Fraternity Of Sound Opening Rites – Club Night

Το να πηγαίνεις σε μια συναυλία με ονόματα που δεν πολυξέρεις είναι σαν να σκας σε πρώτο ραντεβού. Αυτή η αίσθηση ότι δεν ξέρεις τι ακριβώς να περιμένεις προσθέτει έναν τόνο μυστηρίου και ίντριγκας, και κάπως έτσι ένιωθα πηγαίνοντας στο άνοιγμα του FOS. Η αλήθεια είναι ότι ούτε τι κόσμο θα συναντούσα ήξερα, και φάνηκε τελικά πως αρκετ@ γνωστ@ μου έχουν πιο διευρυμένα γούστα από ό,τι νόμιζα. Επίσης, το φτηνό εισιτήριο σε σχέση με τις επόμενες ημέρες του φεστιβάλ, μιας και τα ονόματα ήταν χαμηλότερου βεληνεκούς, έκανε κάποιο λίγο κόσμο να δώσει το “παρών” μόνο τη συγκεκριμένη βραδιά, αντί των άλλων. Και κάπως έτσι εγένετο φως…

…Ή για την ακρίβεια σκοτάδι, μιας και αυτό απαιτούν οι περιστάσεις του πρώτου ραντεβού. Ο Dead Gum έδωσε το εναρκτήριο κάλεσμα με ένα drone/ambient σετ, το οποίο ταίριαζε ιδανικά εκείνη τη στιγμή που ένα φεγγάρι παραμόνευε πίσω και πάνω από αυτόν στα τζάμια. Η Puce Mary ακολούθησε, και πολύ νωρίς νιώσαμε ένα συγκινησιακό ντου, μη αναμενόμενο. Όταν βλέπεις μια μουσικό να ψιθυρίζει στην αρχή του live τα λόγια μιας προηχογραφημένης φωνής που ακούγεται πάνω στα ερεβώδη ηχοκύματά της, τότε ξέρεις ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά στη συνέχεια. Ειδικά όταν πήρε το μικρόφωνο, φτύνοντας στίχους με έναν υποβλητικό τρόπο και παραδόξως στο υπόβαθρο ενός μαζικού θορύβου, καταλάβαμε για τα καλά ποιο όνομα θα ξεχώριζε εκείνη τη βραδιά στα νέον φώτα του εγκεφάλου μας.

Από το ζεστό στο κρύο θα χαρακτήριζα τη συνέχεια, με τον Colin Potter των Nurse With Wound να κουράζει με τον θόρυβό του, όπως μόνο οι μπαρμπάδες ξέρουν όταν έρχονται σε οικογενειακές μαζώξεις και λένε “Να, εγώ εδώ θα κάτσω με τη νεολαία!”. Θα επέμενα στο χάσμα γενεών, αλλά και ο νεαρός Croatian Amor, που τον γνώριζα μουσικά ως Loke Rahbek, δεν μου έκανε καμία φοβερή εντύπωση. Βέβαια, οφείλω να παραδεχθώ ότι ανήκα στη μειονότητα, γιατί το καλοδουλεμένο του political concept με τη μουσική και τα βίντεο, το οποίο θύμισε Oneohtrix Point Never, κέντρισε το ενδιαφέρον αρκετού κόσμου.

Η νύχτα έτρεχε κι άντε να την προλάβεις, οπότε αν και δεν ξέφυγε χρονικά στο πρόγραμμα η εμφάνιση του τελευταίου της βραδιάς Jay Glass Dubs, ήταν ωστόσο λίγο αργά για να ρισκάρω να μην προλάβω το τελευταίο τρένο. Όσο άκουσα προσπάθησα να το κρατήσω για τη διαδρομή της επιστροφής…

…και, ξανά μέσα σε ούτε ένα εικοσιτετράωρο, πίσω στο The Temple για το Club Night του FOS. Αφού νόμισα ότι απλώς ξεκουράστηκα σπίτι για να αντέξω το ξενύχτι που προμηνυόταν. Ο Zorz μας έβαλε στο κλίμα με τα βινύλιά του και ένα γλυκό techno, χωρίς να είναι techno σετ. Στη συνέχεια, ο Bill Kouligas βγήκε με δικό του νέο υλικό, το οποίο, αν και είχε ωραίες στιγμές, μου φάνηκε αρκετά περίπλοκο για να ταιριάζει με μια βραδιά που είχε τον χαρακτήρα “κλαμπ” μπροστά. Ο Zorz πάλι εμφανίστηκε στα decks, και μάλιστα παίζοντας αυτήν τη φορά κανονική techno αρκετών bpm για να μη μας έρθει απότομα ο ερχομός του JK Flesh (αυτού του συμπαθητικού τύπου των Godflesh). Ένα άρτιο live industrial-techno σετ μας βάρεσε κατακούτελα κάνοντάς με να σκέφτομαι πόσο ταίριαζε αυτό που ακουγόταν στον συγκεκριμένο χώρο, και μάλιστα με τόσο καλό ήχο να βγαίνει από τα άγια ηχεία. Ακόμη πιο πολύ ταίριαζε η συνέχεια με τους Kondaktor και 3.14 (ο σωσίας του Dave Gahan; Ίσως). Απλό και ξερό techno b2b επιλογών, όπου προσωπικά με έκανε να νιώσω ότι βρίσκομαι σε κάποιο μεγάλο κλαμπ ακούγοντας κάποιο γνωστό όνομα του χώρου. Το ξημέρωμα όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα, οπότε η επιστροφή σπίτι είχε αυτό ως φόντο, όπως εξάλλου κάθε έξοδο σε κλαμπ οφείλει να έχει.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Four Tet – Ben Frost – Guerilla Toss/Jay Glass Dubs

Four Tet – New Energy (text records)

 Κάθε μήνας που περνά αφήνει τον προηγούμενο μουδιασμένο και σχεδόν λησμονημένο. Ο Σεπτέμβρης φαντάζει αυτόν το μήνα σαν να συνέβη κάποτε στο μακρινό παρελθόν. Παρ’ όλ’ αυτά, παραμένει ο μήνας των νέων ξεκινημάτων, άρα παραμένει παρών. Δεν είναι τυχαίο που ο Four Tet κυκλοφόρησε το νέο του άλμπουμ αυτόν τον συγκεκριμένο μήνα και μάλιστα με τον τίτλο New Energy! Ακούγοντάς τον, νιώθεις αυτό το φως που γεμίζει τέτοια εποχή τη μνήμη με μια αύρα στιγμιαίας ευτυχίας. Σαν η όλη εμπειρία του πάνω στη σπουδή θερμής ηλεκτρονικής μουσικής να καταλήγει σε ηλιαχτίδες μελωδίας.

 Κι όμως τίποτα δεν υποδηλώνει εδώ μια νέα αρχή, καθώς τα βασικά συστατικά της μουσικής του παραμένουν αναλλοίωτα. Υπάρχει όμως μια νέα ενέργεια, χαλαρωτική θα έλεγα, η οποία μας αφήνει πανέμορφα ορχηστρικά καλούδια. Χωρίς να είναι παντελώς ανάλαφρα καταφέρνουν να χρωματίζουν τον χώρο με αόρατα χαμόγελα και ένα μυστήριο για το τι θα φέρει αυτός ο χειμώνας. Διόλου απίθανο τέτοια άλμπουμ να τον καθυστερήσουν κι άλλο.

Ben Frost – The Centre Cannot Hold (mute)

 Με κάποια ονόματα γνωρίζεις εξαρχής ότι όχι μόνο δεν θα ξεμπερδέψεις εύκολα με τις εκάστοτε νέες κυκλοφορίες τους, αλλά η συνέχεια θα είναι ακόμη πιο μυστηριώδης. Ένα απ’ αυτά είναι ο Ben Frost. Έπειτα από μια σειρά συνεργασιών μετά το A U R O R A, έρχεται με ένα άλμπουμ που αρχικά εκπλήσσει για τον τρόπο που το δημιούργησε. Πιο συγκεκριμένα, μετέβη στο γνωστό στούντιο του Steve Albini στο Σικάγο και ηχογράφησε σε αυτό ένα υλικό ελαφρώς από τα πριν προσχεδιασμένο.

 Ουσιαστικά χρησιμοποιεί το στούντιο ως ένα επιπλέον όργανο, και θυμίζει η όλη προσέγγιση του κάτι από live ροκ μπάντα. Ο σημαντικός αστερίσκος είναι ότι ο Albini δεν είναι ο παραγωγός που θα πάρει και θα μεταμορφώσει ή θα ανυψώσει το υλικό που θα έρθει στο στούντιό του, αλλά απλώς θα αναδείξει τον πραγματικό του πυρήνα. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώνεται κι εδώ, με τον Ben Frost να εγκλωβίζεται σε μια ελευθερία κινήσεων, η οποία δεν πάει όμως το υλικό του παραπέρα. Σε ορισμένα σημεία θυμίζει κάτι από τα παλιά του, το τέμπο ελάχιστα αλλάζει και κάπου ο δίσκος χωλαίνει χρονικά. Όχι σε βαθμό που θα μας κάνει να μιλήσουμε για κάτι μέτριο, αλλά ουσιαστικά είναι η πρώτη φορά που βγάζει κάτι το απλώς καλό.

Jay Glass Dubs/Guerilla Toss – Guerilla Toss VS Jay Glass Dubs (bokeh versions/DFA)

 Υπάρχει ένας κανόνας που μιλά για την υπεροχή των dub (δηλαδή remix) άλμπουμ ενάντια των πρωτότυπων όπου βασίστηκαν. Από παραδείγματα, μια ματιά σε δουλειές του Lee Perry και του King Tubby αρκεί. Ας μη μένουμε όμως στα κλασικά αυτά ονόματα, καθώς η μουσική προχωρά. Σίγουρα αυτό δεν αποτυπώνεται στο σχεδόν eighties άλμπουμ της Guerilla Toss που βγήκε το καλοκαίρι, αλλά βγαίνει στο νέο αυτό EP που επιμελήθηκε ο JGD.

 Αν έχετε κάποια επαφή με το υλικό του προαναφερθέντα, θα έχετε καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Περίπου βέβαια, μιας και εδώ αυτή η αναμόρφωση των τεσσάρων σουξεδάτων συνθέσεων βγάζει ένα περίεργο κράμα pop, dub και μυστηρίου. Το όλο υλικό διαθέτει τη δική του χορευτική πειθώ και όσο θυμίζει κάτι και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, άλλο τόσο αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη και για τους δύο.

Μπάμπης Κολτράνης

Jay Glass Dubs – New Teeth For An Old Country (bokeh versions)

againstthesilence.jay-glass-dubs-new-teeth-cover-final

  Εν αρχήν ην ο ρυθμός, χτύποι κρουστών που διεμβολίζουν τη σιωπή παράγοντας μια νέα γλώσσα. Για αυτό ίσως μουσικές που τον έχουν ως βάση καταφέρνουν και σπάνε το κέλυφος της μουσειακότητας τους και αποκτούν χαρακτηριστικά παγκόσμιας γλώσσας. Επίσης, τα κρουστά επαναφέροντας μας στην αρχή της δημιουργίας ανοίγουν διάπλατα τους ορίζοντες ενός είδους. Για παράδειγμα το hip-hop, η jazz, το techno, η rock και η dub-reggae έχοντας μια εύπλαστη φύση και με τον ρυθμό να τους δίνει πνοή, κατάφεραν να ανανεώνονται συνεχώς συνεχίζοντας την πορεία τους στο χρόνο. Η τελευταία όντας ένα από τα πιο παρεξηγημένα είδη, είναι σε άνθιση τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω της εύκολης πρόσβασης στα πλούσια κιτάπια της, αλλά και στο νέο κύμα πρόσμιξης της με ηλεκτρονικά ή και ξεκάθαρα χορευτικά στοιχεία.

 Κάπου εδώ λοιπόν αρχίζουν τα προβλήματα, μιας και μέσα στον κακό χαμό πρέπει να ψάξουμε αρκετά για να βρούμε κάτι το αξιόλογο και, γιατί όχι, πρωτοποριακό. Η δουλειά του Δημήτρη Παπαδάτου ως JGD χαρακτηρίζεται πλέον και από τα δυο αυτά στοιχεία. Υπάρχει αυτό το πείραγμα της πρώτης dub ύλης, με έναν ξεκάθαρο σεβασμό προς αυτήν (σε κάθε τίτλο κομματιού συμπεριλαμβάνει η άγια λέξη “dub”, κάτι το οποίο συναντάμε κατά κόρον στο συγκεκριμένο είδος), αλλά το αποτέλεσμα ξεφεύγει κατά πολύ από τις μανιέρες της σύγχρονης ηλεκτρονικής dub. Έχω ξαναγράψει για την αποδόμηση της αποδομητικής φύσης της dub που εφαρμόζει, αλλά στο νέο του άλμπουμ παρατήρησα ότι υπάρχει μια πιο ώριμη προσέγγιση λείανσης του ήχου. Για παράδειγμα, μετά τα δυο πρώτα κομμάτια έχουμε τα “Versatile Dub” και “Neckless Dub” που κουβαλάνε μια πιο εύγλωττη μελωδικά υφή από τα υπόλοιπα. Επίσης υπάρχουν παντού πολλές λεπτομέρειες που δεν αποκαλύπτονται με τις πρώτες ακροάσεις και ηχούν σαν αόρατες μίνι λούπες παμπάλαιων τραγουδιών που εισχωρούν ανάμεσα σε σφιχτούς ρυθμούς.

 Συνολικά, δεν έχουμε επ’ ουδενί ένα απλό σύγχρονο dub άλμπουμ, αλλά ένα δίσκο ηλεκτρονικής μουσικής που έχει ενσωματώσει την φιλοσοφία της. Δηλαδή, θέλει κάποιο χρόνο για να εισχωρήσεις στον κόσμο που δημιουργεί, διαθέτει χαρακτηριστικά εσωτερικότητας και συνάμα σε παρακινεί σε μια αργή χορευτική διάθεση. Ο τίτλος μπορεί να εκφράζει ένα πολιτικό σχόλιο για έναν τόπο που έχει πλέον γεράσει για τα καλά, αλλά λειτουργεί και ως μια ένδειξη ριζοσπαστικής αντιμετώπισης μιας συγκεκριμένης παράδοσης που δεν λέει να πεθάνει. Μα με τίποτα όμως!

Μπάμπης Κολτράνης

Klara Lewis – Jay Glass Dubs – emdy

Klara Lewis – Too (editions mego)

klaralewis.againstthesilence

Κάθε τι μουσικό έχει το δικό του νόημα ύπαρξης, αρκεί αυτό να βρεθεί μέσα στο ομιχλώδες τοπίο των αναρίθμητων νέων ή παλαιών και ανασυρόμενων από το σκοτάδι κυκλοφοριών. Το νέο άλμπουμ της Klara Lewis έχει ως βασικό χαρακτηριστικό την ανοικτότητα του και με βάση αυτήν επιτελεί μια λειτουργία σχεδόν ιαματική. Κάθε βλαβερή σκέψη απομακρύνεται και ο εγκέφαλος καθαρίζει με το που δρασκελίζεις ως ακροατής τα μονοπάτια των συνθέσεων. Ο τίτλος εξάλλου υποδηλώνει μια καθαρτική διαδικασία η οποία συντελέστηκε μέσω της εγγραφής του υλικού στον ίδιο τον πομπό και μεταφέρεται και στο δέκτη. Το μουσικό σύμπαν του Too δεν έχει κάτι το έντονο στην υφή του και σε ωθεί με αργά βήματα να εισχωρήσεις εντός του για να τον νιώσεις οικείο. Βασικά όλο το υλικό χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτική συνοχή και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως το απόλυτο σύγχρονο δίδαγμα της πεμπτουσίας της ηλεκτρονικής μουσικής όπου πλέον η τεχνολογική της υφή έχει αγκαλιαστεί με τη φυσικότητα της ανθρώπινης έκφρασης.

 

 

Jay Glass Dubs – II (THRHNDRDSVNTNN)

Jαυγλασσδθβσ.αγαινσττηεσιλενψε

Το να απασχολείσαι με διάφορα μουσικά project έχει το πλεονέκτημα ότι βρίσκεις πάντα κάτι νέο να ασχοληθείς και το μειονέκτημα ότι μπορείς να χα(ω)θείς μέσα σε αυτά. Ο Δημήτρης Παπαδάτος αποδεικνύει με την παρουσία του ως Ku, The Hydra και Jay Glass Dubs ότι αν υπάρχει σαφής στοχοπροσήλωση το προαναφερθέν μειονέκτημα απαλείφεται. Η δεύτερη του κυκλοφορία ως JGD είναι καταρχάς χορταστική ως προς την ποιότητα των συνθέσεων της. Προφανώς ο τίτλος του σχήματος, καθώς και οι τίτλοι των κομματιών παραπέμπουν στην πλουσιότατη παράδοση της dub μουσικής. Εδώ όμως είναι σαν η dub η οποία ήρθε αποδομώντας τη reggae, να μπαίνει κι αυτή με τη σειρά της στο στάδιο της πειραματικής επεξεργασίας του πρωταρχικού υλικού της. Η βάση στο βάθος είναι η απαράμιλλης γοητείας μουσική υπερβατικότητα του είδους και η δημιουργία επίμονων λουπών, αλλά ο ηλεκτρονικός ήχος με τον τρόπο που απλώνεται σε ορισμένες συνθέσεις εδώ την πάει σε άγνωστα μέχρι ως τώρα μέρη. Για να μην τα πολυλογώ, το συγκεκριμένο άλμπουμ μπαίνει στα προτεινόμενα της ημεδαπής παραγωγής για φέτος.

 

 

emdy – Beyond The Brewery (numb capsule)

emdy.againstthesilence

Υπάρχει μια τάση στα μέρη μας το παρελθόν να αντιμετωπίζεται ως κάτι αποκομμένο, μουσειακό, ουσιαστικά νεκρό. Σε όλες τις μορφές τέχνης το παλιό αποθεώνεται επί μονίμου βάσεως χωρίς να συνδέεται με το σήμερα με καμία είδους γέφυρα που το ίδιο άφησε πίσω του, παραμένει αμετάβλητο σε κάθε ανάγνωση και από την άλλη πλευρά το νέο πάντα υπολείπεται ως μορφή, περιεχόμενο και πόλος αίγλης.

Η απάντηση σε όλα αυτά έρχεται κατά έναν αναπάντεχο τρόπο από τον Θεσσαλονικιό emdy ο οποίος ανασύρει στην επιφάνεια τη σημασία και τη φόρτιση που μπορούν να φέρνουν παλαιότερες δημιουργίες στο σήμερα. Πιο συγκεκριμένα έχουμε στο νέο του δεύτερό του άλμπουμ μια σειρά συνθέσεων που γράφτηκαν μεταξύ 2003-2005, την περίοδο που ζούσε στο Λονδίνο. Αυτή η επιλογή να κυκλοφορήσει αυτές τις ηχογραφήσεις κουβαλά κάτι το ζωντανό ως ανάμνηση επισημαίνοντας τη σημασία που σίγουρα είχαν αυτές για το δημιουργό τους. Μέσα από τις περίπλοκες ανά στιγμές συνθέσεις του αναδεικνύεται μια ένταση, ένα ανακάτεμα των τότε επιρροών του και ένα διέξοδο στο τέλος με το “HollywoodBanjosMadeByTroops” να δίνει το σύνθημα για να μπουν τα πιο στρωτά κομμάτια που κλείνουν το δίσκο. Συνολικά, ως συνέπεια όλων των παραπάνω το άλμπουμ καταφέρνει να μην ακούγεται ούτε ως ρετρό, ούτε ως εντελώς σύγχρονο, αφήνοντας εν τέλει το δικό του ολότελα στίγμα.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης