Perfect Beings – Vier (inside out)

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Johannes Luley των Perfect Beings δήλωσε: “Βάλτε ακουστικά και κλείστε το κινητό για μια ώρα. Κάνει καλό στην ψυχή”. Όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν ή και να εφαρμόσουν το παραπάνω, δεν θα βρουν νόημα στην παρουσίαση που ακολουθεί και σίγουρα δεν θα μπορέσουν να αντιληφθούν τι είδους δίσκος είναι το Vier.

H progressive κοινότητα του rock απασχολείται εδώ και αρκετά χρόνια με ζητήματα υπαρξιακού αυτοπροσδιορισμού. Περίλυπος, παρακολουθώ τη συντριπτική πλειονότητα των καλλιτεχνών να θεωρούν “προοδευτικό” οτιδήποτε εμπεριέχει μια κάποια αυξημένη τεχνοκρατική αντίληψη (λες και οι υπόλοιπ@ είναι άτεχν@ και αμόρφωτ@), βιάζοντας κατ’ επανάληψη τα ιερά τέρατα του παρελθόντος και αναδεικνύοντας τελικά το prog ως μια ακόμα στείρα-ξύλινη φόρμα, σε βάρος φυσικά της όποιας πραγματικά ανανεωτικής μουσικής πρότασης. Κι ενώ αυτά συμβαίνουν στον δεξιοτεχνικά φτιαγμένο prog μικρόκοσμο, οι Perfect Beings από το Los Angeles παρουσιάζουν το τρίτο τους πόνημα σαν έτοιμοι από καιρό, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς αυταπάτες. Κυρίως, χωρίς συμπλέγματα αυτοπροσδιορισμού, αφού η δημιουργική τριάδα των Ryan Hurtgen (φωνή, πιάνο), Johannes Luley (κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, παραγωγή) και Jesse Nason (πλήκτρα, πιάνα) μοιάζει να έχει προσπεράσει προ πολλού αυτά τα ζητήματα.

Σ’ ένα χαριτωμένο κλισέ, αποκαλούμε διάφορες ωραίες μουσικές “ταξιδιάρικες”. Αλήθεια, τι είναι αυτό και πώς σηματοδοτείται το ταξίδι στη μουσική; Όπως και να το ορίζει κανείς, όσο συχνά ή σπάνια επικαλείται αυτό το επίθετο, λίγα πράγματα δικαιούνται τόσο να χαρακτηριστούν Ταξίδι όσο το Vier. Δεν είναι φυσικά τα 72 λεπτά του (χωρισμένα σε τέσσερις 18λεπτες συνθέσεις που κάθε μια καλύπτει μια πλευρά βινυλίου), τέτοια “ταξίδια” έχουμε δει πολλά και ανούσια. Είναι ο εντελώς απροσδόκητος χαρακτήρας του. Ο W.Blake έγραψε κάποτε πως “η βελτίωση δημιουργεί ίσιους δρόμους, αλλά οι τεθλασμένοι δρόμοι χωρίς βελτίωση είναι οι δρόμοι της διάνοιας”. Αυτή ακριβώς η χαοτική διάνοια είναι η πηγή και ο σκοπός αυτού του album. Στα 72 του λεπτά, κάθε γνωστή μουσική νόρμα μοιάζει να αγνοείται. Δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο που να επαναλαμβάνεται, δεν υπάρχουν κουπλέ-ρεφρέν, ούτε ένα εύκολο, πιασάρικο, προσβάσιμο ή αναμενόμενο μέρος. Δεν υπάρχει τίποτα να γαντζωθείς, τίποτα να ανατρέξεις και τίποτα να σε ξεκουράσει, ούτε ένα στρωτό riff για να ξεμπουκώσεις κάπου – εσύ ή η ίδια η μπάντα. Ταυτόχρονα όμως δεν είναι μουσική ψυχρή σαν γυαλί ή αφηρημένη. Είναι πάντα ζεστή και οικεία και προχωράει συνεχώς μπροστά αδιαφορώντας για το τι προηγήθηκε ή τι θα ακολουθήσει. Είναι τελικά μουσική που μάλλον αδιαφορεί πλήρως για τον χρόνο και τα παράγωγά του. Αντίθετα, όπως τα γεωμετρικά σχήματα του εξώφυλλου, το Vier είναι αφιερωμένο καθαρά στην εξερεύνηση του χώρου. Ως αεικίνητο-ακίνητο, διαστέλλεται τόσο που μοιάζει τελικά να γίνεται τόσο μεγάλο που απλώνεται ως τις εσχατιές της έκφρασης. Τόσο ευρύ που τελικά στρέφεται μόνο στον εαυτό του. “Enter the center’’, λέει ξανά και ξανά ο Ryan στο “Guedra’’. Η αναζήτηση του κέντρου είναι η μία από τις δύο φράσεις κλειδιά του album.

Οι PB κερδίζουν λοιπόν με το σπαθί τους τον χαρακτηρισμό progressive, αλλά από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι σίγουρο. Το Vier αφομοιώνει τόσα στοιχεία που το να πούμε ότι πρόκειται για rock δίσκο δεν είναι ασφαλές ή 100% αληθές. Κάθε μια από τις τέσσερις συνθέσεις/θεματικές ενότητες εξάλλου μοιάζει να κατασκευάζεται από διαφορετικά υλικά. Τα “Guedra” και “Anunnaki” έχουν σαφώς πολλά τέτοια rock στοιχεία, το “The golden arc” όμως διαλέγεται ανοιχτά με τη Σύγχρονη Μουσική και το “Vibrational” με ηλεκτρονικoύς/new age ήχους. Να το πω διαφορετικά, το Vier σε καμία περίπτωση δεν οφείλει περισσότερα στους Yes παραδείγματος χάριν απ’ ό,τι στους Tangerine Dream, Mike Oldfield ή στη jazz/fusion, σε world μουσικές ή στον Stravinsky. Όλα τα παραπάνω αποδίδονται με τέτοια συνθετική/ενορχηστρωτική ελευθερία που προκαλεί δέος. Μια πλειάδα ταλαντούχων συντελεστών προσθέτει τη δική τους πινελιά, αξίζει όμως να αναφερθούμε στα σαξόφωνα του Max Kaplan που ξεχωρίζουν όπου εμφανίζονται.

Η ολοκληρωμένη εμπειρία του Vier προϋποθέτει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αφοσίωση και στο στιχουργικό κομμάτι. Με μια ποίηση που με την πρώτη ματιά μοιάζει ρευστή, αφηρημένη, έως και υπερρεαλιστική, οι λέξεις επιθυμούν την ίδια κατάλυση των όποιων ορίων όπως και η μουσική. Οι αινιγματικές αναφορές σε μυσταγωγικούς χορούς του Μαρόκου, στον Λωτό, σε αρχαίους θεούς της Μεσοποταμίας, στον χαλίφη Al Ma’Mun, σε γεωμετρικούς όρους, στους ιθαγενείς Powhatan, εκ πρώτης μπορεί να μοιάζουν ασαφείς κι αινιγματικοί. Είπαμε όμως, το Vier αναζητάει το κέντρο μας πέρα από τα όρια της αντίληψης. Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης βρίσκεται ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος και η διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μακριά από τη φύση και τις μεγάλες φιλοσοφικές μας αλήθειες. Φυσικά, όπως κανένα σοβαρό έργο τέχνης, το album δεν έχει έτοιμες απαντήσεις. Για την ακρίβεια, η δεύτερη φράση κλειδί του είναι το “Mysteries, not answers’’. “ Δεν θέλω απαντήσεις, αλλά περισσότερες ερωτήσεις”, μοιάζει να λέει. Κανείς εδώ δεν θα μασήσει την τροφή σου για σένα, κανείς δεν θα σκεφτεί για σένα. Πρέπει να το κάνεις μόνος και θα είναι ένα μακρύ και μοναχικό ταξίδι.

Όσα θα μπορούσα ακόμα να γράψω για το Vier είναι χωρίς τέλος. Τελικά όμως οι λέξεις πρέπει σιγά σιγά να παύουν και η μουσική να παίρνει τη σκυτάλη. Οι PB έχουν ήδη κάνει το θαύμα τους για όποιον μπορέσει να το αντιληφθεί. Το Vier μοιάζει να είναι ένα άλμπουμ που θα επιλέξει τους ακροατές του και όχι το αντίστροφο. Δεν ξέρω ούτε εγώ ακόμα να πω πόσο “καλό” άλμπουμ είναι – με όρους διασκέδασης. Δεν ξέρω πόσο ψηλά θα είναι στη λίστα μου, γιατί θα μου πάρει μήνες μέχρι να ξεκλειδώσω τα μυστικά του. Ξέρω όμως με μεγάλη σιγουριά ότι πρόκειται για ένα έργο ικανό να ανανεώσει την πίστη μου για ένα prog πραγματικά ανανεωτικό κι επαναστατικό κι ότι πρόκειται για δίσκο-σταθμό για το progressive rock του τρέχοντος αιώνα, μιλώντας καθαρά με καλλιτεχνικούς όρους. Για τ@ς πολύ τολμηρ@ς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

 

Leprous – Malina (inside out)

 Ποτέ δεν αντιλήφθηκα ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα όταν, σύμφωνα με τους fan, ένα γκρουπ “μαλακώνει’’, λες και η “σκληρότητα’’ είναι μονάδα μέτρησης της ποιότητας. Νόμιζα ότι αυτή η ηλίθια αντίληψη έχει μείνει πίσω στο 1994. Κι όμως συχνά πυκνά συναντάμε ξανά άλμπουμ που καταδικάζονται από αρκετούς με αντίστοιχες κατηγορίες. Οι πρώτες αντιδράσεις γύρω από το Malina κινήθηκαν από διάφορους από το χλιαρό έως και το ανάθεμα. Και όπως πάμπολλες φορές στο παρελθόν, η πραγματικότητα αποκαλύπτει σπουδαία, εξαίσια άλμπουμ, συχνά τα κορυφαία των “ξεπουλημένων’’ δημιουργών τους. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι “μαλακότερος’’ ήχος σημαίνει ότι τα παιξίματα, οι ιδέες και οι ενορχηστρώσεις μιας μπάντας είναι περισσότερο εκτεθειμένα. Το πέμπτο full length των Νορβηγών prog rock/metallers αποτελεί το πέμπτο διαμάντι της δισκογραφίας τους. Ίσως και το λαμπρότερο.

 Η συνθετική λογική των Leprous βασίζεται στους ίδιους άξονες: στα κοφτά “σπαστικά’’ riff, το μηχανικό rhythm section, στα πλήκτρα που αντλούν από κλασικές έως electro επιρροές, και κυρίως στα μοναδικά σε ύφος κι έκφραση φωνητικά του Einar Soldberg. Εδώ όμως παρατηρούμε ότι η μπάντα εστιάζει σ’ έναν πιο ζεστό και ζωντανό ήχο, και κάτι από την παλιά τους τεχνοκρατική ψυχρότητα μοιάζει να ξεθωριάζει. Οι ιδιοφυείς και κρυστάλλινες φωνητικές γραμμές του Einar ήταν πάντα το highlight της μουσικής τους, στο Malina όμως το παλικάρι ξεπερνάει και τον εαυτό του. Με την εξαίρεση του βαριά soundtrack-ικού και κλασικότροπου “The last milestone’’ που κλείνει το άλμπουμ, οι υπόλοιπες 10 συνθέσεις πραγματικά σφάζονται για το ποια είναι η πιο κολλητική. Χωρίς υπερβολή, τα ίδια τα τραγούδια σε αναγκάζουν να τα βιώσεις/τραγουδήσεις πολύ περισσότερο από το να τα αναλύσεις στιλιστικά. Μιλάμε για αληθινό γλέντι μελωδικής ευφυΐας.

 Η αλήθεια είναι ότι το δραματικό αριστουργηματάκι που ονομάζεται “Bonneville’’ και ανοίγει απρόσμενα το άλμπουμ ακολουθείται από δύο ιδιαιτέρως radio friendly tracks (“Stuck’’, “From the flame’’), που χωρίς να είναι καθόλου μα καθόλου άσχημα, αρχικά σε κάνουν να φυλάς τα νώτα σου. Από εκεί κι έπειτα όμως το πράγμα απογειώνεται και δεν ξαναπατά ποτέ στο έδαφος. Δεν μπορώ να μην αναφέρω το μνημειώδες “Leashes’’, ένα από αυτά τα σπάνια τραγούδια που αποφασίζεις να το λες παντοτινό σου φίλο. Ή το κυριολεκτικά εκτυφλωτικό “Mirage’’, όπου η ερμηνεία του Einar μοιάζει ικανή να σηκώσει το βάρος σου. Τα falsetto του, ναι, είναι ισχυρότερα από τη βαρύτητα.

 Διανύουμε μια χρονιά όπου οι εξαιρετικοί προοδευτικοί δίσκοι σχηματίζουν διψήφιο αριθμό, είναι όμως οι Leprous πιθανότερο να κόψουν πρώτοι το νήμα στο είδος τους. Ο λόγος είναι ότι το prog rock τους μπορεί να είναι σύγχρονο αλλά και μεστό ταυτόχρονα, χωρίς να φλυαρεί, να παλιμπαιδίζει ή να πουλάει μούρη. Είναι κοφτό, στιβαρό και άμεσα κατανοητό. Αλλά περισσότερο απ’ όλα, γιατί, διάολε, έχει μόνο κομματάρες.

 Δεν ξέρω τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους Leprous κι αν ποτέ θεωρηθούν ΟΙ κορυφαίοι. Η πορεία τους όμως είναι σταθερή κι ανοδική, κάθε δουλειά τους έχει τον δικό της χαρακτήρα και η έμπνευση δεν δείχνει ότι θα τους εγκαταλείψει. Όχι ακόμα. Σίγουρα όχι τώρα. Απολαύστε το Malina για το παρόν του, γι’ αυτό που είναι και για τίποτα άλλο. Δεν αποθεώνω, αλλά, να, πώς να το πω; Τραγουδάω μαζί του. Τραγουδήστε λίγο κι εσείς, ας μη γερνάμε ακόμα!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος