την αδιαφορία, η οποία ήταν πασιφανής, ιδίως στις δουλειές καθ’ όλα καταξιωμένων σχημάτων και καλλιτεχνών. Όμως, κάτω από το πέπλο της φαινομενικής νηνεμίας, μια πλειάδα ρηξικέλευθων σχηματισμών δείχνει να ξεπηδά από το underground στερέωμα, προσθέτοντας μια δόση σπουδαιότητας, μα και ζωντανής αντίληψης στο ήδη υπάρχον μείγμα.

Προς το παρόν, βέβαια, τα σημάδια αυτής της υπόγειας κίνησης ελάχιστα έχουν γίνει αισθητά. Γεγονός που φρονώ πως θα λάβει χώρα στα αμέσως επόμενα έτη, δημιουργώντας –ή αναζωπυρώνοντας, ενίοτε– νέους διαύλους σύνδεσης με το Επέκεινα. Οι πύλες έχουν ανοίξει, τρόπον τινά: οι κινήσεις αυτές ήδη συντελούνται. Κι αυτό ενδεχομένως αποτελεί το μόνο χαρμόσυνο συμβάν, σε μια κατά τα άλλα βαρετή χρονιά, μουσικά μιλώντας. Άνυδρη την είχα χαρακτηρίσει σε άλλη περίσταση. Έχω την αίσθηση πάντως ότι το 2018 ήταν μια ολόπλευρα κρίσιμη χρονιά. Κάτω από την επιφάνεια, τέθηκαν ισχυρές βάσεις. Αυτό που απομένει, είναι η σύνθεση. Το διακύβευμα της νέας εποχής της οποίας τμήμα είμαστε, φρονώ. Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως ανακάλυψα λίγες μα γοητευτικές ηχητικές αφηγήσεις, που με συνάρπασαν, αν μη τι άλλο. Ανυπομονώ για τη συνέχεια, απεχθάνομαι όμως τις προγνώσεις. Στο παρόν, ακολουθεί μια συνοπτική λίστα, η οποία περιλαμβάνει κάποιες φετινές κυκλοφορίες που βρήκα απολαυστικές, προσωπικά.

1. Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Arkouzis – This Hollow World Knows Only Death (Sphingidae)

 

3. Moonshine Effect- Our Eyes Should Meet (Moonshine Effect Recordings) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Cyclothymics- s/t (Είσοδος Κινδύνου) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Christina Vantzou- No. 4 (Kranky) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

kudos: Disequilibrium – Material Substratum (The Throat) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Γιώργος Καναβός

 

γ. Σκατοχρονιά από πολλές απόψεις, αλλά μουσικά όλο και βρίσκονται ήχοι να κατευθύνουν τη συναισθηματική μας πορεία, να οξύνουν την αντίληψη της πραγματικότητας ή να μας παίρνουν μακριά της. Αυτό, λοιπόν, είναι το δικό μου τοπ 5, αποτελούμενο όχι απαραίτητα από τους υπερκαινοτόμους δίσκους ή από τις πιο άγνωστες μπάντες, αλλά από μουσικές που άκουσα και ξανάκουσα και που σίγουρα θα συνεχίσω ν’ ακούω για καιρό.

1.Rolo Tomassi – Time Will Die And Love Will Bury It (Holy Roar)

 

2. Selofan – Vitrioli (Fabrika)

 

3. Imarhan – Temet (city slang)

 

4. Idles – Joy as an act of Resistance (Partisan) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Once Upon A Winter – .existence (Snow Wave)

 

Kudos: Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

phren

 

δ. Το 2018 ήταν πλούσιο σε πολιτικοκοινωνικά γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο με το μούδιασμα και την εσωστρέφεια να επικρατούν, παράλληλα με μια απροσδιόριστη αναμονή για αυτό το κάτι που θα σπάσει αυτήν την κατάσταση και θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται και στα μουσικά δρώμενα, με κυρίαρχη την αίσθηση της απώλειας μουσικού οράματος από τους δημιουργούς. Η παραγωγή μουσικών υπήρξε αριθμητικά μεγάλη, μαζική έως και εργοστασιακή, αλλά χωρίς αυτό το κάτι που θα κάνει τη δημιουργία ξεχωριστή στο κοινό. Μέσα σε αυτό, όμως, πάντα υπάρχουν μουσικές που ξεχωρίζουν και που αξίζουν την προσοχή μας. Αυτές οι μουσικές που συντροφεύουν τις σκέψεις μας, προκαλούν το συναίσθημά μας και συντροφεύουν τις στιγμές μας.

1. Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

 

3. Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. MESSA – Feast For Water (Aural Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. KEN mode – Loved (Season of Mist) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Ghostland – Dances on Walls (Manic Depression)

Sylvia Ioannou

 

ε. Το 2018 ήταν μουσικά ακόμα μία χρονιά στην οποία δεν μπόρεσε να ξεφυτρώσει κάποιο “κίνημα” ή έστω κάποιο album που θα συσπειρώσει/ενώσει μια μεγάλη μερίδα μουσικόφιλων, “ποιοτικής” μουσικής ή μη. Στον αντίποδα, ήταν ακόμα μια χρονιά που σηματοδότησε τον θρίαμβο του προσωπικού γούστου: υπάρχουν πολλές, άπειρες καλές μουσικές και αξιόλογοι δημιουργοί για άλλα τα γούστα, ακόμα και τα πιο εκκεντρικά, η ανακάλυψη των οποίων, όμως, προϋποθέτει χρόνο κι επίπονη έρευνα. Ο μουσικόφιλος πορεύεται μέσα σε μια σχεδόν αδιαπέραστη ζούγκλα πληροφορίας και υπερπαραγωγής, απλώς για να βρει μια δική του μυστική γωνίτσα. Αν αξίζει τον κόπο; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Σίγουρα, πάντως, η μουσική του ’18 ταιριάζει με τον συνολικό συμβολισμό της εποχής του Υδροχόου: αυξανόμενη χαλάρωση των κοινωνικών δομών –ακόμα και στην λειτουργία της Τέχνης– και στροφή όλο και πιο έσω, σε ένα μεγάλο, περήφανο μα και μπερδεμένο Εγώ.

1. The Ocean Collective – Phanerozoic I: Paleozoic (Pelagic Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Perfect Beings – Vier (Inside Out Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Τhe End – Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen (RareNoise Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Boss Keloid – Melted On The Inch (Holy Roar Records)

 

5. Oak – False Memory Archive (Karisma Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Antonis Kalamoutsos

 

ζ. Δεν πιστεύω καθόλου στις λίστες και τους απολογισμούς. Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι δεν χρειάζεσαι μια απαρίθμηση ή πέντε σημειώσεις για να κρατήσεις στον νου και την καρδιά σου τη γεύση μιας οποιαδήποτε χρονιάς. Οι μεμονωμένες στιγμές που είχαν ένα απόηχο να αφήσουν έδρασαν αυτοστιγμεί και η όποια εκ των υστέρων καταγραφή ωχριά μπροστά σε αυτό το βίωμα.

Μου πήρε δύο λεπτά να γράψω αυτές τις γραμμές, ενώ κάθε ακρόαση των παρακάτω δίσκων με βοήθησε να περάσω λίγο πιο ήρεμα, λίγο πιο θαρρετά ολόκληρους μήνες. Τι να συγκριθεί με αυτό; Ο επόμενος μουσικός χρόνος, ευελπιστώ.

1. Τhe Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (Thrill Jockey) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

3. The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici d’ailleurs) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Cataya – Firn (Moment Of Collapse Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Forever House – Eaves (Infrequent Seams) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

η. Το ’18 δεν ήταν μια σημαδιακή χρονιά για τίποτα. Ενώ πολλά συνέβησαν σε παγκόσμιο επίπεδο, μια αόρατη σκούπα τα έβαζε κάτω απ’ το χαλάκι. Οπότε όλα βαίνουν καλώς χαζεύοντας τις οθόνες μας και γιγαντώνοντας τον παθητικό ναρκισσισμό μας. Όλο αυτό δεν θα μπορούσε να μην ακουμπά και τη μουσική. Για άλλη μια χρονιά βγήκαν άπειρα άλμπουμ χωρίς ουσία τα οποία και ήταν από τα πριν καταδικασμένα να βουλιάξουν στον χαμό που συγκρότησαν οι δημιουργοί τους και τα αντίστοιχα label τους. Ιδιαίτερα φέτος διαφάνηκε μια πιο έντονη εμμονή στην αυτοπροβολή που είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνει μπροστά το μουσικό εγώ ως μια άλλη σέλφι. Λίγα άλμπουμ ξεχώρισαν σε αυτό το περιβάλλον και ακόμη πιο λίγα κατάφεραν να ξεπροβάλλουν στο προσκήνιο κουβαλώντας κάτι το νέο. Αυτά παραθέτω ελπίζοντας ότι μπορούν αυτά στο μέλλον να αλλάξουν κάτι από τη στασιμότητα αυτών που ακούμε και ζούμε.

1. Fire! – The Hands (rune grammophon) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Christina Vantzou – No4 (kranky)

3. Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Black Book (iDEAL) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Caterina Barbieri – Born Again In The Voltage (important)

 

kudos : Cold Leather – Smart Moves (adagio830)
(διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

Moonshine Effect – Our Eyes Should Meet (B-otherSide records)

Είναι πάντοτε όμορφο να βλέπει κανείς τα επιτεύγματα των φίλων του να ολοκληρώνονται. Ή τουλάχιστον, έτσι νιώθω εγώ. Και εξηγούμαι: ένα από τα μέλη αυτού του συγκροτήματος είναι παλιός και αγαπημένος φίλος. Είχα την τύχη, λοιπόν, να βιώσω αυτήν τη δισκογραφική δουλειά στα διάφορα στάδια της προετοιμασίας και δημιουργίας της. Από σχετική απόσταση, βέβαια. Έχοντας ήδη ακούσει τα κομμάτια στις πρώιμες εκδοχές τους, ήμουν θετικά προκατειλημμένος. Και περίμενα εναγωνίως το τελικό αποτέλεσμα.

Το οποίο, μετά από κάποιον καιρό, κρατώ στα χέρια μου. Να σημειώσω εδώ πως αρχικά ήμουν έτοιμος να ακούσω κάποια μεστή εκδοχή των Mazzy Star. Κάτι τέτοιο έχει μια βάση – μολονότι οι ήχοι των Moonshine Effect αγκαλιάζουν πολύ ευρύτερες επιρροές, που αποκαλύπτονται σταδιακά. Εγώ προσωπικά ακούω στοιχεία που με παραπέμπουν επίσης στους Belle and Sebastian, όπως και μια συνολικά λατρευτική κατεύθυνση προς τα folk και ψυχεδελικά, εν γένει, ηχοτοπία. Στο βάθος, συναντώ και μια αγάπη (κυριολεκτικά) προς τους Velvet Underground, και ειδικότερα στα πιο αργά μέρη των τελευταίων. Υποθέτω πως αυτή η βάση είναι απαραίτητη για μια indie pop μπάντα του σήμερα. Αν και τονίζω ότι ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιείται ενδεικτικά από μέρους μου, στην πραγματικότητα μάλλον λειτουργεί περιοριστικά, καθώς αυτό το album συνενώνει πολλές διαθέσεις και ατμόσφαιρες.

Ατμόσφαιρα – να μια λέξη που αρκεί για να περιγράψει το χαμηλόφωτο στιλ αυτής της μπάντας. Η επιλογή της χρήσης γυναικείων φωνητικών είναι άριστη και η ζεστή, γήινη φωνή της Jacqueline απογειώνει τις συνθέσεις. Ίσως ηχεί κάπως παράταιρα η προηγούμενη πρόταση – κάτι που όμως γίνεται εσκεμμένα.

Σε ό,τι αφορά στο μουσικό σκέλος: μου έκαναν απείρως θετική εντύπωση οι έντονα γλυκές μελωδίες. Όπως και η αρμονική συνύπαρξη ηλεκτρικής και ακουστικής κιθάρας με τα έντονα χρωματικά πλήκτρα. Αυτό το αμάλγαμα δίνει τη βάση του μουσικού στερεώματος στο οποίο ζουν οι Moonshine Effect. Μελαγχολικός τόνος, διάθεση παιχνιδιού και θερμά φωτεινές διαθέσεις. Μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι. Πραγματικά, όλα ηχούν απέριττα, ενώ ακόμα και τα intro και outro έχουν σαφή λόγο ύπαρξης στη θαυμαστή οικονομία των συνθέσεων. Είναι πασιφανές πως πρόκειται για αποτέλεσμα χρόνιας αφοσίωσης και (συν)εργασίας. Και όταν κατακτούν το συναίσθημα με τόσο εύηχα λυτρωτικό τρόπο, ειλικρινά δεν έχω και πολλά να προσθέσω. Περιττό ίσως να πω, λοιπόν, ότι άξιζε και με το παραπάνω η αναμονή. Δεν υπερβάλλω λέγοντας πως πρόκειται για μια από τις αρτιότερες μουσικές προτάσεις που άκουσα φέτος, και επίσης πως δύσκολα θα συναντήσει κανείς κάποια ανάλογης ποιότητας pop κυκλοφορία σήμερα. Θα έλεγα πως υπερβαίνει τα στενά όρια της ελληνικής indie σκηνής, αποτελώντας συνάμα τη συνέχειά της.

Το γράφω αυτό, έχοντας κατά νου την εκπληκτική συλλογή Try A Little Sunshine, που είχε κυκλοφορήσει αρκετά χρόνια πριν. Η εν λόγω συλλογή αποτελούσε τρόπον τινά έναν χάρτη της τότε alt pop ελληνικής σκηνής. Ποια η σχέση της με αυτό το ηχογράφημα; Πολύ απλά, αυτό το δισκάκι δείχνει να αποτελεί τη συνέχεια και μορφοποίησή της, τοποθετημένη όμως σε μια ανώτερη ποιοτικά βάση. Χρειαζόμαστε λοιπόν σχήματα όπως οι Moonshine Effect. Το Our Eyes Should Meet οφείλει να ιδωθεί ως μια σπανίως απολαυστική άσκηση ομορφιάς, το ηχητικό στίγμα της οποίας δίνεται τόσο από το αρμονικά ταιριαστό εξώφυλλο όσο και από τις ρήσεις που χρησιμοποιούνται εδώ, δίνοντας έναν ενδεικτικό τόνο της κατεύθυνσης που το σχήμα επιλέγει. Η χρήση των φράσεων του Nick Drake και του Guy-Ernest Debord με συγκίνησε, ενώ επίσης δείχνει επακριβώς το πεδίο που καθορίζει την αισθητική υπεροχή αυτής της κυκλοφορίας. Θα κλείσω, χρησιμοποιώντας μια αφιέρωση, που η ίδια η μπάντα τοποθέτησε εδώ:

“Dedicated to the ones who didn’t make it and to all the wandering stars.”


Watching your friends’ accomplishments taking shape is a beautiful thing. This is how I feel, at least. A bit of explaining on my part: one of the members of this band is a good, old friend. Therefore, I was lucky enough to witness the process of this recording in its various stages of preparation and creation. On a relative distance, of course. Having already listened to these songs, during their primal versions actually, I was positively inclined right from start. And I was eagerly waiting for the final outcome.

The outcome which, after some time, found its way on to my hands. I should note that I was initially prepared to come across to some kind of a ripe version of Mazzy Star. There lies some truth to this assumption, even though the sounds that Moonshine Effect are producing tend to embrace much wider influences. Who have the tendency to reveal themselves, gradually. Personally, I hear traces that remind me of Belle and Sebastian, as well. Overall, there is a worshiping type of direction towards folk and dare I say psychedelic soundscapes. Moving deep, one can stumble upon a gesture of love (literally speaking) for Velvet Underground. Especially referring to the slower, quieter moments of the later. I suppose that the aforementioned ingredients serve as a necessary basis, when it comes to an indie pop band of today. I must also state that the above used term is indicatively used, on my behalf- it functions in a rather limiting mode, for the most part. Simply because this album has the ability to put together many different moods and ambiances.

Ambiance-or atmosphere if you prefer-now, that’s a word capable enough in order to describe the low light style of this group. The choice of mainly using female vocals, is an excellent one, for sure. Jacqueline’s warm, earthly vocal tone provides an absolutely necessary backbone that allows these compositions to take off. Perhaps the previous statement sounds out of place, a bit-though that is something purposely done, on my side.

Now, specifically concentrating on the musical sector: I was definitely, positively impressed by the presence of intensely sweet melodies. Even more so, by the harmonious coexistence of electric and acoustic guitar, melting together along with brightly chromatic keyboard touches. This amalgam is probably used as a base for a musical foundation, in which Moonshine Effect live and breathe. Melancholic tones, playful moods and warm, lighthearted tempers define that space. Pointing and picking stand out tracks, is a rather difficult task, for me. Indeed, everything seems to move in a flawless way, getting to the point where even the intro and outro pieces hold an obvious raison d’ etre as part of an almost miraculous sense of compositional thrift. It is widely obvious that this is a result of long time devotion and co-operation. And, when they manage to conquer emotions in such an ear-pleasing, liberating manner, there are not many things to add, frankly speaking. Stating that this is one of the best releases that I have heard this year, would certainly not be an exaggeration. Adding to that, I must say that is really difficult to come across at a work of similar quality, these days. I would also say that this recording reaches out beyond the usual narrow limitations of the greek indie scene, whilst at the same time it could be regarded as a continuation of said above scene.

I am writing this, having in mind a spectacular compilation that had been released many years ago-”Try A Little Sunshine” was its title. The previously mentioned compilation could be seen as a kind of map of the early alt pop scene in Greece. But, wait-is this somehow related to this recording?

Simply put, I view this record as a step beyond or even as a development in the process of shaping of that scene, albeit presented in a much higher level of quality, this time around. There is an absolute need for bands such as Moonshine Effect, in my opinion. “Our Eyes Should Meet” deserves to be treated as a rare and delightful exercise of beauty. The sonic stigma of whom is definitely evident by the harmonically fitting cover art. Something also evident by the presence of certain mottos, who also help to enhance an indicative tone regarding the direction that the band themselves choose to follow.

The usage of phrases by Nick Drake and Guy-Ernest Debord, literally moved me, whereas at the same time, these words greatly serve in order to show the exact field that defines the aesthetic superiority of this release. I’ ll end this, by placing here a sort of dedication that is contained within the booklet of this disc:

“Dedicated to the ones who didn’t make it and to all the wandering stars.”

 

 

Γιώργος Καναβός