Wolves In The Throne Room – Deafheaven – Altar Of Plagues

Σε μια χρονιά που αρκετά είδη του ακραίου metal επανήλθαν στην επιφάνεια με βάση επιστροφές, δισκογραφικές ή μη, επιφανών εκπροσώπων τους, όπως π.χ. Carcass, Entombed κ.α., είχαμε μια ξεχωριστή αναζωπύρωση του άσωτου αυτού είδους που ονομάζεται black metal. Αν όντως πρόκειται για ένα νέο κύμα που κουβαλά τον δικό του νεωτερισμό ή απλά μιλάμε για μια υπερπροβολή ενός ταλαιπωρημένου ύφους, θα προσπαθήσουμε να το απαντήσουμε με βάση τρεις σχετικές κυκλοφορίες που κρίναμε ως ενδιαφέρουσες την χρονιά που μας πέρασε.

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε πως κρίνεται σκόπιμο να εστιάσουμε σε νέα αναθεωρητικά σχήματα ενός είδους που εκ φύσεως εξελίσσεται συνεχώς και όχι να γράψουμε για τον νέο δίσκο των Satyricon, το πρόσφατο best of των Darkthrone και το παγανιστικό group που συμμετέχει ο Gaahl με το όνομα Wardruna. Πριν από όλα αυτά όμως θα χρειαζόταν ένας απλός ορισμός του τι εστί black metal, καθώς πολλά έχουν ειπωθεί για αυτό το σκοταδιστικό είδος που ριζοσπαστικοποίησε εν τέλει το metal στα 90’s. Επειδή όμως το ζήτημα αυτό είναι τόσο περίπλοκο, παραθέτουμε απλά ένα ντοκιμαντέρ που αποσαφηνίζει αρκετά τους μύθους που θα ακολουθούν για πάντα αυτό το αιματοβαμμένο, με σάλτσα ή χωρίς, μουσικό κύμα. Ίσως έτσι αποκαλυφθεί πως πέρα από την ακραία αισθητική, τους σατανάδες και το καταραμένο σκότος, υπήρξαν ενδιαφέρουσες και καινοτόμες μουσικές εκφράσεις οι οποίες κάτι είχαν να δηλώσουν.

 

Wolves In The Throne Room – BBC Session Anno Domini 2011 (southern lord)

wolvesinthethroneroom

Δεν έχουμε ’90 και δεν βρισκόμαστε στην μέση κάποιου πυκνού σκανδιναβικού δάσους. Είμαστε στο σήμερα, στην Olympia της αμερικάνικης πολιτείας Washington και έχουμε στα χέρια μας την τελευταία κυκλοφορία των WITTR. Μιας μπάντας που ενώ δικαιολογεί μουσικά τον ορισμό του black metal, δεν χρησιμοποιεί νεκροφιλικά βαψίματα, αποκριάτικα ονόματα και πεντάλφες, αλλά έχει ως θεματολογία των στίχων της την αποξένωση από τη φύση, τελεολογικές αγωνίες και την αέναη αναζήτηση νοήματος στον σύγχρονο κόσμο. Αποτελείται βασικά από τα αδέρφια Weaver που ζουν σε μια φάρμα χρησιμοποιώντας ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Όλα αυτά μεταφέρονται και στη μουσική που φτιάχνουν καθώς ναι μεν σε αυτήν υπάρχει αυτή η σκοτεινή απόγνωση, αλλά σαν κάτι αόρατο να σε γλυτώνει από έναν ολοκληρωτικό μηδενισμό. Σαν να βρίσκεται κάτι το υπερβατικό που σε ωθεί να σηκώσεις το σταθερό βλέμμα σε αόρατες ή ορατές βουνοκορφές. Εδώ σε αυτό το ep έχουμε τις ηχογραφήσεις των δυο πιο δυνατών συνθέσεων του προπέρσινου Celestial Lineage που τους έκανε γνωστούς πέρα από τα στεγανά του ακραίου ήχου, φτάνοντας να καλεστούν από τους Godspeed! You Black Emperor για να τους συνοδεύσουν στο δικό τους All Tommorow’s Parties Festival. Είναι σύνηθες να περνάνε τα συγκροτήματα από τα διάσημα στούντιο του BBC, καθώς κάνουν την ευρωπαϊκή τους περιοδεία για να αποτυπώσουν έναν ίσως πιο ωμό ήχο από τον πρότερο ηχογραφημένο τους βίο. Δεν είναι όμως πάντα τα αποτελέσματα επιτυχημένα, καθώς ο χρόνος για τις μπάντες δεν επαρκεί πάντα για να νιώσουν άνετα στα εκεί στούντιο. Λοιπόν, εδώ οι ενορχηστρώσεις είναι πιο λιτές και όλα ταιριάζουν απόλυτα με το όμορφα άγριο υλικό που εκτελεί άψογα η μπάντα.

