A-Sun Amissa – Ceremony In The Stillness (gizeh)

Πόσα ονόματα αξίζει να αναφερθούν ως αυτά που χαρακτηρίζουν τη νέα μουσική σήμερα; Δεν είναι πολλά και σίγουρα αυτά στέκουν κάπου μακριά από το στόχαστρο των μεγάλων υποβολέων του θεάματος. Δίπλα σε αυτά υπάρχουν κάμποσα άλλα που βγάζουν σταθερά ενδιαφέρουσες δουλειές χωρίς να επιδιώκουν την απόλυτη πρωτοπορία. Ένα από αυτά είναι οι A-Sun Amissa, οι οποίοι, ενώ αποτελούν το προσωπικό σχήμα του Richard Knox, πάντα βγαίνουν μπροστά ως ένα συλλογικό εγχείρημα, με διαφορετική σύνθεση και σκόπευση σε κάθε τους δίσκο.

Έχουμε ήδη καταγράψει τις εντυπώσεις μας πάνω σε ορισμένες προηγούμενες κυκλοφορίες του σχήματος, οπότε έρχεται το νέο αυτό άλμπουμ να θέσει εκ νέου ερωτήματα διαθέτοντας μία και μόνο μονολεκτική απάντηση. Αυτή είναι η απλότητα! Καταρχάς, έχουμε για πρώτη φορά την προσθήκη ενός ντράμερ στο σχήμα, με αποτέλεσμα να ανοίγει ο ήχος τους, σε αντίθεση με το παράδειγμα των [ B O L T ] όταν έφεραν κι αυτοί στον ήχο τους έναν ντράμερ και όπου είχαμε το στένεμα του κάδρου. Το άνοιγμα δίνει προφανώς μια νέα δυναμική στον ορχηστρικό τους χαρακτήρα και κάνει πιο ευδιάκριτες τις βασικές επιρροές του δίσκου, ακόμη κι εκεί που τα ντραμς απουσιάζουν. Για παράδειγμα, όσο αυτά βροντούν ως υπόβαθρο του πηγαίου λυρισμού των μισών συνθέσεων εδώ, έρχεται στον νου η παρακαταθήκη των GY!BE. Όταν σιωπούν, ακούς ένα αεράκι με το όνομα Labradford να σου χαϊδεύει τα αυτιά!

Αυτή, όμως, η ευδιάκριτη φύση των επιρροών τους είναι που κάνει πιο συγκεκριμένη την όλη πρότασή τους. Το προσωπικό στίγμα της μπάντας είναι πιο συγκροτημένο από ποτέ και κάνει να ακούγονται όλα ως μια φυσική απόρροια των μουσικών περιπτύξεων των συντελεστών τους. Οι συνθέσεις κυλούν σαν να μη γινόταν να πορευθούν αλλιώς, χωρίς πίεση, με μια αθώα φυσικότητα. Για αυτό δεν κολλά πάνω τους καμία ρετσινιά άλλης μπάντας ή ακόμη και συγκεκριμένου μουσικού είδους, μιας και όλα αυτά συμπαρασύρονται από μια απαλή ροή, που είναι και η δύναμη του δίσκου.

Το σκοτάδι πάντως παραμένει παρόν. Γίνεται ευδιάκριτο κάτω από τη βρομιά της παραγωγής ή στην κατάληξη νοσταλγικών θεμάτων. Αυτό τα συνέχει όλα ως μια δέσμη εσώτερου φωτός που κάνει το Ceremony In The Stillness, πέρα από την πιο ολοκληρωμένη τους δουλειά, ένα άλμπουμ το οποίο μπορεί να μην εκφράζει πανηγυρικά την εποχή του, αλλά σίγουρα εκφράζει ανόθευτα τον κόσμο του. Κι αυτό, σε έναν κόσμο σύγχυσης και έκφρασης κάτι άλλου από αυτό που το καθένα είναι, είναι κάτι το σημαντικό!


How many names are deserved to be reffered as the ones that characterise new music today? There are not many and for sure they stand away from the lights of spectacle. By them, stand some others who release steadily interesting records without searching for the absolute innovation. One of those names is A-Sun Amissa, who always comes up as a collective – in spite of being a project of Richard Knox – with different members and targeting in each one of their releases.

We have already written down our impressions on some of their previous albums, so the new one comes to raise new questions, which have one and only answer. This is simplicity! First of all, we have, for the first time, the use of drums resulting to the openness of their sound in contrast to the example of [ B O L T ], where adding a drummer “shortened” their own sound. Obviously, a new dynamic emerges regarding their instrumental nature, making the main influences of the album more visible, even where the drums are absent. For example, when those drums bang in the background of the hearty lyricism in half of the songs here, the legacy of GY!BE comes to mind. When they stay silent, a soft wind named Labradford caresses your ears.

However, this appreciable nature of influences makes their impact more unique. Their personal imprint is more structured than ever and it makes everything here sound as a natural result of the musical clinches of the contributors. The arrangements flow as if there wasn’t any other way to go, without pressure, with a naive naturalness. That’s why A-Sun Amissa cannot be pegged as an imitator of another band or even a follower of a musical trend, since all things here are being carried away by a soft flow, which is the force of the album.

In any case, darkness is present. It can be detected beneath the raw production and the endings of the nostalgic themes. It resides in everything as a beam of internal light that makes Ceremony In The Stillness, apart from their most complete work, an album which may not represent its era in a celebratory way, but purely expresses its own world for sure. And this, while living in a world of confusion and misrepresentation, is something important!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Julia Kent & Jean D.L. – The Great Lake Swallows (Gizeh Records)

Είχα την τύχη να γνωρίσω τον ηχητικό κόσμο της Julia Kent αρκετά χρόνια πριν. Αρχικά μέσω της συνεργασίας της με την αγαπημένη παρέα των Current 93, γύρω από τον άξονα των οποίων κινούνταν πάντοτε μια πλειάδα απόλυτα ιδιαίτερων μουσικών/καλλιτεχνών. Ως τσελίστρια βέβαια έχει να επιδείξει πολλά περισσότερα στο παρελθόν, τόσο ως solo artist, όσο και ως μέλος κάποιων ευρύτερων σχηματισμών. Οι Rasputina είναι ένα χαρακτηριστικότατο δείγμα της τελευταίας ρήσης. Η άποψή μου ήταν εξαρχής θετική ως προς τον τρόπο που μεταχειρίζεται τον ήχο και το τσέλο, συνεπώς θα μπορούσε κανείς να πει πως είμαι φιλικά προκατειλημμένος σε σχέση με αυτήν. Και συνακόλουθα με αυτό το album, που αποτελεί προφανώς την πιο πρόσφατη κυκλοφορία της.

Μαζί της εδώ ο Jean D.L., Βέλγος πειραματιστής της κιθάρας και των ήχων που απορρέουν εξ αυτής — και όχι μόνο. Είναι άμεσα αντιληπτό, λοιπόν, πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια συνεργασία που στοχεύει στα απώτερα όρια της ηχητικής σύμπραξης. Όπου, πέρα από τα συμβατικά όργανα, θα συναντήσουμε και πληθώρα βόμβων, θορύβων, field recordings. Μεταξύ άλλων. Έχοντας ως βάση το ambient/drone ύφος, ξεφεύγοντας όμως κατά βάση από τους όποιους καταναγκαστικούς περιορισμούς που “επιβάλλει” ενίοτε αυτή η κατηγοριοποίηση. Η σύζευξη των δύο καλλιτεχνών απλώνεται σε 4 συνθέσεις/μέρη. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια απόπειρα (α)συμφωνίας αυτή η δομή. Η οποία μάλιστα εκτυλίσσεται σε μια σχετικά σύντομη διάρκεια — κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα άνευ τέλους αραβουργήματα που συνδέονται συνήθως με αυτό το είδος. Ή με αυτά τα είδη, αν προτιμάτε.

Στο αμιγώς μουσικό κομμάτι, προσωπικά θα απέφευγα ίσως να ονοματίσω το στιλ που κυριαρχεί: θα έλεγα απλώς ότι σε πολλά σημεία μού φέρνει στον νου τις πιο ήρεμες, “αμπιεντοειδείς” στιγμές των ατμοσφαιρικών post-rock σχημάτων της Constellation. Ο έντονος λυρισμός που είναι παρών εδώ μου έφερε στο μυαλό τις συναισθηματικές εξάρσεις των πρώιμων A Silver Mount Zion. Ή ακόμα και μια πιο δομημένη —και λιγότερο κιθαριστική φυσικά— εκδοχή των Set Fire To Flames. Κατανοώ σαφώς πως στο σήμερα ο όρος post rock ηχεί σαν βρισιά, περίπου. Ή για κάποι@ς, έστω. Προσοχή, λοιπόν, στο σημείο που αναφέρω πιο πάνω: δεν πρόκειται για μια ηχογράφηση που ανήκει σε αυτό το είδος. Είναι κάποιες προσεγγίσεις εδώ που μου μιλούν με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν τα προαναφερθέντα σχήματα. Η κύρια κατεύθυνση όμως εδώ είναι η υποβολή και όχι το ξέσπασμα. Αρκεί να αφεθεί ο ακροατής στη μειλίχια μονοτονία αυτού του έργου. Ο συντονισμός του μαζί της ίσως να επιφέρει λυτρωτικά αποτελέσματα. Αποπειρώμενος μάλιστα να προσεγγίσω την υφή αυτής της ενότητας με μια κάπως χρωματική διάθεση, τολμώ να πως πως κυριαρχεί το υγρό στοιχείο. Η υδάτινη αυτή προδιάθεση είναι σαφέστατα ηθελημένη. Ο τίτλος είναι απολύτως ενδεικτικός αυτής της σύνδεσης/κατεύθυνσης.

Υποθέτω πως γίνεται μάλλον εύκολα κατανοητό το ότι είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσω ξεχωριστά για κομμάτια. Αντιμετωπίζω το σύνολο των εδώ στιγμών ως μια ωδή στο όλο. Μια ιδιαίτερα επιτυχημένη απόπειρα σε αυτό, μάλιστα. Η συνοπτική κατάβαση στον συναισθηματικό χρόνο αφήνει στο τέλος της μια πλούσια αίσθηση. Πρόκειται για τον πλούτο μιας ολοκληρωμένης εμπειρίας, η οποία λαμβάνει χώρα στα περίπου 26 λεπτά που (καθ)ορίζουν τη συνολική διάρκεια αυτής της συνεργασίας. Η θαυμαστή αυτή οικονομία επεκτείνεται και στον σχεδιασμό της, καθώς ο χωρισμός της σε 4 κομμάτια φαντάζει στα μάτια μου ως μια έξοχη αλχημική απεικόνιση. Ισορροπία, λοιπόν. Μαγευτική ισορροπία.


I was fortunate enough to get in touch with Julia Kent’s sonic universe, many years ago. Initially, through her connection to my beloved fellowship of Current 93, around of whom, a plethora of absolutely strange yet magnificent artists spin in orbit. As a cellist she has a lot more achievements to present, of course, both as a solo artist and as part of wider formations, as well. Rasputina would be an immensely valid example of the such formations. From the beginning, I held a positive opinion regarding the way she utilised sound and cello, so one could assume that I am positively inclined towards her work. And consequently, towards this album, which obviously makes a stand as being her latest offering, chronologically speaking.

Herein she is joined by Jean D.L., a Belgian artist who experiments mainly with guitars and their auditory manipulation -and much more. So, it is rather obvious that what we have here is a collaboration between two artists that is aiming at the outer limits of the sonic spectrum. Within this spectrum, one can come across a variety of other sources, besides conventional instruments, such as drones, noises and field recordings, among others. Ambient/drone vocabulary is sparsely providing the base here, while leaving enough room in order to expand beyond the coercive restrictions that sometimes this categorisation imposes. The union of these two artists spreads on 4 parts/directions. This type of structure can be easily seen as an attempt to create a symphonic piece, with each track acting as a part of a larger wholeness. Which, in fact, unfolds on a relatively short duration-something that comes off as a complete(and almost shocking, I might add) disagreement to the almost-never-ending opuses that are usually associated with this genre. Or these genres, if you prefer. That, I guess, is a far more accurate way to describe this state.

Moving to the music-related side of things, I would definitely avoid namedropping, concerning the direction that is prevalent here: I would only say that certain parts reminded me of the calmer, ambient-driven moments that the atmospheric post rock bands linked to Constellation Recordings used to captivate. Intense lyricism is at full motion here -something that brought to mind the sentimental explosions that A Silver Mount Zion unleashed, at their early stage. Or even a more structured -and less guitar dominated, naturally- version of Set Fire To Flames. I clearly understand that these days the term post-rock almost sounds as a disaster, to some. So please pay attention to the above point of reference: this is not a recording that belongs to the aforementioned genre. It’s just a fact that some of these approaches speak to me in a manner quite similar to the previously mentioned bands. What sets this apart though, is that the main aim here is to gradually submerge the listener in the music, instead of relying on outbursts. To achieve this, one should let go and slowly sink in the tranquil monotony of this work. A full coordination to it, might even bring forth some feelings of redemption. Or seduction, possibly. Attempting to come close to this unity’s structure in a somehow chromatic predisposition, I must admit that a sense of water is what I see as a dominating element coming off this collection of sounds. This aquatic sense is deliberately used. A simple look at the album title, will emphatically convince you of this connection.

I assume that by now, it is easily understood that it is impossible to speak of each track separately. As implied, I tend to view this gathering of moments as an ode to oneness. And a highly successful attempt to that, I should add. A concise descent to emotional time such as this, leaves a fully enriched sense, in the end. It’s about the wealth of a complete experience that unfolds for about 26 minutes, an amount of time that defines the full length of this collaboration. This marvelous sense of “economy” expands to the actual designing of this composition. Moreover, by splitting it in 4 pieces they manage to display an alchemical sense of harmony. Equilibrium, that is . Magical equilibrium.

 

 

Γιώργος Καναβός/George Kanavos

 

Against The Silence VII

 

Υπήρξε μια εποχή που η τζίφρα κάτω δεξιά στην πίσω πλευρά του δίσκου ή cd υποδήλωνε το τι περίπου θα ακούσεις. Αυτό βέβαια ποτέ δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενες, αλλά το θέμα ήταν ότι σου μάθαινε τον τρόπο να ψάχνεις και ουσιαστικά να ακούς με ανοιχτόμυαλο τρόπο την μουσική. Αυτό συνέβαινε γιατί πολύ απλά όλο αυτό βασιζόταν στο ψάξιμο και την ακρόαση αυτών που κρύβονταν πίσω από τα εν λόγω label. Οι εποχές μπορεί να αλλάζουν με κεκτημένη ταχύτητα, αλλά ο τρόπος αυτός παραμένει ο ίδιος γιατί βασίζεται στην πρωτόλεια ανάγκη ενός ή μιας να μοιραστεί την μουσική που αγαπά. Αυτό πράττουμε από τότε που εμφανιστήκαμε ως ομάδα, αυτό πράττουν και τα ανεξάρτητα δισκογραφικά label, οπότε μια συλλογή που θα βασιζόταν στις δικές τους δυνάμεις ήταν μια φυσική έκβαση. Ευχαριστούμε θερμά τα συγκεκριμένα label που συνεισέφεραν στην ολοκλήρωση της αρχικής μας ιδέας και ελπίζουμε να συνεχίσουν το όμορφο ταξίδι τους που σε αυτό το σημείο μαζί μοιραζόμαστε!

There was a time when the signature down on the right at the back side of an album or cd would suggest about what you were about to listen to. That of course would never turn out to be exactly what you expected, but the thing was that it would show you how to browse and essentially listen to music in an open- minded way. That was the case simply because the whole thing was a function of browsing and listening to what was lying behind the labels in question. The seasons may well change at a fix speed, yet this way remains unchanged, for it is based on one’s vital need to share the music they love. This is what we’ ve been doing since we first emerged as a group, so do the independent record labels, thus a compilation based on their own forces was no more than a natural outcome. We cordially thank the labels which contributed to the fulfillment of our original concept and we hope that they will keep their beautiful trip at this point of which we have come to join!

 

01 The Prairie Lines – Sunset Scanners (Eilean Rec.)

02 Andrea Belfi – Vano (IIKKI)

03 Tatu Rönkkö – Olio (Sonic Pieces)

04 Thomey Bors – Haberia (Logarithm/previously unreleased)

05 Πέρα Στα Όρη – Το Ξινό Νερό (Numb Capsule Records/previously unreleased)

06 Nicolas Wiese – Expediency Atavism (Karlrecords)

07 A-Sun Amissa – The Black Path (Gizeh Records/previously unreleased)

08 Light Of The Morning Star – Nocta (Iron Bonehead)

09 Phantom Winter – Frostcoven (Golden Antenna)

 

 

artwork made by Phren Reaux
translation in English by Foteini Tsalouhou/Μετάφραση του κειμένου στα Αγγλικά από την Φωτεινή Τσαλούχου

Aidan Baker/Simon Goff/Thor Harris – Noplace (gizeh records)

Ένα σπίτι στο πουθενά, το artwork του Christopher Hefner και η μνήμη μου που με μεταφέρει πίσω στον χρόνο. Κοιτάζω το εξώφυλλο του Noplace και θυμάμαι την ταινία Up (2009) των θαυματοποιών της Pixar. Βάζω το album να παίξει. Το σχεδόν μινιμαλιστικό και απελπιστικά μελαγχολικό μπάσιμο θα με οδηγήσει σχεδόν υπνωτικά μέχρι το τέλος. Θέλω να αποφύγω οτιδήποτε μπορεί να με πάει έστω κι ένα βήμα πιο κάτω από ό,τι βρίσκομαι. Κι όμως το ακούω εκστασιασμένη σαν να ήρθε για να με λυτρώσει. Δεν θα το αποφύγω. Δεν μπορώ. Επτά συνθέσεις που εισχωρούν βαθιά μέσα σε εκείνους μόνο που ανοίγονται και προσφέρονται χωρίς υπολογισμούς και όρους. Aidan Baker (Nadja / Caudal / B/B/S/), Simon Goff (Molecular, Bee & Flower) και Thor Harris (Swans, Shearwater, Thor & Friends) οι υπαίτιοι όλου αυτού του ποικιλόμορφου, αλλά λιτού και απέριττου δημιουργήματος.

Η ένωση του ταλέντου τους και η πνευματικές τους ανησυχίες τούς έφεραν στα Redrum Studios στο Βερολίνο, και η συνεργασία αλλά και η φιλία πολλών χρόνων βγήκε σε ένα άλμπουμ. Λίγες ώρες αυτοσχεδιασμών μόνο και το Noplace βρήκε τόπο να σταθεί. Στις τελευταίες ανάσες μια εποικοδομητικής μουσικής χρονιάς αντιλαμβάνεται κάποιος πως ποτέ ο χρόνος δεν είναι αρκετός να αναδείξει τα καλά κρυμμένα καλλιτεχνικά μουσικά διαμάντια. Πόσα να αντιληφθείς, πόσα να εντοπίσεις και να ακούσεις; Πώς να προλάβεις να αξιολογήσεις το όμορφο, το ιδιαίτερο; Στις σχετικότητες, λοιπόν, θα τοποθετήσω ψηλά τα περίεργα, τα πειραματικά τα ιδιόμορφα, τα μελαγχολικά ίσως. Τη μονοτονία του μετρονόμου, την απλότητα των μουσικών οργάνων σε εγκεφαλικές συνθέσεις. Το Noplace δεν είναι για σένα που κοιτάς τη ζωή όπως τη θες. Είναι για σένα που τη σέρνεις με όλο της το βάρος. Για σένα που σκάβεις βαθιά για ανάσες απελευθέρωσης.

Κάτω από τους ρυθμούς του Thor Harris θα βρεις το δικό σου tempo για να αντέξεις. Οι κιθάρες του Aidan Baker σού δίνουν το έναυσμα της αντοχής εκεί που το βιολί του Simon Goff παίζει με τις εμμονές σου, τα βάρη σου, τον άπατο και σύνθετο ψυχισμό σου. Το NoPlace είναι ένα πρωτοποριακό μελωδικό αλλά και ψυχεδελικό ταξίδι. Μπορεί να είναι και μια εσωτερική κάθαρση. Το άμεσο avant/krautrock feeling του σου δίνει την άδεια να φύγεις μακριά. Είσαι ελεύθερ@ να ταξιδέψεις εκεί που μόνο εσύ μπορείς να πας. Σου δίνει στην αφετηρία του 45 λεπτά πραγματικού χρόνου, από κει και πέρα είναι θέμα δικό σου πόσο μακριά θες να πας, αν θα σταθείς κάπου ή θα γυρίσεις πίσω. Ένα υπέροχο αυτοσχέδιο μουσικό ταξίδι χωρίς υπερβολές.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Aidan Baker & Karen Willems – Nonland (gizeh)

 Κανονικά ο Μη Τόπος υπονοεί ένα ουσιαστικά νεκρό μέρος. Τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει εκεί, καθώς οι ζωές κυλάνε χωρίς νόημα, πέρα αυτού της επιβίωσης. Η μέρα με το ανούσιο φως της σε τυφλώνει στα μάτια ώστε να μη δεις πόσο απότομα διολισθαίνει η νύχτα. Στο τέλος παρακολουθείς την κάθε στιγμή να αργοπεθαίνει στο βάθος χωρίς να περιμένεις κάτι.

 Εκεί ακριβώς είναι που εμφανίζεται κάτι από το μηδέν, που τελικά ποτέ δεν είναι εντελώς μηδέν. Γιατί τελικά ο Μη Τόπος εμπεριέχει τις αρνήσεις του προς αυτό. Μια γλώσσα λανθάνουσα υποβόσκει στα στενά του και μια απόφαση παραμονεύει. Αυτή είναι που θα ορίσει την αλλαγή και το προχώρημα προς τα εμπρός, προς ένα άγνωστο παντελώς άγνωστο.

 Ο δεύτερος ορχηστρικός δίσκος των Aidan Baker (Nadja, BBS κ.α.) και Karen Willems (Inwolves) κουβαλά τον χαρακτήρα της avant garde φιλοσοφίας, δηλαδή μιας εμπροσθοφυλακής που θέτει το μυαλό και τις αισθήσεις σε κίνηση. Αν περιμένετε κάτι το καθιερωμένο από το συγκεκριμένο ντουέτο πλανιέστε οικτρά. Όλα είναι σαν να μπαίνουν σε νέα ροή, χωρίς να ’ναι γνωστή από τα πριν η κατάληξη, όπως ακριβώς δίνει το σύνθημα η μουσική βροχή που ξεκινά τον δίσκο, η οποία ποτέ δεν ξεσπά σε μπόρα. Οι κινήσεις στην αρχή, εξάλλου, πρέπει να είναι μυστικές.

 Οι δύο μουσικοί συνθέτουν αυτοσχεδιαστικά ιδιαίτερους χρωματισμούς, που ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στο ολοκληρωτικό χάσιμο και την απλή, σχεδόν παιδική, μελωδικότητα. Ούτε χαλαρωτικό ούτε ταξιδιάρικο μπορεί να χαρακτηριστεί το Nonland, παρά μόνο αρκούντως πρωτοποριακό και εγκεφαλικό. Βασικά, είναι σαν οι ρόλοι των δύο μουσικών να περιπλέκονται συνειδητά και η κιθάρα σε πολλά σημεία να αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος, ενώ τα κρουστά ένα ιδιότυπο μελωδικό χτίσιμο της κάθε σύνθεσης.

 Η ελευθερία που χαρακτηρίζει τις κινήσεις τους είναι σχεδόν ευρηματική και με εξαίρεση το “Intro (Digging)”, που τραβά πολύ για intro, όλα τα κομμάτια έχουν κάτι το περίεργα όμορφο να αποτυπώσουν. Η ελευθερία, όμως, ειδικά σε συνθήκες διαβίωσης Μη Τόπου, θέλει και τόλμη. Το Nonland για αυτό τον λόγο διαθέτει μπόλικη από δαύτη.

Μπάμπης Κολτράνης

 Nonland” is implied to be a dead place, dominated by meaningless lives and pure survival. A place where you are getting blinded by the empty light of the day, not to realise how quickly the night has fallen. Where you end up watching every moment die in the background without having any further expectations.

It is where you get the illusion that something appears out of the blue, which in reality in not just happening out of luck, as “Nonland” is not a great believer of it. An underlying language and a decision roam around the alleys of “Nonland” ready to initiate the change and the move towards a completely unknown direction.

The second album of Aidan Baker (Nadja, BBS etc) and Karren Willems (Inwolves) carries the character of the “avant garde” philosophy, a lead activating the mind and putting the senses into motion. You shouldn’t been expecting something simple by this duet. It seems like everything is getting into a new direction, not fully disclosed before the ending, mirrored in the music “rain” in the beginning of the album, which never turns into a storm. Nevertheless, all the moves should be mystical.

The two musicians compose, by improvising, unique colours dangerously balancing between the complete “getting lost” feeling and an almost childhood melody. This album cannot be characterised neither as relaxing nor as tripping, but only as innovative and mind challenging. It feels like the roles of these two musicians are deliberately mixed and that the guitar is responsible for the rhythmic parts, leaving to the drums an untypical way of building a melodical composition.

An innovative freedom characterises their movements and makes all of their songs to have something interesting to express. The only exception would be the “Intro (Digging)” which is a bit extensive. This kind of existing freedom of the album requires a nerve, which is something that “Nonland” definitely has plenty of.

 

Translation by Lena Katsifou  

 

Nadja – The Stone Is Not Hit By The Sun, Nor Carved With A Knife (gizeh records)

nadja.gzh70.againstthesilence

 Επιστροφή με ένα από τα δυνατότερα τους άλμπουμ κάνουν οι Aidan Baker και Leah Buckareff, το γνωστό δίδυμο ως Nadja. Με χαρά η Gizeh Rec., ανακοινώνει την απελευθέρωση του δίσκου στις 4 Νοέμβριου. Κάθε λεπτομέρεια είναι καλοσχεδιασμένη. Ξεκινώντας από το εξώφυλλο, που σε προδιαθέτει να το χαζέψεις λίγο παραπάνω από ότι κάνεις συνήθως, σίγουρα θα αναρωτηθείς για τον -όχι και τόσο μικρό- τίτλο του άλμπουμ The Stone Is Not Hit By The Sun, Nor Carved With a Knife, ο οποίος προέρχεται από μια πέτρινη επιγραφή σε έναν ισλανδικό τάφο. Στη συνέχεια ανακαλύπτεις ότι υπάρχουν μόνο τρία κομμάτια, και είναι από τις στιγμές που ξέρεις ήδη ότι θα τελειώσει και θα θέλεις κι άλλο, έστω λίγο ακόμη. Παρ’όλα αυτά πρόκειται για τρία τεράστια -από κάθε άποψη- κομμάτια με πυκνούς και προκλητικούς ήχους. Αμείλικτες υφές τις οποίες προσπαθείς να χτίσεις μέσα σε παγωμένα αισθήματα, χωρίς να χάσεις ούτε μια εικόνα ακόμη και από τις πιο δύσκολες στιγμές. Κάτι εξουθενωτικά όμορφο που σε τυλίγει και δεν θέλεις να το αποχωριστείς, γνωρίζοντας πως κάθε περιορισμός σε βυθίζει, αλλά όσα νιώθεις σε ξαναβγάζουν στην επιφάνεια.

 “The Stone”, άνοιγμα του άλμπουμ με έναν βαθύ και αργό παλμό που βρίσκει στόχο σε ότι σε πονάει. Ένας ρυθμός που κυλάει αργά μέσα σε ένα επιβλητικό αυλάκι για είκοσι δύο λεπτά. Σιγοβράζει μια ένταση που σε δένει σταθερά. Συνεχίζοντας με το “The Sun”, έχουμε μια βαθμιαία μετάβαση από μια καθαρότητα σε κάτι πιο στρεβλό. Οι υφές και οι ήχοι σε παρασύρουν σε ένα εκτεταμένο περιβαλλοντικό τμήμα, βάζοντάς σε να αποφύγεις κάθε σύνθλιψη. Κάτι λεπτό και όμορφο αιωρείται μέσα στο τελευταίο κομμάτι “A Knife”, σχεδόν υπνωτικό, που σηματοδοτεί μια πραγματική αντίθεση με τα δύο προηγούμενα κομμάτια. Σκέψεις που αποσιωπούν, για να μην απογοητεύσουν κάθε σκιά που θέλεις να επαναφέρεις στην αρχική μορφή.

 Παλεύοντας ανάμεσα σε δύο εαυτούς και σε κάθε δυσκολία, το repeat δεν είναι πάντα βοηθητικό για κάθε τελική απόφαση, αλλά σίγουρα είναι κάτι που δεν μπορείς και μάλλον δεν θέλεις να αποφύγεις…

Kat