Pianos Become The Teeth – Wait For Love (epitaph)

Την εποχή που όλα έχουν παιχτεί στην κιθαριστική μουσική είναι σίγουρα πανδύσκολο μια μπάντα του χώρου αυτού να εκφράσει το νέο. Οι Βορειοαμερικάνοι PBTT το καταφέρνουν όμως. Δεν είναι ότι ως μπάντα παίζουν κάτι το πρωτότυπο, αλλά κάθε τους νότα εκτινάσσει αχαρτογράφητα συναισθήματα. Είναι η μαγική στιγμή που η μουσική απηχεί την αλήθεια, της μπάντας και στη συνέχεια τη δική σου. Απόδειξη δεν είναι μόνο το ήδη κατατεθειμένο υλικό της μπάντας, αλλά και ο τρόπος που αυτό αποτυπώνεται μετά το πέρας πολλών ακροάσεων. Ξέρετε πολλές indie/punk/emo μπάντες που οι δίσκοι τους θεριεύουν μέσα σου με το πέρασμα του χρόνου; Εγώ όχι.

Οπότε το να ασχοληθούμε με το νέο άλμπουμ τους δεν είναι κάτι το εύκολο, καθώς στη γωνία περιμένει η ποιοτική ωρίμανσή του ως άκουσμα. Παραπέμποντας στην κριτική μου στο προηγούμενό τους άλμπουμ όπου έπεσα στην παγίδα της γρήγορης αποτίμησής του υποτιμώντας τον, θα απεικόνιζα σχηματικά την πορεία τους μέχρι και το Wait For Love ως εξής. Αρχικά, έχουμε στο πρωτόλειο έργο τους τη φόρα προς μια κατάδυση προς το άγνωστο, έπειτα στο Lack Long After το άλμα στο κενό μέχρι και την επαφή με το ψυχρό νερό με όλα τα ρίσκα του, τη βύθιση στο Keep You σε έναν αγνώριστο κόσμο όπου η ανάσα δυσκολεύεται, αλλά οι σκέψεις και τα συναισθήματα περισσεύουν και η κατάληξη στο τώρα, με τη λυτρωτική και αναζωογονητική ανάδυση από τη θάλασσα. Το ερώτημα είναι αν όντως ο τέταρτός τους δίσκος συμπληρώνει πιστά το παραπάνω σχήμα.

Καλές οι μονολεκτικές απαντήσεις, αλλά όχι για μουσικοκριτικές. Ακούγοντας το Wait For Love, πιστοποιείται για άλλη μια φορά η ποιότητα αυτής της μπάντας. Μιλάμε ξεκάθαρα για άλλο ένα συνεκτικό άλμπουμ που δύσκολα εντοπίζονται σε αυτό μέτριες στιγμές και εύκολα μεταδίδεται το τρυφερό συναίσθημα της έντασης που θέλει να βγάλει. Υπάρχει μάλιστα μια νοητή γραμμή που το συνδέει με τον προκάτοχό του ώστε η μετάβαση να είναι ήπια. Αυτή συμπυκνώνεται στο “Dancing”, που κυκλοφόρησε ενδιάμεσα των δύο δίσκων και συμβολίζει μια πιο upbeat έκδοση του Keep You, η οποία κάνει μπαμ στα τρία πρώτα τραγούδια του δίσκου αυτού.

Στη συνέχεια όμως κάτι συμβαίνει και η αρχική ορμή του δίσκου κατευνάζεται. Κάπου νομίζεις ότι λείπουν εκείνες οι εναλλαγές ή και οι στιγμές που απογείωναν τις συνθέσεις τους, κάπου οι κιθάρες σαν να παίζουν σαν ήρεμα πιάνο, χωρίς πάλι να μιλάμε βέβαια για κάτι πρόχειρο ή κακογραμμένο. Απλώς μου φαίνεται ότι είναι σαν να παίζουν στα σίγουρα, γνωρίζοντας ότι, με εφόδιο την πειστική ερμηνεία των βιωματικών στίχων του τραγουδιστή, τη συνοδεία του αδίστακτου (με την καλή έννοια) ντράμερ και την υψηλή πιστότητα όλης της μπάντας, μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Ευτυχώς, το καλύτερο το αφήνουν για το τέλος με τα “Manila” και “Love On Repeat” (τι βίντεο κι αυτό) να αποτελούν τις κορυφαίες συνθέσεις του δίσκου και να εμπεριέχουν τις εκρήξεις που μας έχει καλομάθει η μπάντα. Το “Blue” που κλείνει τον δίσκο απλώς επαναφέρει την αίσθηση ότι η σκιά του Keep You παραμένει μεγαλύτερη από ό,τι θα έπρεπε.

Έχοντας στον νου τον ρου της ιστορίας των σχημάτων που άφησαν το underground για να πάνε στην epitaph με αποτέλεσμα να γνωρίσουν μεν επιτυχία, αλλά να χάσουν την αρχική τους φλόγα, ομολογώ ότι οι PBTT παραμένουν μέχρι και σήμερα η γλυκιά εξαίρεση στον κανόνα. Υπήρξε σαφώς μια ισχυρή μετάλλαξη στον ήχο τους, αλλά ο πήχης παραμένει ψηλά. Το δόντια ακόμη δεν έχουν ξαναγίνει πιάνα. Μήπως όμως ο χρόνος και σε αυτό το δισκογραφικό τους βήμα δεν έχει πει την τελευταία λέξη; Είτε για καλό, είτε για κακό.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Touché Amoré – Stage Four (epitaph)

Touché Amoré - Stage Four.againstthesilence.com

 Κάθε απώλεια είναι δύσκολη. Δύσκολη έως τρομακτική. Νέα δεδομένα που σίγουρα δεν μπορείς να επεξεργαστείς νηφάλι@, θλίψη, πόνος, ετεροχρονισμένα συναισθήματα χωρίς καμία λογική. Όνειρα πραγματοποιήσιμα ή μη, αμαυρώνονται από τη μια στιγμή στην άλλη με μια ξαφνική (ή και όχι) απώλεια.

I haven’t found the courage to listen to your last message to me”

 Stage Four ο τίτλος του νέου δίσκου των Touché Amoré. Μια δουλειά γεμάτη ψυχή, εκρήξεις συναισθημάτων και αποδοχής κάθε δύσκολης κατάστασης. Ένα άλμπουμ βασισμένο στον θάνατο της μητέρας του Jeremy Bolm. Δώδεκα κομμάτια “ποίησης” της hardcore σκηνής.

 Άνοιγμα με μια βαθιά συγνώμη “Flowers and You”, συγνώμη για τον πόνο και τις δύσκολες και αμήχανες στιγμές που δεν ξέρεις τι πρέπει να πεις βλέποντας κάτι να μαραίνεται. Τα κομμάτια κυλούν καταστροφικά ώσπου ξεκινάει το “Eight Seconds”. Ένα μοιρολόι που αιμορραγεί πάνω σε λόγια τα οποία ξεδιπλώνουν την ιστορία της νύχτας του τέλους. Κάθε πραγματικότητα είναι σκληρή, κάπου εκεί συναντάς τον εαυτό σου να διασχίζει τους δρόμους χωρίς κανέναν προορισμό, καμία σκέψη, μόνο βάρος, μόνο φόβος για το μετά. Και το τελευταίο τηλεφώνημα φτάνει, με το “Palm Dreams”. Δεν ξέρεις αν θέλεις να απαντήσεις ή όχι, σίγουρα ξέρεις ότι θέλεις να ακούσεις αυτή τη φωνή η οποία έχει χαραχτεί μέσα σου, την έχεις στην καθημερινότητά σου, αλλά πλέον φοβάσαι για αυτό που θα ακούσεις. Είναι αγαπητή αλλά και ψυχοφθόρα. Επανέρχεσαι όμως σταδιακά και απαιτείς θάρρος από τον εαυτό σου για κάθε προσπάθεια, ακόμη και επώδυνη . Όλα αυτά τα συναισθήματα πάνε κι έρχονται καθ’ όλη τη διάρκεια, μέχρι που φτάνεις στο τελευταίο κομμάτι, πριν καν το καταλάβεις. “Skyscraper”, μια επιτακτική και μεγαλοπρεπή φυγή. Φυγή από το ίδιο σου το μυαλό. Κάτι που δεν μπορεί παρά να σβήσει τα πάντα. Μια ηρεμία που δεν είναι εσωτερική, αλλά πρέπει να γίνει. Σε όλο αυτό το βαρύ συναίσθημα συμμετάσχει φωνητική η Julien Baker.

 Και τα λόγια σταματούν, και η μουσική τελειώνει.. Επικρατεί απόλυτη ησυχία με μια συγκεκριμένη εικόνα καρφωμένη στο μυαλό. Η εικόνα του τέλους, ένα τέλος που σίγουρα δεν κρύβει μια νέα αρχή, απλά και μόνο ένα ασήκωτο τέλος.

Like a wave, like the rapture, something you love is gone”.

Kat

Saosin – Along The Shadow (epitaph)

saosin-along-the-shadow.againstthesilence

Η εποχή του ξεκινήματος της παντοκρατορίας του Διαδικτύου όσον αφορά την προώθηση μιας μπάντας διέθετε τη δικιά της αθωότητα. Αρκετή ώστε να κάνει σχήματα όπως οι Saosin με ένα μόνο EP στο Myspace να κάνουν πάταγο, αλλά όχι όμως τόση ώστε να τους κρατήσει μακριά από τις πολυεθνικές και το παιχνίδι της εμπορικής επιτυχίας. Η ιστορία έγραψε πως ο τραγουδιστής Anthony Green για προσωπικούς και ιδεολογικούς λόγους εγκατέλειψε την μπάντα, ένας νεαρός με την ίδια περίπου φωνή τον αντικατέστησε (ο Cove Reber) , μια ορισμένη εμπορική επιτυχία κατακτήθηκε και ένας κύκλος πριν λίγα χρόνια έκλεισε, εν είδει ανασυγκρότησης. Μετά από αρκετά λοιπόν χρόνια επανέρχονται με έναν εκκωφαντικό τρόπο στο προσκήνιο, μιας και μετά από κάποια λίγα κοντσέρτα επαναπροσέγγισης της μπάντας με τον Anthony, το Along The Shadow έχει στα credits περίπου την ορίτζιναλ σύνθεση των Saosin!

Είναι λοιπόν αυτός ένας reunion δίσκος; Κάθετα όχι, ασχέτως αν εναρμονίζεται με το κλίμα των επανασυνδέσεων αρκετών σχημάτων από την emo/post-hardcore σκηνή των προηγούμενων δεκαετιών. Το υλικό εδώ γραφόταν όλα αυτά τα χρόνια και κατά ένα μαγικό τρόπο είναι σαν τα μέλη της μπάντας να μην έφυγαν ποτέ από τη φυσική τους θέση στο σχήμα. Εκτελεστικά για να τα πάρουμε από την αρχή, η μπάντα και ειδικά ο ντράμερ κάνουν τα απίστευτα για να στηρίξουν τις πλούσιες μελωδικές ιδέες τους χωρίς να επιδεικνύουν την τεχνική τους κατάρτιση. Αυτό δημιουργεί ένα μουσικό σθένος στο όλο αποτέλεσμα το οποίο σου παίρνει το σκαλπ από τη στιγμή που θα μπεις στο κλίμα. Βεβαίως εδώ υπάρχει ένας αστερίσκος σημαντικός, μιας και αυτήν τη μουσική με τον σκληρό ήχο που έχει hc καταβολές και τις μελωδίες οι οποίες υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να ντύσουν δακρύβρεχτες ακουστικές μπαλάντες, είτε τη λατρεύεις, είτε τη μισείς. Αν ανήκεις στην πρώτη ομάδα το Along The Shadow είναι ένας δίσκος που αν έβγαινε πριν δεκαπέντε χρόνια, θα προκαλούσε λιποθυμίες και την ίδια στιγμή ακούγεται απολύτως σύγχρονος και κοφτερός συνάμα.

Προσωπικά δεν θα ήθελα να ήμουν οι φωνητικές χορδές του Anthony σε κομμάτια όπως το “Drinking From The Fountain”, το ένα από τα δυο πανέμορφα μπόνους κομμάτια του άλμπουμ, όπου τραβάνε τα πάνδεινα πληρώνοντας το τίμημα να βγάζουν αυτή την ψιλή και δυνατή χροιά με ερμηνείες που ξεπερνάνε ακόμη και την πρώτη εποχή των Circa Survive. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι σε λίγες μόνο στιγμές οι συνθέσεις εδώ θυμίζουν την μπάντα που καθιέρωσε τη χαρακτηριστική αυτή φωνή του Anthony. Το βασικό προσόν του δίσκου πέρα από όλα τα προαναφερθέντα είναι το ίδιο το υλικό των συνθέσεων. Άκρως δουλεμένο, αλλά και παρορμητικά χυμώδες, άκρως μελωδικό σε βαθμό εθισμού και πραγματικά βαρύ με την έννοια ότι δεν κάνει να ξενίζουν τα stagediving που δίνουν και παίρνουν στις τελευταίες συναυλίες της μπάντας. Θα έλεγα ότι το υλικό προξενεί ένα μικρό σοκ στην πρώτη επαφή λόγω του ντεζαβού που γεννά σε περίπτωση που αυτός ο ήχος καταδυνάστευε τις ακροάσεις σας στις αρχές των 00’s. Ένα σοκ που παραπέμπει σε κάθε επιστροφή στο παρελθόν και τη συναισθηματική αύρα που το συνοδεύει με βάση κιόλας τις πρόσφατες συνεντεύξεις των μελών της μπάντας οι οποίες αναφέρονται στην “επανασύνδεση” τους.

Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησα να βρω ένα ψεγάδι στο Along The Shadow και πέρα από τα στεγανά του ήχου, που τηρεί και τον εμπορικό ήχο του σε ορισμένα σημεία, αυτό που μου έμεινε είναι ένας πηγαίος ενθουσιασμός ακούγοντάς τον. Καθόλου τυχαία οι πολυάριθμ@ φίλ@ της μπάντας δείχνουν να συμφωνούν με το παραπάνω συμπέρασμα. Οπότε τέλος καλό, ή μάλλον καλύτερα νέα αρχή καλή, όλα καλά.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Refused – Freedom (epitaph)

Refused.againstthesilence.com

 

Την στιγμή που όλα στον σύγχρονο κόσμο είναι απομαγικοποιημένα εν τη γενέσει τους (βλ. αγία κατανάλωση), υπάρχουν ακόμη εκείνες οι ιστορίες που εμπίπτουν στην κατηγορία του rock ‘n roll μύθου. Πως αλλιώς θα χαρακτηρίζαμε την πορεία μιας νεανικής hardcore μπάντας που ξεκίνησε από την τοπική σκηνή μιας επαρχιακής σουηδικής πόλης και έφτασε να κάνει πλάκα στους κάθε λογής Guns ‘n Roses στα μεγάλα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, αναδεικνυόμενη ως η κορυφαία live μπάντα των τελευταίων χρόνων; Όλα όμως τα παραμύθια έχουν κι ένα τέλος και ο νέος δίσκος τους μπορεί να ειπωθεί πως είναι η ταφόπλακα όχι της μπάντας αλλά της μυθικής της υπόστασης.

Ταφόπλακα κυριολεκτικά για την μπάντα ήταν το The Shape Of Punk To Come. Χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τους πρώτους δύο αξιόλογους τους δίσκους, αυτό το τρίτο τους άλμπουμ ήταν ένα θεόρατο και τολμηρό βήμα προς τα μπροστά για όλη την σύγχρονη σκληρή μουσική, από μια μπάντα που ήξερε για τα καλά πως ήταν αυτό το κύκνειο της άσμα, ήδη από τις απαρχές της δημιουργίας του. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία, όπως λένε, αλλά δυστυχώς η σκιά του συγκεκριμένου δίσκου δεν γίνεται να μην πέφτει βαριά πάνω στο νέο τους πόνημα. Αν και ο κανόνας λέει πως μια δισκογραφική επιστροφή μετά από πολλά (δεκαεφτά εδώ) χρόνια φέρει τα χαρακτηριστικά της αστοχίας, εντούτοις η ριζοσπαστική φύση της συγκεκριμένης μπάντας γεννά αξιώσεις για κάτι που να ξεπερνά την μουσική ως ένα αγχολυτικό μέσο εκτόνωσης και μόνο.

Σε έναν δίσκο, όλα όσα έχουν γίνει στο background του έχουν σημασία. Δεν θα τον επηρέαζε η φυγή του ενός κιθαρίστα τους, η επιλογή ενός διάσημου παραγωγού της pop μουσικής και η όλη υπερπροβολή του ονόματος τους τα τελευταία χρόνια; Σαφώς και ναι, αλλά μη ξεχνάμε πως πέρα από τον κατάλογο των αρχικών προβληματισμών, στο τέλος της ακρόασης, της μέρας και της ιστορίας μένει η ίδια η καλλιτεχνική αξία του δίσκου. Μπαίνοντας λοιπόν στα του δίσκου, παρατηρούμε πως υπάρχουν από την μια διάφορες δυνατές συνθέσεις οι οποίες θυμίζουν ελαφρώς τα παλιά τους κομμάτια και από την άλλη κομμάτια που είναι σαν μην τα έγραψαν οι ίδιοι. Το χάσμα μεταξύ των δύο αυτών πλευρών δεν γεφυρώνεται σε κανένα σημείο του δίσκου. Σε γενικές γραμμές κυριαρχούν οι απλουστευμένες συνθέσεις με μια υψηλή τεχνική κατάρτιση, όπου τα μόνα εμφατικά στοιχεία είναι η ορμητική φωνή και τα ακόμη πιο ορμητικά ντραμς. Αρκούν αυτά για να κρατήσουν έναν ολόκληρο δίσκο; Όχι και τελικά τα μισά κομμάτια εδώ μπορούν να χαρακτηριστούν αρκούντως μέτρια για να σημαδέψουν αρνητικά έναν όχι και τόσο ,θεωρητικά, μέτριο δίσκο όπως το Freedom. Που όμως βρίσκονται οι ευφάνταστες μελωδικές αλλαγές πέρα από το “366” που θυμίζει σκανδαλωδώς το “The Shape Of Punk To Come” στο πρώτο μισό του; Που βρίσκονται οι εύφλεκτοι στίχοι που μπορούσαν να αποτελούν συνθήματα γραμμένα στον τοίχο και την ίδια στιγμή να βαθαίνουν σε κάποιο βαθμό θυμίζοντας Καταστασιακούς; Σχεδόν απουσιάζουν και στην θέση τους έχουμε πολιτικούς φαντεζί στίχους που θα έκαναν τον Bono να τους ζηλέψει αν ήταν γραμμένος σε κάποια συνιστώσα κοινοβουλευτικής αριστεράς.

Ομολογώ πως ενώ η καρδιά ποθούσε να βγάλουν κάτι το αξιόλογο, το μυαλό είχε σχεδόν σίγουρο το που θα κυμαινόταν το Freedom. Ο φόβος και το δέος της ίδιας της μπάντας να αντικρίσει κατάματα την βαρύνουσα σημασία του The Shape Of Punk To Come, πέρα από την τέλεια συναυλιακή του απόδοση δημιουργεί στον ακροατή το εξής ερώτημα: πως μετά από αυτήν την ακρόαση θα βάλει να παίξει το δικαίως συγκινησιακά φορτισμένο The Shape…; Είναι σαν το παραμύθι να έλαβε τέλος με την μπάντα να μην παίζει πλέον σε υπόγεια, αλλά μπροστά σε χιλιάδες κόσμου με έναν κρυφά εμπορικό δίσκο(κουπλέ-ρεφρέν, σουξέ, εκρήξεις) παραμάσχαλα. Ο μάγος θα δώσει τις τελευταίες του παραστάσεις, όλ@ θα περάσουν ωραία και κανείς δεν θα κάνει πως είδε την αποκάλυψη των τρικ του.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Pianos Become The Teeth – Keep You (epitaph)

pianosbecomethetteth.againstthesilence

Οι PBTT είναι από τις μπάντες που δεν χρειάζονται πολλά για να σε κερδίσουν ολοκληρωτικά, αν αρέσκεσαι στον συνδυασμό σκληρού ήχου και έντονης μελωδικότητας. Ένα κομμάτι αρκούσε και στην περίπτωση του γράφοντα (βλ. “I’ Be Damned”) για να τους ανακαλύψει και να πέσει πάνω στον ογκόλιθο με το όνομα The Lack Long After. Καθόλου τυχαία, αρκετός κόσμος εκτίμησε δεόντως τότε το 2011 τον πλούτο, την δύναμη και το βάθος των συνθέσεων τους. Πέρασαν τρία χρόνια όμως και τα δεδομένα έχουν αλλάξει άρδην.

Αρχικά μετακόμισαν από την ανεξάρτητη Topshelf στην “ανεξάρτητη” Epitaph, η οποία πέρα από το αλλοπρόσαλλο ρόστερ της, διαθέτει και ένα κακό ιστορικό όσον αφορά πετυχημένες ποιοτικά μπάντες που δέχθηκε στους κόλπους της, λειαίνοντας τον ήχο τους (βλ. Hot Water Music, New Bomb Turks) και σε μερικές περιπτώσεις διαλύοντας τες (βλ. Thursday). Στην συνέχεια δήλωσαν, μετά και το “Hiding” που ήταν στο split εδώ και έδειχνε προς τα που θα κινούνταν στο μέλλον, πως δεν θα χρησιμοποιούν πλέον σκληρά φωνητικά. Σίγουρα δεν είναι οι πρώτοι που ηρεμούν στην πορεία των χρόνων τον ήχο τους και για να είμαστε ακριβείς οι μόνοι που έχουν ακολουθήσει αντίθετη κατεύθυνση στο πιο βαρύ είναι οι… Pantera. Το θέμα όμως είναι πως πέρα από το σήμα κατατεθέν του ήχου τους που τους έκανε να θεωρούνται ακόμη και screamo μπάντα, αλλάζει πλέον και όλη η φύση της μουσικής τους.

Σίγουρα είναι ένα τολμηρό βήμα να αποκοπούν σε τέτοιο βαθμό από το σύντομο παρελθόν τους. Ο στόχος τους είναι να βγάλουν έναν χαμηλότονο και συνάμα έντονο δίσκο, μόνο που το να αποφύγουν μια γενικότερη υποτονικότητα αποδεικνύεται μια ιδιαιτέρως δύσκολη αποστολή. Καθώς το στοιχείο της έκπληξης λείπει, με τις αλλαγές στην ροή ενός κομματιού ή τις εκρήξεις της φωνής που σε έπιαναν από τον λαιμό να απουσιάζουν παντελώς, περιμένεις κάτι άλλο να πάρει την θέση του. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια υπόγεια ένταση και εγκεφαλικότητα που θα ενέπνεαν οι νέες συνθέσεις, κάτι όμως που δεν συμβαίνει στο γενικότερο πνεύμα του δίσκου. Ακόμη και οι όμορφες στιγμές του όπως τα “Ripple Water Shine”, “Repine”, “Enamor Me” και “The Queen”, απλά πιστοποιούν την ποιότητα της ίδιας της μπάντας, χωρίς όμως να επιβάλλουν ένα νέο βάθος.

Ευτυχώς πάντως δεν καταλήγουν να ακούγονται ως άλλη μια εμπορική emo μπάντα του σωρού. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν θα μπορούσαν να πάρουν παράδειγμα τους Elliott και τους The Appleseed Cast, οι οποίοι ηρεμώντας τον ήχο τους, πειραματίστηκαν σε πρωτόγνωρο για αυτούς βαθμό. Αυτό το σφίξιμο λοιπόν κρατά το Keep You από τους ώμους. Έτσι η ημερολογιακού χαρακτήρα παράθεση σκέψεων του τραγουδιστή στο πρoηγούμενο album, μεταβάλλεται σε μια στερεοτυπική ανάπτυξη προσωπικών θεμάτων, που ωθούνται να μπουν πλέον για πρώτη φορά σε κουπλέ, ρεφρέν και γέφυρες, στην ροή κάθε σύνθεσης. Εκεί μάλιστα που περιμένεις μια κάποιου είδους κορύφωση στο τέλος, έρχεται το “Say Nothing” για να σβήσει αναιμικά μετά το πέρας των επτά λεπτών που διαρκεί.

Όπως δείχνει και το εξώφυλλο, η φωτιά των δύο προηγ(ού)μενων τους δίσκων οφείλει να σβηστεί. Μόνο που το αποτέλεσμα αφήνει ανάμεικτα αισθήματα και το θαυμαστικό που συνόδευε το όνομα της μπάντας μέχρι χτες, πλέον γίνεται ερωτηματικό για τι μπορούμε να περιμένουμε από αυτήν αύριο.

 


 

Μπάμπης Κολτράνης