Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression Records)

Πλησιάζοντας στο τέλος του έτους νιώθεις σαν να κλείνει ένας κύκλος πριν ανοίξει ένας επόμενος. Βέβαια -για να είμαι ειλικρινής- δεν ξέρω πως ανοίγει ένας επόμενος, πάντα είχα την αίσθηση πως οι κύκλοι δεν κλείνουν ποτέ. Αν οπτικοποιούσα τη σκέψη αυτή, θα της έδινα το σχήμα του ελατηρίου, εκεί που οι εύκαμπτες καμπύλες γραμμές δεν κλείνουν, αλλά η επόμενη είναι συνέχεια της προηγούμενης, χωρίς να είναι ξεκάθαρο που ξεκινά η μία και που τελειώνει η άλλη. Το μόνο ξεκάθαρο είναι η αρχή και το τέλος. Η τελευταία σταματά απότομα απομένοντας ανολοκλήρωτη, ακριβώς όπως και η πρώτη που ξεκινά το σχήμα εξίσου απότομα, σαν να ξεκινά από τη μέση. Μόνο αν ενώσεις τις δύο άκρες θα σχηματισθεί ένας κύκλος ολοκληρωμένος. Επιβεβαιώνοντας συμβολικά πως κάθε νέα αρχή ξεκινά εκεί που κάτι άλλο τελειώνει, με προσδοκίες άμεσα εξαρτώμενες από τις βαθύτερες επιθυμίες μας.

Αναζητώντας και προσδοκώντας, λοιπόν, κάτι που θα μου αφήσει μια ωραία αίσθηση για το κλείσιμο της χρονιάς, ώστε να πάμε στην επόμενη με αισιόδοξη διάθεση, βρέθηκα αντιμέτωπη με το Dances On Walls των Ghostland, που γνωρίσαμε από εμφανίσεις τους σε underground κυρίως, σκηνές. Έχοντας ήδη ως ATS μια πρόσφατη καλή εμπειρία από το ημεδαπό σχήμα άκουσα το άλμπουμ με ομολογουμένως θετική προκατάληψη.

Το ντεμπούτο τους διακρίνεται από σκοτεινές,ατμοσφαιρικές συνθέσεις. Το μπάσο κάνει αισθητή την παρουσία του και αλληλοσυμπληρώνεται αρμονικά με τα πλήκτρα, με απόγειο τα “Wind Of Knives” και “Sway”. Η φωνή της Μακρίνας απογειώνει τη μουσική και συμπυκνώνει το θυμό και την απελπισία, και τη θλίψη, χωρίς ψήγματα μιζέριας, αλλά με μελωδικές κραυγές αγωνίας, όπως στο “The Dancing Crowd” όπου είναι κυρίαρχη η αίσθηση της απώλειας του εαυτού. Στο “Lifeblood” με τον επαναλαμβανόμενο στίχο “I don’t know how to fall” μας παρουσιάζουν μια διαφορετική οπτική της απελπισίας, εκείνης που δεν λειτουργεί κατασταλτικά, αλλά ενδυναμωτικά, για την- κατά μέτωπο- αντιμετώπιση του φόβου και του πόνου και την υπέρβαση των δυσκολιών και των εμποδίων που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Οι ατμοσφαιρικές post punk/new wave συνθέσεις τους που αλληλοσυμπληρώνονται με την υπέροχη φωνή της Μακρίνας στο Dances On Walls είναι ο καλύτερος επίλογος για τη χρονιά που τελειώνει σύντομα. Θεωρώ πως αφήνουν μια πολλά υποσχόμενη παρακαταθήκη για το μέλλον.

Approaching the end of the year, you feel like a circle is closing while another opens. Of course – to be honest – I do not know how the latter one opens – I always had the feeling that circles never close. Had I visualized this thought, I would give it the shape of a spring, whose flexible curved lines do not close, one being the continuation of the other, without it ever being clear which preceeds the other. The only thing that is clear is the beginning and the end. The one at the end stops abruptly, remaining incomplete, just like the one at the beginning takes its shape equally abruptly as if starting from the middle. Only if you join the two endings a complete cycle will be formed. Confirming symbolically that every new beginning starts at the end of something else, with expectations directly dependent on our deepest wishes.

Looking for and hoping for something that will leave a nice aftertaste of the year and set an optimistic mood for the next, I faced Dances On Walls of ghostland, which we met from their performances in underground scenes mainly. As Against The Silence we’ve already had a recent good experience from the native group, so I listened to the album with a positive prejudice.

Their debut album is distinguished by dark, atmospheric compositions. The bass has strong presence and is complementary to the keyboards, with “Wind Of Knives” and “Sway” topped. Makrina’s voice takes off music and condenses anger, despair, and sorrow, without a shred of mizery but with melodious screams of anguish, as in “The Dancing Crowd” where the sense of self-loss is dominant. In “Lifeblood” with the repeated lyrics “I do not know how to fall”, they show us a different perspective of despair, of the one that does not work suppressively but empowers us to face fear and pain and overcome the difficulties and obstacles that we should deal with.

The atmospheric post punk/new wave compositions that complement each other with Makrina’s wonderful voice on Dances On Walls are the best closure for the soon-to-be-gone year. In my opinion they offer us a promising “deposit” for the future.

Sylvia Ioannou

Second Still – Self-titled (manic depression records)

Σίγουρα θα υπάρχει μια θέση στον παράδεισο κρατημένη για μπάντες που αν και αξιόλογες θυμίζουν κάτι έντονα από το παρελθόν. Πέρα από αναβιώσεις, reunion και ξαναζεσταμένα φαγητά, υπάρχει και η απλή απόλαυση της μουσικής που ακούς, οπότε αν αξίζει κάτι, δεν χρειάζεται και πολλές αναλύσεις. Τι θα κάναμε όμως κι εμείς οι δύσμοιροι σε αυτές τις περιπτώσεις; Να γράφαμε απλώς ότι θυμίζουν οι τάδε τη συγκεκριμένη μπάντα και να περνάγαμε στην επόμενη; Η περίπτωση των Second Still ευτυχώς αξίζει κάτι παραπάνω από μια απλή αναφορά ή μια ένταξη στις νέες μπάντες που θυμίζουν τα σκοτεινά eighties.

Ευτυχώς εδώ δεν έχουμε μια μπάντα όπως οι Savages που ξεπατικώνουν ύφη και ριφάκια μπαντών του συγκεκριμένου μουσικού ρεύματος, καθώς οι Second Still είναι μια αμερικάνικη μπάντα, οπότε και κινείται σε underground επίπεδα χωρίς να αποζητά ντε και καλά την εμπορική επιτυχία με εξεζητημένα σουξέ. Το αστείο βέβαια είναι ότι το ντεμπούτο τους βρίθει από υποψήφια σινγκλ που θα έκαναν πάταγο σε πίστες υπογείων, γνωστών και μη εξαιρετέων. Ο ρυθμός του drum machine σε όλα τα κομμάτια δίνει έναν πιο στακάτο ρυθμό και οι μελωδίες αναρριχώνται με την απλή φωνή της Suki. Δεν νομίζω, μάλιστα, να υπάρχει ένα κουπλέ, ένα ρεφρέν ή μια γέφυρα που να μην είναι καλογραμμένη στον δίσκο.

Επίσης τα παιξίματα των μουσικών είναι αρτιότατα και έχω την εντύπωση ότι ζωντανά η μπάντα θα πρέπει να παίρνει τα σκαλπ άμοιρων κεφαλιών. Πέραν όλων αυτών των κοινότοπων διαπιστώσεων, εικασιών και συμπερασμάτων υπάρχουν βεβαίως και τα μειονεκτήματα που συναντάμε αρκετές φορές σε ντεμπούτα σχημάτων. Οι επιρροές που αναφέραμε πριν, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Ειδικά στη φωνή, η παραπομπή στη Siouxsie είναι παραπάνω από εμφανής, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω πού μπορεί να φτάσει αυτό το “παραπάνω”. Επίσης, σε αρκετές στιγμές του δίσκου ένιωσα ότι η μπάντα θα μπορούσε να σπάσει το προκαθορισμένο μοτίβο της χωρίς τελικά να το βάζει ως προτεραιότητα.

Ως εκ τούτου το ντεμπούτο τους ακούγεται, ναι μεν, πέραν των αναμενόμενων συνεκτικό και στιβαρό, αλλά κάπου φαντάζει φτιαγμένο για να μπει στη νόρμα του ρετρό. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια αίσθηση ότι η μπάντα μπορεί να εξελιχθεί σε όλα τα επίπεδα. Αυτό αποδεικνύει το υλικό της εδώ σε συνάρτηση με την άρτια αισθητική της πρόταση. Οπότε με αυτό το ελπιδοφόρο μήνυμα ας κλείσουμε μια κριτική ενός σκοτεινού δίσκου, που όμως έχει την ενέργεια μιας πηγαίας εκτόνωσης ως βασικό χαρακτηριστικό του.

Μπάμπης Κολτράνης