Αν είναι να ακούσετε μια μπάντα από όλο αυτό το black metal κύμα, παλαιό ή νέο (το οποίο παρεμπιπτόντως ονομάζεται cascadian διαφοροποιούμενο από τα προηγούμενα κατατεθειμένα ρεύματα του ήχου), ας είναι αυτό οι WITTR.

 

 

Deafheaven – Sunbather (deathwish)

deafheaven.againstthesilence

Αυτός είναι ο πιο πολυσυζητημένος κιθαριστικός δίσκος που βγήκε από το underground την χρονιά που μας πέρασε, καθώς, ενώ υμνήθηκε σχεδόν από όλα τα μουσικά sites, μεταλλικά ή μη, δίχασε όσ@ς το άκουσαν. Παραδεχόμεν@ όλοι την εκτελεστική αρτιότητα και πρόοδο που σημείωσε η μπάντα από το ντεμπούτο της μέχρι αυτό εδώ το πόνημα, δημιουργήθηκε ένα χάσμα απόψεων όσον αφορά τον black metal ή μη χαρακτήρα του Sunbather. Προσωπικά δεν διαβλέπω κανένα σκότος στα γεμάτα ένταση φετινά τους κομμάτια, αν και σαφώς η φωνή που φαντάζει σαν να αντιστέκεται εκκωφαντικά απεγνωσμένα σε αυτούς που θα ήθελαν να την πνίξουν ακούγοντας την, όπως και τα drums σε αρκετά μέρη, κάνουν χρήση της τεχνοτροπίας του bm. Θα έλεγα πως η γεύση που αφήνει το υλικό φέρνει στο νου περισσότερο screamo μπάντες με έμφαση στους Envy, παρά τον τυπικό μισανθρωπικό ήχο των νορβηγικών bm σχημάτων από τα 90’s.

Όσο για το shoegaze, που υποστηρίζουν οι ίδιοι πως βρίσκεται ως στοιχείο στην μουσική τους, υπάρχει αλλά πολύ αμυδρά και σίγουρα όχι σε αυτό το βαθμό που να επιβάλλεται μια ράθυμη ονειροπόληση σε έναν τόσο ευθύ ηχητικά δίσκο. Επίσης αρκετοί έκαναν ιδιαίτερη μνεία στα ήπια μέρη που δίνουν μια ενδιαφέρουσα ροή στο album, στα οποία όμως δεν ακούμε δα και κάτι πρωτότυπο, εφόσον έχουμε ήδη τσεκάρει το emocore των 90’s και το ορχηστρικό rock των 00’s. Τι μένει λοιπόν στο τέλος; Ένα σίγουρα καλοπαιγμένο υλικό και μια προσεγμένη όλη αισθητική που όμως δεν δικαιολογεί το σούσουρο που προκάλεσε ακόμη και σε έντυπα όπως το Rolling Stone. Αξίζει πάντως να του ρίξετε μια προσεκτική ακρόαση.

 

 

Altar Of Plagues – Teethed Glory & Injury (profound lore)

altarofplagues.againstthesilence

Άλλη μια μπάντα που δεν χωρά στα στεγανά του τυπικού black metal, καθώς χρησιμοποιεί αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία που στηρίζουν τον ογκώδη, σχεδόν ορχηστρικό ήχο τους. Ο τρίτος δίσκος των Ιρλανδών AOP κυκλοφόρησε στις αρχές περίπου του 2013 και αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μπάντας, αφού τον Ιούνη που μας πέρασε ανακοινώθηκε το τέλος της. Νεκροί λοιπόν με την μεταφορική έννοια του όρου, εμφανίστηκαν με το Teethed Glory & Injury σε αρκετές λίστες με τα εξέχοντα album του 2013 και κέρδισαν μια δεύτερη ευκαιρία ακρόασης από τον γράφοντα.

Η αίσθηση που κυριαρχεί στον πιο μεστό δίσκο αυτό είναι ένα απόκοσμο σκότος. Οι κιθαριστικοί ήχοι και τα κρουστά τείνουν προς μια μηχανιστική εντέλεια η οποία ισορροπεί με τα αρκετά μελωδικά μέρη που υπάρχουν σε πολλά σημεία του album και τη φωνή που επιτέλους βγάζει κάποια λέξη από αυτά που αγρίως εκστομίζει. Μιλάμε βεβαίως για ακραία μουσική οπότε όλα τα κομμάτια φαντάζουν μέρη ενός περίτεχνου σκοταδιού και μιας εξώτερης δύναμης .

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Pelican – Year Of No Light/Altar Of Plagues – Nadja

Pelican – Ataraxia/Taraxis ep (southern lord)

Αν ήταν να διαλέξουμε ένα σχήμα από όλο τον μεταλλικό συρφετό που είδε post και μπήκε, αναζητώντας κάτι διαφορετικό πέρα από riffs, χαίτες και τσαμπουκαλεμένες πόζες, θα ήταν οι εκ του Σικάγο ορμώμενοι Pelican. Χωρίς παύση, εδώ και δέκα περίπου χρόνια, χωρίς το μεγάλο hype να τους ακολουθεί, χωρίς να επαναλαμβάνονται στα παιξίματα τους, επιμένουν να βγάζουν έναν ογκωδέστατο και βαρύ ήχο χωρίς να παραμελούν ουδεμία στιγμή την υφέρπουσα μελωδία σε κάθε στιγμή των συνθέσεών τους. Χαρακτηριστικό που τους κάνει να ξεχωρίζουν από όλη την Isis σχολή.

Σαφώς οι τελευταίες τους κυκλοφορίες είναι υποδεέστερες του magnus opus τους, The Fire In Our Throats Will Beckon The Thaw (2005), καθώς τους λείπει το στοιχείο της έκπληξης χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν καταβάλλουν προσπάθεια να ξεφύγουν από τα καλούπια τους.

Στο νέο τους ep εισαγάγουν για πρώτη φορά ψήγματα ηλεκτρονικού ήχου στις ατμόσφαιρες του εισαγωγικού “Ataraxia”. Στο δεύτερο επικούρειο “Lathe Biosas” έχεις την αίσθηση πως απλά παίζουν μια παλιά τους ιδέα στις 45 από τις 33 στροφές. Για κλείσιμο έχουν το πανταζικό “Taraxis”, τη δίδυμη σύνθεση της εισαγωγής, όπου παντρεύεται ο ακουστικός ήχος με τον ηλεκτρικό προς όφελος ενός λιτού συνθετικά, αλλά περιεκτικού, κομματιού. Γενικά, τα σχεδόν είκοσι λεπτά που διαρκεί αυτή η κυκλοφορία μας δίνουν απλά μελωδικά θέματα και συνθετικές ιδέες οι οποίες μπορεί να μην ανακαλύπτουν τη ζωή στο διάστημα, αλλά κρατάνε το όνομα που κουβαλούν σε υψηλά, ως προς το ενδιαφέρον, επίπεδα.

 

 

Year Of No Light / Altar Of Plagues – Split ep (music fear satan/radar swarm records)

Στους Γάλλους Year Of No Light έχουμε αναφερθεί παλαιότερα, όταν κάναμε λόγο για τα δισκογραφικά τους, και όχι μόνο, σχέδια για το 2012. Λοιπόν, αυτό εδώ είναι το πρώτο επεισόδιο μιας τριπλέτας κυκλοφοριών που έρχεται να γεμίσει τη χρονιά με «μη φως» όπως δηλώνει και το όνομά τους. Εδώ συμμετέχουν σε μια μοιρασμένη κυκλοφορία με τους ακόμη πιο τραχείς Altar Of Plagues, οι οποίοι κατάγονται από την Ιρλανδία.

Όσες/οι έδωσαν χρόνο στον προπέρσινο δίσκο των Y.O.N.L. σίγουρα δεν θα εκπλαγούν με αυτό που θα ακούσουν στη δικιά τους πλευρά. Άμεσο μπάσιμο σε ένα δυνατό και σκοτεινό κομμάτι, το οποίο βασίζεται σε μια επαναλαμβανόμενη και καθαρή μελωδία. Η ένταση όσο πάει και δυναμώνει καταλήγοντας σε ένα σαμπαθικό βαρύτονο φινάλε. Ίσως να άξιζε να ξανοιχτούν σε πιο βαθιά νερά του πειραματισμού στην εν λόγω σύνθεση, αν και όπως φημολογείται αυτό ακριβώς κάνουν στην επερχόμενη split κυκλοφορία με τον Thisquietarmy.

Η δεύτερη πλευρά καταλαμβάνεται από μια δεκαεπτάλεπτη σύνθεση των A.O.P. με τον τίτλο “Light Through A Tomb”, σαφώς επηρεασμένο από το ντεμπούτο τους, White Tomb, όχι τυχαία μιας και η ιδέα του τραγουδιού κατάγεται από την τότε περίοδό τους. Το πρώτο δεκάλεπτο παραπλανά με τον αργόσυρτο ρυθμό που παραπέμπει στις πρώτες προσπάθειες του post-κάτι, αφήνοντας για το τέλος το χαοτικό black μπουρδούκλωμα που ολοκληρώνει μια υποβλητική, αλλά και κάπως άνιση, σύνθεση.

 

 

Nadja – Excision (Important records)

Οι συγκεκριμένοι αποτελούν μια κατηγορία από μόνοι τους. Ακούγοντας οποιοδήποτε κομμάτι τους, αποκλείεται να μην αναγνωρίσεις αμέσως αυτόν τον απόκοσμο, βιομηχανικό αλλά και ονειρικό ήχο που βγάζει ο Aidan Baker με την Leah Buckareff. «Υπερπαραγωγικοί» πάντα, τόσο ως προς τον αριθμό των κυκλοφοριών τους, αλλά επίσης και ως προς τη διάρκεια κάθε σύνθεσής τους που κυμαίνεται συνήθως γύρω στα είκοσι λεπτά!

Εκτός από μια σειρά επανακυκλοφοριών, που έχουν ήδη βάλει μπρος για τη χρονιά που διανύουμε, και μια υψηλού επιπέδου συνεργασία -αν και αρκετά «συνηθισμένη» για τα μέτρα τους- σχεδίασαν μια συλλογή στην οποία περικλείονται κομμάτια τους που έχουν βγει στο παρελθόν σε σπάνιες βινυλιακές ή μη εκδόσεις.

Θα μπορούσε να ήταν μια καλή περίπτωση αντιπροσωπευτικής συλλογής, αν και εφόσον ο ακροατής είναι ψυλλιασμένος για το τι τον περιμένει. Διαφορετικά, ήδη από το πρώτο κομμάτι με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Jornada Del Muerto” και το επίμονο θορυβώδες και εφιαλτικό μοτίβο, θα εγκαταλείψει άμεσα κάθε φιλότιμη προσπάθεια προσέγγισης. Γενικά, η εντύπωση που δίνεται και στα δυο cd της έκδοσης είναι πως οι στροφές των μουσικών πηγών χάνουν ταχύτητα ή ακόμα κυλάνε ανάποδα, καθώς όλα ακούγονται αργόσυρτα, βαρύθυμα και άτακτα ερριμμένα.

Ενυπάρχει μια συνοχή σπάνια για παρόμοιου χαρακτήρα συλλογές, με τα πρώτα τρία κομμάτια να έχουν το ίδιο αργό τέμπο, τα επόμενα να διαλύονται σε ambient drone κυματισμούς και το τελευταίο να είναι από τα σπάνια τους, όπου συναντάμε κανονικά drums παρέα με μια κατανυκτική κιθαριστική μελωδία, με αποτέλεσμα να ακούγεται ως θεματικό το σύνολο του θορύβου που διαρκεί δυόμιση ώρες! Ως γνωστόν, η οικειοποίηση ενός «ιδιότυπου» μουσικού είδους επιτυγχάνεται κατά περιπτώσεις με υπομονή, θα εφιστούσαμε, ωστόσο, την προσοχή σε όποιον πλησιάζει αδιάβαστος.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης