All Is Violent, Is Everything Bright? (God Is An Astronaut/Head On 06.10.2018)

Δεν μου έχει τύχει να φύγω ξανά από συναυλία νιώθοντας ότι κουβαλάω στους ώμους μου ολόκληρο τον “ελέφαντα του δωματίου”. Δεν είναι ευχάριστο συναίσθημα, αλλά ξεκινά μια συζήτηση που πρέπει να γίνει.

Το Fuzz είχε γεμίσει σε ικανοποιητικότατο βαθμό ήδη από τις εννιάμισι, όταν και ανέβηκαν στη σκηνή οι Head On σε απόλυτη συμφωνία με το πρόγραμμα της συναυλίας. Η αρχική αμηχανία της μπάντας σε συνδυασμό με την όχι και τόσο μεγάλη ανταπόκριση του κοινού δημιούργησε πολύ γρήγορα μια περίεργη δυναμική, την οποία ήρθε να εκτινάξει η νευρικότητα (κατά τη δική μου εκτίμηση) του frontman των Head On.

Για λίγα λεπτά χάνουμε από τα μάτια μας τον Χρήστο (frontman) και από το πουθενά εμφανίζεται στη σκηνή ο Torsten Kinsella. Με μια βίαιη κίνηση παίρνει στα χέρια του το μικρόφωνο για να πει “don’t mess with our fucking equipment”. Παγώνουμε όλοι, μουσικοί και κοινό. Αβέβαιοι αν αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν ένα αμφισβητούμενης έμπνευσης σκετσάκι για να γίνει το πέρασμα από το opening στο main act ή αν πρόκειται για πραγματικό γεγονός, κοιταζόμαστε όλοι μεταξύ μας και περιμένουμε τις αντιδράσεις από τη σκηνή.

Οι Head On ξεστήνουν με τη βοήθεια ατόμων της διοργάνωσης, πέφτει η μουσική και μερικά λεπτά αργότερα επανεμφανίζεται ο Torsten, ζητώντας συγγνώμη για την υπερβολική αντίδρασή του που στοίχισε στους Head On την ολοκλήρωση του set τους και σε πολλούς από εμάς τη διάθεση που είχαμε να παρακολουθήσουμε το live. Έκανε λόγο για τον εξοπλισμό τους, που μετέφεραν με προσοχή από τόσο μεγάλη απόσταση προκειμένου να προσφέρουν στους Αθηναίους φαν τους ένα live αντάξιο των προσδοκιών τους και για την ανάγκη του να διασφαλίσει την ακεραιότητά του εξοπλισμού αυτού από την απροσεξία του οποιουδήποτε.

Για μερικούς ήταν θέμα λεπτών ή μερικών κομματιών από το setlist των God Is An Astronaut να ξεπεράσουν την αρνητική αύρα που απέπνευσε αυτή η εμπειρία, άλλοι συνέχισαν να το συζητούν στα πεζοδρόμια μπροστά από την είσοδο του Fuzz και εγώ θα αποπειραθώ να αποδομήσω το γεγονός μέσα από αυτό εδώ το κείμενο σε μια προσπάθεια να καταγράψω όλες τις πιθανές απόψεις και εξηγήσεις.

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι δεν είχαμε όντως κάποια βλάβη στον εξοπλισμό των God Is An Astronaut που να έθεσε εν αμφιβόλω τη δυνατότητά τους να πραγματοποιήσουν τη συναυλία, παρά μόνο αυξημένη τη σχετική πιθανότητα, καθώς ο frontman των Head On αντί να περιοριστεί στο μπροστινό μέρος της σκηνής που προοριζόταν για την εμφάνισή τους κινήθηκε και προς τα πίσω, στο σκοτεινό σημείο που κατείχετο από τον εξοπλισμό των Ιρλανδών. Κατά τα λεγόμενα του Torsten “είναι σκοτεινά εκεί πίσω, δεν μπορείς να δεις τα καλώδια”. Δεκτόν.

