Ende

Τον τελευταίο καιρό βλέπω συνέχεια το ίδιο όνειρο. Πάει κάπως έτσι…

Είναι βράδυ, όχι τόσο αργά για νύστα, ούτε τόσο νωρίς για να θέλω να μείνω μέσα. Περπατάω σε μια πόλη που είναι πιο φωτισμένη την νύχτα, παρά την ημέρα. Με έχουν προσκαλέσει κάπου που δεν έχω ξαναπάει. Φτάνοντας είναι σαν να έχω ξαναπεράσει από εδώ. Η παρέα με βοηθά να νιώσω οικεία.

Μπαίνουμε μέσα και η κάπνα με ζαλίζει. Τα χρώματα έχουν ατονήσει στον τοίχο και η ηλικία του μέρους έχει παραιτηθεί από το να απαντά πόσο είναι. Μια μπάντα παίζει blues που κι αυτά έχουν χάσει το μπλε τους. Είναι τόσο φάλτσα που μου θυμίζει τον προσχολικό εαυτό μου όταν μιμούμουν τον Νταλάρα και τους Αφροαμερικανούς τραγουδιστές, ευτυχώς όχι ταυτόχρονα. Προσπαθώ να μην ακούω τι παίζει και πάμε με την παρέα σε μια γωνιά με τα σώματα των άλλων για ασπίδα ηχομόνωσης. Όλοι αξύριστοι και όλες ζαλισμένες. Όσο ψύχρα κάνει έξω, τόσο σκάμε μέσα. Νιώθω σαν να μην μπορώ να βγάλω τα χειμωνιάτικα που φοράω. Τους αρέσω τόσο που δεν μπορούν να με αποχωριστούν. Κάποια στιγμή τα καταφέρνω και άνετος μπαίνω στην κουβέντα. Οι ερωτήσεις κινούνται γύρω από τα βασικά, σαν να ξεχνάμε την γλώσσα που μιλάμε. Πόσες λέξεις μας έμειναν ακόμη;

Καλύτερα να σωπάσω. Προσέχω το σοβά πάνω μου. Μου απαντά «Όχι άλλα blues». Δεν του δίνω σημασία, αν και θα έπρεπε καθώς η μουσική όσο πάει και χειροτερεύει. Το ανθρώπινο τείχος που με προστάτευε από αυτήν τώρα με έχει παγιδεύσει. Η παρέα πάντως θυμίζει τα ανέκδοτα του στυλ «Ένας Έλληνα, ένας Ιταλός, ένας Γάλλος…». Απλώς δεν βλέπουμε πουθενά τους ιθαγενείς που θα μας βράσουν ζωντανούς. Κάποιος, για να σπάσει ο πάγος, με ρωτά αν είμαι Ισπανός. Yo soy griego του απαντάω και του φαίνεται σαν να τον έβρισα. Θα φταίει η μπύρα μάλλον. Με όλα αυτά, η ώρα περνά, τα γέλια με στριμώχνουν και παίζει να έχω καπνίσει ένα πακέτο σέρτικα και παθητικά τσιγάρα. Πως είναι άραγε να μην μπορείς να ανασάνεις καθαρό αέρα σε μια πόλη που το 1/3 της έκτασης της είναι πάρκα και ποτάμια;

Μα δεν σταματά ποτέ αυτή η μπάντα;! Τι τους κάναμε; Απλώς ήρθαμε απρόσκλητοι, στην αρχή αμήχανοι, νομίζοντας πως το πάρτι κάποια στιγμή θα σταματούσε. Αμ δε. Ακόμη και αν όλα γκρεμιζόντουσαν με μιας, θα έμεναν τα επίπεδα χαμόγελα, το επίπεδο κέφι, η επίπεδη γοητεία για να συνεχίζει το πάρτι με αμείωτη ένταση. Παιδιά, συνεχίστε εσείς, απλώς εγώ κουράστηκα και έχω και μια μανία να ξυπνάω νωρίς.

Ανοίγω την πόρτα με το θολωμένο τζάμι, αργεί να ξημερώσει, αλλά ο δρόμος του γυρισμού δεν είναι τελικά τόσο μακρύς όσο λένε.

Μπάμπης Κολτράνης

Σαράντα λεπτά ποδήλατο για την δουλειά

Με το πρωινό ξύπνημα να με εξαϋλώνει και την ανυπέρβλητη δυσκολία μου να αντέξω βραδινή δουλειά, έχω το ποδηλατικό σαραντάλεπτο αντί ενός ήρεμου καφέ για να ξεκινήσει η μέρα ευχάριστα. Τυχαίες μελέτες, επαναληπτικότητα συγκεκριμένων σκηνών και απομνημόνευση εκτάκτων γεγονότων με οδήγησαν στο συμπέρασμα πως αυτά τα 40 λεπτά μπορούν άνετα να χωριστούν σε τέσσερις διαφορετικές φάσεις διάρκειας δέκα λεπτών η καθεμία.

1η φάση

Αφού έχω ντυθεί βιαστικά και μερικές φορές ακατάλληλα όχι μόνο σύμφωνα με το τι προστάζει η μόδα, αλλά ακόμη και για τον καιρό που θα συναντήσω έξω και έχω τσεκάρει δυο φορές την πόρτα του σπιτιού αν έκλεισε καλά (μια συνήθεια που μου κόλλησε εδώ στην Γερμανία), αρπάζω το ποδήλατο με τις πρώτες σκέψεις να σημαδεύουν το κενό. Μπορεί να ακούγεται επικίνδυνο, αλλά στατιστικές μελέτες έχουν δείξει πως όταν δεν σκέφτεσαι τίποτα κάνοντας κάτι, δεν υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας. Στην περίπτωση μου, όντως μια αντιστροφή του “Οδηγώ και σε σκέφτομαι” σε “Οδηγώ και δεν σκέφτομαι” δεν μπορεί να ενέχει τον παραμικρό κίνδυνο. Γιατί άλλωστε κιόλας.

2η φάση

Εδώ ξεκινούν τα δύσκολα. Ο οργανισμός αρχίζει να εκλιπαρεί έναν άγνωστο θεό για μια δόση καφεΐνης, όλα τριγύρω ξεθολώνουν και το πρώτο άγχος της ημέρας κάνει την πανηγυρική εμφάνιση του. Τυχαίνει μάλιστα στο Βερολίνο να συναντάς αρκετά ρολόγια στον δρόμο σου, τα οποία κατά ένα διαβολικό τρόπο δείχνουν σωστά την ώρα και ακολούθως καταδεικνύουν το γεγονός πως θα ψιλοαργήσω στην δουλειά. Όπως φαίνεται, υπάρχουν και άλλ@ που έχουν ξεκινήσει την ίδια ώρα για να πάνε εκεί που έχουν να πάνε, οπότε και δικαιολογείται η καθόλου τυχαία συνάντηση πολλών νεύρων στο οδόστρωμα. Ναι, είναι το πιο επικίνδυνο δεκάλεπτο αυτό. Εκεί που ξυπνάω δηλαδή αναγκαστικά βρισκόμενος εν κινήσει, τυχαίνει να με σταματήσουν για έλεγχο μπάτσοι, εγώ να προσπαθώ να το παίξω τουρίστας (πριν δύο χρόνια έπιανε, τώρα πλέον όχι) και αυτοί να με πιέζουν λέγοντας πως αφού είμαι στην Γερμανία, είμαι υποχρεωμένος να (τους) μιλώ γερμανικά. Το τέλος αποδείχθηκε αίσιο καθώς η σκηνή έκλεισε με μια πατρική συμβουλή και ένα σχεδόν ασήμαντο χαρτί ως προειδοποίηση για να φτιάξω το μπροστινό μου φως! Κάθε φινάλε κατά βάθος είναι αίσιο.

3η φάση

Ακόμη όμως έχουμε δρόμο. Τώρα τα πάντα γύρω μου είναι πεντακάθαρα. Οι κίνδυνοι έχουν προσπεραστεί, όπως τα αυτοκίνητα που σπανίως μποτιλιαρίζονται δίπλα μου. Μπορώ μάλιστα να χαζεύω τις αφίσες, τις διαφημίσεις και τις φωτογραφίες που στην πιο αληθινά κεφάτη έκδοση τους, διαθέτουν μια επίπεδη γραμμή στα χείλη τους. Διαβάτες περιμένουν υπομονετικά το φανάρι, ποδηλάτες δεν επιδεικνύουν κανένα είδος επιθετικής συμπεριφοράς και όλα φαντάζουν όμορφα μέχρι να πέσω στην πρώτη λακουβίτσα και να μου φύγει η αλυσίδα του ποδηλάτου. Οκ, θα αργήσω σήμερα. Ας το πάρω απόφαση και ας σκεφτώ άλλα πράγματα όπως μουσικές, ιδέες, κείμενα, φίλ@ς…

4η φάση

…κουβέντες που δεν έγιναν ποτέ, λόγια μου που σίγουρα δεν θα ακουστούν από κανέναν, σαν τα φανάρια που δεν πρόλαβα το πρασινοπορτοκαλί και έπεσα πάνω στο νεκρό κόκκινο. Πλησιάζω και είναι σαν να είχα ξεχαστεί ως προς το που πήγαινα και κυρίως για ποιον ακριβώς λόγο. Ένα αόρατο πρέπει με καθόρισε, όπως δισεκατομύρρια άλλ@ς πάνω σε μια Γη που δεν κουράζεται και αυτή να ποδηλατεί πάνω σε δυο αόρατες ρόδες. Ότι σκέφτηκα σε αυτά τα 40 λεπτά εξαφανίζεται για να δώσει την σκυτάλη σε μια λευκή στολή που δεν είναι ακριβώς και του μέγεθους μου. Τουλάχιστον δεν είμαι ένας αλκοολικός γιατρός ή ένας σαδιστής κρεoπώλης. Κάτι είναι κι αυτό. Το τι βέβαια είμαι θα το αναζητήσω ξανά στο επόμενο ποδηλατικό σαραντάλεπτο.

 

Μπάμπης Κολτράνης