EUS – Luminar (name your price/soft recordings)

Όπως έχει ήδη γραφτεί αρκετές φορές, η διαρκής αντιπαράθεση μεταξύ πειραματισμού και μουσικότητας κρίνεται εκ του αποτελέσματος: ο πειραματισμός έχει συχνά μια τάση να πιέζει τα όρια της ακρόασης, εις βάρος όμως του ακροατή – ενίοτε λειτουργώντας πατερναλιστικά απέναντι στον τελευταίο, θεωρώντας τον εκ προοιμίου σαν μουσικά «εφησυχασμένο» που πρέπει να αφυπνιστεί και να δει καθαρά την βολική του περιχαράκωση ∙ η μουσικότητα, από την άλλη μεριά, τείνει εξίσου λανθασμένα να αντιμετωπίζει το μουσικό αισθητήριο ως κάτι εκ προοιμίου οριοθετημένο και καθορισμένο, και να διαμορφώνεται στο εσωτερικό ενός πλαισίου που πάνω απ’ όλα δεν θα μπερδέψει, ούτε θα ταράξει τον ακροατή με τρόπο δραστικό – θα μπορούσαμε, κατ’ αυτό τον τρόπο, να πούμε ότι και η επιδίωξη της μουσικότητας λειτουργεί κι αυτή πατερναλιστικά, αλλά απ’ την ανάποδη.

Η επίτευξη της ισορροπίας, πέρα από δύσκολη, οφείλει να λαμβάνει υπόψη της και δύο ακόμη βασικούς παράγοντες. Πρώτον, ότι ο ακροατής (ως γενική μονάδα μέσου όρου) σπανίως έχει τον χρόνο – κατά συνέπεια, και την υπομονή – να εστιάσει στις προθέσεις και το ουσιαστικό σκεπτικό του πειραματισμού, οπότε δεν θα έχει απαραίτητα ενδοιασμούς να γειώσει το μουσικό προϊόν χωρίς πολλή-πολλή σκέψη. Δεύτερον, σε αντιδιαστολή με το πρώτο, δεν θα έχει επίσης ενδοιασμούς να γειώσει το μουσικό προϊόν εάν θεωρήσει ότι αυτό κινείται σε βολικά κι εύκολα – πεπατημένα μουσικά μονοπάτια που απλά αναπαράγουν (πατερναλιστικά) συνθετικά στερεότυπα (ακόμη κι αν αυτά εμπίπτουν στις κατηγορίες του «πειραματισμού»).

Το Luminar, η πρόσφατη δουλειά των (του) EUS, κινείται σε αυτή τη μεθοριακή ζώνη, έχοντας γνώθι σαυτόν και εφαρμόζοντας στην πράξη τις παραδοχές του, φέρνοντας στο νου τις εποχές όπου η σύνθεση της ηλεκτρονικής μουσικής είχε πάνω απ’ όλα τις αρετές των συνθέσεων μουσικής. Μολονότι φαίνονται να πατάνε σε κλασικές φόρμες, θυμίζοντας για παράδειγμα τις παλιές δουλειές του Βαγγέλη Παπαθανασίου σε διάφορα σημεία, τα δώδεκα κομμάτια του Luminar είναι μεν μελωδικά και ατμοσφαιρικά, αλλά με τρόπο που να πείθει τους ακροατές ότι αξίζει τον κόπο και τον χρόνο που θα αφιερώσουν προκειμένου να αφουγκραστούν τόσο τις μελωδίες, όσο και το υπόλοιπο ηχητικό σκηνικό επί του οποίου αναπτύσσονται – κι είναι ένα σκηνικό ιδιαίτερα πλούσιο, αλλά πάνω απ’ όλα ανθρώπινο στο άκουσμα. Κι είναι ανθρώπινο για τον λόγω του ότι μπορεί μεν να στήνεται σε μοτίβα και αρμονίες που φαινομενικά δεν ξενίζουν το αυτί, αλλά απαιτούν μια προσήλωση, απ’ τη μεριά του ακροατή, έτσι ώστε να φανερώσουν όλη την έκταση – και την δύναμη – των καθοριστικών λεπτομερειών τους, όπως συμβαίνει, λόγου χάρη, στα κομμάτια “Velo” και “Expectiva”, καθώς και στην ομώνυμη της δουλειάς και πολύ όμορφη τριλογία κομματιών “Luminar I, II, και ΙΙΙ”, αναδεικνύοντας την συνθετική εξυπνάδα και αρτιότητα των (του) EUS.

Ενέχει, σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί το Luminar ως απλοϊκό – ή ακόμη κι ως τυποποιημένο, κλισέ – εάν λάβουμε υπόψη τις πιο «δύσκολες» συνεργασίες των (του) EUS με άλλους καλλιτέχνες και άλλα σχήματα της ηλεκτροπειραματικής σκηνής, όπως για παράδειγμα την περσινή συνεργασία με τους Postdrome και Saåad στο Different Streams. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια απόσταση από τη νοοτροπία των κυκλοφοριών αυτών, αν και όχι τόσο μεγάλη, ειδικά όσον αφορά τα πρώτα κομμάτια της δουλειάς, χωρίς όμως αυτό να μειώνει, ούτε στο ελάχιστο, την αξία του Luminar – κι αυτό επειδή, όπως αναφέρθηκε πριν, το Luminar διέπεται από μελωδίες που έχουν γραφτεί για να λειτουργούν ανθρώπινα, και να αποτυπώνονται μέσω του ακούσματος με τρόπο που και να μην ζορίζει την υπομονή του ακροατή, αλλά και να τον παρακινεί να διακρίνει όλα τα αξιοθέατα (ή, καλύτερα, αξιοάκουστα) του ηχοτοπίου. Εν κατακλείδι, οι (ο) EUS έχουν κυκλοφορήσει μια δουλειά που και διέπεται από μουσικές αρετές, και είναι φιλική στο άκουσμα, και ταυτόχρονα δείχνει ξεκάθαρα ότι η «απλότητα», σε πρώτο επίπεδο, είναι το καλύτερο όχημα για να ακούσει προσεκτικά – και να αντιληφθεί τη σημασία τους – ο ακροατής τις πολυπλοκότητες που την συγκροτούν, και να βγει στο τέλος κερδισμένος απ’ αυτή την εμπειρία.

 

 

 

ΑΤΜ

EUS, Postdrome & Saåad – Different Streams (grains of sand records/soft recordings)

eus/saaad/postdrome.againstthesilence

 

Χάος, χαοτικός, χαώδης: αφήνοντας κατά μέρος τις αρνητικές συνδηλώσεις της λέξης και των παραγώγων της, οδηγούμαστε στην πρωταρχική έννοια: αυτή του κενού, άπειρου χώρου εντός του οποίου σημειώνονται συνεχείς και απρόβλεπτες μεταβολές. Η αστάθεια αυτή είναι που οδηγεί στην δημιουργία των πραγμάτων και των φαινομένων – σύμφωνα με τα πορίσματα της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Ο ορισμός αυτός είναι επαρκώς αφαιρετικός, πράγμα που με τη σειρά του προσφέρει πάρα πολλές δυνατότητες ερμηνείας, αλλά και αναπαράστασης.

Η αναπαράσταση, παρ’ όλα αυτά, έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του συμβολιστικού χαρακτήρα των επιμέρους στοιχείων της, προκειμένου, πάνω απ’ όλα, να μην καταφύγει στην κυριολεξία ενός προδιατυπωμένου και καθολικού ορισμού. Οι αφηρημένες έννοιες, εξάλλου, έχουν το προνόμιο της ανανοηματοδότησης τους, σε θετικά ή αρνητικά πλαίσια – με τον ίδιο τρόπο που το χάος κάποτε θεωρούνταν γενεσιουργός ουσία, ενώ τώρα θεωρείται συνώνυμο της – αρνητικού προσήμου – αστάθειας και σύγχυσης.

Η πρώτη εικόνα που μου ήρθε στο μυαλό ακούγοντας το Different Streams, προϊόν της συνεργασίας των EUS, Postdrome και Saaad, ήταν ενδεχομένως επηρεασμένη από τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας των πρόσφατων ετών: συλλογίστηκα έναν αχανή χώρο, χωρίς διακριτά όρια, ο οποίος σιγά-σιγά γεμίζει με διάφορους τρόπους. Όπως, για παράδειγμα, με ένα σμήνος μετεωριτών που, κινούμενο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, εμφανίζεται ξαφνικά και γεμίζει το πλάνο, για να εξαφανιστεί στις απροσδιόριστες και άπειρες εκτάσεις εκτός πλάνου σε ταχύτατο χρονικό διάστημα. Η ίδια αίσθηση παρέμεινε στο νου μου καθ’ όλη τη διάρκεια ακρόασης του Different Streams: μια άπειρη έκταση από την οποία διέρχονται σώματα, των οποίων η πορεία παράγει εκκωφαντικούς θορύβους, μόνο και μόνο για να ξεθωριάσει σταδιακά καθώς η πορεία τους – απροσδιόριστη – χάνεται από το πεδίο αντίληψης.

Σε γενικές γραμμές, η δουλειά των EUS, Postdrome & Saaad λύνει τα προβλήματα της αναπαράστασης, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί με αξιοπρόσεκτο τρόπο την μουσική της αφαιρετικότητα: το drone στοιχείο δημιουργεί μια στιβαρή μουσική βάση, ένα σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο χτίζονται οι υπόλοιποι ήχοι. Όλο το Different Streams είναι ένα παιχνίδι εντάσεων – ελλείψει βασικής μελωδικής γραμμής, αυτό είναι που συνιστά και την κίνηση των συνθέσεων. Η βάση εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, τα οποία έρχονται και παρέρχονται συνεχώς. Οι ήχοι δυναμώνουν σε ένταση και ξεθωριάζουν, για να αντικατασταθούν από άλλους ήχους – μια διαρκής πλήρωση του κενού από ήχους, που οδηγούνται σε σταδιακή σίγαση, για να τους διαδεχτούν άλλοι, νέοι ήχοι.

Ιδωμένο από αυτή την άποψη, ίσως το κεντρικό θέμα που πραγματεύεται το Different Streams, η συμβολικότητα του, εντέλει να μην είναι τόσο απομακρυσμένο από την αρχική υπόθεση περί χάους και δημιουργίας – μολονότι, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι οι ήχοι δεν υπόκεινται στους μηχανισμούς του τυχαίου, αλλά της προθετικότητας των τριών δημιουργών. Που με τη σειρά της, αναδεικνύει περίτρανα ότι η αναπαράσταση του αφηρημένου πάντα υπόκειται σε κάποιον αναπόφευκτο ντετερμινισμό. Η αναπαράσταση, εξάλλου, δομείται και διέπεται από τον ανθρώπινο παράγοντα και τα όρια του, πόσο μάλλον από τη στιγμή που οι EUS, Postdrome και Saaad προέρχονται από τελείως διαφορετικά μέρη του κόσμου, και πιθανότατα από διαφορετικό υπόβαθρο αντίληψης όσον αφορά τη σύνθεση – χωρίς όμως αυτό να δημιουργεί έλλειψη συνοχής ούτε όσον αφορά τα κομμάτια, ούτε όσον αφορά την συνολική παραγωγή της δουλειάς.

Θα μπορούσε κάποιος να τονίσει τον soundtrack-ικό χαρακτήρα του Different Streams, ή ακόμη και τις αναφορές στην κλασική περίοδο της ηλεκτρονικής μουσικής, που είναι διάσπαρτες στη δουλειά – μολονότι και οι δύο παρατηρήσεις, παρά το ποσοστό αλήθειας τους, δεν είναι παρά κοινοτοπίες. Μπορούμε όμως, απ’ την άλλη, όσον αφορά την ουσία της μουσικής, να τονίσουμε ότι παρά τις ηχητικές εντάσεις καθ’ όλη την εξέλιξη των εννιά κομματιών, παρά τα μηχανικά στοιχεία, το Different Streams δεν χαρακτηρίζεται ούτε από σκληρότητα, ούτε από ψυχρότητα. Οπότε, ο κάθε ακροατής έχει τη δυνατότητα να ανανοηματοδοτήσει τα κομμάτια με τον τρόπο που επιθυμεί ο ίδιος.

 

 

ΑΤΜ

Postdrome – Moon Zero – EUS – Mika Vainio & Joachim Nordwall

Postdrome – Where The King Will Land (name your price/BLWBCK)

postdrome.againstthesilence

Το να σε κάνει μια μουσική να επικεντρωθείς σε αυτήν παγώνοντας οτιδήποτε βρίσκεται στα περίχωρα της δεν είναι ένα αμελητέο γεγονός. Ο Βρετανός πειραματιστής με το όνομα Charlie Floyd, στο δεύτερο του δίσκο πετυχαίνει ξανά αυτό το περίεργο αίσθημα να σκέφτεσαι ακούγοντας το μόνο εικόνες πάνω σε αυτό. Σε διάφορα σημεία ακούγεται μάλιστα συναισθηματικός μέσα στα ηχητικά νεφελώματα που αραδιάζει στον χώρο. Πάντα οι ήχοι φαντάζουν υπόκωφοι, οι αναμνήσεις που εγκαλούν υπόγειες και η όλη αίσθηση διακριτικά παγιωμένη.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην πληθώρα στοιχείων που κάνουν την εμφάνιση τους συνθέτoντας αυτόν τον μυστήριο θόρυβο κάτι που κάνει το όλο άκουσμα να κλείνει χωρίς να έχει κουράσει καμία στιγμή. Λογικό πάντως μετά από τόσους τόνους κυκλοφοριών στο είδος αυτό, να χρειάζεται προσπάθεια να βρεθεί κάτι που ξεφεύγει από τα εσκαμμένα. Η συγκεκριμένη κυκλοφορία μπορεί να μην το κατακτά αυτό στο έπακρο, αλλά διαβάζοντας την πληροφορία πως ηχογραφήθηκε τον προηγούμενο χειμώνα, αισθάνεσαι αυτήν την γλυκιά πρωινή ψύχρα που σου οξύνει τον νου.

 

 

 

Moon Zero – Tombs Remixes (future sequence)

moon zero.againstthesilence.wordpress.com

Πέρα από τους μουσικούς που κινούνται κατά μόνας ή συναρθροίζονται με σκοπό να σαμποτάρουν την καθεστηκυία μουσική πραγματικότητα, υπάρχουν και τα ανεξάρτητα labels που προωθούν αυτού του είδους την περίεργη μουσική. Η Future Sequence είναι ταυτόχρονα περιοδικό, πόλος δημιουργίας συλλογών και βεβαίως έχει τον δικό της κατάλογο περιορισμένης κυκλοφορίας κασετών και όχι μόνο. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο υπάρχει μια ιδιαιτερότητα καθώς μια ομάδα ετερώνυμων πειραματιστών ρεμιξάρει συνθέσεις από το τελευταίο album του Moon Zero.

Μέσα λοιπόν από τα γνωστά θολά ηχοτόπια, ξεπροβάλλουν ντελικάτοι ρυθμοί και μελωδίες που σπάνε την drone κανονικότητα. Γίνεται μάλιστα με τέτοια επιτυχία το όλο εγχείρημα που αν και επαναλαμβάνονται remix πάνω σε δυο-τρεις συνθέσεις, καθόλου δεν υπάρχει το στοιχείο του dejavu. Οι μουσικές ιδέες γυρνάνε πίσω στον δέκτη ανανεωμένες και αυτ@ τις ωθεί ασυνείδητα στο μέσα μέρος του βλέμματος του, όπου τελικά καταλαμβάνουν εκεί τα αιώνια δευτερόλεπτα που τους ανήκουν.

 

 

EUS – Sol Levit (name your price/contradicta)

eus.solevit.againstthesilence

Ίσως να έχουμε συνηθίσει το συγκεκριμένο είδος να απηχεί βλέμματα που κοιτάνε χαμηλά ή απλά αόριστα κάπου, αλλά στο νέο του πόνημα ο Κοσταρικανός μουσικός μας καλεί σε μια κατά μια έννοια απογειωτική εμπειρία. Μαζί με τα υπαρξιακού τύπου ερωτήματα που συνοδεύουν την σχεδόν μιας ώρας διάρκειας κυκλοφορίας του, οι ατμόσφαιρες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμη και ουράνιες. Μελωδικές ευθυγραμμίσεις εξακοντίζονται στο υπερπέραν, μόνο που φαντάζει να ελλοχεύει κάτι το σκοτεινό που τεχνηέντως αποκρύβεται.

Είναι επίσης αυτή η συνεχής ροή μουσικής που δίνει ένα θεματικό χαρακτήρα στο album. Καμία παύση, κανένα περιττό στοιχείο δεν διακόπτει ότι μουσικά περιγράφεται με παραμορφωμένους αλλά τόσο εύστοχους ήχους. Από την άλλη βέβαια αυτή η γραμμικότητα δεν επιφυλάσσει καμία έκπληξη ή κάποιο σημείο όπου να προκαλείται μια ρήξη στο τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε μετά το όμορφο ep που έβγαλε πρόσφατα ο δημιουργός.

 

 

Mika Vainio & Joachim Nordwall – Monstrance (touch)

mikavainio.joachimnordwall.againstthesilence

Δεν γνωρίζω τι μπορεί να συμβαίνει στον εγκέφαλο του Mika αλλά αυτό που βγάζει στην εδώ συνάντηση του με τον ομογάλακτο πολυπράγμων Joachim μπορεί να χαρακτηριστεί μέχρι και επικίνδυνο. Βασικό συστατικό της δουλειάς που βγήκε από μια σειρά σύντομων αλλά έντονων τζαμαρισμάτων στο στούντιο των Einsturzende Neubauten στο Βερολίνο, είναι η μεταλλικότητα στον ήχο. Ένα ογκώδες και αιχμηρό άκουσμα που απομυζά την ζωτικότητα της ατμόσφαιρας και αφήνει μια στάμπα ηχητικής σκουριάς.

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και post-industrial αυτό που ακούγεται, αν και δεν δίνεται τόση σημασία στον ρυθμό αλλά στις δυναμικές των ηχητικών συγκρούσεων που παράγουν οι δυο μουσικοί. Μέχρι και αρρωστημένα κιθαριστικά σόλο ακούγονται σε ορισμένα μέρη που όμως έρχονται να κολλήσουν στο όλο ηχητικό τσάκισμα. Μετά ακριβώς το τελευταίο του αξιολογότατο δίσκο, ο Φινλανδός επιτίθεται στις αισθήσεις από μια άλλη κατεύθυνση, πιο αυτοσχεδιαστική και αφαιρετική με τα ίδια όμως επιτυχή αποτελέσματα. Το οξύμωρο βέβαια είναι πως αυτή η μουσική απειλή ηχογραφήθηκε το καλοκαίρι του 2010, οπότε μένουμε με την απορία τι άραγε να κρύβει αυτή η αντίθεση των ήχων με το εξωτερικό περιβάλλον που εκείνη την εποχή τους έζωνε τελικά χωρίς επιτυχία.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης