James Holden & The Animal Spirits – Machinefabriek – Snow Palms

James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (border community)

Τι άραγε συνδέει μεταξύ τους όλα τα τρία βασικά άλμπουμ του μπιρμπιλομάτη James Holden, τις αρκετές συνεργασίες του, τα υπεραρκετά χορευτικά dj set του και τα remix του σε ένα κάρο ονόματα (βλ. Britney Spears, Depeche Mode μεταξύ άλλων); Πιθανόν τίποτα και ταυτόχρονα κάτι το άμεσα αναγνωρίσιμο, που είναι μια συνεχής προσπάθεια ξεπεράσματος του ίδιου του μουσικού εαυτού του. Το νέο του άλμπουμ αποδεικνύει πανηγυρικά ότι το πάλαι ποτέ παιδί θαύμα της dance σκηνής πλέον κόβει τις γέφυρες με το παρελθόν του, καθώς το νέο του υλικό απέχει κατά πολύ από κάτι που θα μπορούσε έστω να ρεμιξαριστεί κάπως.

Με την μπάντα που πλέον υποστηρίζει τις ιδέες του, απότοκο της τουρνέ του για το The Inheritors, μπήκαν στο στούντιο και λειτούργησαν ως κυνηγοί της έμπνευσης των στιγμών μακριά από λογικές περαιτέρω επεξεργασίας του αυτούσιου υλικού. Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, καθώς δεν έχουμε ένα απλό τζαμάρισμα, αλλά μια ολοκληρωμένη αισθητικά πρόταση που θυμίζει παγανιστικές λειτουργίες σε αφρικανικό έδαφος και spiritual jazz σε πάρτι στο δάσος. Ok, αυτό μπορεί να ακούγεται κάπως προβλέψιμο τη σημερινή ανάκατη εποχή, αλλά είναι τέτοιο το φιλτράρισμα που γίνεται σε βαθμό να μιλάμε για κάτι το πρωτοποριακό. Μάλιστα, θα έλεγα ότι το άλμπουμ αυτό στέκει βήματα μπροστά από τον κάπως στρυφνό προκάτοχό του, όπως κι επίσης από άλλες φετινές δουλειές που συγγενεύει μουσικά (βλ. Floating Points). Αν μάλιστα οι όμορφες συνθέσεις εδώ κρατούσαν τον ψηλό πήχη του “Each Moment Like The First”, το οποίο μάλιστα ηχογραφήθηκε ξέχωρα από τα άλλα και ακούγοντάς το σε κάνει να κλείνεις τα μάτια και να σκέφτεσαι αυτές τις συγκεκριμένες πρώτες δικές σου στιγμές, θα μιλάγαμε άνετα για τον δίσκο της χρονιάς σε άποψη μουσικής αξίας.

 

 

Machinefabriek – Becoming (self-released)

Όλες οι μουσικές κάνουν τον κύκλο τους. Όσο δεν βρίσκουν διεξόδους αλλαγής και ξεπεράσματος των αρχικών φορμών τους, μένουν να στέκουν αμήχανες στο ανηλεές πέρασμα του χρόνου. Το όνομα του Machinefabriek συγκαταλέγεται στα εξέχοντα του drone/ambient/experimental χώρου που βγάζουν σωρηδόν νέες δουλειές μεταξύ των οποίων βρίσκουμε συχνά διαμάντια. Έρχεται όμως η στιγμή που κάπου όλα ακούγονται το ίδιο. Τα ίδια μοτίβα, οι ίδιες νότες, τα ίδια συναισθήματα παραμονεύουν για να εξαφανίσουν τελικά το στοιχείο της έκπληξης και βεβαίως της ουσίας της μουσικής αυτής, που είναι ο πειραματισμός.

Θεωρώ ότι με το Becoming, το οποίο αποτελεί τη μουσική επένδυση της ομότιτλης φετινής χορευτικής παράστασης του Ivan Perez, ο εν λόγω Ολλανδός δημιουργός προσπαθεί κάπως να ξεφύγει από τον ίδιο του τον φορμαλισμό. Ξεκινώντας η σύνθεση με μιας ιδιαιτέρως χαμηλής έντασης ηχοκύματα, σε βάζει από την αρχή σε ένα κλίμα αναμονής προς κάτι το αχαρτογράφητο. Εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά μια γυναικεία φωνή, η οποία είναι σαν να μεταφέρει σινιάλα από έναν ορίζοντα που σιγά σιγά ξεμακραίνει. Η σύνθεση παίρνει μια πιο συμπτυγμένη μορφή στη συνέχεια, με τον θόρυβο να μη δίνει το οριστικό τέλος, παρά μόνο μια υπόσχεση ότι μετά το πέρασμά του η φωνή θα επανεμφανιστεί πιο ζεστή και οικεία αυτήν τη φορά. Η αλήθεια είναι ότι η ζωντανά ηχογραφημένη εκτέλεση της ίδιας σύνθεσης, λόγω της μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας από την προαναφερθείσα, ακούγεται πιο άνευρη. Οπότε επιστρέφουμε στα τριανταεννιά λεπτά ενός ταξιδιού προς το άγνωστο ακόμη και για τον ίδιο τον δημιουργό του ως προς τη συνέχεια της πορείας του.

 

 

Snow Palms – Origin & Echo (village green)

Το ζήτημα που τέθηκε πριν για την αξία του σημερινού βομβαρδισμού νέων μουσικών θα μπορούσε να μπει και για τα ονόματα που δεν κυκλοφορούν πολύ συχνά νέο άλμπουμ. Ο Snow Palms είχε πέντε χρόνια να βγάλει νέο υλικό και τα δύο από αυτά χρειάστηκαν για να το ολοκληρώσει. Σε αυτό διακρίνουμε τη λεπτομερειακή δουλειά που έγινε πάνω στην ανάδειξη μιας φυσικότητας στους ήχους και έναν κρυφό μινιμαλισμό στην ανάδειξη ορισμένων σχεδόν post rock μελωδιών, αλλά ως σύνολο δεν παρατηρείται κάποια εμβάθυνση ή κάποια στόχευση κάπου.

Αρχικά, η ακρόαση οφείλει να γίνει με υψηλή την ένταση, καθώς κάθε σύνθεση εύκολα χάνεται στο σκοτάδι παράλληλων σκέψεων ή ασχολιών. Με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα αναδειχθεί το καλοδουλεμένο υλικό του δίσκου αυτού, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για την ποικιλότητα στις ιδέες του. Είναι σαν η ραχοκοκαλιά των συνθέσεων να είναι ίδια και απαράλλαχτη, και απλώς αυτές να αναπτύσσονται η καθεμία με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο. Σαφώς με την τοποθέτηση στον πυρήνα του οργάνων όπως τα γκλοκενσπίλ, μαρίμπα και μεταλλόφωνα, διακρίνουμε μια πρωτοτυπία στο όλο αποτέλεσμα και οφείλω να παρατηρήσω πως για φέτος δεν άκουσα κάτι άλλο παραπλήσιο του Origin & Echo. Εντούτοις, καθώς αυτό κυλά, νιώθεις ότι κάτι πολύ δυνατό θα έρθει χωρίς τελικά να εμφανίζεται, αφήνοντας στην όλη ακρόαση τη γεύση του απλώς συμπαθητικού ακούγοντάς το.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

Έμφυλοι διαχωρισμοί στον χώρο της ηλεκτρονικής-χορευτικής μουσικής και δύο νέες μίνι-κυκλοφορίες γυναικών μουσικών… Kate Wax – Emika

Πριν λίγα χρόνια είχε ανοίξει ένας κύκλος συζητήσεων στην κοινότητα της ηλεκτρονικής μουσικής – χωρίς ανάλογη συνέχεια, δυστυχώς – σχετικά με τις αιτίες απουσίας των γυναικών-δημιουργών, dj και όχι μόνο. Φαινόταν οξύμωρο να υφίσταται μια τόσο τρανή έμφυλη διάκριση στους κόλπους ενός είδους που ήρθε σε σύγκρουση με τα κατεστημένα μουσικά ρεύματα, που μεγάλωσε σε εγκαταλελειμμένα ή κατειλημμένα κτίρια και απαιτούσε την ακύρωση κάθε προτύπου συμπεριφοράς, στυλ χορού, σεξουαλικότητας κλπ.

Για να είμαστε ακριβείς, ως προς τον κόσμο που ακούει ηλεκτρονική μουσική δεν φαίνεται να υπερτερεί σε ιδιαίτερο βαθμό συγκεκριμένο φύλο έναντι άλλου. Το μεγάλο χάσμα παρατηρείται στην πλευρά των παραγωγών και των dj. Εκεί δεσπόζει το προφίλ του κοντομάλλη με γυαλάκια αρσενικού που σκύβει επιμελώς μπροστά στο λάπτοπ του. Αν μάλιστα ανοίξουμε το πλάνο, θα δούμε στις πρώτες σειρές καλλίγραμμες κοπέλες να χορεύουν υπό την επήρεια των παντοδύναμων beat. Για να μην αναφέρουμε τα επί πληρωμή μοντέλα που συναντάμε σε ορισμένα μεγάλα μαγαζιά, τα οποία λικνίζονται σε περίοπτα σημεία.

Θα μπορούσε να ήταν μια «παραδοσιακή» εικόνα με τους άντρες να επιμελούνται της μουσικής παραγωγής και τις γυναίκες να είναι απλά ο παθητικός δέκτης τους. Κι όμως, βρισκόμαστε στον δυτικό κόσμο του 2012 και την ίδια στιγμή οι γυναίκες είναι αυτές που κρατάνε τα κλειδιά αρκετών δισκογραφικών εταιρειών, επιχειρήσεων και γραφείων management του χώρου. Κάτι λοιπόν δεν πήγε καλά στην πορεία.

Πρώτη διαπίστωση που μπορεί να γίνει περιδιαβαίνοντας στους χώρους της ηλεκτρονικής-χορευτικής μουσικής είναι ότι πλέον αυτή έχει ενσωματωθεί σε τέτοιο βαθμό στο μουσικό σύστημα/κύκλωμα, ώστε να παραμένουν αναλλοίωτα όλα τα ευρέως εδραιωμένα πρότυπα: superstars, τεράστια φεστιβάλ, τουριστικές ατραξιόν, τρελές αμοιβές σε djs κτλ. Επομένως φαίνεται λογικό ο καθωσπρεπισμός και οι κανόνες που διέπουν την βιομηχανία μιας πατριαρχικής κοινωνίας να ενσωματώνονται σχεδόν στο σύνολο τους και από τον χώρο της μουσικής αυτής.

Πέρα όμως από την γενική επίρριψη κατηγοριών, υπάρχουν πάντα και οι ευθύνες των ίδιων των εκπροσώπων του συγκεκριμένου μουσικού είδους. Για παράδειγμα, ενώ κατά καιρούς ανοίγονται ζητήματα περί εμπορευματοποίησης, ναρκωτικών κ.α., σπάνια θίγεται το θέμα των έμφυλων διαχωρισμών. Ας ξεκινήσει τουλάχιστον να τίθεται το ζήτημα γενικά και ας δίνεται βήμα, αλλά και χώρος, ώστε να μην αποτελούν οι γυναίκες μια μειοψηφία στο στερέωμα της ηλεκτρονικής μουσικής.

Λείπει προς το παρόν η προθυμία των ανδρών να παύσουν να περιφέρουν το πρότυπο του αρσενικού-μουσικού-πρωτοπόρου, με τις γυναίκες να αφήνονται να παλεύουν μόνες τους με άνισα μέσα για να κερδίσουν μια θέση πίσω από μίκτες, λάπτοπ ή μικρόφωνα. Το χειρότερο είναι πως ειδικά στον χώρο του djing έχουν εμφανιστεί μοντέλα και celebrities με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην θίγεται το πρότυπο της γυναίκας που οφείλει να σαγηνεύει τα πλήθη με το φαίνεσθαι, αλλά και να σταθεροποιείται η στερεοτυπική άποψη που θέλει τη γυναίκα να μην επιδεικνύει παρά μόνο το σώμα της και όχι κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για να καταφέρει κάτι με μόνο στόχο τα αμιγώς εμπορικά οφέλη.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ευτυχώς και οι περιπτώσεις θηλυκών που έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς βάζοντας την δικιά τους ιδιαίτερη μουσική σφραγίδα. Παλαιότερα η Miss Kittin και η Ellen Allien και σήμερα η Steffi, η Skirt, η Emika και η Kate Wax, ανάμεσα σε άλλες, έχουν προσφέρει κάτι το διαφορετικό στον χώρο. Ας εξετάσουμε λοιπόν τις δυο τελευταίες που μόλις αναφέραμε, με βάση και τις πρόσφατες μίνι κυκλοφορίες τους.

Kate Wax – Dust Collision Remixes (border community)

Η ελβετίδοθιβετιανή Kate κυκλοφόρησε το 2005 το ανορθόδοξο ντεμπούτο της το οποίο χαρακτηρίστηκε ακόμη και ως technofolk. Από τότε η εγκυμοσύνη της με όλα τα παρεπόμενα την έφεραν στο προσκήνιο πέρσι με νέο δίσκο, το Dust Collision, στην ανεξάρτητη εταιρία του James Holden, border community. Ο ίδιος ήταν αυτός που ανέλαβε την επιμέλεια και την μίξη του δίσκου με το αποτέλεσμα να τον δικαιώνει. Μια συλλογή τραγουδιών που έχουν ένα gothic μελωδικό πυρήνα, αλλά μεταδίδουν και μια έξω από τα συνηθισμένα χορευτική διάθεση.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το ep με τα remix πάνω στην ομώνυμη σύνθεση του δίσκου και όπως ήταν λογικό αναδεικνύονται τα πιο χορευτικά στοιχεία των συνθέσεων, χωρίς να παραλείπεται βεβαίως η παρουσία της φωνής της Kate και η σκοτεινότητα που η πρωτότυπη σύνθεση αποπνέει. Άγνωστο πότε θα έχουμε ξανά νέα της, αλλά σίγουρα έχουμε αρκετό υλικό για μελέτη.

Emika – Chemical Fever (ninja tune)

Η Emika είναι ένα πρόσωπο της dance electronica σκηνής που έχει παίξει το παιχνίδι της δημοσιότητας. Αγγλοτσέχα που διαμένει μόνιμα στο Βερολίνο ντεμπούταρε πέρσι επιτυχημένα με δίσκο στην πασίγνωστη ninja tune, συνεργάστηκε με γνωστότατους παραγωγούς και έβγαλε με την δουλειά της έναν dubstep techno ήχο που είναι κάργα στη μόδα.

Το νέο της ep έρχεται να αλλάξει λίγο τα δεδομένα μιας και εμπλουτίζεται ο ήχος της με περισσότερο βάθος. Πράγματι, εδώ δεν έχουμε μια επίπεδη ρυθμική άσκηση με την απλή συνοδεία γυναικείων φωνητικών. Έτσι, έχουμε το ολόφρεσκο, «υπόγειο» Chemical Fever, συν το επίσης νέο, αλλά σαφώς ηπιότερης έντασης “Save It”, που αναπτύσσονται στη ροή τους με εξαιρετικό τρόπο. Βοηθάνε βέβαια και οι remixers εδώ, ο Substance και ο Tommy Four Seven, που βγάζουν έναν έντονο dub-industrial-techno ήχο. Με την τρέχουσα κυκλοφορία ως άμεση απάντησή της, λίγους μήνες μετά την  έκδοση του προηγούμενου υλικού της, ίσως είναι ένα καλό σημάδι για το τι θα μας φέρει στη συνέχεια.

Μπάμπης Κολτράνης