Έπειτα, τέθηκε στο προσκήνιο η πιθανότητα μέθης ή μη των μελών της μπάντας – δηλαδή η μειωμένη τους (ίσως) ικανότητα να αποτρέψουν το ενδεχόμενο ατυχήματος πάνω στη σκηνή. Ως προς αυτό δεν μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα και προσωπικά δεν ξέρω καν πώς να αξιολογήσω μια δήλωση που ξεκινά με άρνηση την οποία εν συνεχεία υπονομεύει, δηλαδή το λεχθέν “μου είπαν ότι δεν ήταν μεθυσμένοι, αλλά δεν ξέρω”. Σίγουρα από αυτά τα λόγια εκμαιεύει κανείς την αγωνία του Torsten, ο οποίος βλέπει έναν τραγουδιστή να κινείται σπασμωδικά στον χώρο, πολύ κοντά στον εξοπλισμό της μπάντας του, ενδεχομένως απόλυτα στρεσαρισμένο ή αρκούντως μεθυσμένο ή επιτηδευμένα ιδιότροπο (διαλέγετε και παίρνετε) και σκέφτεται ότι πρέπει να δράσει άμεσα για να μην καταλήξει σε απόλυτη ματαιότητα ένα τόσο απαιτητικό ταξίδι όσο αυτό που έκαναν για να έρθουν στην Ελλάδα.

Ας σταθούμε, λοιπόν, στην επιλογή αντίδρασης. Μόλις ένα λεπτό αφότου όλοι καταλάβαμε ότι όσα εκτυλίχθηκαν πάνω στη σκηνή κάθε άλλο παρά θεατρινισμοί ήταν, ξεκίνησε μια συζήτηση περί του ότι δεν ήταν καθόλου μα καθόλου απαραίτητο να εκδιωχθούν οι Head On από τη σκηνή με αυτόν τον τρόπο.

“Θα μπορούσαν να βάλουν κάποιον από τη διοργάνωση να τους κόψει με τρόπο”, “Θα μπορούσε να τον πιάσει ο ίδιος παράμερα και να τον προειδοποιήσει”, “Θα μπορούσαν να περιμένουν να τελειώσουν το set τους πρώτα”, “Αν τους είχαν οριοθετήσει τον χώρο τους ξεκάθαρα και παρ’ όλα αυτά έκαναν του κεφαλιού τους, τότε έχουν μερίδιο ευθύνης και θα πρέπει να το λάβουμε υπόψη μας”. Ναι, όλα αυτές οι εναλλακτικές θα ήταν προτιμότερες για όλους τους εμπλεκομένους, ενώ και η τελευταία φράση αποτελεί και συνθήκη αναγκαία για την όποια “απόδοση ευθυνών”. Η διαπίστωση αυτή “χτύπησε” αρκετά γρήγορα και τον ίδιο τον Torsten που είχε εν συνεχεία την ψυχραιμία να αποκαλέσει την αντίδρασή του “uncalled for”.

Σίγουρα είναι κομβικής σημασίας να ακολουθεί μια συγκροτημένη συγγνώμη κάθε υπερβολικής αντίδρασης, ειδικά αν μπορείς να την αποδώσεις σε ειλικρινή μεταμέλεια παρά σε PR. Εξίσου βέβαιο είναι πως σε γεγονότα τέτοιας φύσης δίνει ο καθένας τη βαρύτητα που η ευαισθησία και η εμπειρία του του επιτρέπουν. Εξάλλου, και αυτό το μεμονωμένο γεγονός ανάγεται στη γενικότερη συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια και αφορά τη διάκριση που κάνει (ή δεν κάνει) ο καθένας από εμάς ανάμεσα στον καλλιτέχνη ως προσωπικότητα και στο έργο του. Μια διάκριση που οδήγησε μερικούς από εμάς σε παρατεταμένο μούδιασμα καθόλη την (καλλιτεχνικά άρτια) παρουσία των God Is An Astronaut στη σκηνή του Fuzz και σε εκστατική χαρά τους λοιπούς.

Αυτό το κείμενο δεν θα κλείσει με ηθικό συμπέρασμα – επιδίωξή μου είναι η καταγραφή του γεγονότος για να μην περάσει αυτό στη λήθη και η συμπερίληψη των παραγόντων που μπόρεσα προσωπικά να διακρίνω ως κρίσιμους για το ό,τι συνέβη. Πιθανότατα μου διαφεύγουν άλλοι τόσοι, πιθανότατα όλοι έχουμε μια κακή μέρα και αυτή ήταν η χθεσινή για τον Χρήστο και τον Torsten Kinsella και ίσως να μη γίνεται λόγος, γιατί απλούστατα “αυτά συμβαίνουν”.

Ελάτε, όμως, που “αυτά που συμβαίνουν” είναι αυτά για τα οποία πρέπει να μιλάμε και να λαμβάνουμε θέση.

 

Victoria L/Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

God Is An Astronaut – Sonar with David Torn – Toundra

God is an astronaut – Epitaph (Napalm records)

Με δεδομένο ότι το post rock που αντιπροσωπεύουν οι God is an astronaut είναι αρκετά ξεπερασμένο στιλιστικά και τελματωμένο ποιοτικά, οι πιθανότητες για έναν εξαιρετικό δίσκο έμοιαζαν λιγοστές. Σε μια από αυτές τις εκπλήξεις/ανατροπές που καμιά φορά επιφυλάσσει η μουσική όμως, οι Ιρλανδοί μάστορες δεν κυκλοφορούν απλώς την πιο γεμάτη τους δουλειά από το All is violent, all is bright του 2005, αλλά πιθανόν και τον πιο ποιοτικό δίσκο της καριέρας τους, τουλάχιστον κατά το ταπεινό γούστο του γράφοντα. Επίσης, έχοντας ποντάρει όλα μου τα λεφτά στο τελευταίο Primordial, έμεινα πανί με πανί στην παρτίδα “υποψήφιο ιρλανδικό άλμπουμ της χρονιάς”.

Ενώ από το ντεμπούτο τους το 2002 οι συνθέσεις έχουν σταθερό χαρακτήρα, κάποια πράγματα δείχνουν να έχουν αλλάξει. Τα περιγράμματα της μουσικής παραμένουν ανοιχτά, τουλάχιστον ως προς τον ηχητικό τους προσανατολισμό κι η μουσική ροή γραμμική, όπως θυμάσαι από πάντα. Παρ’ όλα αυτά, η post αντίληψή τους καταφέρνει παραδόξως να ακούγεται μελωδικότερη, βαρύτερη και πλουσιότερη ταυτόχρονα. Μελωδικότερη ως προς το ότι τα πιάνα και τα σύνθια αποτελούν την εμπροσθοφυλακή των συνθέσεων, βαρύτερη γιατί οι κιθάρες σε έξυπνα τοποθετημένα σημεία-καθάρσεις ακούγονται σκληρότερες, ακουμπώντας ίσως φευγαλέα μεταλλικές επιφάνειες, και πλουσιότερη γιατί η κινηματογραφικότητα των συνθέσεων είναι αδιαμφισβήτητη ως προς την ποιότητα και την ευγένεια της αισθητικής της. Τελικά επιτυγχάνεται μια σπάνια ισορροπία στη συγκρότηση ενός άλμπουμ που χρησιμοποιεί στο έπακρο τα ατού του, χωρίς να τα καταχράται ούτε στιγμή. Αυτό δεν είναι που λέμε ωριμότητα; Κάθε μία από τις 7 συνθέσεις είναι ένα φιλμ από μόνο του, ένα φιλμ γεμάτο από εκείνες τις leitmotif ονειροπολήσεις που εύκολα ξεχνάς αλλά υποσυνείδητα βιάζεσαι να ξαναζήσεις. Το post rock μπορεί να πέθανε, κάποιοι θαρραλέοι του ήρωες όμως προελαύνουν ακόμα.

 

 

Sonar with David Torn Vortex (RareNoise records)

Ο καθένας κάτι κυνηγάει, γούστο του και καπέλο του. Εγώ ας πούμε, δυόμισι δεκαετίες ψάχνω να βρω μια μέτρια ελβετική μπάντα, κάτι που ακόμα δεν κατάφερα. Ας το ξεκαθαρίσουμε αμέσως: το Vortex είναι άλμπουμ που αφορά λίγους και ψαγμένους ακροατές και ιδιαιτέρως εκείνους που αρέσκονται σε ένα prog που επιθυμεί την εξερεύνηση καινούριων ηχητικών τόπων. Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμα: σε ό,τι αφορά την ηλεκτρική κιθάρα ως όργανο, τα όρια, τις δυνατότητες και την ξεχωριστή της ταυτότητα, αυτό εδώ αποτελεί σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ που μπορεί κανείς να ακούσει. Από τη μία οι Ελβετοί Sonar, των οποίων οι κιθάρες είναι tritone (παίζουν μόνο με τις τρεις λεπτές χορδές), και από την άλλη ο Αμερικάνος τζαζ/πειραματιστής David Torn, ένας από τους καλύτερους “γονατάκηδες’’ του πλανήτη. (Γονατάκιας= ο μουσικός, συνήθως κιθαρίστας, που στα live του περνάει περισσότερο χρόνο σκυμμένος στα γόνατα πειράζοντας τα εφέ του παρά όρθιος.)

Ό,τι κι αν θα ήλπιζε κανείς από μια τέτοια σύμπραξη κορυφής θα το βιώσει στο έπακρο. Mid-tempo μακροσκελείς και πολυπρισματικές συνθέσεις, που αποτελούνται ισόποσα από ακραιφνή κιθαριστικό/τεχνολογικό πειραματισμό και ένα rhythm section πραγματική πανδαισία, που τελειοποιεί το δόγμα “εύκολο να το ακούς, πανδύσκολο να το μετρήσεις”. Οι 6 σοφές σπαζοκεφαλιές που θα παρουσιαστούν εδώ μοιάζουν με φευγαλέες ματιές σε ένα αχαρτογράφητο βασίλειο, όπου ηγεμονεί η αιώνια κληρονομιά του instrumental μέρους του “Starless” (King Crimson) πριν αυτό μολυνθεί και βιαστεί (ανεπανόρθωτα;) από τις χολιγουντιανές κιθάρες των βαρβάρων (Tool). Άνετα από τους εξυπνότερους δίσκους εκεί έξω, σε περιμένει για ένα μουσικό trip ικανό να σου ανανεώσει την πίστη σε αυτή τη ρημάδα και γεμάτη κουρέλια κιθαριστική μουσική.

 

 

Toundra – Vortex (Inside out)

Το πέμπτο άλμπουμ των Ισπανών Toundra δικαιολογεί απόλυτα την ολοένα και αυξανόμενη φήμη τους και την εκτίμηση του κοινού. Το ότι αντιμετωπίζονται ως post rock με βρίσκει να διαφωνώ ριζικά βέβαια, αφού στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πλούσια ηχητικά γκρουπ στον ευρύτερο χώρο του σύγχρονου rock. Το πνεύμα της περιπέτειας, της συνεχούς εναλλαγής σε θέματα και ατμόσφαιρες και το στοιχείο του απρόβλεπτου χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων. Να το πω διαφορετικά, εκεί που τα περισσότερα instrumental συγκροτήματα επιλέγουν να χτίζουν συνθετικά πάνω σε κάποιο είδος ατμόσφαιρας, αποσπώντας το ενδιαφέρον του ακροατή από την έλλειψη φωνητικών, οι Toundra μοιάζουν να φτιάχνουν ένα αρκετά περίπλοκο περιβάλλον, που είναι υπέρ το δέον αρκετό για να σου κρατάει το ενδιαφέρον. Από αυτήν την άποψη, οι Toundra συγκλίνουν όλο και περισσότερο με την κοσμοθέαση του progressive rock και μάλιστα ενός prog μοντέρνου και heavy.

Εξαντλώντας την αυστηρότητά μου, εδώ βρίσκω και το μόνο μειονέκτημα. Λείπει κάποιο κέντρο βάρους, κάποιο τεχνητό ζύγισμα, μια οριστική ισορροπία. Νιώθω σαν να κοιτάζω έναν εντυπωσιακά όμορφο σαν ολότητα πίνακα, αλλά αφού τον κοιτάξω πολλή ώρα παρατηρώ ότι το βλέμμα μου δεν ξεκουράζεται κάπου. Ίσως αυτή η παραξενιά μου μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το περσινό τους project των Exquirla (οι Toundra σε συνεργασία με τραγουδιστή…) ήταν ένα ημι-αριστούργημα, στα απολύτως top της χρονιάς. Ο πήχης είναι πολύ ψηλά από τους ίδιους, λοιπόν. Ας μην κολλάμε όμως στους περφεξιονισμούς. Το Vortex είναι παρακαταθήκη κι ένα τρανταχτό επιχείρημα για όσους πιστεύουν ότι το instrumental rock έχει τον τρόπο να είναι ακόμα συναρπαστικό.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος