Dilemma – Persona Graffiti (ankh)

Αν η εγχώρια δισκογραφία συνιστά έναν γαλαξία, στη θέση της πειραματικής μουσικής θα βρούμε μια αχανή μαύρη τρύπα. Αν βουτήξουμε μέσα στα πυκνά σκοτάδια, θα ανακαλύψουμε σποραδική δραστηριότητα από μεμονωμένους καλλιτέχνες, σχεδόν τίποτα όμως που να διαμορφώνει “σκηνή’’. Σε αυτό το ψιλοζοφερό σκηνικό, κάποια χαρακτηριστικά των Dilemma τούς μετατρέπουν σε μια μοναχική εξαίρεση. Δεν ξέρω πόσες πειραματικές μπάντες γνωρίζετε με 15ετή διάρκεια ζωής, πέντε άλμπουμ και σταθερή ζωντανή παρουσία. Εγώ ξύνω το κεφάλι μου προσπαθώντας να θυμηθώ. Και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να τους γνωρίσουμε καλύτερα. Για να είμαστε βέβαια ακριβείς, το δίδυμο των Σωτήρη Τράγκα (φωνή, σαξόφωνο, κλαρινέτο, φυσαρμόνικα και πάει λέγοντας) και της Πόπης Νταλαχάνη (κιθάρες, πλήκτρα) δεν είναι πειραματικό με την έννοια της πρωτοπορίας, αλλά όσον αφορά το ακατάτακτο της μουσικής τους και της ζύμωσής της με ποικιλόμορφα στιλ. Με αναφορές στην κλασική, στη jazz, στη neofolk, στο gothic και στην indie, ο κόσμος των Dilemma δεν κατηγοριοποιείται εύκολα, εξερευνά τα όριά του, διαστέλλεται και συστέλλεται.

Το πέμπτο τους album Persona Graffiti τούς βρίσκει σε φάση συστολής κι ανασύνταξης. Εξηγούμαι: Μετά από δύο instrumental και αμιγώς πειραματικούς δίσκους, το Persona Graffiti δεν επαναφέρει απλώς τα φωνητικά στο επίκεντρο αλλά αποκαλύπτει και τη διάθεση της μπάντας να γράψει “κανονικά’’ τραγούδια. Από αυτή την άποψη, εδώ αποκαλύπτεται το απλούστερο των προσώπων τους. Στα 11 κομμάτια του album κυριαρχεί μια ακουστική διάθεση που τελικά σχηματίζει περισσότερο μια indie/folk ατμόσφαιρα, αν και τα σαξόφωνα διατηρούν ένα jazzy άγγιγμα καθ’ όλη τη διάρκειά του και τα φωνητικά του Τράγκα πατάνε στην παράδοση όλων των μεγάλων “μπασάτων’’ τραγουδιστών από τον Cash ως τον Cave και τον Hoyem. Περισσότερο από κάθε άλλη “κρυφή’’ επιρροή, διαισθάνομαι τις dark wave καταβολές των συνθέσεων, σε ένα επίπεδο που δεν εκδηλώνεται ποτέ ανοιχτά.

Το Persona Graffiti αποτελεί μια συλλογή σκιαγράφησης ανθρώπινων χαρακτήρων, με μια μουσική ματιά κάποιες φορές ρομαντική, κάποιες πικρή, μα πάντα λυρική. Τα track είναι κι αυτά χωρισμένα σε παρατάξεις, σε φως και σκοτάδι. Περίπου τα μισά είναι ματζόρε, παιχνιδιάρικα, φωτεινά και τείνουν προς τη φόρμα της μπαλάντας. Τα υπόλοιπα στρέφονται στα κρυμμένα ενδότερα, σκοτεινιάζουν, φλερτάρουν με λούπες, βαρύτερες κιθάρες και μινόρε διαθέσεις. Η δεύτερη κατηγορία προσωπικά με έλκει λίγο περισσότερο και εκεί ανήκει και το “Addiction’’, η ίσως αγαπημένη μου στιγμή του δίσκου. Το σπουδαιότερο προτέρημα του άλμπουμ είναι ότι, αν και φαίνονται απλές και διάφανες, οι συνθέσεις είναι πολύ καλογραμμένες κι εξόχως κολλητικές. Ειδικότερα οι φωνητικές μελωδίες είναι ικανές να ριζώσουν μέσα σου για τα καλά.

