One Step From The Edge – Mother Of Millions – Chronoboros

One Step From The Edge – Beneath The Surface (self-released)

Αξίζουν συγχαρητήρια στους Γιαννιώτες OSFTE και μόνο για το γεγονός ότι μας παραδίδουν το ντεμπούτο τους μόλις ένα χρόνο από τη δημιουργία τους. Από την πρώτη ακρόαση του Beneath The Surface καταλαβαίνει κανείς ότι η μπάντα δεν έχει βιαστεί αλλά ότι έχει χρησιμοποιήσει εποικοδομητικά την ορμή της για τη συγκρότηση μιας δυναμικής και συγκεκριμένης μεταλλικής πρότασης. Από το εξώφυλλο ακόμα – παραπέμποντας σε 90’s Dark Tranquility και Darkane – υπάρχει η υπόσχεση ενός κάποιου είδους μοντέρνου thrashy metal. Η υπόσχεση τηρείται.

Η αισθητική των Nevermore και η πιο γκρουβάτη πλευρά του thrash είναι τα βασικά στοιχεία που διαμορφώνουν το στιλ τους, επιπλέον όμως η προσεκτική ακρόαση των κομματιών μπορεί να αποκαλύψει διάφορες επιρροές, ακόμα κι εκτός metal. Στο ρυθμικό της κομμάτι η μπάντα σχεδόν αριστεύει. Εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα σε επιθετικότητα, τεχνικότητα και γκρούβα, διάσπαρτες ριφάρες και λιωμένο rhythm section πείθουν ότι η μπάντα έχει μελετήσει εκτεταμένα το παρελθόν και το παρόν του επιθετικού ήχου. Ο Αλέξης Σερέτης και τα πολλαπλά του φωνητικά χτίζουν υφολογικά layers, μελωδικά- ακραία- επικίζοντα. Η πρόθεση είναι αγνή, η εκτέλεση όμως δεν είναι ισοδύναμη. Προσωπικά νιώθω ότι τα extreme μέρη πείθουν περισσότερο από κάποια άλλα που συνορεύουν με το power. Νομίζω ότι αν εστιάσουν στην ακραία τους πλευρά κι απομονώσουν ή ελέγξουν τα πιο μελωδικά τους μέρη οι OSFTE θα καταθέσουν ακόμα αρτιότερα πράγματα στο μέλλον. Συνολικά ως ντεμπούτο κρίνεται ως πολύ αξιόλογο κι ιδιαιτέρως ελπιδοφόρο, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι σωστή διαχείριση κι ελαφρύς εκλεκτικισμός. Αν σου αρέσει thrash και τα ξαδέρφια του, τσέκαρέ το οπωσδήποτε. Συμβουλή: Μελλοντικά ας μη γυαλίσουν υπερβολικά τον ήχο τους. Εδώ το in your face attitude συνυπάρχει με μια ανεπαίσθητη underground φρεσκάδα που κάνει καλό στα πνευμόνια μας.

 

 

Mother of Millions – Sigma (ViciSolum Productions)

Όπως μυστηριωδώς συμβαίνει κάποιες φορές, είχα επενδύσει στους Mother of Millions πριν καν ακούσω νότα από αυτούς. Έκανα την πρώτη απόσβεση με το Human του 2014, με το νέο τους άλμπουμ όμως είμαι ήδη προκλητικά κερδισμένος. Σε μια χρονιά που το ελληνικό prog έκανε υπερβάσεις, το Sigma στέκεται στην ίδια κορυφή με το Hegaiamas των Need.

Μοντέρνο prog rock/metal λοιπόν που εστιάζει στην ατμοσφαιρικότητα και στο επιδιωκόμενο συναίσθημα με σοφιστικέ αέρα και όχι με τεχνοκρατική λογική. Για την ακρίβεια, οι MoM ανήκουν στο κλειστό club των πραγματικά καλών γκρουπ που γνωρίζουν ότι η ουσία βρίσκεται στο ότι γράφουν τραγούδια με την αληθινή έννοια του όρου. Τα όμορφα παιξίματα όλων των παιχτών υπάρχουν εκεί μόνο για να υπηρετήσουν τις συνθέσεις. Στο κέντρο στέκεται ολόλαμπρη η εκπληκτική φωνή του Γιώργου Προκοπίου, οι καλοδουλεμένες μελωδικές γραμμές του οποίου διαμορφώνουν και το κυρίαρχο στίγμα της μουσικής τους. Η παραγωγή δεν βαραίνει, αλλά δίνει χώρο στα όργανα και κάθε τι που ακούγεται είναι απλώς ακόμα ένα χρώμα στην παλέτα. Η αφηγηματικότητα, η θεατρικότητα, πού και πού η επιθετικότητα αλλά και ethnic φωτοσκιάσεις επιστρατεύονται σε σοφές δόσεις μόνο και μόνο για να αναδείξουν όλες τις πτυχές της μουσικής τους. Εξαιρετικό άλμπουμ από μια μπάντα που αξίζει κάθε δευτερόλεπτο του χρόνου σου και δεν μπορώ παρά να μοιραστώ την υποψία μου ότι το επόμενό τους άλμπουμ θα είναι σχεδόν αριστούργημα. Οι MoM ήρθαν για να μείνουν, τα υπόλοιπα είναι στο χέρι σου.

 

 

Chronoboros – No Dirt Or Silver Will Have Us Sated (self-released)

Πέρσι τέτοιες μέρες ήταν το Education των Ruined Families. Τη θέση του για το παράξενο ’17 παίρνουν οι Chronoboros και το No Dirt Or Silver Will Have Us Sated, ο νέος δυναμίτης της ελληνικής σκηνής που θα βάλει φωτιά στις νύχτες σου και θα στοιχειώσει τα underground όνειρά σου. Κι αν τίτλος-εξώφυλλο μύριζαν από μακριά Neurosis, πέσαμε λίγο έξω. Η γεύση είναι πιο τραχιά και πιο πικάντικη.

Hardcore ναι, αλλά τι hardcore; Με punk και sludge πινελιές ολούθε. Με δυσαρμονίες στο φουλ από μια μπάντα που μοιάζει να λοξοκοιτά την πειραματική σκηνή της Νορβηγίας. Με αλλόκοτα περάσματα με καθαρά φωνητικά και παράξενες κιθαριστικές μελωδίες. Με σπαστικά mathcore μετρήματα. Με ένταση που χτίζεται πραγματικά απροσδόκητα κι όχι με post-ιλίκια. Με τρίλεπτες συνθέσεις που κρύβουν γνήσια περιπέτεια που δεν βρίσκεις σε 70λεπτα άλμπουμ. Και όλα αυτά ενώ το υλικό τους μοιάζει να σέβεται απολύτως τις καταστατικές αρχές του hardcore ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει καλά τι συνέβη στον χώρο της ακραίας μουσικής κατά την προηγούμενη δεκαετία. Αν η μουσική των περισσότερων γκρουπ σχηματίζει γραμμές ή κύκλους, οι Chronoboros κατασκευάζουν ασύμμετρα πολύγωνα. Το καλύτερο; Όλα αυτά μπουκάρουν στα ευτυχισμένα αυτιά σου, ενώ νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε πρόβα τους. Ιδιοφυές. Ίσως ο καλύτερος υπόγειος δίσκος που άκουσα φέτος, το No Dirt… είναι ο φαινομενικά αλητάμπουρας που δύσκολα θα τα βγάλεις πέρα μαζί του αν ανοίξετε συζήτηση.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed/Aluk Todolo, Chronoboros Live

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed live at Temple 11.11.17

Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα θα έβγαζε αρκετό κόσμο από τη δύσκολη θέση να βρει το κουράγιο να ξεκινήσει μόν@ για μια συναυλία, έχοντας ήδη εισπράξει τις αρνήσεις φίλων να τ@ν ακολουθήσουν. Γιατί τελικά το χάσμα μεταξύ βαρεμάρας του να βρίσκεσαι μόν@ κάπου και απόλαυσης του να βρίσκεσαι στο ίδιο κάπου δεν είναι τόσο απροσπέλαστο όσο το νομίζουμε.

Ένα απτό παράδειγμα ήταν η συναυλία των εγκαινίων του Temple το Σάββατο που μας πέρασε. Αρχικά τα τρία ονόματα που την απάρτιζαν είχαν μια ρητή σχέση μεταξύ τους σε επίπεδο σχέσεων και φυσικά όσον αφορά την ίδια τη μουσική. Στο συγκεκριμένο μέρος, το να ανοίξει η συναυλία με κάποιον με μια κιθάρα, ένα “τα ’χω με τον εαυτό μου” ύφος και μια στρωτή φωνή δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος κιθαρίστας του King Dude, ο The Dark Red Seed ντε, ορθώς σκέφτηκε ότι, αφού θα τον δούμε και μετά με το εν λόγω σχήμα, δεν χρειάζεται ολομόναχος πάνω από μισή ώρα.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι Skull & Dawn αποτέλεσαν κατ’ εμέ το κλου της βραδιάς. Για μια ώρα κυριάρχησε στο σετ τους μια εορταστική διάθεση με αυτό το dark folk, americana, desert, κάτι που έχει ιδιαίτερη απήχηση στα μέρη μας. Ειδικά δε στη διασκευή τους στο “Papa Won’t Leave You, Henry” του γνωστού από την Αυστραλία, η νύχτα ήρθε και τους έδωσε το χέρι τιμητικά. Μόνη μου ένσταση στο καθ’ όλα άρτιο πρόγραμμά τους είναι ότι το συγκεκριμένο παλαιομοδίτικο στιλ μουσικής απαιτεί το ανάλογο κατανυκτικό και, θα έλεγα, ερωτικό ύφος, το οποίο οι συγκεκριμένοι συνειδητά φαντάζομαι είχαν αμελήσει. Δηλαδή θα μπορούσε σε στιγμές να υπερέχει μια ενδοσκοπική ματιά στο υλικό τους, αντί της πάρτι διάθεσης, υποκειμενικά μιλώντας.

Ο King Dude τώρα, παίρνοντας τη σκυτάλη από το τελευταίο κομμάτι των S&D που αφορούσε τον ίδιο, έπαιξε όπως περίπου τον περίμενα. Υπήρξαν κάποιες εξάρσεις, οι οποίες λόγω και της δεμένης μπάντας σε έβαζαν στο κόλπο, αλλά δυστυχώς το υλικό του σε γενικές γραμμές δεν σε κράταγε συνεχώς σε εγρήγορση. Ομολογώ πάντως ότι, αν και το στιλ “Michael Gira στο μικρόφωνο/σκοτεινό rock ‘n roll γύρω γύρω” δεν ακούγεται ως και το πιο πολλά υποσχόμενο, εντούτοις ήταν η όλη βραδιά που έδινε μια ευχαρίστηση του να μην είσαι κλεισμένος μέσα, αλλά να είσαι εκεί όπου διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά. Οπότε, γυρίζοντας πίσω σκέφτηκα ότι… Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα…

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aluk Todolo, Chronoboros live at Temple 12.11.17

Ίσως να παραείναι “βολικό”, αλλά ήμουν πάντοτε από τους ανθρώπους που όταν περνούν καλά σε μια συναυλία και τύχει κατά τη διάρκειά της να δουν την αφίσα μίας επερχόμενης, σχεδόν αυτόματα θέλουν να ’ναι παρόντες και σε αυτή. Λειτουργούμε με προϊδεασμούς παρά με παρορμήσεις, θα έλεγε κανείς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κατά τη δεύτερη μέρα του Fraternity of Sound έπεσε το μάτι μου πάνω στην αφίσα για τη συναυλία των Aluk Todolo με (τότε) opening act τους Omega Monolith, ήξερα ότι πρέπει να βρεθώ στο Temple, Κυριακή (αουτς), από τις 8.

Και βρέθηκα. Στο ενδιάμεσο οι Omega Monolith είχαν αντικατασταθεί από τους Chronoboros, το πρόγραμμα των οποίων και πετσοκόπηκε στο μισάωρο σχεδόν λόγω τεχνικού προβλήματος, που δεν μας επέτρεψε να μπούμε στον χώρο στην καθορισμένη ώρα.

Αμέσως ο κοκκινόμαυρος χωροχρόνος του Temple γέμισε με τους επιθετικότατους ήχους των ντραμς, που κατακερμάτισαν την παρουσία της κιθάρας και του μπάσου. Οφείλω σε αυτό το σημείο να ομολογήσω ότι δεν έχω καταφέρει μέχρι και σήμερα να εκτιμήσω τα φωνητικά που συναντώνται στο hardcore και προτίμησα να κρατήσω στον νου μου τις πιο sludge και τις ακόμα σπανιότερες μελωδικές στιγμές των Chronoboros.

Αν κάτι, πάντως, έκανε κατανοητή τη συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, ήταν η αδιαμφισβήτη επικυριαρχία των ντραμερ στον ήχο, αλλά και τη σκηνική παρουσία.

Μες στο μισάωρο που περιμέναμε καρτερικά την εμφάνιση των Aluk Todolo, με τα αυτιά μας να βουίζουν, τα μάτια μας άρχισαν να σκανάρουν τον χώρο για να σταθούν στην πανέμορφη εικόνα που προσφέρει ο γυάλινος “θόλος” του Temple. Και ενώ είχαμε αρχίσει να βυθιζόμαστε, τα φώτα κλείνουν και μένει μόνο μια λάμπα κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή να φωτίζει τον χώρο και το σήμα των Aluk Todolo να το συντροφεύει συμμετρικά.

Ώσπου η μελωδία εξερράγη στον εγκέφαλό μας. Θα περίμενε κανείς να είναι κάπως “διαδικαστικό” το να έχεις μπροστά σου μια μπάντα να παίζει τα κομμάτια ενός συγκεκριμένου άλμπουμ της, αλλά η εμπειρία μάς έκανε να νιώσουμε τόσα πολύ περισσότερα από αυτό.

Η απίστευτη σκηνική παρουσία του ντραμερ, Αntoine Ηadjioannou (τι λέγαμε;), με την πιο αλλόκοσμη έκφραση που έχω αντικρίσει ποτέ, σε συνδυασμό με την απαραίτητη θεατρικότητα του κιθαρίστα, Shantidas Riedacker, και τη σχεδόν διασκεδαστική διακριτικότητα του μπασίστα, Matthieu Canaguie, έκαναν το Occult Rock να δίνει ήχο στο ίδιο το κόνσεπτ της μυσταγωγίας.

Μόνο έτσι μπορώ να το αποδώσω, μόνο έτσι εγγράφηκε στο μυαλό μου το χάος που ξέρασαν με τόση μαεστρία στα κύτταρά μας. Come back, anytime.

 

Victoria L.