Death And Vanilla – Are You A Dreamer? (Fire Records)

Μπορεί να ‘μαστε ενεργ@ οκτώ χρόνια και να προσπαθούμε να έχουμε ανοικτά τα ραντάρ μας προς πάσα κατεύθυνση, αλλά όλο και κάτι μας ξεφεύγει. Για την ακρίβεια, οι Σουηδοί D&V δεν μας ακούγονταν αδιάφοροι, μιας κι όλο και έβγαζαν φιλότιμες κυκλοφορίες, αλλά πάντα, κάπου, δεν έβρισκαν τον καίριο στόχο για την πρόκληση του απόλυτου ενδιαφέροντος. Αυτό έρχεται να αλλάξει με το νέο τους άλμπουμ και είναι έτσι, σαν να παίρνουν τη δική τους εκδίκηση!

Πιστοί στην πλούσια σουηδική παράδοση που θέλει οι εκεί μπάντες να αντιγράφουν, σε πρώτη φάση, αντίστοιχες (κυρίως) βρετανικές, οι D&V “πατάνε” πάνω στην παρακαταθήκη των Broadcast, αλλά εδώ και καιρό φαίνεται να απογαλακτίζονται από τη συγκεκριμένη επιρροή. Αυτό γίνεται αντιληπτό από το γεγονός ότι προσθέτουν ένα παραπάνω μυστήριο στον ήχο τους και στις ατμόσφαιρες που δένουν τις απλές μελωδίες τους, θυμίζοντας ηλιόλουστο τοπίο που κρύβει μικρούς φόνους! Κάθε σύνθεση εδώ, όσο λιτή κι αν ακούγεται, έχει κάτι το εμπνευσμένο που προκαλεί μια επιθυμία να ξανακούσεις όλο το άλμπουμ από την αρχή.

Το κρυφό χαρτί της μπάντας είναι ότι δεν ακούγεται ούτε σκοτεινή, ούτε χαρωπή, αλλά την ονειρική της διάσταση την κινεί προς μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συναισθηματικά αγεωγράφητα. Επίσης, παρ’ όλη την ξεκάθαρη ρετρό τεχνοτροπία, ακούγονται καθόλα φρέσκοι κι αυτό γιατί δουλεύουν αρκετά στο θέμα της παραγωγής και των ενορχηστρώσεων.

Τί γεύση, άλλωστε, έχει ένα όνειρο; Χαράς, λύπης, σύγχυσης, συγκρότησης, παλιού, νέου ή μήπως όλων αυτών μαζί; Κι αν αυτό ξεπερνά τα πλαίσια του ύπνου και διαχέεται στην ξύπνια καθημερινότητα μας; Κι όλο αυτό σε μορφή ενός χαμηλών τόνων σαραντάλεπτου άλμπουμ, αποδεικνύοντας εν τέλει, ότι η μπάντα έχει δίκιο που ρωτά, για να ζητήσει προφανώς τη συγκατάβαση μας… Are You A Dreamer? Η απάντηση δεν είναι δα δύσκολη να δοθεί!

Μπάμπης Κολτράνης

We may have been active for eight years trying to turn our radar to any direction but always something slips out of our observation. In fact, Swedish D&V never sounded indifferent to us, since they have been relentlessly releasing estimable records. However, they always missed the main vein to brisk the edge of our interest. Their new album puts an end to this in a way that feels retaliative!

Loyal to the rich Swedish tradition, which goes that local bands initially tend to copy corresponding British bands, D&V stand on the “Broadcast” deposition. Although, for a long time now, they seem to be weaned off this influence. This is perceived by the fact that they add an extra mystery to their sound and the atmosphere that bind their simple melodies, evoking sunny landscapes concealing petite bloodsheds. Each composition here, as smooth as it may sound, has something inspired that triggers you the will to listen to the whole record from scratch.

The band’s hidden asset is that it sounds neither dark nor joyful, but navigates its dream dimension through places that could be deemed as emotionally uncharted. Additionally, despite the all clear retro style, they always sound fresh and this is because they work hard on the subject of the production and the orchestration.

After all, what’s the taste of the dreams? Joy, grief, confusion, composure, old, new – or all of them together? And what if it goes beyond our sleep context and diffuses into our awake everyday life? And all of this in the form of a low-key forty-minute album, proving eventually that the band is righteously asking – to plead our affirmation… Are You A Dreamer? The answer is not difficult to give.

Μετάφραση: Θάνος Θ.

Mission Of Burma – Unsound (Fire rec)

 

Η καινούργια κυκλοφορία των M.O.B. (όνομα που πήραν από μία πινακίδα που είδαν στην Νέα Υόρκη και αναφερόταν σε μία χώρα της Ασίας που υπό σκληρό απολυταρχικό καθεστώς δέχτηκε αποστολές βοήθειας για την ανθρωπιστική κρίση) από τη Βοστώνη, αναδεικνύει την παράδοση της post punk ανησυχίας, ως σταθερή αξία μουσικής εξερεύνησης που συναντάει την αισθητική διαμόρφωση μέσα και από την ανάπτυξη των τεχνικών δυνατοτήτων και μέσων. Με την ιστορία τους (από το 1979 έως το 1983 και επανένωση από το 2002) μας δείχνουν τους τρόπους συνάντησης των punk επιρροών, τόσο με την art/progressive rock φόρμα, όσο και με τους πρόδρομους ήχους του punk (π.χ. The Stooges).

Ο πειραματισμός τους διαμορφώνεται κάτω από την ξεκάθαρη έμπνευση του John Cage και του Glenn Branca. Σε αυτό το σχήμα συναντήθηκε η κλασική αυτοσχεδιαστική μορφή με την ειρωνική ιδιοτροπία του καυστικού στίχου και την παραξενιά της μουσικής των Gang of Four, Pere Ubu και P.I.L..

Η «αρτίστικη ματιά» τους επηρέασε πολύ κόσμο, από τον Steve Albini ( Big Black, Rapeman, Shellac), μέχρι τους Sonic Youth, Nirvana, Pegboy κ.α. Χαρακτηριστικά έχουμε ακούσει τις διασκευές του “That’s When I Reach For My Revolver” από τους Moby και Graham Coxon (μεταξύ άλλων), καθώς και το ”Academy Fight Song” από τους R.E.M. και πιστεύουμε πως ο ιδιαίτερος κακόφωνος ήχος των M.O.B. ξεχωρίζει και στην τωρινή τους δουλειά.

Το Unsound μέσα στην αυθεντικότητα του οδηγεί το αντισυμβατικό ύφος, με ωριμότητα σε ένα αποτέλεσμα – αν μη τι άλλο – αξιοπρεπές για ένα γκρουπ της ηλικίας του.

Κομμάτια όπως τα ”Dust Devil”, ”Semi-Pseudo-Sort-of Plan” και ”Sectionals In Mourning” ακούγονται σαν κάλεσμα από υπόγεια που κρύβονται κάτω από την καταιγιστική ρουτίνα.

Άλλα τραγούδια όπως τα ”This Is Hi-fi”, ”Second Television” και ”Add In Unison”, ακούγονται σαν να απαριθμούν τον ρυθμό, την ένταση και την έκρηξη του ήχου της παράδοσης που ξεκίνησε από τους MC5 μέχρι και τους Bad Religion.

Τα ”Part the Sea”, ”7’s”, ”What they tell me” και το ”Opener” αποτυπώνονται στο μυαλό, αλλάζοντας την διαίσθηση και ανακινώντας την διάθεση…

Ακούγοντας τους σε αυτήν τη χρονική συγκυρία και μετά από πολύ καιρό, αποκτούμε μία ακαθόριστη εμπιστοσύνη σε επιλογές που «έχτισαν τις βάσεις» (ηχητικά, στιχουργικά, στάσης ζωής…) του indie μουσικού ιδιώματος.

Αποδεικνύεται λοιπόν πως μπορούν ακόμη να επηρεάσουν βάζοντας τις κατευθύνσεις που οδηγούν στην ανανέωση της μουσικής εμπειρίας.

 

 

NIKOPOL