Godspeed You! Black Emperor/KGD live in Athens

Δεν έχω πάει σε πολλές συναυλίες στη ζωή μου ως τώρα. Σε ακόμα λιγότερες, έχω δει μουσικούς που παρακολουθώ χρόνια και των οποίων οι συνθέσεις έχουν την ικανότητα να μου θυμίζουν με χαρακτηριστική λεπτομέρεια συναισθήματα και γεγονότα που δεν πρόκειται να επαναληφθούν.

Εδώ και μήνες περίμενα καρτερικά τη μέρα που θα σας έγραφα για την εμφάνιση των Godspeed You! Black Emperor στην Αθήνα. Από όταν ανακοινώθηκε η συναυλία ένιωσα τη χαρά που βιώνεις όταν μια απροσδόκητα ευτυχής συγκυρία σε βρίσκει από το πουθενά. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια, κράτησα τις εκτυπώσεις σε ένα χωριστό, δικό τους σημείο πάνω στο κομοδίνο μου και περίμενα.

Βρήκαμε θέσεις στον εξώστη, κοντά σε μια πολύχρωμη κονσόλα. Αρκετά μακριά από τη σκηνή ώστε να είμαστε αναπαυτικά, αρκετά κοντά ώστε να μη νιώθουμε τύψεις που απουσιάζαμε από την πρώτη γραμμή.

Μες το πρώτο μισάωρο της αναμονής ανιχνεύαμε τα πρόσωπα τριγύρω μας. Ντουζίνες ατόμων με τους οποίους ένιωθες έναν άτυπο δεσμό – συναντηθήκαμε όλοι εδώ, στον ίδιο τόπο και χρόνο για να αποκτήσουμε μια κοινή εμπειρία, να κοινωνήσουμε το ίδιο συναίσθημα. Τότε ήταν που ξεχύθηκε στον χώρο η πρώτη νότα του σετ του KHD (Kevin Dorial), ο οποίος προστατευμένος πίσω από τα synth του, μόλις μετά βίας ανασήκωσε το κεφάλι του μες στο επόμενο μισάωρο-σαραντάλεπτο για να μας αντικρίσει. Η νότα αυτή οδηγήθηκε σε μια υπνωτιστική λούπα, ικανή να μας κρατήσει σταθερά στις θέσεις μας, αλλά όχι αρκετή για να προκαλέσει πραγματικό ενδιαφέρον. Όσο διακριτικά ξεχύθηκε στον χώρο, άλλο τόσο διακριτικά έσβησε μονομιάς.

Η ατμόσφαιρα άλλαξε με την εμφάνιση της Sophie Trudeau στη σκηνή. Ξυπόλητη, πηγαινοφέρνοντας νωχελικά το δοξάρι του βιολιού της, σήμανε την έναρξη μιας απίστευτης μυσταγωγίας. Ήδη στις πρώτες νότες του “Hope Drone” κάθε ήχος του κοινού ερχόταν αντιμέτωπος με κοφτά «σσσς» – ένδειξη ότι είχαμε όλοι καταλάβει πως δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο παρά μόνο για αυτούς τους οκτώ (κι έπειτα εννέα με την εμφάνιση, στο σαξόφωνο, της Mette Rasmussen) ανθρώπους στη σκηνή. Χωρίς να έρχονται στην παραμικρή επαφή με εμάς, αγκάλιαζαν σχεδόν τα όργανά τους και πέρα από τις μικρές, αμήχανες κάπως παύσεις στις εναλλαγές των κομματιών, ουδέποτε μας έδωσαν την εντύπωση ότι μας αντιλαμβάνονται στον χώρο.

Εμείς, από την άλλη μεριά, ήμαστε εκστατικοί. Τα πόδια κινούνταν ρυθμικά στις εκρήξεις του “Mladic”, το οποίο διαδέχθηκε το πλέον πρόσφατο “Bosses Hang”, κλείνοντας έτσι έναν άτυπο κύκλο ρυθμικότητας με (προς έκπληξή μου) σχεδόν ανατολίτικα στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά, η συναυλία δεν απέκτησε τόσο συγκινησιακές διαστάσεις, ώσπου να αντιληφθούμε ότι προς το τέλος της θα είχαμε την ευκαιρία να ακροβατήσουμε στον χώρο του “East Hastings” ακούγοντας το “The Sad Mafioso…” και για encore το πολυλατρεμένο “Moya”.

Δεν έχω κατασταλάξει ακόμα αν ήταν η ηδονοβλεπτική διάσταση που απέκτησε η εμπειρία αυτή ήδη από την αρχή της με τα μέλη των GY!BE να έχουν υψώσει ανάμεσά μας έναν νοητό γυάλινο τοίχο από τον οποίο μπορούσε να περάσει μόνο η μουσική τους ή το γεγονός ότι όλες οι συνθέσεις είχαν τροποποιηθεί ειδικά για λάιβ εμφανίσεις όπως αυτή με τόση μαεστρία και όρεξη που δεν ήσουν βέβαιος αν θα προτιμούσες να βυθιστείς στη μελαγχολία ή να ξεσηκωθείς από την πρωτόγνωρη αυτή μορφή που λάμβανε κάθε ένα από τα οκτώ κομμάτια που μας προσέφεραν.

Κλείνω αυτό το κείμενο ξέροντας ότι έχω περιγράψει πολύ λίγα και πως όσοι από εσάς ήσαστε κοντά μου εκείνο το δίωρο έχετε μυριάδες ακόμα λέξεις να προσθέσετε. Κι όμως, καμία απολογία δεν έχει τη θέση της εδώ. Είναι αυτή η απουσία λεκτικής ακρίβειας που συνηγορεί στο ότι η εμπειρία μας ήταν υπερβατική και ως εκ τούτου μπορεί να αναπαραχθεί μόνο μέσα από τα κανάλια της μνήμης μας.

HOPE.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Against a silent 2017 – This year’s top records

Άλλη μια χρονιά έφτασε στο τέλος της και άλλη μια φορά φαίνεται ότι δεν πήγε στράφι η αναζήτηση νέων μουσικών εκ μέρους μας. Φέτος, περισσότερο από άλλη χρονιά και περνώντας διάφορες φάσεις ως συντακτική ομάδα του ats, φτάσαμε να ασχολούμαστε ενδελεχώς με πολλά και διαφορετικά μουσικά είδη, αφουγκραζόμεν@ τη μουσική πραγματικότητα γύρω μας. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την ποικιλία στα άλμπουμ που επιλέξαμε ως τα κορυφαία του 2017. Παρ’ όλες τις διαφορές μεταξύ των γούστων μας, κοινός τόπος των επιλογών μας είναι η σχεδόν καθολική έλλειψη δίσκων από τα επονομαζόμενα μεγάλα ονόματα. Αντιθέτως, βρέθηκαν στις σχετικές λίστες μας πολλά νέα ονόματα κυρίως από το underground, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, τα οποία έκαναν φέτος τα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα, αν όχι το πρώτο τους. Εξάλλου, και στην ίδια τη φετινή ύλη του ats το κύριο βάρος δόθηκε στο νέο και όχι στο παλιό, το οποίο ως μια μορφή στείρας νοσταλγικότητας εμφανίζεται είτε σε μορφή νέων κυκλοφοριών παλιών συνταγών, είτε σε αυτήν επανεκδόσεων που πλέον αποτελούν και το τυράκι στη φάκα του εμπορίου.

Σίγουρα δεν έχουμε καλύψει ολόκληρη την γκάμα του νέου ήχου σήμερα, αλλά (και) αυτές οι λίστες είναι μέρος μιας συνεχούς προσπάθειάς μας να τον αντικατοπτρίσουμε όσο γίνεται πιο πιστά και χωρίς παρωπίδες. Επίσης, εκφράζουν όχι μόνο τις προσωπικές μας μουσικές αδυναμίες για φέτος, αλλά παράλληλα και την προσπάθεια ανίχνευσης των προμηνυμάτων που θα καθορίσουν το αύριο στη μουσική. Ένα αύριο που δεν είναι τελικά τόσο μακρινό όσο νομίζουμε και που στηρίζεται στις συμπράξεις (βλ. χαρακτηριστικά την ύπαρξη πολλών γκρουπ και συνεργασιών σε αντιδιαστολή με τα προσωπικά άλμπουμ στις λίστες), το πάντρεμα ιδεών και την εξωτερίκευσή τους. Ας αφήσουμε λοιπόν να παίξει δυνατά μουσική απέναντι σε ένα φιλήσυχο 2017 και ας ευχηθούμε, ευχαριστώντας σας για τη στήριξη, για ένα πλούσιο σε συγκινήσεις 2018, από μουσικής και όχι μόνο άποψης.

 

1. Ex Eye – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Exquirla – Para Quienes Aun Viven (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Leprous – Malina (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. 1476 – Our Season Draws Near (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Junius – Eternal Rituals For The Accretion Of Light

Kudos: Alfa Mist – Antiphon (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

1. Wolves in the Throne Room – Thrice Woven (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godspeed You! Black Emperor – Luciferian Towers (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Amenra – Mass VI (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. Converge – The Dusk In Us

5. Ulver – The Assassination Of Julius Caesar

Kudos: Rope Sect – Personae Ingratae (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

ichie

 

1. Kevin Morby – City Music

2. Rhiannon Giddens – Freedom Highway

3. Nadine Shah – Holiday Destination

4. Feist – Pleasure

5. Priests – Nothing Feels Natural (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Vagabon – Infinite Worlds (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Φανή Κ.

 

1. Throane – Plus Une Main à Mordre (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godflesh – Post Self

3. Bell Witch – Mirror Reaper

4. Taake – Baktanker

5. Thantifaxath – Void Masquerading As Matter

Kudos: Wormwood – Mooncurse

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

1. Arca – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Drab Majesty – The Demonstration (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Demen – Nektyr (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Bagarre Générale – Tohu-bohu (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Second Still – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

1. Sollertia – Light

2. Amplifier – Trippin’ With Dr. Faustus

3. 1476 – Our Season Draws Near

4. DooL – Here Now There Then

5. Leprous – Malina

Kudos: Lör – In Forgotten Sleep (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Godspeed You! Black Emperor – Luciferian Towers (constellation)

 Υπάρχουν δύο ενδεδειγμένοι τρόποι για να γράψεις κάτι που αφορά τη μουσική των GY!BE. Είτε σε πιάνει μια ποιητική διάθεση ακούγοντάς τη, νοσταλγώντας τον παλιό σου εαυτό την πρώτη φορά που τους άκουσες, είτε απαριθμείς τα κατορθώματά τους, καθώς και τα νέα τεκταινόμενα στην μπάντα, αφήνοντας τη μουσική να πει τα υπόλοιπα και συνήθως τα πιο σημαντικά. Λογικά, θα μαντέψατε σωστά ότι έχουμε ακολουθήσει και τις δύο οδούς, γράφοντας για τα αντίστοιχα δύο τελευταία τους άλμπουμ, δηλαδή αυτά που φτιάχτηκαν μετά την επανενεργοποίηση της μπάντας. Οπότε τώρα τι μένει; Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις βάζεις τον νέο δίσκο να παίζει και το χέρι απλώς καταγράφει αυτό που συμβαίνει εντός σου.

 Στην περίπτωση όμως του Luciferian Towers, η γραφή δεν ρέει και τόσο αβίαστα. Τι να γράψεις άλλο για τον τρόπο που επιλέγουν να απλώσουν τα λυρικά τους θέματα πάνω στον ήχο-σφραγίδα της μπάντας, όταν δεν διακρίνεις κάποιο στιβαρό λυρισμό και όταν ο ήχος έχει παλιώσει για τα καλά. Πάνε οι εποχές που ήταν μοναδικοί στο είδος τους, μιας και εδώ δεν υπάρχει καν είδος με τη μορφή που το γνωρίσαμε. Αυτό όμως διόλου απασχολεί την μπάντα, αν και θα έπρεπε, κάνοντάς τους να ακούγονται σαν να διασκευάζουν άγαρμπα τους εαυτούς τους. Δεν είναι τα μελωδικά θέματα που για άλλη μια φορά κινούνται κυκλικά, όπως συνέβη και στον τελευταίο τους δίσκο, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο βάθος, αλλά υπάρχει μια νότα παλιών Pink Floyd με κακή παραγωγή και αυτό δεν είναι σίγουρα για καλό. Θα έλεγα μάλιστα ότι λείπει το συναίσθημα και παραμένει αυτή η heavy αίσθηση που, ναι μεν σε κάνει να κινείσαι στους ρυθμούς της μουσικής ανά στιγμές, αλλά που δεν οδηγεί σε καμία ιδιαίτερη κορύφωση.

 Από την άλλη, το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από μια έντονη πολιτική χροιά, η οποία θυμίζει ποιητικές αναγνώσεις κειμένων του Black Block! Εδώ μάλιστα ταιριάζει αυτό που έλεγε ο Κινέζος αναρχοσυνδικαλιστής στο βιβλίο του Paco Ignacio Taibo Η Σκιά της Σκιάς για το γεγονός ότι πάντα η ποίηση των αναρχικών στους λόγους τους είναι μέτρια (χαριτολογώντας βέβαια). Προσωπικά δεν αμφιβάλλω για την τήρηση αυτών που είχαν θέσει ως μπάντα από την απαρχή τους, αλλά, όσο να ’ναι, τίτλοι όπως “Κρεμασμένα Αφεντικά” ακούγονται κάπως… ξύλινοι. Κάτι σαν ποίηση χωρίς ποίηση, λοιπόν, κυριαρχεί στα συμφραζόμενα και τα σημαινόμενα του δίσκου και σε κάποιο σημείο κλείνει η ακρόασή του με έναν πάταγο, όχι με έναν λυγμό. Οι “Πύργοι του Εωσφόρου” παραμένουν όμως άθραυστοι.

Μπάμπης Κολτράνης

Godspeed You! Black Emperor – Asunder, Sweet Αnd Other Distress (constellation)

GY!BE.2015.AGAINSTTHESILENCE.COM

 

Η κολεκτίβα – ορχήστρα που ακούει στο όνομα GY!BE, επιστρέφει ουσιαστικά με νέο δίσκο μετά από πολλά χρόνια, αν υπολογίσουμε πως το άλμπουμ της του 2012 αποτελούνταν από κομμάτια του παρελθόντος που είχαν μείνει ανηχογράφητα. Προφανώς και οι προσδοκίες που γεννιούνται με το άκουσμα της εν λόγω είδησης είναι μεγάλες, συνυπολογίζοντας την ογκωδέστατη επιρροή που έχουν ασκήσει στην σύγχρονη ορχηστρική μουσική. Τι όμως βγαίνει ως σούμα; Για την ακρίβεια πως μπορεί άραγε να σταθεί δίπλα στο πρότερο τους υλικό ένα νέο τους άλμπουμ σήμερα;

Σίγουρα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός πως προσπαθούν να μετασχηματίσουν σημαντικά τον ήχο τους σε αυτό το 38λεπτο LP τους. Μόνο την διάρκεια του να βάλουμε και το γεγονός πως αποτελείται από ουσιαστικά δύο κυρίως κομμάτια, μας θέτει αντιμέτωπους με το συντομότερο και λιγότερο φιλόδοξο τους άλμπουμ ως τώρα. Πιο συγκεκριμένα, σε μια περιρρέουσα επιβλητική ατμόσφαιρα, ίσως ο δίσκος να έχει επιδιώξει μία κάποια συμβολική δομή, ακολουθώντας μία θρησκευτικού τύπου πορεία από τον – πολυθεματικά προσδιορισμένο- ουρανό του “Peasantry or ‘Light! Inside of Light!’”, προς την κόλαση και τα καθαρτήρια των δύο παρεμβαλομένων drone κομματιών “Lambs Breath” & “Asunder, Sweet” , για να καταλήξει σε ένα μετα-αποκαλυψιακό τοπίο από το 2:28΄ και έπειτα, του “Piss Crowns Are Trebled”. Όμως, κατά έναν περίεργο τρόπο το ξεκίνημα έρχεται με απότομα δυναμικό τρόπο, με βάση προηγούμενες δουλειές τους και από το τέλος του εναρκτήριου κομματιού μέχρι και την έναρξη του τελευταίου άσματος, κυλάει η όλη μουσική με έναν στατικό τρόπο. Η  αναμονή που κυριαρχεί ως αίσθηση, δύσκολα πάντως καταφέρνει να κρατήσει μια υπόκωφη ένταση μέχρι την τελική κορύφωση. Στο σημείο που η τελευταία έρχεται, μάλλον θα ξαναρχίσουμε να νιώθουμε «έξω από τα νερά» μας, καθώς, σύντομα, οι εντάσεις που πλέκονται καταλήγουν να χαρακτηρίζονται από επικότητα στην υπερβολή τους, σε σημείο που να χάνεται η μαγεία των μελωδιών που έχουν προηγηθεί (βλ. το πρώτο μισό του τελευταίου κομματιού). Υπάρχει μάλιστα μια γενική αίσθηση πως διάφορα ολίγον τι παράταιρα μουσικά μέρη, σίγουρα ενδιαφέροντα, παρατέθηκαν σαν κολάζ το ένα μετά το άλλο, εναλλασσόμενα κάπως βιαστικά και χωρίς ιδιαίτερη σύνδεση, με τον ρυθμό είτε να γίνεται εμβατηριακός, είτε να απουσιάζει παντελώς.

Οι GY!BE ήταν ανέκαθεν εσχατολογικοί με έναν οδυνηρό και πειστικό τρόπο, τοποθετώντας κωδικοποιημένα μηνύματα για τη λεηλασία της φύσης και την ανηλεή αναπαραγωγή των εξουσιαστικών δομών στην ανθρωπότητα, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση το κάνουν με έναν μη οικείο και ίσως μεγαλόστομο τρόπο. Συμβαίνει λοιπόν αρκετά σχήματα να έχουν προσπαθήσει να τους αντιγράψουν στο παρελθόν και τώρα ερχόμαστε στην στιγμή που οι ίδιοι φαίνεται να μην έχουν τίποτα παραπάνω να δηλώσουν εκτός του άτοπου τελικά εγχειρήματος να ξαναπαιχτούν αυτά που είχαν παίξει ως μπάντα στα ντουζένια τους, όχι από άλλους μόνο, αλλά και από τους ίδιους τους τους εαυτούς.

 

 

Cari