Δεν μπορώ να μην αναφέρω και το σημαντικό μειονέκτημα του άλμπουμ: η παραγωγή του. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό δεν αποτελεί σημαντικό θέμα, στην περίπτωση των Dilemma, όμως, ένας “μεγάλος’’, εντυπωσιακός ήχος θα ήταν ίσως απαραίτητος. Εδώ ο ήχος είναι στενός και σε στιγμές μοιάζει πρόχειρος για το επίπεδο της μπάντας, θυμίζοντας λίγο ανεξάρτητες 90’s παραγωγές. Κι αν κάποιος ορθά πει ότι καλύτερα είναι να βγει μια δουλειά ακόμα κι αν το budget ή ο χρόνος δεν είναι αρκετά, θα απαντήσω ότι σε περιπτώσεις όπως των Dilemma θα περίμενα λίγο περισσότερο περφεξιονισμό. Η παραγωγή του Persona Graffiti είναι σαν το χτύπημα στο παπούτσι σου που περιορίζει μια πανέμορφη βόλτα.

Καταλήγοντας. Οι Dilemma είναι μια υπέροχη και μοναδική μπάντα που εύχομαι να αντέξει, να μεγαλώσει, να μην υποταχθεί ποτέ. Δεν ξέρω αν το Persona Graffiti είναι το ιδανικό άλμπουμ για μια πρώτη γνωριμία μαζί τους, αφού πολλά καταστατικά τους χαρακτηριστικά εδώ είναι χαμηλόφωνα. Είναι όμως ένα άλμπουμ αληθινό και ποιοτικό, που περιμένει την ευκαιρία του να σε γραπώσει. Το πώς θα συστηθείτε είναι δικό σας θέμα, μην το αμελείτε όμως. Ψάξτε τους και σε αυτές τις αινιγματικές τους εμφανίσεις στα μισόφωτα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Yorgos Krommydas Quartet – Luteus (ankh)

 

Πολλή κουβέντα θα μπορούσε να γίνει για το υποκείμενο της ελληνικής jazz, η άποψή μου όμως είναι ικανή να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις: περίσσευμα ταλέντου κι επιδεξιότητας, έλλειψη συναισθηματικής και συνθετικής τόλμης. Στις λίγες και φωτεινές εξαιρέσεις αυτού του κανόνα, ο Γιώργος Κρομμύδας με το κουαρτέτο του έρχεται να συμπληρώσει το όνομά του με αναντίρρητο τρόπο, τουλάχιστον για όσ@ς έχουν το θράσος να τεντώσουν τα αυτιά τους. Θράσος γιατί το τέταρτο άλμπουμ του Luteus κατά κάποιον τρόπο εκθέτει το σύνολο της εγχώριας jazz μέσω της σπάνιας προσωπικής και συναισθηματικής του φόρτισης.

Για να καταδυθούμε στο άλμπουμ, έχει ιδιαίτερη σημασία να αναφερθούμε σε μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια: σε αντίθεση με τους περισσότερους jazz μουσικούς που γεννήθηκαν ανώτεροι μουσικοί γκουρού, ο Κρομμύδας δεν έκρυψε ποτέ το γεγονός ότι μικρός ήταν μεταλλάς. Πέραν από την επιλογή της μη-υποκρισίας, αυτό τεκμηριώνει ότι η μουσική του έχει έναν εξερευνητικό χαρακτήρα και μια διάθεση να χτίσει πάνω στα υπάρχοντα βιώματά του κι όχι στην προσέγγιση της jazz απλώς ως φόρμας. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ στα προηγούμενα άλμπουμ του η κιθαριστική του δουλειά είχε κάποιες οξείες, σκληρές γωνίες, εδώ ο Κρομμύδας απογειώνεται μέσω της κατάκτησης ενός στοιχείου που κανείς μεταλλάς ποτέ δεν μπόρεσε: της σιωπής ή, αλλιώς, της παύσης. Σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ αισθάνομαι ότι η “φωνή” της κιθάρας είναι το ίδιο δυνατή τις στιγμές που παίζει όσο κι εκείνες που απουσιάζει. Κι αν έχει μείνει κάτι από τις παλιές του επιρροές, υπονοείται μόνο στη διάσπαρτη βραχνάδα του τόνου του ή στο ανατριχιαστικό παίξιμο με το volume knob στο τέλος του “Tony”.

Ένα έντονο συναίσθημα μελωδικότητας και μια διάθεση ενδοσκόπησης είναι διάχυτα σε όλη τη διάρκεια του Luteus. Σχεδόν όλες οι συνθέσεις είναι χτισμένες γύρω από μεγαλόπρεπα μελαγχολικά θέματα (“Tony”, “Luteus”) και ακόμα και οι αυτοσχεδιαστικές στιγμές δεν μοιάζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Μένουν ακριβώς όσο χρειάζεται μέχρι την επιστροφή των βασικών θεμάτων, με χαρακτήρα και λειτουργικότητα κάθαρσης. Και τα κύρια συνθετικά μοτίβα, όμως, δεν ακολουθούν τυπικές jazz διαδρομές, αφού ο τρόπος που αλλάζουν σποραδικά μέρη και διαθέσεις δείχνει ότι το κουαρτέτο έχει επενδύσει πολύ πάνω στην κινηματογραφικότητα των συνθέσεων. Αυτό γίνεται εφικτό μέσω της εξαιρετικής και αλληλοσυμπληρωματικής δουλειάς όλων των μουσικών. Ο Περικλής Τριβόλης στο μπάσο έχει μια σπάνια εκφραστική λιτότητα κι επάρκεια, σε αρμονική αντίθεση με το πυκνό παίξιμο του Δημήτρη Κλωνή στα τύμπανα. Ένας Κλωνής που –θα το πω ανοιχτά– ό,τι του λείπει σε γκρούβα, του περισσεύει σε χρώμα. Στο άλμπουμ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, μετατρέπει τα τύμπανα σε ένα αδιάκοπο, μαγικό ψιλόβροχο. Η διαφορά όμως γίνεται κυρίως με το πιάνο του Μάρκου Χαϊδεμένου, ένα πιάνο που μοιάζει να πρωταγωνιστεί ισόποσα με την κιθάρα, αλλά και πάνω του να έχει δομηθεί μεγάλο μέρος από την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Κάποια πιανιστικά θέματα μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο στον χώρο του soundtrack παρά σε έναν jazz δίσκο. Ως κορύφωση αυτού του ταξιδιού, στο εξαιρετικό “Posidonian Sunset” που κλείνει τον δίσκο, η jazz αποτελεί απλώς μια μάσκα, έναν Δούρειο Ίππο. Μέσα κρύβεται μουσική που στο βάθος της επιθυμεί να διαφοροποιηθεί απ’ όλα και να ορίζεται μόνο από τον εαυτό της.

Για το τέλος άφησα την πληροφορία ότι το Luteus είναι αφιερωμένο στα άτομα με προβλήματα όρασης. Ο Κρομμύδας δομεί μουσικές ιστορίες, που σκοπό έχουν όχι μόνο να αποκαταστήσουν την “ωχρή κηλίδα”, αλλά να κουβαλήσουν τον ακροατή σε ένα ταξίδι όπου η εικόνα συνυπάρχει με τη μαγεία και τη φαντασία. Κι όπως συμβαίνει πάντα στις τέχνες, ο καλλιτέχνης που δημιουργεί εκθέτοντας τον εαυτό του με ειλικρίνεια και βιωματικότητα και τολμά να πολεμήσει την όποια ασφάλεια και το δήθεν του είναι ο καλλιτέχνης που πείθει.

Δεν χρειάζεται να ακούσω άπειρα φετινά jazz άλμπουμ για να αποφανθώ για την ποιότητα του προκείμενου, για τον απλό λόγο ότι το Luteus χτίζει γέφυρες ανάμεσα στον μουσικό και τον ακροατή, τον καλεί να το κάνει δικό του και να γίνει μέρος του, και αυτό πάντα, απολύτως πάντα, αποτελεί κριτήριο μόνο των εξαιρετικών. Για όσους βλέπουν στην jazz μόνο την ακαδημαϊκή ψυχρότητα και το καικαλίκι της, το κουαρτέτο του Γιώργου Κρομμύδα μπορεί να σου χαμογελάσει με ζέση και κατανόηση και, κυρίως, να σε κάνει να ΔΕΙΣ καλύτερα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος