IDLES – Joy As An Act Of Resistance (Partisan Records)

idles_danny_nedelko1

Από την πρώτη ακρόαση του περσινού ντεμπούτου των IDLES ένιωσα πως δεν έχω να κάνω απλώς με άλλο ένα punk/post-punk σχήμα. To Brutalism –το περσινό ντεμπούτο τους– υπήρξε ένα διαπεραστικό μανιφέστο με σαφή πολιτικό λόγο και βαθιά κριτική στο καπιταλιστικό και πατριαρχικό σύστημα που διέπει (σχεδόν;) κάθε πτυχή της ζωής, παρά τη φειδώ στις λέξεις, στοιχείο που διαχρονικά χαρακτηρίζει μεγάλο κομμάτι της punk σκηνής. Υπήρξε ένα ειρωνικό γέλιο στα μούτρα της αστικής παρακμής. Μέσα από διάφορες πτυχές της ζωής του, o frontman και συνθέτης των κομματιών, Joe Talbot, έχει μεταφράσει τις εμπειρίες του σε μια γλυκόπικρη θύελλα συναισθημάτων, έτοιμη να συνεπάρει όποιον/α ταυτιστεί με τους IDLES. Θυμός, πόνος, αγάπη κι επανάσταση, είναι όλα εκεί.

Στις 31 Αυγούστου το Joy As An Act Of Resistance ήρθε για να επιβεβαιώσει όλα αυτά, μα κυρίως τη συνέπεια που απορρέει μέσα απ’ την αλήθεια ως ιδιότητα των προσωπικών βιωμάτων. Θα σταθώ πιο πολύ στους στίχους, γιατί είναι εκείνοι που στην περίπτωση των IDLES δίνουν το συναισθηματικό πλαίσιο στο οποίο κινείται το σχήμα, χωρίς αυτό να μειώνει τη σημασία της ωμότητας με την οποία ο Talbot τούς προφέρει και το πολεμόχαρο, ως επί το πλείστον, punk ηχόχρωμα που, πιστό στις ρίζες του, καλεί σε αντίσταση. Ξεκινώντας με το “Colossus”, οι IDLES μάς μιλάνε για τοξική αρρενωπότητα, μέσα από κιθάρες και ντραμς που παραμονεύουν για το τελικό ξέσπασμα στο δεύτερό του μέρος – θέμα που επανέρχεται αργότερα στο “Samaritans”. Για την ελευθερία που μπορεί να επιφέρει η αποδοχή του εαυτού μέσα από την αποδοχή των εκάστοτε χαρακτηρισμών της κοινωνίας προς τα μέλη που αρνούνται και απορρίπτουν τα πρότυπά της, στο παιχνιδιάρικο riff του “I’m Scum”. Για την εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων στο “Love Song”. Για τον πόνο της απώλειας στο ατμοσφαιρικά σκοτεινό “June”, γραμμένο για τον θάνατο της κόρης του. Για την απάνθρωπη και αξιοθρήνητη φύση του καπιταλισμού μέσα από τη φανταστική και καθόλα ειρωνική συζήτηση μεταξύ δύο τραπεζιτών σε μια κηδεία στο “Gram Rock”.

Ο πυρήνας του εν λόγω album, όμως, συνοψίζεται κατά την άποψή μου σε δύο κομμάτια: το “Rottweiler” και το “Danny Nedelko”. Το “Rottweiler” είναι το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο και το πιο παλιό. Μέσα από μια κραυγή πολέμου, οι IDLES θίγουν τη σημασία της κριτικής σκέψης και της ανάγκης για ενότητα σ’ έναν κόσμο που προσπαθεί να διχάσει .Το “Danny Nedelko”, ένα κομμάτι με δυνατό μπάσο και ετοιμοπόλεμα ντραμς, γραμμένο για τον επιστήθιο φίλο του Talbot και frontman των Heavy Lungs, είναι ένας ύμνος στην αγάπη για τον “άλλο/η”. Είναι η ταξική απάντηση στον Master Yoda, πως το μίσος προκύπτει από τον πόνο και τον θυμό και όχι το ανάποδο. Είναι η αποδοχή και παραδοχή πως, παρά τις όποιες διαφορές μας, είμαστε φτιαγμένοι ο ένας απ’ τον άλλο. Είναι η δύναμη της ενότητας και της αγάπης, δύο εννοιών που μαρτυρούν χαρά. Τη χαρά ως πράξη αντίστασης.


Ever since the first time I listened to IDLES’ debut album, I had this feeling that they are not going to be just another punk/post-punk band. Brutalism, as their debut album is called, was an utterly penetrating manifesto shaped by a clear political discourse and a profound critique on the capitalist and patriarchal system that shapes (almost?) every aspect of life on Earth, despite the frugally worded songs, a trademark of the largest portion of the punk scene. It was a fit of laughter teeming with irony in the face of urban decay. Through the different aspects of his life, frontman and composer Joe Talbot has translated his experiences in a bittersweet hurricane made of feelings, ready to sweep up whoever identifies with the stories told. Anger, pain, love and revolution, it’s all there.

On August 31st, Joy as an act of resistance was released and confirmed this impression. But most of all it confirmed the consistency that derives from truth as an attribute of personal experience. Consequently, the focus here will be less on the music and more on the lyrics, because it’s the latter that shape the emotional playground in which the band lays down, song by song, this album. That being said, there is no disregarding of the raw way Talbot utters his lyrics and the warrior-like, almost throughout the album, punk sound, which faithful to its origins is calling for resistance. Beginning with “Colossus”, IDLES talk about toxic masculinity through drums and guitars that seem to lie in wait for the final outburst in the second part of the song – a recurring issue later on in “Samaritans”. They talk about the sense of freedom that accepting oneself through the acceptance of the way society sees its outcast members entails, through the playful riff of “I’m Scum”. They talk about the commodification of human relationships in “Love Song”. They talk about the pain of loss in the atmospherically dark “June”, written in honour of Talbot’s late daughter. They talk about the inhumane and deplorable nature of capitalism through the fictional and utterly ironic conversation between two bankers during a funeral in “Gram Rock”.

The core of this album, however, is found within two songs: “Rottweiler” and “Danny Nedelko”. “Rottweiler” is the closing track as well as the oldest one in this album. Through a war cry, IDLES are underlying the significance of critical thinking, of questioning and the need for unity in a world that is constantly trying to divide us. “Danny Nedelko”, a track with a strong bass beat and aggressive drums, written for Talbot’s best friend and Heavy Lungs’ frontman, is an ode to the love for the “other”. It’s a response through a class prism to the teachings of Master Yoda, that hate actually is an emotion that anger and pain give birth to, rather than the opposite. It’s the acceptance of the fact that whatever the differences, I’m made of you, you’re made of me. It’s the strength in unity and the love for each other, notions that lead to joy. Joy as an act of resistance.

 

 

Phren

Idles – The You & What Army Faction – Boss Hog

Idles – Brutalism (Balley Records)

Έχετε βαρεθεί τις νέες μοδάτες μπάντες του κιθαριστικού ήχου που παίζουν ξεψυχισμένα τραγουδώντας τα ίδια και τα ίδια; Προφανώς ναι, οπότε οι Idles από το Μπρίστολ είναι το τέλειο αντίδοτο. Για την ακρίβεια, αυτήν την άποψη φαίνεται να την μοιράζονται όλα τα έγκριτα ή μη μουσικά ιστολόγια μιας και το ντεμπούτο τους εκθειάζεται παντού!

Η συνταγή είναι η γνωστή: πρωτοεμφανίζεται μια μπάντα με μια σειρά εκρηκτικών EPs, βγάζει το ντεμπούτο της με βάση αυτό το υλικό, κοτσάρει και ένα εμπνευσμένο βίντεο και η επιτυχία είναι δεδομένη. Δύσκολο να μη σ’ αρέσει το τρομερό παίξιμο της μπάντας που δένει τέλεια με την a la David Yow παραφροσύνη του τραγουδιστή. Βέβαια, για να λέμε και του κουφού το δίκιο, κάπου κουράζει το συνεχές κοπάνημα της μπάντας και δυστυχώς μόνο το τελευταίο άσμα του δίσκου φανερώνεται μια άλλη, πιο βαθυστόχαστη μουσικά, πλευρά της μπάντας. Επίσης λείπουν σε κάποιο βαθμό οι μεγάλες μελωδίες που θα απογειώσουν το σφιχτοδεμένο υλικό τους. Σε αντιπαράθεση με όλα αυτά, φαντάζει διόλου ευκαταφρόνητο το γεγονός ότι ένας μοντέρνος punk rock δίσκος ακούγεται οξυδερκής, φρέσκος και συνάμα σουξεδιάρικος . Αναμένουμε και ανάλογη συνέχεια.

The You And What Army Faction – Rite (Sweetohm Recordings)

Για τη συγκεκριμένη αθηναϊκή μπάντα έχουμε ξαναγράψει οπότε περνάω αμέσως στο παρασύνθημα. Εξάλλου στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει αυτή η αμεσότητα από την πρώτη του κιόλας νότα όπου χωρίς πολλά-πολλά γεύεσαι ευθύς τον πρωτότυπο ήχο τους. Πρωτότυπο όχι με την έννοια ότι αυτά που παίζουν δεν τα έχεις ξανακούσει (αχ αυτά τα 9o’s), αλλά ότι συνεχίζουν να παράγουν κάτι που συνολικά θυμίζει μόνο τις προηγούμενες δουλειές τους.

Υπάρχουν δυο πλευρές που αφορούν το άλμπουμ αυτό στις οποίες θα ήθελα να σταθώ. Η μια είναι η παραγωγή του που καθορίζει τον χαρακτήρα του σε έντονο βαθμό. Οι κιθάρες χαρακτηρίζονται από έναν ήχο κοφτερό και ευφάνταστο, αλλά στα υπόλοιπα όργανα κρέμεται η μέγγενη της ελληνικής παραγωγής με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό. Τουτέστιν όλα ακούγονται κάπως αποκομμένα μεταξύ τους και τα ντραμς ανά στιγμές αδύναμα. Με το ταλέντο της, όμως, η μπάντα καταφέρνει να καλύψει σε ορισμένες στιγμές τις όποιες προαναφερθείσες αδυναμίες.

Αυτό που δεν καταφέρνει να καλύψει είναι το αδιέξοδο που χαρακτηρίζει αρκετές συνθέσεις του δίσκου. Τα τραγούδια ηχούν σαν γέφυρες οι οποίες τραβάνε σε πλάτος και αντί να οδηγούν σε κορύφωση, ρέπουν προς μια νωχελικότητα. Όλα ακούγονται σαν να παίζονται σε αργή ταχύτητα και αυτό σφραγίζεται και από την μονόχρωμη ερμηνεία του τραγουδιστή που θυμίζει ψιθύρους στη νύχτα. Σε θεωρητική βάση όλα αυτά δεν θα ακουγόντουσαν κατ’ ανάγκη προβληματικά, αλλά στην πράξη μου μένει μια γεύση ότι άλλο σχεδίαζε η μπάντα να βγάλει στο Rite και άλλο τελικά της βγήκε.

Boss Hog – Brood X (in the red records)

Οι Boss Hog δείχνουν να μην έχουν κανένα άγχος επιστρέφοντας από το πουθενά. Από σπόντα φτιάχτηκαν το 1989, όποτε ήθελαν έβγαζαν δίσκο, κατά λάθος υπέγραψαν σε πολυεθνική το 1995 και γενικά αυτό που τους ένοιαζε ήταν μόνο να παίζουν αυτό το βρώμικο και φάνκι rock n’ roll τους. Ότι έβγαλαν νέο δίσκο φέτος μπορεί να θεωρηθεί από μόνο του ως μια επιτυχία, αλλά όπως φαίνεται το ζεύγος των Christina Martinez και John Spencer (ναι, αυτός) δεν αρκείται σε νεκραναστάσεις.

Φανταστείτε μια τρελοπαρέα που ξαναπιάνει τα όργανα της και κλείνεται ένα διήμερο για να ηχογραφήσει νέο υλικό. Κάπως έτσι ηχεί το Brood X. Το εξώφυλλο με την τεντωμένη γυμνή πλάτη υποδηλώνει ότι η μουσική τους για άλλη μια φορά βιώνεται ως χορευτικό και σαρκικό κάλεσμα. Η μουσική τους που θυμίζει James Brown, The Cramps και Lydia Lunch, η χροιά της φωνής, η γκρούβα που δεν σταματά ποτέ παραμένουν τα βασικά χαρακτηριστικά της μπάντας. Όλος ο δίσκος θυμίζει μεθύσι προς τιμή της αναπόλησης των παλιών κακών ημερών και όπως ένα τέτοιο, δεν διαθέτει αποκλειστικά σπινθηροβόλες στιγμές και εμπνευσμένες ατάκες. Μερικές φορές, όμως, σου μένει μόνο ένας στίχος όπως αυτό στο μυαλό: “What’s wrong baby?”… “Everything” και δεν χρειάζεται να απαιτήσεις κάτι παραπάνω από τις στιγμές διαύγειας της προηγούμενης νύχτας.

Μπάμπης Κολτράνης