Kreidler – Dollkraut – Caudal

Kreidler – European Song (bureau b)

Πώς να ’ναι άραγε για μια μπάντα να σβήνει ένα υλικό πριν την επίσημη κυκλοφορία του για να ξαναγράψει νέο; Συνήθως η ματαιοδοξία των καλλιτεχνών στέκεται εμπόδιο σε τέτοιου είδους αυτοκτονικά βήματα, παρεκτός κι αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Εδώ, στην περίπτωση των Αμβουργιανών Kreidler οι λόγοι κρίθηκαν αρκούντως καίριοι για να προχωρήσουν στην προαναφερθείσα κίνηση και να βγάλουν άμεσα το European Song. Νιώθοντας απαυδισμένοι με το ρατσιστικό και ακροδεξιό πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη αυτόν τον καιρό, ένιωσαν ότι ο δίσκος που μόλις είχαν ηχογραφήσει ακουγόταν παράταιρος και προχώρησαν στη συγγραφή νέου υλικού. Ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη που ο συγκεκριμένος δίσκος ακούγεται δύσθυμος με τα υπόγεια μουντά μοτίβα του και τους αυστηρούς, σχεδόν techno, ρυθμούς του. Χωρίς να ξεφεύγει από τον ήχο που έχουν χτίσει εδώ και χρόνια ο οποίος ισορροπεί μεταξύ kraut και electronica, μια δόση παραπάνω άγχους εντοπίζεται στα νέα τους κομμάτια.

Η πολιτικότητα του δίσκου εντυπώνεται με διακριτικά χαρακτηριστικά μέσω των τίτλων των συνθέσεων και του εξώφυλλου, που παρουσιάζει ένα αυτοκίνητο ευρωπαϊκής (;) μάρκας ακινητοποιημένο κάτω από έναν βαρύ ουρανό στη μέση ενός βιομηχανικού τοπίου. Αυτή η διακριτικότητα τον κάνει όχι μόνο ενδιαφέροντα, αλλά και τον σώζει από τις παγίδες της γραφικότητας και της βαρύγδουπης αοριστολογίας.

Dollkraut – Holy Ghost People (Dischi Autunno)

Ο νέος δίσκος των Ολλανδών Dollkraut θα μπορούσε να έχει βγει στο βαθύ παρελθόν έτσι νοσταλγικό που ακούγεται, αλλά εκεί που η ψυχεδελική του τάση πάει να το μετατρέψει σε ένα ρετρό άκουσμα, έρχεται μια σύγχρονη αντίληψη στον ήχο για να δώσει μια σουξεδιάρικη και φρέσκια σπρωξιά στο υλικό. Όλα τα κομμάτια αποπνέουν μια γλυκιά αλκοολούχα ζάλη. Τίποτα δεν ακούγεται εύπεπτο και υπάρχει ένα αλλόκοτο βάθος, την ίδια στιγμή που ορισμένες συνθέσεις του δίσκου τις λες και radiofriendly! Αυτό το παράδοξο διατρέχει όλο το υλικό εδώ και μένει το καλοκαίρι να αποφασίσει αν του κολλά αυτή η συνύπαρξη των δύο αυτών αντίθετων πόλων. Πάντως, κατά τη γνώμη μου, δεν το βλέπω να λέει όχι στις ορέξεις του Holy Ghost People.

Caudal – Slope/Land (land animal tapes)

Στον κύκλο των σχημάτων ως τρίο που έχει φτιάξει ο Aidan Baker ανήκουν και οι Claudal. Κατά μια έννοια αποτελούν την πιο βατή μπάντα του, αν και πάλι ο αυτοσχεδιασμός είναι η βάση. Απλά το dub και το kraut λειτουργούν ως σταθερές για να κινηθούν οι συνθέσεις προς το επέκεινα. Όπως περίπου και στις προηγούμενες δουλειές τους, η ελευθερία στη φόρμα υπερνικά την επιθυμία για σύνθεση ιδεών. Οπότε φαντάζει λογικό που στις δύο δωδεκάλεπτες περίπου συνθέσεις της κυκλοφορίας αυτής συναντάμε δύο αντίστοιχα βασικά θέματα όπου τα ντραμς παίζουν ελαφρές παραλλαγές ενός ρυθμού, το μπάσο αποτελεί τη μελωδική βάση και η κιθάρα παιανίζει γύρω από τα άλλα δύο όργανα. Ουσιαστικά είναι σαν να είναι οι δύο αυτές συνθέσεις κουρδισμένες πάνω στο δικό τους ψυχεδελικό ρολόι. Εφόσον κουρδίσεις κι εσύ πάνω στην ώρα του, θα νιώσεις οικεία ακούγοντας το αργό, ρυθμικό και απλανές σύμπαν τους. Εφόσον…

Μπάμπης Κολτράνης

Conrad Schnitzler – Filmmusik 1 (Bureau B)

conradschnitzler.againstthesilence

 Η μουσική του Conrad Schnitzler θυμίζει την ανάγνωση παλιών ημερολογίων όπου τα γεγονότα που εξιστορούνται σου φαίνονται άγνωστα και νέα. Για αυτό ίσως οι δουλειές του συνοδεύονται από την χαρά της ανακάλυψης κάτι εντελώς πηγαίου και φρέσκου ασχέτως αν μιλάμε για κάτι που γράφτηκε πριν πολλές δεκαετίες. Για την ακρίβεια ο όγκος της παρακαταθήκης που μας άφησε θυμίζει τόμους ρώσικης εγκυκλοπαίδειας με τον αριθμό των δίσκων που συνυπέγραψε ή κυκλοφόρησε μόνος του να ξεπερνά τους εκατόν πενήντα (βλ. από το 1970 μέχρι και πριν λίγα χρόνια που απεβίωσε)! Απλά η συμμετοχή του στην ίδρυση και στο ντεμπούτο των Tangerine Dream, στη συνέχεια στους Kluster πριν γίνουν Cluster και μετέπειτα η αθρόα κυκλοφορία προσωπικών κυκλοφοριών υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικής προσέγγισης, τον κατατάσσουν αδιαμφισβήτητα στις μεγάλες προσωπικότητες της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής.

 Τα υπόλοιπα ιστορικά τα αφήνουμε για περαιτέρω ψάξιμο, καθώς εδώ έχουμε μια νέα συλλογή με ακυκλοφόρητο υλικό που υποτίθεται είχε γραφτεί για το σινεμά. Αυτό βέβαια δεν αποδεικνύεται σθεναρά από κάπου, γιατί ούτε τίτλους ταινιών έχουμε, ούτε κάποιο άλλο στοιχείο πέρα από τις χρονολογίες στις συνθέσεις, όπως βρέθηκαν σε μορφή κασετών δηλαδή, για να μας βοηθήσει στην αρχειοθέτηση. Βέβαια, πέρα από τη μινιμαλιστική αντίληψη που χαρακτηρίζει και αυτήν την κυκλοφορία του συγκεκριμένου, υπάρχουν κι άλλα οικεία στοιχεία με άλλες δουλειές του. Για παράδειγμα, κι εδώ ο όλος δίσκος ακούγεται ως μια μεγάλη σύνθεση στο χωροχρόνο βυθίζοντας σε στη δική της αιθαλομίχλη. Πώς συμβαίνει αυτό κι ενώ το υλικό έχει γραφτεί σε βάθος πέντε χρόνων, μόνο ο δημιουργός του το γνωρίζει.

 Πραγματικά εδώ δεν μιλάμε για μια ρετρό θύμηση των παλιών καλών ημερών, αλλά μια ενατένιση στο επέκεινα, μια ροή ήχων στην οποία τίποτα δεν περισσεύει και από παντού εκβάλλει μια δύναμη απόκοσμη. Ίσως να μην μπορούμε να διακρίνουμε καν για τι είδους ταινίες προοριζόταν αυτό το υλικό, με την εναλλαγή έντονων ρυθμών, ατμοσφαιρικών αποσπασμάτων και μυστηριακών μελωδιών.

 Σίγουρα δεν μιλάμε για την πιο άρτια κυκλοφορία που φέρνει τη σφραγίδα του Scnitzler, αλλά παραμένει χαρακτηριστική της πλούσιας προσφοράς του στη σύγχρονη μουσική. Ίσως μάλιστα να στέκεται επάξια δίπλα στους ιστορικούς δίσκους που γράφτηκαν για ταινίες και ανήκαν στην ίδια περίπου εποχή από άλλα εξέχοντα ονόματα της τότε kraut γερμανικής σκηνής, όπως το The Sorcerer των Tangerine Dream και το Soundtracks των CAN. Κι αυτό μόνο λίγο δεν το λες!

Μπάμπης Κολτράνης

Western Skies Motel – Qluster – Driftmachine

Western Skies Motel – Settlers (lost tribe sound)

Οι μικρές εκπλήξεις που συνοδεύουν την πρώτη ακρόαση ενός δίσκου πάντα προσδίδουν μια παραπάνω ευχαρίστηση. Ο Western Skies Motel στο προηγούμενο πρόσφατο του άλμπουμ μας είχε παραδώσει ένα εξαίρετο καθαρόαιμο ambient υλικό, αλλά εδώ αλλάζει κατευθυντήρια γραμμή χωρίς να προδίδει το προσωπικό του στυλ. Σίγουρα βοηθά η παλαιάς κοπής americana υφή του artwork να μπούμε στο όλο κλίμα, μόνο που εδώ πέρα από τους ιδιαιτέρως χαμηλούς και ελαφρώς αυτοσχεδιαστικούς τόνους παρεισφρύουν αφαιρετικά στοιχεία που προσδίδουν μια ιδιαίτερη χροιά στο άλμπουμ.

Ενώ συνολικά υπάρχουν συνθετικές στιγμές που ξεχωρίζουν στο Settlers, ο δίσκος ακούγεται και ως μια μεγάλη σύνθεση αρπισμάτων, νοσταλγικών περασμάτων και λυρικών φωτοσυνθέσεων. Στο τέλος, σχεδόν διακρίνεις από τη θέα του παραθύρου σου τα ίχνη μιας γλυκιάς βροχής που πέρασε και αισθάνεσαι τη μυρωδιά του βρεγμένου εδάφους να σε μεταφέρει σε μια άλλη ξεχασμένη εποχή.

 

 

Qluster – Bureau B (bureau-b)

Μουσικές επαναλήψεις καθώς το κατακαλόκαιρο πλησιάζει ή μήπως θα μπουν αντί-sos θέματα στις εξετάσεις που πλησιάζουν απειλητικά; Μιλώντας για τους Qluster είναι αδύνατον να μην αναφερθείς στην ιστορία τους. Ουσιαστικά πρόκειται για την εξέλιξη του σχήματος που έφτιαξε ο Hans-Joachim Roedelius μαζί με τον Conrad Scnitzler και τον Dieter Moebius στο Βερολίνο με το όνομα Kluster το μακρινό 1969! Ως Cluster στη συνέχεια με τη φυγή του Conrad έβγαλαν κλασσικούς πλέον δίσκους πειραματικής-ηλεκτρονικής-πρωτοποριακής μουσικής στα 1970’s, συνεργαζόμενος μάλιστα σε ένα εξ’ αυτών με τον Brian Eno και πλέον τη δεκαετία που διανύουμε ο Hans-Joachim έχει μείνει να συνεργάζεται με τον Armin Netz και τον Onnen Bock παραδίδοντας μας φέτος το Echtzeit.

Στα Γερμανικά ο τίτλος σημαίνει “πραγματικός χρόνος” και όντως εδώ δεν έχουμε μια μουσική που φλερτάρει με τη νοσταλγία, αλλά ζει και αναπνέει στο τώρα. Υπάρχει μια τέτοια διαύγεια ήχων και συναισθημάτων η οποία παραπέμπει σε μια αθωότητα απογυμνωμένη από κάθε τι περιττό. Στις δέκα συνθέσεις του άλμπουμ κυριαρχούν μελωδικοί παλμοί, γραμμές που κινούνται νωχελικά προς διάφορες κατευθύνσεις και μια αίσθηση ονειρικής γαλήνης. Όσο κυλάνε οι ακροάσεις του δίσκου αυτού, τόσο φθίνουν οι λέξεις και οι περιγραφικές μανιέρες που θα ταίριαζαν στην περίπτωση του, οπότε ας μείνουμε εδώ, στην πηγή της αρχέτυπης έμπνευσης των δημιουργών του και στην ουσία της έννοιας του κάνω τέχνη.

 

 

Driftmachine – Colliding Contours (umor-rex)

Υπάρχει μια παράδοξη αντιστροφή στο πως έχει στηθεί ο συγκεκριμένος δίσκος των Βερολινέζων Driftmachine. Παρόλο που το ντουέτο καταθέτει εδώ τον πιο ρομποτικό του άλμπουμ, την ίδια στιγμή αναδεικνύεται ως ο πιο εύκολα αντιληπτός δίσκος τους από τις ανθρώπινες αισθήσεις που αφορούν μια ακρόαση. Προφανώς και εδώ οι μελωδίες απουσιάζουν όπως συνέβη και στις δυο προηγούμενες δουλειές τους, αλλά η όλη παραγωγή δίνει μια αίσθηση στιλπνότητας στις συνθέσεις. Οι ρυθμοί ερωτοτροπούν με το dub και την εγκεφαλική techno και οι εντάσεις σε ορισμένες στιγμές έρχονται στο προσκήνιο ενός ευχάριστα μυστήριου δίσκου. Αν η ηλεκτρονική μουσική είναι στο βασικό μενού των επιλογών σας, ειδικά η σύγχρονη, τότε το Colliding Contours συστήνεται ανεπιφύλακτα.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

 

Automat – Plusminus (bureau b)

automat.plusminus.againstthesilence.com

 

Η εποχή του χρόνου, που όλ@ περιμέναμε με ένα “άντε επιτέλους” στο μπροστινό μέρος του εγκεφάλου μας, έφτασε. Το καλοκαιράκι, που πολλάκις έχει υμνηθεί, είναι εδώ με τις γυμνές κοιλιές να καθρεφτίζουν ιδρωμένες το μονότονο ήλιο, τα ονόματα των νησιών να απαριθμούνται σα να ήταν στραγάλια και το κάτι ανάλαφρο να αποζητιέται για την ένδυση και όχι μόνο. Και από νέα μουσική τι έχουμε; Νέο Automat παρακαλώ!

Το τρίο που έχει βάση το Βερολίνο και απαρτίζεται από μέλη της σύγχρονης, γερμανικής μουσικής σκηνής (βλ, Jochen Arbeit από τους Einsturzende Neubauten), μάλλον πυροβολεί πιο γρήγορα κι από την σκιά του. Μετά το περσινό τους πόνημα, το οποίο σε γενικές γραμμές άρεσε, και τα ep που έβγαλαν τους τελευταίους μήνες, μας προσφέρουν νέο, ολοκληρωμένο δίσκο, που διακρίνεται αμέσως για την συνοχή του. Τι σχέση, όμως, μπορεί να έχουν όλα αυτά με την κολάσιμη και ζεστή αυτή εποχή;

Κατ’ αρχάς, ο δίσκος δεν έχει καθόλου φωνές, όπως ο προηγούμενος τους, οπότε μπορείς άνετα να ανοίξεις κουβέντα με την παρέα, χωρίς κατ’ ανάγκη να υπάρχει κάποι@ σπαστικ@ που να θέλει να ντε και καλά να πιάσει τα ψηλά νοήματα των στίχων, που ακούει γεμάτ@ περιέργεια. Επίσης, η μουσική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και χορευτική κυλώντας μεταξύ μιας ηλεκτρονικής, dub και μιας απλής, techno φόρμας, οπότε τα κορμιά είναι εύκολο να πιάσουν το ρυθμό με τα γνωστά παρεπόμενα που όλ@ ξέρουμε, αγαπάμε, αλλά διστάζουμε να το παραδεχτούμε.

Δεν τίθεται καν θέμα αν ο δίσκος εμβαθύνει εν τέλει κάπου, γιατί απλούστατα τέτοιο ερώτημα δεν τίθεται πουθενά εδώ. Το μόνο που μένει ως απορία, είναι το πόση ένταση να δώσουμε ακούγοντας το δίσκο, ώστε το μπάσο, που παίζει πρωτεύοντα ρόλο, να μη βουίζει εντελώς. Καλές βουτιές, λοιπόν, με το ελαφρώς μινιμαλιστικό, μα κυρίως της εποχής, Plusminus.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης