Kelan Philip Cohran & The Hypnotic Brass Ensemble – Bill Laswell – John Zorn

Kelan Philip Cohran & The Hypnotic Brass Ensemble – Selftitled (honest john’s records)

 

 

 Οι γεροντίστικες φιγούρες της jazz που έχουν ζήσει τα παλιά χρόνια και έχουν παίξει δίπλα σε μεγαθήρια, αποπνέουν μια νηφαλιότητα και έναν αβίαστο σεβασμό. Ο Philip στα 85 του μπορεί να νιώθει υπερήφανος για αρκετούς λόγους, με πρώτη την θητεία του δίπλα στον Sun Ra, αλλά πλέον άλλος ένας λόγος είναι οι σπόροι που έχει σπείρει. Μιλώντας κυριολεκτικά, ο συγκεκριμένος σίγουρα αγνοεί τις μεθόδους αντισύλληψης και προφύλαξης, με αποτέλεσμα να έχει κάνει πολλά παιδιά, οκτώ από τα οποία έχουν φτιάξει τους The Hypnotic Brass Ensemble! Ως έφηβοι, χάνοντας τον ύπνο τους με τις ατελείωτες πρόβες του πατέρα τους και μελετώντας τα τότε αριστουργήματα του hip hop, κουβαλάν αρκετά εφόδια για να σταθούν γερά στα πόδια τους. Εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, με βάση το Chicago, παίζουν σε πεζοδρόμια και έχουν κυκλοφορήσει αρκετό δικό τους υλικό.

Το όνομα τους το πήραν μετά από ένα σχόλιο ενός τύπου που είχε υπνωτιστεί βλέποντας τους να παίζουν σε ένα σταθμό μετρό, με αποτέλεσμα να χάσει τα τρένα που περνούσαν! Βέβαια, μόνο υπνωτικό δεν λες αυτό το ορχηστρικό μείγμα χυμώδης jazz και ανεβαστικής hip hop. Τον τόνο τον δίνουν τα βαρύτονα σε τέτοιο βαθμό που νομίζεις πως ραπάρουν πάνω στους ζαλιστικούς ρυθμούς. Η ελευθεριακότητα όμως στον τρόπο που χειρίζονται τις ιδέες μαζί με την καθοδήγηση του πατέρα τους, δίνει κυρίως το μουσικό στίγμα σε έναν δίσκο που ξεκινά χορευτικά και κλείνει σαν σιωπητήριο. Ιδού ο ορισμός της μουσικής του δρόμου.

 

 

Bill Laswell – Means Of Deliverance (innerhythmic)

 

 

Προς τα που οδεύει ένας μεσόκοπος μουσικός που τα έχει παίξει σχεδόν όλα εδώ και τριάντα χρόνια έχοντας ήδη εξασφαλίσει την καλλιτεχνική του υστεροφημία; Συνήθως είτε σπίτι του, είτε στο πάλκο, και στις δυο περιπτώσεις αποκαμωμένος επαναλαμβάνοντας μανιέρες και στυλ. Μια από τις λαμπρές εξαιρέσεις αυτού του κανόνα είναι ο Bill Laswell, ο οποίος τρομάζει κάθε αδαή με την τεράστια δισκογραφία του και την μακριά λίστα αμέτρητων συνεργασιών που έχει κάνει με σημαντικότατους εκπροσώπους της μοντέρνας μουσικής.

Εδώ αποφασίζει να απεκδυθεί τις dub και noise εμμονές του και να εξασκηθεί στο τετράχορδο ακουστικό μπάσο. Ισορροπώντας μεταξύ του αυτοσχεδιασμού και της αγνής μελωδικότητας, προσφέρει έναν minimal δίσκο, περιπετειώδη και κατά έναν περίεργο τρόπο ευχάριστο στα αυτιά. Κατά αυτόν τον τρόπο θυμίζει τους Tortoise, στα πρώτα τους album, αν και εδώ η πυξίδα δεν τείνει προς μια κατεύθυνση. Από τα δυτικότροπα θέματα (βλ. “Lighting In The South”), τις συνθέσεις με τους ελληνικούς τίτλους (πχ “Ouroboros”), το τραγούδι που ερμηνεύει στα Αιθιοπικά η γυναίκα του και παραγωγός του δίσκου Gigi, μέχρι και το «αμερικάνικο» “Low Country” που κλείνει τον δίσκο· όλα πιστοποιούν μια δουλειά έξω από τα τετριμμένα. Μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο πειραματισμός αποκτά μια τόσο εύηχη προσβασιμότητα.

http://innerhythmic.com/releases/means-of-deliverance/

 

John Zorn – A Vision In Blakelight (tzadik)

 

 

Πάλι αυτός. Κάθε μήνα, πιστός στο ραντεβού του τα τελευταία δυο χρόνια, κυκλοφορεί έναν δίσκο με διαφορετικό ύφος, μπάντα και λογοτεχνικό έναυσμα. Έχουμε αναφερθεί κατά καιρούς στην σειρά αυτή, χωρίς όμως να την ακολουθούμε με ακρίβεια, μιας και δεν είναι όλες οι δουλειές του ίδιου επιπέδου. Πιο συγκεκριμένα, ορισμένοι δίσκοι όπως το ακριβώς προηγούμενο του το Rimbaud, περνά την αντιπέρα όχθη της περισπούδαστης μουσικής όπου απευθύνεται είτε στους απολύτως μυημένους, είτε σε ψυχασθενείς.

Λοιπόν, αυτός ο δίσκος στέκει στο άλλο άκρο. Ιδανικός για υπόκρουση σε ραχάτικα πρωινά και ηλιόλουστα απογεύματα, βρίθει από ευήκοες μελωδίες. Εμπνευσμένο από την πνευματική μυθολογία του William Blake, αναπαριστά με όχημα την avant garde/jazz, μια θρησκευτική ενορατικότητα. Είναι και αυτοί οι μουσικοί που ερμηνεύουν τις συνθέσεις του Zorn, o Joey Baron και ο Trevor Dunn των Mr Bungle και ο γνωστότατος John Medeski στα πλήκτρα μεταξύ άλλων, οι οποίοι δίνουν μια αριστοτεχνικότητα στο όλο αποτέλεσμα. Καθώς προχωρά ο δίσκος, εμφανίζονται ορισμένα πειραματικά περάσματα, αλλά δεν παύει το συνολικό αποτέλεσμα να βαίνει στρωτό και άκρως ελκυστικό. Εύγε μαέστρο.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Το εκκλησιαστικό όργανο μέσα στο πέρασμα των χρόνων και στο συνεχές παρόν

Απέναντι στον μυστικισμό των ορθόδοξων, ισλαμικών ή βουδιστικών ναών, η δυτικοευρωπαϊκή-καθολική παράδοση έχει ένα στοιχείο για το οποίο μπορεί να καυχιέται : τη χρήση του εκκλησιαστικού οργάνου το οποίο αναφέρεται και απλώς ως όργανο (στα Αγγλικά pipe organ). Προσπερνώντας το ζήτημα της πίστης και του θρησκεύματος με τους Dead Kennedys να το έχουν διευθετήσει με 2-3 ακόρντα, 3-4 φράσεις σε διάρκεια ενός λεπτού με το άσμα “Religious Vomit”, ας ρίξουμε μια ματιά σε αυτό το κατανυκτικό όργανο για να δούμε πώς γίνεται επίκαιρο ξανά.

Ανατρέχοντας στην καταγωγή του οργάνου, ανακαλύπτουμε ότι ο μακρινός πρόγονός του είναι ένα αρχαιοελληνικό πνευστό με όνομα ύδραυλις. Όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, με το ανακάτεμα διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμών, το εν λόγω όργανο το δανείστηκαν οι Ρωμαίοι και έπειτα οι Βυζαντινοί. Φτάσαμε αισίως στον 7ο-8ο αιώνα για να πάρει τη σημερινή του ονομασία και έπρεπε να περάσουν δέκα αιώνες μέχρι να εγκαθιδρυθεί ως το κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικό όργανο. Την ίδια περίοδο, αναδείχθηκε και η φύση του οργάνου χωρίς να είναι απαραιτήτως συνδεδεμένη με τον εκκλησιαστικό χώρο. Γνωστοί συνθέτες της εποχής όπως οι Μπαχ, Μότσαρτ, Χαίντελ και Λιστ έγραψαν διάσημα έργα με βάση το συγκεκριμένο όργανο.

Οι διαφοροποιήσεις στα μεγέθη, αλλά και οι μεταβολές στον τρόπο παιξίματος αποτελούν τυπικό παράδειγμα για το πώς εξελίσσεται τεχνολογικά κάτι με την αλληλοσυνεργασία και τον συγκερασμό διαφορετικών κουλτούρων. Σήμερα μάλιστα, όχι άδικα, το όργανο θεωρείται ο πατέρας του αρμονίου, μιας και στην πορεία κατασκευάστηκαν φορητά, βολικού μεγέθους όργανα, ώστε να μετακινούνται εύκολα και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ψυχαγωγικούς λόγους. Με την πάροδο του χρόνου, το συγκεκριμένο όργανο αποσυνδεόταν όλο και περισσότερο από τον αμιγώς θρησκευτικό του χώρο, με αποτέλεσμα σήμερα να συναντάται σε κάθε αίθουσα συναυλιών που σέβεται τον εαυτό της.

Επιπλέον, συναντάμε τον ήχο αυτού του οργάνου σε πολλές παλιές ταινίες τρόμου ή μυστηρίου (βλ. Το φάντασμα της όπερας), καθώς και σε ορισμένες του Tarkovski και του Jan Svankmajer. Πέρυσι σε έναν δίσκο που ξεχώρισε, το Ravedeath 1972 του Tim Hecker, ανάμεσα σε άλλους ήχους αναμειγνυόταν και αυτός του εκκλησιαστικού οργάνου. Η ηχογράφηση, εξάλλου, είχε γίνει σε έναν ισλανδικό ναό με τη συμβολή του Ben Frost. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό και η χρήση του οργάνου διακριτικότατη, καθώς ενσωματωνόταν στο αμάλγαμα των ήχων που συνθέτουν την μουσική του Hecker.

 

 

Τα τελευταία χρόνια, ο Pietro Riparbelli επιμελήθηκε σε συνεργασία με την touch recordings διάφορες ηχογραφήσεις στο εσωτερικό ναών διαφόρων θρησκευμάτων. Πρόκειται για μια μεγάλη λίστα κυκλοφοριών, όπου συναντάμε κυρίως εξωτερικούς ήχους αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις μοναχικά όργανα που προσδίδουν ανάσα στον χώρο.

 

 

Για τον τύπο που δεν κοιμάται ποτέ έχουμε ξαναγράψει. Ξαφνιάζοντας ακόμη και όσους δύσκολα πλέον μπορούν να εκπλαγούν από τις τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές μεταξύ τους δουλειές που κυκλοφορούν με τη σφραγίδα του σε μηνιαία βάση, το 2011 ο John Zorn ξεκίνησε έναν κύκλο συναυλιών σε καθεδρικούς ναούς. Εκεί, συνήθως αργά το βράδυ και με ελεύθερη είσοδο, έπαιζε με τον δικό του τρόπο εκκλησιαστικό όργανο. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί η δισκογραφική αποτύπωση της προσπάθειας αυτής και ακούγοντας την είναι σαν να αναδεικνύεται η πολυδιάστατη φύση του οργάνου.

 

 

 

Από την κατάνυξη που επέβαλε στη διάρκεια της εκκλησιαστικής λειτουργίας και περνώντας από την αξιοποίησή του στα έργα κορυφαίων συνθετών της κλασσικής μουσικής, φτάνουμε στο σήμερα με την αποδόμηση και συνένωσή του με άλλους μεταμοντέρνους ήχους. Εν τέλει, μιλάμε για ένα όργανο που και βάθος και όγκο διαθέτει, ώστε να μην αποτελεί ένα απλό έκθεμα μουσειακού χαρακτήρα ή ένα περιφερόμενο λείψανο νεκρών εποχών, αλλά απελευθερωμένο από στερεότυπα αποτελεί άλλον έναν δίαυλο μουσικής έκφρασης.

 

Μπάμπης Κολτράνης

John Zorn – Chick Corea & Gary Burton – Jorge Pardo

John Zorn – Nosferatu (tzadik)

 

 

Σε λίγο καιρό δεν θα αναφερόμαστε μάλλον σε βιβλία που ενέπνευσαν ταινίες, αλλά σε βιβλία ή ταινίες που αποτέλεσαν τη βάση θεματικών δίσκων. Τα τελευταία χρόνια, μόνο τις δουλειές του John Zorn να παραθέσουμε, θα βρούμε δεκάδες δείγματα σύνδεσης της μουσικής με κάθε άλλη πτυχή των τεχνών και των γραμμάτων. Φέτος έχει ήδη κυκλοφορήσει το Mount Analogue και το πρόσφατο The Gnostic Preludes, το οποίο χαρακτηριζόταν από την παρουσία του κιθαρίστα Bill Frisel, αλλά και από την μονότονη φύση του.

Ο τρίτος κατά σειρά φετινός δίσκος του προέρχεται από μια μουσική επένδυση πάνω στην θεατρική απόδοση του πασίγνωστου έργου του Bram Stoke, Nosferatu. Επιτέλους ο Zorn ξαναπιάνει το alto σαξόφωνο του, χωρίς να αφήνει τη λιωμένη από την χρήση θέση του συνθέτη-μαέστρου, και βγάζει αυτήν την περισσότερο μελωδική εδώ, αλλά και κατά στιγμές τραχιά αίσθηση του ιδιαίτερου παιξίματος του. Ευτυχής συγκυρία αποτελεί η συμμετοχή της τόσο σημαντικής μορφής του Bill Laswell στο μπάσο, όπως και του Rob Burger στο πιάνο και του Kevin Norton στο βιμπράφωνο.

Δεν θέλει και πολύ μια δουλειά, ώστε να μην αντέξει κάτω από το βάρος των ονομάτων των συντελεστών της, κάτι που έχουμε δει πολλάκις στη μουσική. Εδώ όμως το οξυγόνο που δίνουν τα άλλοτε σκοτεινά και άλλοτε γλυκά ατμοσφαιρικά ιντερλούδια και το καθόλου επιδεικτικό ξετύλιγμα εύηχων αυτοσχεδιασμών σφραγίζουν έναν πανέμορφο δίσκο. Με εξαίρεση το παράταιρο μεταλλίζον “The Battle Of Good And Evil”, όλα ντύνουν γλυκά με το μαύρο της νύχτας τον πρωταγωνιστή Nosferatu, με ορισμένα κομμάτια όπως τα “The Stalking”, ”Fatal Sunrise” και “Renfield” να κολλάνε στο μυαλό σαν κατάρα.

 

 

Chick Corea & Gary Burton – Hot House (concord jazz)

 

 

Τελικά στη jazz είτε πας στα θυμαράκια νέος, συνήθως από καταχρήσεις, είτε θα ξεχνάνε να σε καλέσουν στο ταξίδι που δεν έχει γυρισμό, με συνέπεια η μουσική να καθίσταται κάτι παραπάνω από ένα μόνιμο αποκούμπι για ιδιότροπους ή μη γέροντες. Κοιτάζοντας πάντως τους σχεδόν εβδομηντάχρονους Chick Corea και Gary Burton, δεν τους κάνεις για παροπλισμένους συνταξιούχους, αφού εδώ πολλές δεκαετίες κυκλοφορούν μουσική και περιοδεύουν συνέχεια. Ρίχνοντας μάλιστα μια ματιά στα βιογραφικά τους, σε πιάνει ένας ίλιγγος με τα 23 βραβεία Grammy, τις συνεργασίες με μορφές μαμούθ στον χώρο της jazz, τις εφευρετικές τους τεχνοτροπίες και τις πολλές κατευθύνσεις των έργων τους. Ο Gary, μάλιστα, αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις, όπου η δημόσια παραδοχή της ομοφυλοφιλίας του δεν επέδρασε αρνητικά στη μουσική του πορεία.

Για να γιορτάσουν τη συνεργασία τους που κλείνει 40 χρόνια, δημιούργησαν έναν «κρυστάλλινο» δίσκο γεμάτο διασκευές από μη κλασσικά jazz θέματα. Παίζοντάς τα πρώτα σε συναυλίες και έπειτα μπαίνοντας στο στούντιο, δούλεψαν με προσοχή επιφυλάσσοντάς μας δύο εκπλήξεις: τη διασκευή του “Eleanor Rigby” των Beatles στα όρια του αγνώριστου και την ολόφρεσκη σύνθεση “Mozart Goes Dancing” που αποδεικνύει πόσο βιρτουόζος μπορεί να είναι Chick, αφού καταφέρνει να συγχωνεύσει τη jazz με την κλασσική μουσική δωματίου.

Πέρα από την αυστηρότητα των παρτιτούρων και το αριστοτεχνικό παίξιμο των δύο τους, το Hot House προσφέρει κάτι παραπάνω από τροφή για μελέτη σε αυτούς που θα του αφοσιωθούν και κλείνει (;) με τίμιο τρόπο την γιορτή των 40 χρόνων από τότε που χρονολογείται η πρώτη συνεργασία τους.

 

 

Jorge Pardo – Huellas (cabra/Jorgepardo.com)

 

 

Ο Μαδριλένος αυτός σαξοφωνίστας-φλαουτίστας δεν έχει τίποτα άλλο στο μυαλό του από το ανακάτεμα της flamenco και της jazz βγάζοντας κάτι νέο. Χωρίς να απαρνιέται τις ρίζες του, συνεχώς φέρνει στοιχεία της μοντέρνας jazz έχοντας καταφέρει να καθιερωθεί μέσα από πλήθος συνεργασιών, που περιλαμβάνουν και τον προαναφερθέντα Chick Corea, ως μια από τις εξέχουσες μορφές στον χώρο της -κατά μια έννοια- ethnic jazz μουσικής.

Στο διάρκειας δυο ωρών διπλό νέο του album μαζεύει μουσικά ό,τι έχει κάνει, αφήνει έξω την κάπως στείρα επαγγελματικότητα προηγούμενων δουλειών και την υπερβολική κατά περιπτώσεις σύνδεση με την παράδοση και βγάζει ένα χυμώδες, μεσογειακό και άρτιο αποτέλεσμα. Είναι και η εξαμελής μπάντα (που σε περιπτώσεις γίνεται και οκταμελής) που γεμίζει τον ήχο δίνοντας έναν συναυλιακό τόνο στην απόδοση των συνθέσεων του Pardo. Χωρίς καμία «κοιλιά» στον δίσκο, με το τέμπο να εναλλάσσεται συνεχώς και στο “Los Juncos” να ακούμε γυναικεία φωνητικά, πραγματικά αφήνεσαι στις μελωδίες και ακολουθείς με την φαντασία σου τα ίχνη σε μια έρημο που είσαι σίγουρος πως οδηγεί σε καταγάλανη παραλία. Η ιδανική ίσως υπόκρουση σε πλατείες νησιών κάτω από την σκιά ξεχασμένων από τον χρόνο πλατανιών. Καλός ο Θ. Παπακωνσταντίνου, δεν αντιλέγω, αλλά και μια αλλαγή δεν βλάπτει.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης