Against a silent 2018 – This year’s top records

 

α. Aνασκοπώντας το 2018 ως μουσική συνθήκη, διαπιστώνουμε ότι η πληθώρα νέων κυκλοφοριών και η παρουσίαση νέων σχημάτων δεν συνέπεσε απαραίτητα με τις εξίσου ζητούμενες ποιότητες και τη χαρτογράφηση πρωτοποριακών προσεγγίσεων. Εντούτοις, η ανθηρή παραγωγή δίσκων ως σημείο των καιρών εξασφάλισε μια αναγκαία οριζόντια ποικιλομορφία και σποραδικές εκλάμψεις αυθεντικής έμπνευσης που διέρρηξαν συντηρητικά μοτίβα και τάσεις στείρας αναβίωσης, με μια πιο ελπιδοφόρα οπτική. Ένεκα απολογισμού, λοιπόν, στέκομαι σε μια ενδεικτική λίστα ακουσμάτων όπου επιβραβεύονται οι παράτολμοι πειραματισμοί, δικαιώνεται η απαιτούμενη δουλειά μυρμηγκιού και οι χαμηλοί τόνοι και, κυρίως, ανοίγουν διαρκή αιτήματα ως παρακαταθήκη για το προσεχές μέλλον.

1. Anna von Hausswolff – Dead Magic (City Slang)

 

2. The Soft Moon – Criminal (Sacred Bones Records)

 

3. Panopticon – The Scars Of Man On The Once Nameless Wilderness, Part I and II (Bindrune Recordings/ Nordvis Produktion)

 

4. Drew McDowall – The Third Helix (Dais Records)

 

5. Tribulation – Down Below (Century Media Records)

 

kudos: The HIRS Collective – Friends. Lovers. Favorites. (SRA Records/ Get Better Records)

 

Pantelis Daskalakis

 

β. Θέτοντας έναν απλό κανόνα, θα όριζα το 2017 ως έτος 1. Συνακόλουθα, ο χρόνος που τελειώνει συντόμως, αντιστοίχως αποτελεί το έτος 2. Έτος αντίθεσης, κατά βάση μα και ως ουσία, θαρρώ. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές κυκλοφορίες, ο ως άνω ορισμός μεταφράζεται ως εξής: μεγάλος αριθμός κυκλοφοριών, οι οποίες ωστόσο κινήθηκαν κοντά στη μετριότητα. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχες στιλιστικές τάσεις των περασμένων ετών είχαν ήδη οδηγηθεί σε τέλμα εξηγεί εν μέρει αυτήν τη ροπή προς την αδιαφορία, η οποία ήταν πασιφανής, ιδίως στις δουλειές καθ’ όλα καταξιωμένων σχημάτων και καλλιτεχνών. Όμως, κάτω από το πέπλο της φαινομενικής νηνεμίας, μια πλειάδα ρηξικέλευθων σχηματισμών δείχνει να ξεπηδά από το underground στερέωμα, προσθέτοντας μια δόση σπουδαιότητας, μα και ζωντανής αντίληψης στο ήδη υπάρχον μείγμα.

Προς το παρόν, βέβαια, τα σημάδια αυτής της υπόγειας κίνησης ελάχιστα έχουν γίνει αισθητά. Γεγονός που φρονώ πως θα λάβει χώρα στα αμέσως επόμενα έτη, δημιουργώντας –ή αναζωπυρώνοντας, ενίοτε– νέους διαύλους σύνδεσης με το Επέκεινα. Οι πύλες έχουν ανοίξει, τρόπον τινά: οι κινήσεις αυτές ήδη συντελούνται. Κι αυτό ενδεχομένως αποτελεί το μόνο χαρμόσυνο συμβάν, σε μια κατά τα άλλα βαρετή χρονιά, μουσικά μιλώντας. Άνυδρη την είχα χαρακτηρίσει σε άλλη περίσταση. Έχω την αίσθηση πάντως ότι το 2018 ήταν μια ολόπλευρα κρίσιμη χρονιά. Κάτω από την επιφάνεια, τέθηκαν ισχυρές βάσεις. Αυτό που απομένει, είναι η σύνθεση. Το διακύβευμα της νέας εποχής της οποίας τμήμα είμαστε, φρονώ. Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως ανακάλυψα λίγες μα γοητευτικές ηχητικές αφηγήσεις, που με συνάρπασαν, αν μη τι άλλο. Ανυπομονώ για τη συνέχεια, απεχθάνομαι όμως τις προγνώσεις. Στο παρόν, ακολουθεί μια συνοπτική λίστα, η οποία περιλαμβάνει κάποιες φετινές κυκλοφορίες που βρήκα απολαυστικές, προσωπικά.

1. Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Arkouzis – This Hollow World Knows Only Death (Sphingidae)

 

3. Moonshine Effect- Our Eyes Should Meet (Moonshine Effect Recordings) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Cyclothymics- s/t (Είσοδος Κινδύνου) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Christina Vantzou- No. 4 (Kranky) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

kudos: Disequilibrium – Material Substratum (The Throat) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Γιώργος Καναβός

 

γ. Σκατοχρονιά από πολλές απόψεις, αλλά μουσικά όλο και βρίσκονται ήχοι να κατευθύνουν τη συναισθηματική μας πορεία, να οξύνουν την αντίληψη της πραγματικότητας ή να μας παίρνουν μακριά της. Αυτό, λοιπόν, είναι το δικό μου τοπ 5, αποτελούμενο όχι απαραίτητα από τους υπερκαινοτόμους δίσκους ή από τις πιο άγνωστες μπάντες, αλλά από μουσικές που άκουσα και ξανάκουσα και που σίγουρα θα συνεχίσω ν’ ακούω για καιρό.

1.Rolo Tomassi – Time Will Die And Love Will Bury It (Holy Roar)

 

2. Selofan – Vitrioli (Fabrika)

 

3. Imarhan – Temet (city slang)

 

4. Idles – Joy as an act of Resistance (Partisan) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Once Upon A Winter – .existence (Snow Wave)

 

Kudos: Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

phren

 

δ. Το 2018 ήταν πλούσιο σε πολιτικοκοινωνικά γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο με το μούδιασμα και την εσωστρέφεια να επικρατούν, παράλληλα με μια απροσδιόριστη αναμονή για αυτό το κάτι που θα σπάσει αυτήν την κατάσταση και θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται και στα μουσικά δρώμενα, με κυρίαρχη την αίσθηση της απώλειας μουσικού οράματος από τους δημιουργούς. Η παραγωγή μουσικών υπήρξε αριθμητικά μεγάλη, μαζική έως και εργοστασιακή, αλλά χωρίς αυτό το κάτι που θα κάνει τη δημιουργία ξεχωριστή στο κοινό. Μέσα σε αυτό, όμως, πάντα υπάρχουν μουσικές που ξεχωρίζουν και που αξίζουν την προσοχή μας. Αυτές οι μουσικές που συντροφεύουν τις σκέψεις μας, προκαλούν το συναίσθημά μας και συντροφεύουν τις στιγμές μας.

1. Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

 

3. Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. MESSA – Feast For Water (Aural Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. KEN mode – Loved (Season of Mist) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Ghostland – Dances on Walls (Manic Depression)

Sylvia Ioannou

 

ε. Το 2018 ήταν μουσικά ακόμα μία χρονιά στην οποία δεν μπόρεσε να ξεφυτρώσει κάποιο “κίνημα” ή έστω κάποιο album που θα συσπειρώσει/ενώσει μια μεγάλη μερίδα μουσικόφιλων, “ποιοτικής” μουσικής ή μη. Στον αντίποδα, ήταν ακόμα μια χρονιά που σηματοδότησε τον θρίαμβο του προσωπικού γούστου: υπάρχουν πολλές, άπειρες καλές μουσικές και αξιόλογοι δημιουργοί για άλλα τα γούστα, ακόμα και τα πιο εκκεντρικά, η ανακάλυψη των οποίων, όμως, προϋποθέτει χρόνο κι επίπονη έρευνα. Ο μουσικόφιλος πορεύεται μέσα σε μια σχεδόν αδιαπέραστη ζούγκλα πληροφορίας και υπερπαραγωγής, απλώς για να βρει μια δική του μυστική γωνίτσα. Αν αξίζει τον κόπο; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Σίγουρα, πάντως, η μουσική του ’18 ταιριάζει με τον συνολικό συμβολισμό της εποχής του Υδροχόου: αυξανόμενη χαλάρωση των κοινωνικών δομών –ακόμα και στην λειτουργία της Τέχνης– και στροφή όλο και πιο έσω, σε ένα μεγάλο, περήφανο μα και μπερδεμένο Εγώ.

1. The Ocean Collective – Phanerozoic I: Paleozoic (Pelagic Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Perfect Beings – Vier (Inside Out Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Τhe End – Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen (RareNoise Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Boss Keloid – Melted On The Inch (Holy Roar Records)

 

5. Oak – False Memory Archive (Karisma Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Antonis Kalamoutsos

 

ζ. Δεν πιστεύω καθόλου στις λίστες και τους απολογισμούς. Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι δεν χρειάζεσαι μια απαρίθμηση ή πέντε σημειώσεις για να κρατήσεις στον νου και την καρδιά σου τη γεύση μιας οποιαδήποτε χρονιάς. Οι μεμονωμένες στιγμές που είχαν ένα απόηχο να αφήσουν έδρασαν αυτοστιγμεί και η όποια εκ των υστέρων καταγραφή ωχριά μπροστά σε αυτό το βίωμα.

Μου πήρε δύο λεπτά να γράψω αυτές τις γραμμές, ενώ κάθε ακρόαση των παρακάτω δίσκων με βοήθησε να περάσω λίγο πιο ήρεμα, λίγο πιο θαρρετά ολόκληρους μήνες. Τι να συγκριθεί με αυτό; Ο επόμενος μουσικός χρόνος, ευελπιστώ.

1. Τhe Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (Thrill Jockey) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

3. The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici d’ailleurs) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Cataya – Firn (Moment Of Collapse Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Forever House – Eaves (Infrequent Seams) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

η. Το ’18 δεν ήταν μια σημαδιακή χρονιά για τίποτα. Ενώ πολλά συνέβησαν σε παγκόσμιο επίπεδο, μια αόρατη σκούπα τα έβαζε κάτω απ’ το χαλάκι. Οπότε όλα βαίνουν καλώς χαζεύοντας τις οθόνες μας και γιγαντώνοντας τον παθητικό ναρκισσισμό μας. Όλο αυτό δεν θα μπορούσε να μην ακουμπά και τη μουσική. Για άλλη μια χρονιά βγήκαν άπειρα άλμπουμ χωρίς ουσία τα οποία και ήταν από τα πριν καταδικασμένα να βουλιάξουν στον χαμό που συγκρότησαν οι δημιουργοί τους και τα αντίστοιχα label τους. Ιδιαίτερα φέτος διαφάνηκε μια πιο έντονη εμμονή στην αυτοπροβολή που είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνει μπροστά το μουσικό εγώ ως μια άλλη σέλφι. Λίγα άλμπουμ ξεχώρισαν σε αυτό το περιβάλλον και ακόμη πιο λίγα κατάφεραν να ξεπροβάλλουν στο προσκήνιο κουβαλώντας κάτι το νέο. Αυτά παραθέτω ελπίζοντας ότι μπορούν αυτά στο μέλλον να αλλάξουν κάτι από τη στασιμότητα αυτών που ακούμε και ζούμε.

1. Fire! – The Hands (rune grammophon) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Christina Vantzou – No4 (kranky)

3. Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Black Book (iDEAL) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Caterina Barbieri – Born Again In The Voltage (important)

 

kudos : Cold Leather – Smart Moves (adagio830)
(διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

IDLES – Joy As An Act Of Resistance (Partisan Records)

idles_danny_nedelko1

Από την πρώτη ακρόαση του περσινού ντεμπούτου των IDLES ένιωσα πως δεν έχω να κάνω απλώς με άλλο ένα punk/post-punk σχήμα. To Brutalism –το περσινό ντεμπούτο τους– υπήρξε ένα διαπεραστικό μανιφέστο με σαφή πολιτικό λόγο και βαθιά κριτική στο καπιταλιστικό και πατριαρχικό σύστημα που διέπει (σχεδόν;) κάθε πτυχή της ζωής, παρά τη φειδώ στις λέξεις, στοιχείο που διαχρονικά χαρακτηρίζει μεγάλο κομμάτι της punk σκηνής. Υπήρξε ένα ειρωνικό γέλιο στα μούτρα της αστικής παρακμής. Μέσα από διάφορες πτυχές της ζωής του, o frontman και συνθέτης των κομματιών, Joe Talbot, έχει μεταφράσει τις εμπειρίες του σε μια γλυκόπικρη θύελλα συναισθημάτων, έτοιμη να συνεπάρει όποιον/α ταυτιστεί με τους IDLES. Θυμός, πόνος, αγάπη κι επανάσταση, είναι όλα εκεί.

Στις 31 Αυγούστου το Joy As An Act Of Resistance ήρθε για να επιβεβαιώσει όλα αυτά, μα κυρίως τη συνέπεια που απορρέει μέσα απ’ την αλήθεια ως ιδιότητα των προσωπικών βιωμάτων. Θα σταθώ πιο πολύ στους στίχους, γιατί είναι εκείνοι που στην περίπτωση των IDLES δίνουν το συναισθηματικό πλαίσιο στο οποίο κινείται το σχήμα, χωρίς αυτό να μειώνει τη σημασία της ωμότητας με την οποία ο Talbot τούς προφέρει και το πολεμόχαρο, ως επί το πλείστον, punk ηχόχρωμα που, πιστό στις ρίζες του, καλεί σε αντίσταση. Ξεκινώντας με το “Colossus”, οι IDLES μάς μιλάνε για τοξική αρρενωπότητα, μέσα από κιθάρες και ντραμς που παραμονεύουν για το τελικό ξέσπασμα στο δεύτερό του μέρος – θέμα που επανέρχεται αργότερα στο “Samaritans”. Για την ελευθερία που μπορεί να επιφέρει η αποδοχή του εαυτού μέσα από την αποδοχή των εκάστοτε χαρακτηρισμών της κοινωνίας προς τα μέλη που αρνούνται και απορρίπτουν τα πρότυπά της, στο παιχνιδιάρικο riff του “I’m Scum”. Για την εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων στο “Love Song”. Για τον πόνο της απώλειας στο ατμοσφαιρικά σκοτεινό “June”, γραμμένο για τον θάνατο της κόρης του. Για την απάνθρωπη και αξιοθρήνητη φύση του καπιταλισμού μέσα από τη φανταστική και καθόλα ειρωνική συζήτηση μεταξύ δύο τραπεζιτών σε μια κηδεία στο “Gram Rock”.

Ο πυρήνας του εν λόγω album, όμως, συνοψίζεται κατά την άποψή μου σε δύο κομμάτια: το “Rottweiler” και το “Danny Nedelko”. Το “Rottweiler” είναι το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο και το πιο παλιό. Μέσα από μια κραυγή πολέμου, οι IDLES θίγουν τη σημασία της κριτικής σκέψης και της ανάγκης για ενότητα σ’ έναν κόσμο που προσπαθεί να διχάσει .Το “Danny Nedelko”, ένα κομμάτι με δυνατό μπάσο και ετοιμοπόλεμα ντραμς, γραμμένο για τον επιστήθιο φίλο του Talbot και frontman των Heavy Lungs, είναι ένας ύμνος στην αγάπη για τον “άλλο/η”. Είναι η ταξική απάντηση στον Master Yoda, πως το μίσος προκύπτει από τον πόνο και τον θυμό και όχι το ανάποδο. Είναι η αποδοχή και παραδοχή πως, παρά τις όποιες διαφορές μας, είμαστε φτιαγμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Είναι η δύναμη της ενότητας και της αγάπης, δύο εννοιών που μαρτυρούν χαρά. Τη χαρά ως πράξη αντίστασης.


Ever since the first time I listened to IDLES’ debut album, I had this feeling that they are not going to be just another punk/post-punk band. Brutalism, as their debut album is called, was an utterly penetrating manifesto shaped by a clear political discourse and a profound critique on the capitalist and patriarchal system that shapes (almost?) every aspect of life on Earth, despite the frugally worded songs, a trademark of the largest portion of the punk scene. It was a fit of laughter teeming with irony in the face of urban decay. Through the different aspects of his life, frontman and composer Joe Talbot has translated his experiences in a bittersweet hurricane made of feelings, ready to sweep up whoever identifies with the stories told. Anger, pain, love and revolution, it’s all there.

On August 31st, Joy as an act of resistance was released and confirmed this impression. But most of all it confirmed the consistency that derives from truth as an attribute of personal experience. Consequently, the focus here will be less on the music and more on the lyrics, because it’s the latter that shape the emotional playground in which the band lays down, song by song, this album. That being said, there is no disregarding of the raw way Talbot utters his lyrics and the warrior-like, almost throughout the album, punk sound, which faithful to its origins is calling for resistance. Beginning with “Colossus”, IDLES talk about toxic masculinity through drums and guitars that seem to lie in wait for the final outburst in the second part of the song – a recurring issue later on in “Samaritans”. They talk about the sense of freedom that accepting oneself through the acceptance of the way society sees its outcast members entails, through the playful riff of “I’m Scum”. They talk about the commodification of human relationships in “Love Song”. They talk about the pain of loss in the atmospherically dark “June”, written in honour of Talbot’s late daughter. They talk about the inhumane and deplorable nature of capitalism through the fictional and utterly ironic conversation between two bankers during a funeral in “Gram Rock”.

The core of this album, however, is found within two songs: “Rottweiler” and “Danny Nedelko”. “Rottweiler” is the closing track as well as the oldest one in this album. Through a war cry, IDLES are underlying the significance of critical thinking, of questioning and the need for unity in a world that is constantly trying to divide us. “Danny Nedelko”, a track with a strong bass beat and aggressive drums, written for Talbot’s best friend and Heavy Lungs’ frontman, is an ode to the love for the “other”. It’s a response through a class prism to the teachings of Master Yoda, that hate actually is an emotion that anger and pain give birth to, rather than the opposite. It’s the acceptance of the fact that whatever the differences, I’m made of you, you’re made of me. It’s the strength in unity and the love for each other, notions that lead to joy. Joy as an act of resistance.

Phren

Idles – The You & What Army Faction – Boss Hog

Idles – Brutalism (Balley Records)

Έχετε βαρεθεί τις νέες μοδάτες μπάντες του κιθαριστικού ήχου που παίζουν ξεψυχισμένα τραγουδώντας τα ίδια και τα ίδια; Προφανώς ναι, οπότε οι Idles από το Μπρίστολ είναι το τέλειο αντίδοτο. Για την ακρίβεια, αυτήν την άποψη φαίνεται να την μοιράζονται όλα τα έγκριτα ή μη μουσικά ιστολόγια μιας και το ντεμπούτο τους εκθειάζεται παντού!

Η συνταγή είναι η γνωστή: πρωτοεμφανίζεται μια μπάντα με μια σειρά εκρηκτικών EPs, βγάζει το ντεμπούτο της με βάση αυτό το υλικό, κοτσάρει και ένα εμπνευσμένο βίντεο και η επιτυχία είναι δεδομένη. Δύσκολο να μη σ’ αρέσει το τρομερό παίξιμο της μπάντας που δένει τέλεια με την a la David Yow παραφροσύνη του τραγουδιστή. Βέβαια, για να λέμε και του κουφού το δίκιο, κάπου κουράζει το συνεχές κοπάνημα της μπάντας και δυστυχώς μόνο το τελευταίο άσμα του δίσκου φανερώνεται μια άλλη, πιο βαθυστόχαστη μουσικά, πλευρά της μπάντας. Επίσης λείπουν σε κάποιο βαθμό οι μεγάλες μελωδίες που θα απογειώσουν το σφιχτοδεμένο υλικό τους. Σε αντιπαράθεση με όλα αυτά, φαντάζει διόλου ευκαταφρόνητο το γεγονός ότι ένας μοντέρνος punk rock δίσκος ακούγεται οξυδερκής, φρέσκος και συνάμα σουξεδιάρικος . Αναμένουμε και ανάλογη συνέχεια.

The You And What Army Faction – Rite (Sweetohm Recordings)

Για τη συγκεκριμένη αθηναϊκή μπάντα έχουμε ξαναγράψει οπότε περνάω αμέσως στο παρασύνθημα. Εξάλλου στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει αυτή η αμεσότητα από την πρώτη του κιόλας νότα όπου χωρίς πολλά-πολλά γεύεσαι ευθύς τον πρωτότυπο ήχο τους. Πρωτότυπο όχι με την έννοια ότι αυτά που παίζουν δεν τα έχεις ξανακούσει (αχ αυτά τα 9o’s), αλλά ότι συνεχίζουν να παράγουν κάτι που συνολικά θυμίζει μόνο τις προηγούμενες δουλειές τους.

Υπάρχουν δυο πλευρές που αφορούν το άλμπουμ αυτό στις οποίες θα ήθελα να σταθώ. Η μια είναι η παραγωγή του που καθορίζει τον χαρακτήρα του σε έντονο βαθμό. Οι κιθάρες χαρακτηρίζονται από έναν ήχο κοφτερό και ευφάνταστο, αλλά στα υπόλοιπα όργανα κρέμεται η μέγγενη της ελληνικής παραγωγής με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό. Τουτέστιν όλα ακούγονται κάπως αποκομμένα μεταξύ τους και τα ντραμς ανά στιγμές αδύναμα. Με το ταλέντο της, όμως, η μπάντα καταφέρνει να καλύψει σε ορισμένες στιγμές τις όποιες προαναφερθείσες αδυναμίες.

Αυτό που δεν καταφέρνει να καλύψει είναι το αδιέξοδο που χαρακτηρίζει αρκετές συνθέσεις του δίσκου. Τα τραγούδια ηχούν σαν γέφυρες οι οποίες τραβάνε σε πλάτος και αντί να οδηγούν σε κορύφωση, ρέπουν προς μια νωχελικότητα. Όλα ακούγονται σαν να παίζονται σε αργή ταχύτητα και αυτό σφραγίζεται και από την μονόχρωμη ερμηνεία του τραγουδιστή που θυμίζει ψιθύρους στη νύχτα. Σε θεωρητική βάση όλα αυτά δεν θα ακουγόντουσαν κατ’ ανάγκη προβληματικά, αλλά στην πράξη μου μένει μια γεύση ότι άλλο σχεδίαζε η μπάντα να βγάλει στο Rite και άλλο τελικά της βγήκε.

Boss Hog – Brood X (in the red records)

Οι Boss Hog δείχνουν να μην έχουν κανένα άγχος επιστρέφοντας από το πουθενά. Από σπόντα φτιάχτηκαν το 1989, όποτε ήθελαν έβγαζαν δίσκο, κατά λάθος υπέγραψαν σε πολυεθνική το 1995 και γενικά αυτό που τους ένοιαζε ήταν μόνο να παίζουν αυτό το βρώμικο και φάνκι rock n’ roll τους. Ότι έβγαλαν νέο δίσκο φέτος μπορεί να θεωρηθεί από μόνο του ως μια επιτυχία, αλλά όπως φαίνεται το ζεύγος των Christina Martinez και John Spencer (ναι, αυτός) δεν αρκείται σε νεκραναστάσεις.

Φανταστείτε μια τρελοπαρέα που ξαναπιάνει τα όργανα της και κλείνεται ένα διήμερο για να ηχογραφήσει νέο υλικό. Κάπως έτσι ηχεί το Brood X. Το εξώφυλλο με την τεντωμένη γυμνή πλάτη υποδηλώνει ότι η μουσική τους για άλλη μια φορά βιώνεται ως χορευτικό και σαρκικό κάλεσμα. Η μουσική τους που θυμίζει James Brown, The Cramps και Lydia Lunch, η χροιά της φωνής, η γκρούβα που δεν σταματά ποτέ παραμένουν τα βασικά χαρακτηριστικά της μπάντας. Όλος ο δίσκος θυμίζει μεθύσι προς τιμή της αναπόλησης των παλιών κακών ημερών και όπως ένα τέτοιο, δεν διαθέτει αποκλειστικά σπινθηροβόλες στιγμές και εμπνευσμένες ατάκες. Μερικές φορές, όμως, σου μένει μόνο ένας στίχος όπως αυτό στο μυαλό: “What’s wrong baby?”… “Everything” και δεν χρειάζεται να απαιτήσεις κάτι παραπάνω από τις στιγμές διαύγειας της προηγούμενης νύχτας.

Μπάμπης Κολτράνης