Against The Silence VII

 

Υπήρξε μια εποχή που η τζίφρα κάτω δεξιά στην πίσω πλευρά του δίσκου ή cd υποδήλωνε το τι περίπου θα ακούσεις. Αυτό βέβαια ποτέ δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενες, αλλά το θέμα ήταν ότι σου μάθαινε τον τρόπο να ψάχνεις και ουσιαστικά να ακούς με ανοιχτόμυαλο τρόπο την μουσική. Αυτό συνέβαινε γιατί πολύ απλά όλο αυτό βασιζόταν στο ψάξιμο και την ακρόαση αυτών που κρύβονταν πίσω από τα εν λόγω label. Οι εποχές μπορεί να αλλάζουν με κεκτημένη ταχύτητα, αλλά ο τρόπος αυτός παραμένει ο ίδιος γιατί βασίζεται στην πρωτόλεια ανάγκη ενός ή μιας να μοιραστεί την μουσική που αγαπά. Αυτό πράττουμε από τότε που εμφανιστήκαμε ως ομάδα, αυτό πράττουν και τα ανεξάρτητα δισκογραφικά label, οπότε μια συλλογή που θα βασιζόταν στις δικές τους δυνάμεις ήταν μια φυσική έκβαση. Ευχαριστούμε θερμά τα συγκεκριμένα label που συνεισέφεραν στην ολοκλήρωση της αρχικής μας ιδέας και ελπίζουμε να συνεχίσουν το όμορφο ταξίδι τους που σε αυτό το σημείο μαζί μοιραζόμαστε!

There was a time when the signature down on the right at the back side of an album or cd would suggest about what you were about to listen to. That of course would never turn out to be exactly what you expected, but the thing was that it would show you how to browse and essentially listen to music in an open- minded way. That was the case simply because the whole thing was a function of browsing and listening to what was lying behind the labels in question. The seasons may well change at a fix speed, yet this way remains unchanged, for it is based on one’s vital need to share the music they love. This is what we’ ve been doing since we first emerged as a group, so do the independent record labels, thus a compilation based on their own forces was no more than a natural outcome. We cordially thank the labels which contributed to the fulfillment of our original concept and we hope that they will keep their beautiful trip at this point of which we have come to join!

 

01 The Prairie Lines – Sunset Scanners (Eilean Rec.)

02 Andrea Belfi – Vano (IIKKI)

03 Tatu Rönkkö – Olio (Sonic Pieces)

04 Thomey Bors – Haberia (Logarithm/previously unreleased)

05 Πέρα Στα Όρη – Το Ξινό Νερό (Numb Capsule Records/previously unreleased)

06 Nicolas Wiese – Expediency Atavism (Karlrecords)

07 A-Sun Amissa – The Black Path (Gizeh Records/previously unreleased)

08 Light Of The Morning Star – Nocta (Iron Bonehead)

09 Phantom Winter – Frostcoven (Golden Antenna)

 

 

artwork made by Phren Reaux
translation in English by Foteini Tsalouhou/Μετάφραση του κειμένου στα Αγγλικά από την Φωτεινή Τσαλούχου

Aidan Baker/Simon Goff/Thor Harris – Noplace (gizeh records)

Ένα σπίτι στο πουθενά, το artwork του Christopher Hefner και η μνήμη μου που με μεταφέρει πίσω στον χρόνο. Κοιτάζω το εξώφυλλο του Noplace και θυμάμαι την ταινία Up (2009) των θαυματοποιών της Pixar. Βάζω το album να παίξει. Το σχεδόν μινιμαλιστικό και απελπιστικά μελαγχολικό μπάσιμο θα με οδηγήσει σχεδόν υπνωτικά μέχρι το τέλος. Θέλω να αποφύγω οτιδήποτε μπορεί να με πάει έστω κι ένα βήμα πιο κάτω από ό,τι βρίσκομαι. Κι όμως το ακούω εκστασιασμένη σαν να ήρθε για να με λυτρώσει. Δεν θα το αποφύγω. Δεν μπορώ. Επτά συνθέσεις που εισχωρούν βαθιά μέσα σε εκείνους μόνο που ανοίγονται και προσφέρονται χωρίς υπολογισμούς και όρους. Aidan Baker (Nadja / Caudal / B/B/S/), Simon Goff (Molecular, Bee & Flower) και Thor Harris (Swans, Shearwater, Thor & Friends) οι υπαίτιοι όλου αυτού του ποικιλόμορφου, αλλά λιτού και απέριττου δημιουργήματος.

Η ένωση του ταλέντου τους και η πνευματικές τους ανησυχίες τούς έφεραν στα Redrum Studios στο Βερολίνο, και η συνεργασία αλλά και η φιλία πολλών χρόνων βγήκε σε ένα άλμπουμ. Λίγες ώρες αυτοσχεδιασμών μόνο και το Noplace βρήκε τόπο να σταθεί. Στις τελευταίες ανάσες μια εποικοδομητικής μουσικής χρονιάς αντιλαμβάνεται κάποιος πως ποτέ ο χρόνος δεν είναι αρκετός να αναδείξει τα καλά κρυμμένα καλλιτεχνικά μουσικά διαμάντια. Πόσα να αντιληφθείς, πόσα να εντοπίσεις και να ακούσεις; Πώς να προλάβεις να αξιολογήσεις το όμορφο, το ιδιαίτερο; Στις σχετικότητες, λοιπόν, θα τοποθετήσω ψηλά τα περίεργα, τα πειραματικά τα ιδιόμορφα, τα μελαγχολικά ίσως. Τη μονοτονία του μετρονόμου, την απλότητα των μουσικών οργάνων σε εγκεφαλικές συνθέσεις. Το Noplace δεν είναι για σένα που κοιτάς τη ζωή όπως τη θες. Είναι για σένα που τη σέρνεις με όλο της το βάρος. Για σένα που σκάβεις βαθιά για ανάσες απελευθέρωσης.

Κάτω από τους ρυθμούς του Thor Harris θα βρεις το δικό σου tempo για να αντέξεις. Οι κιθάρες του Aidan Baker σού δίνουν το έναυσμα της αντοχής εκεί που το βιολί του Simon Goff παίζει με τις εμμονές σου, τα βάρη σου, τον άπατο και σύνθετο ψυχισμό σου. Το NoPlace είναι ένα πρωτοποριακό μελωδικό αλλά και ψυχεδελικό ταξίδι. Μπορεί να είναι και μια εσωτερική κάθαρση. Το άμεσο avant/krautrock feeling του σου δίνει την άδεια να φύγεις μακριά. Είσαι ελεύθερ@ να ταξιδέψεις εκεί που μόνο εσύ μπορείς να πας. Σου δίνει στην αφετηρία του 45 λεπτά πραγματικού χρόνου, από κει και πέρα είναι θέμα δικό σου πόσο μακριά θες να πας, αν θα σταθείς κάπου ή θα γυρίσεις πίσω. Ένα υπέροχο αυτοσχέδιο μουσικό ταξίδι χωρίς υπερβολές.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Aidan Baker & Karen Willems – Nonland (gizeh)

 Κανονικά ο Μη Τόπος υπονοεί ένα ουσιαστικά νεκρό μέρος. Τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει εκεί, καθώς οι ζωές κυλάνε χωρίς νόημα, πέρα αυτού της επιβίωσης. Η μέρα με το ανούσιο φως της σε τυφλώνει στα μάτια ώστε να μη δεις πόσο απότομα διολισθαίνει η νύχτα. Στο τέλος παρακολουθείς την κάθε στιγμή να αργοπεθαίνει στο βάθος χωρίς να περιμένεις κάτι.

 Εκεί ακριβώς είναι που εμφανίζεται κάτι από το μηδέν, που τελικά ποτέ δεν είναι εντελώς μηδέν. Γιατί τελικά ο Μη Τόπος εμπεριέχει τις αρνήσεις του προς αυτό. Μια γλώσσα λανθάνουσα υποβόσκει στα στενά του και μια απόφαση παραμονεύει. Αυτή είναι που θα ορίσει την αλλαγή και το προχώρημα προς τα εμπρός, προς ένα άγνωστο παντελώς άγνωστο.

 Ο δεύτερος ορχηστρικός δίσκος των Aidan Baker (Nadja, BBS κ.α.) και Karen Willems (Inwolves) κουβαλά τον χαρακτήρα της avant garde φιλοσοφίας, δηλαδή μιας εμπροσθοφυλακής που θέτει το μυαλό και τις αισθήσεις σε κίνηση. Αν περιμένετε κάτι το καθιερωμένο από το συγκεκριμένο ντουέτο πλανιέστε οικτρά. Όλα είναι σαν να μπαίνουν σε νέα ροή, χωρίς να ’ναι γνωστή από τα πριν η κατάληξη, όπως ακριβώς δίνει το σύνθημα η μουσική βροχή που ξεκινά τον δίσκο, η οποία ποτέ δεν ξεσπά σε μπόρα. Οι κινήσεις στην αρχή, εξάλλου, πρέπει να είναι μυστικές.

 Οι δύο μουσικοί συνθέτουν αυτοσχεδιαστικά ιδιαίτερους χρωματισμούς, που ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στο ολοκληρωτικό χάσιμο και την απλή, σχεδόν παιδική, μελωδικότητα. Ούτε χαλαρωτικό ούτε ταξιδιάρικο μπορεί να χαρακτηριστεί το Nonland, παρά μόνο αρκούντως πρωτοποριακό και εγκεφαλικό. Βασικά, είναι σαν οι ρόλοι των δύο μουσικών να περιπλέκονται συνειδητά και η κιθάρα σε πολλά σημεία να αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος, ενώ τα κρουστά ένα ιδιότυπο μελωδικό χτίσιμο της κάθε σύνθεσης.

 Η ελευθερία που χαρακτηρίζει τις κινήσεις τους είναι σχεδόν ευρηματική και με εξαίρεση το “Intro (Digging)”, που τραβά πολύ για intro, όλα τα κομμάτια έχουν κάτι το περίεργα όμορφο να αποτυπώσουν. Η ελευθερία, όμως, ειδικά σε συνθήκες διαβίωσης Μη Τόπου, θέλει και τόλμη. Το Nonland για αυτό τον λόγο διαθέτει μπόλικη από δαύτη.

Μπάμπης Κολτράνης

 Nonland” is implied to be a dead place, dominated by meaningless lives and pure survival. A place where you are getting blinded by the empty light of the day, not to realise how quickly the night has fallen. Where you end up watching every moment die in the background without having any further expectations.

It is where you get the illusion that something appears out of the blue, which in reality in not just happening out of luck, as “Nonland” is not a great believer of it. An underlying language and a decision roam around the alleys of “Nonland” ready to initiate the change and the move towards a completely unknown direction.

The second album of Aidan Baker (Nadja, BBS etc) and Karren Willems (Inwolves) carries the character of the “avant garde” philosophy, a lead activating the mind and putting the senses into motion. You shouldn’t been expecting something simple by this duet. It seems like everything is getting into a new direction, not fully disclosed before the ending, mirrored in the music “rain” in the beginning of the album, which never turns into a storm. Nevertheless, all the moves should be mystical.

The two musicians compose, by improvising, unique colours dangerously balancing between the complete “getting lost” feeling and an almost childhood melody. This album cannot be characterised neither as relaxing nor as tripping, but only as innovative and mind challenging. It feels like the roles of these two musicians are deliberately mixed and that the guitar is responsible for the rhythmic parts, leaving to the drums an untypical way of building a melodical composition.

An innovative freedom characterises their movements and makes all of their songs to have something interesting to express. The only exception would be the “Intro (Digging)” which is a bit extensive. This kind of existing freedom of the album requires a nerve, which is something that “Nonland” definitely has plenty of.

 

Translation by Lena Katsifou  

 

Nadja – The Stone Is Not Hit By The Sun, Nor Carved With A Knife (gizeh records)

nadja.gzh70.againstthesilence

 Επιστροφή με ένα από τα δυνατότερα τους άλμπουμ κάνουν οι Aidan Baker και Leah Buckareff, το γνωστό δίδυμο ως Nadja. Με χαρά η Gizeh Rec., ανακοινώνει την απελευθέρωση του δίσκου στις 4 Νοέμβριου. Κάθε λεπτομέρεια είναι καλοσχεδιασμένη. Ξεκινώντας από το εξώφυλλο, που σε προδιαθέτει να το χαζέψεις λίγο παραπάνω από ότι κάνεις συνήθως, σίγουρα θα αναρωτηθείς για τον -όχι και τόσο μικρό- τίτλο του άλμπουμ The Stone Is Not Hit By The Sun, Nor Carved With a Knife, ο οποίος προέρχεται από μια πέτρινη επιγραφή σε έναν ισλανδικό τάφο. Στη συνέχεια ανακαλύπτεις ότι υπάρχουν μόνο τρία κομμάτια, και είναι από τις στιγμές που ξέρεις ήδη ότι θα τελειώσει και θα θέλεις κι άλλο, έστω λίγο ακόμη. Παρ’όλα αυτά πρόκειται για τρία τεράστια -από κάθε άποψη- κομμάτια με πυκνούς και προκλητικούς ήχους. Αμείλικτες υφές τις οποίες προσπαθείς να χτίσεις μέσα σε παγωμένα αισθήματα, χωρίς να χάσεις ούτε μια εικόνα ακόμη και από τις πιο δύσκολες στιγμές. Κάτι εξουθενωτικά όμορφο που σε τυλίγει και δεν θέλεις να το αποχωριστείς, γνωρίζοντας πως κάθε περιορισμός σε βυθίζει, αλλά όσα νιώθεις σε ξαναβγάζουν στην επιφάνεια.

 “The Stone”, άνοιγμα του άλμπουμ με έναν βαθύ και αργό παλμό που βρίσκει στόχο σε ότι σε πονάει. Ένας ρυθμός που κυλάει αργά μέσα σε ένα επιβλητικό αυλάκι για είκοσι δύο λεπτά. Σιγοβράζει μια ένταση που σε δένει σταθερά. Συνεχίζοντας με το “The Sun”, έχουμε μια βαθμιαία μετάβαση από μια καθαρότητα σε κάτι πιο στρεβλό. Οι υφές και οι ήχοι σε παρασύρουν σε ένα εκτεταμένο περιβαλλοντικό τμήμα, βάζοντάς σε να αποφύγεις κάθε σύνθλιψη. Κάτι λεπτό και όμορφο αιωρείται μέσα στο τελευταίο κομμάτι “A Knife”, σχεδόν υπνωτικό, που σηματοδοτεί μια πραγματική αντίθεση με τα δύο προηγούμενα κομμάτια. Σκέψεις που αποσιωπούν, για να μην απογοητεύσουν κάθε σκιά που θέλεις να επαναφέρεις στην αρχική μορφή.

 Παλεύοντας ανάμεσα σε δύο εαυτούς και σε κάθε δυσκολία, το repeat δεν είναι πάντα βοηθητικό για κάθε τελική απόφαση, αλλά σίγουρα είναι κάτι που δεν μπορείς και μάλλον δεν θέλεις να αποφύγεις…

Kat