Loscil – Equivalents (kranky)

Όπως υπάρχουν εικόνες που φωτίζονται μόνο στο σκοτάδι ως άλλα απότοκα νυχτών, μυστικών και άλλων δαιμονίων, έτσι υπάρχουν και μουσικές που γίνονται αντιληπτές κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ακρόασης. Welcome to headphone music! Υπάρχει μια τέτοια λεπτεπίλεπτη σύγκρουση ηχητικών κυμάτων και υπόγειων ρευμάτων και στο νέο άλμπουμ του Loscil όπου μια ακρόαση στα πεταχτά δεν το βοηθά να απλώσει επ’ ουδενί τις αρετές του. Αλλά που κολλάει όλο αυτό στη μέση ενός καλοκαιριού οπουδήποτε;

Κι όμως αυτή η σύνθεση αργών ήχων απέναντι στις κινήσεις μιας φύσης που υπακούει στο αεράκι του Αυγούστου δημιουργεί τη δική της όαση ηρεμίας. Ένα ξεφύσημα ακολουθεί κάθε κομμάτι του δίσκου αυτού το οποίο είναι σαν να αποτελεί μια σύντομη αποτύπωση όλου του υλικού. Μια μελωδικότητα σίγουρα κρύβεται πίσω από όλα αυτά, όπως και αρκετοί λόγοι ώστε όχι μόνο να καταβυθιστούμε στη συγκεκριμένη δουλειά αυτού του Καναδού δημιουργού, αλλά και να καταπιαστούμε με όλο το έργο του.

As there are images illuminating only in the dark as if they were offsprings of the night, secrets and other deamons, so there are music that can be understood under certain listening circumstances. Welcome to headphone music! There is such a subtle collision of sound waves and underground currents in the new album of Loscil which if you just listen unattentively you don’t let it unwind its virtues at all. But where does all of this fit in the middle of summer?

Yet, that slow composition opposed to the nature’s movements, submitting itself to the august breeze, creates your own oasis of calmness. An exhale follows every track of the record which is the fingerprint of the whole record. The melody is certainly behind it, along with other reasons why we should not only dive into this very work of this Canadian creator, but to look through all of his work.


Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

Translation: Θάνος Θ

Drab Majesty – Modern Mirror (dais records)

Υπάρχουν δύο τρόποι για να προσεγγίσεις αρχικά το νέο άλμπουμ των DM. Ο πρώτος, σε βάζει να ενσκύψεις στο θέμα του δίσκου που αφορά στην τοξικότητα του σύγχρονου ναρκισσισμού και στην κατανάλωση του -κάθε- εαυτού καθώς και των άλλων μέσων. Τα δύο βίντεο, οι στίχοι, ακόμη και οι τίτλοι των τραγουδιών εδώ, θα μπορούσαν να αποτελούν σήματα κινδύνου, από κάπου μακριά, για το τώρα εδώ. Ο πλούτος τους μάλιστα, αποδεικνύει ότι δεν έχουμε κάποιο καλλιτεχνικό έργο που, απλώς κατακρίνει τα κακώς κείμενα των ανθρώπινων σχέσεων νιώθοντας τελικά άνετα εντός αυτών, αλλά μια εμβάθυνση ως προς την ανάλυση και το σπάσιμο των σύγχρονων διαδικτυακών ή μη προσωπικών αδιεξόδων.

Ο δεύτερος τρόπος ενασχόλησης με το Modern Mirror είναι η χώνεψη της ίδιας της μουσικής μορφής του. Δεν είναι μόνο ότι καταφέρνουν να αποτυπώσουν σε εθιστικές pop φόρμες όλα τα παραπάνω, αλλά και ότι πετυχαίνουν να βγάλουν έναν ισάξιο με τον σπουδαίο προκάτοχο του δίσκο ! Από την αρχή (και τι αρχή!), μέχρι και το τέλος (και τι τέλος!), η κάθε σύνθεση αποδεικνύει τελικά, ότι τα στεγανά κάθε μουσικού είδους είναι ψευδεπίγραφα, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα εμπνευσμένο σχήμα. Τώρα, αν αυτοί οι δύο τρόποι συγκεραστούν μεταξύ τους, έχουμε τον ιδανικό τρόπο (ή μήπως τον μοναδικό;) για να απολαύσουμε ένα πραγματικό αντίδοτο στην παραλυτική ακινησία του ελληνικού καλοκαιριού.


Μπάμπης Κολτράνης

HÜMA UTKU – Gnosis (karl records)

Μέσα στην ακινησία αποτυπώνεται η κίνηση του χρόνου. Απόδειξη τούτου δεν είναι μόνο η γοητεία των ακίνητων φυσικών τοπίων που μετρούν, με τον δικό τους τρόπο, το πέρασμα του χρόνου, αλλά και της μουσικής σε ορισμένες εκφράσεις της. Το ντεμπούτο της Τουρκάλας Huma Utku είναι μια απόδειξη του γεγονότος ότι μπορεί μουσικά μοτίβα να φαντάζουν στεκούμενα σε ένα μέρος ή περιστρεφόμενα γύρω από ένα στενό κύκλο, αλλά η ροή των συγκινήσεων κατά την ακρόαση τους να ρέει αέναα.

Ήδη, από το “Black Water Red” που διαδέχεται το αναγνωριστικό intro, δέχεσαι κάτι που σου τραβάει την προσοχή το οποίο διαθέτει ατμοσφαιρικά κύματα, παραμορφωμένες φωνές από παραδοσιακή ελληνική μουσική σε λούπα και κάτι το άγνωστο που τα συνέχει όλα αυτά, αριστουργηματικά. Επίσης, ακούγοντας και τις υπόλοιπες συνθέσεις διακρίνεις την άρνηση να καταχωρηθεί το άλμπουμ κάπου, ως ύφος. Αντ’ αυτού έχουμε την ανάδειξη ενός προσωπικού ήχου, ζεστού και μυστηριακού. Η απόρροιά του Gnosis, ανιχνεύοντας το, μπορεί να συνοψιστεί στη ρήση “… κι όμως κινείται”, θυμίζοντας το “E pur si muove” του Γαλιλαίου που εκφώνησε, όταν καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση για τις ιδέες του, θέτοντας όμως, τις δικές του βάσεις σε αυτό που αποκαλούμε Γνώση!

The movement of time is reflected within stillness. Proof of that is not only the charm of the natural landscapes that, in their own way, measures the passage of time but also the music in some of her expressions. The Turkish artist’s Huma Utku’s debut is proof of the fact that musical motifs may seem to be stagnant in one place or rotating around a narrow circle, but the flow of emotions during their listening is flowing infinitely.

Even from “Black Water Red” that comes after the unique intro, you receive something that draws your attention with atmospheric waves, loupe-distorted voices of traditional Greek music and something unknown that connects all, in an ideal way. Also, while listening to the rest of the compositions, you notice that you cannot register the album in any specific musical style. Instead, we have the appearance of a personal sound, warm and mysterious. The outcome of the Gnosis can be summed up in the phrase “… and yet it moves”, reminding of Galileo’s “E pur si muove”, when he was condemned by the Holy Inquisition for his ideas, setting his foundations in- what we call- Knowledge!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Fire! Orchestra – Arrival (rune grammofon)

Η άφιξη σηματοδοτεί ένα ταξίδι ή μια πορεία που λήγει και καταλήγει σε έναν ερχομό, παραπέμποντας σχεδόν αυτόματα σε μια εκκίνηση νέων ή επαναπροσδιορισμένων πραγμάτων, ιδωμένων μέσα από διαφορετικό πρίσμα και οπτική. H άφιξη – Arrival, 4ο album των Fire! Orchestra, είναι από εκείνες τις δημιουργίες που απολαμβάνεις με κάθε κύτταρο της ύπαρξής σου. Η μείωση των μελών της ορχήστρας -από 28 σε 14- σε πλήρη συνεργασία με τα μέλη των Fire! Gustafsson, Berthling και Werliin, καμία έκπτωση δεν επέφερε στο μουσικό τους αποτέλεσμα. Μιλάμε, για μια μελωδικότατη και ιδιαίτερη έκφανση της jazz μουσικής, με έντονους πειραματισμούς και αυτοσχεδιασμούς που τοποθετούνται με απόλυτη συνοχή και ακρίβεια σε κάθε τραγούδι, άλλοτε στην έναρξη κι άλλοτε στο κλείσιμο τους.

Στο album αυτό αναδεικνύονται και κυριαρχούν οι δύο φωνές που ακούγονται σαν μία, των Mariam Wallentin και Sofia Jernberg, διαφορετικές μα αλληλοσυμπληρούμενες. Η μία έντονη και πιο άμεση, η άλλη τοποθετεί τη φωνή της σε ψηλότερες νότες. Προσιτές κι απρόσιτες, ευαίσθητες και δυναμικές, ταυτόχρονα. Δεν μπορείς να φανταστείς τη μία χωρίς την άλλη και η αρμονική συνύπαρξη των δύο κυριών απογειώνει το αποτέλεσμα, μετουσιώνοντάς το σε κάτι μαγικό.

Το βιολί που καταλαμβάνει την εισαγωγή του “(I am a) Horizon” το μπάσο και το σαξόφωνο με το πιάνο που ακολουθεί, ανακατεύει την jazz με την blues αισθητική. Ωστόσο, δεν γίνεται να μην σταθεί κανείς στις δύο διασκευές: στο “Blue Crystal Fire” του Robbie Basho που- προσωπικά- αποτελεί την κορυφαία στιγμή του άλμπουμ και του “At Last I’m Free” των Chic που αποτελεί το κλείσιμο του άλμπουμ αφήνοντας έναν απόηχο απελευθέρωσης και ελπίδας σε όποι@ το ακούσει.


Arrival signifies a journey or a path that ends to a coming by, almost automatically referring to a start of new or redefined things, seen through a different prism and point of view. Arrival, Fire!Orchestra’s 4th album, is one of those creations that you enjoy with every cell of your being. The reduction of the members of the Orchestra – from 28 to 14 – in full cooperation with the members of Fire! Gustafsson, Berthling and Werliin, has made no discount to their musical result. We are talking about a melodious and particular expression of jazz music, with intense experiments and improvisations that are placed with absolute consistency and accuracy in each song, sometimes in the beginning and sometimes in their closure.

In this album the two voices sound like one, Mariam Wallentin and Sofia Jernberg, are different but also complementary. The one more intense and direct, the other puts her voice to higher notes. They are affordable and inaccessible, sensitive and dynamic, at the same time. You cannot imagine one without the other and the harmonious coexistence of the two ladies takes off the result, denouncing it to something magical.

The violin that occupies the introduction of “(I am a) Horizon,” the bass and the saxophone with the piano that follows, blends jazz with blues aesthetics. However, you cannot pass- by the two cover songs: Robbie Basho’s “Blue Crystal Fire,” which is – personally – the top moment of the album and “At Last I’m Free” by Chic, which is closing the album by leaving an echo of liberation and hope to whoever is listening to it.


Sylvia Ioannou

Snowdrops – Dag Rosenqvist – Tegh

Snowdrops – Manta Ray Original Soundtrack (gizeh records)

Τι κάνει μια ταινία σπουδαία; Πολλά, σίγουρα, αλλά το ένα από δαύτα είναι, σαφώς η μουσική της. Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει ποιοτική ταινία η οποία να μη διαθέτει ποιοτικό soundtrack. Αυτός ο κανόνας διέπει και τις σινεδουλειές που αναλαμβάνει η Christine Ott. Πιο συγκεκριμένα, σε αυτήν εδώ που έφερε εις πέρας για την περσινή πολυβραβευμένη ταϊλανδέζικη ταινία Manta Ray, προβάλλει μια μουσική δύναμη που όσο χρειάζεται τις εικόνες τις οποίες βάλθηκε να δέσει, άλλο τόσο κινείται και αυτόνομα! Σε μερικές συνθέσεις νομίζεις ότι αν κλείσεις τα μάτια θα δεις μέρη της ταινίας, σε άλλες ακούς ξεκάθαρα ψήγματα του μουσικού της σύμπαντος που δημιουργεί παρέα με τον ομότεχνο Mathieu Gabry. Όλα αυτά ανάκατα, αλλά και σε μια ροή θα έλεγα δραματουργική, δίνοντας ένα επιπλέον κίνητρο, για να δούμε τη συγκεκριμένη ταινία!

Dag Rosenqvist – Blood Transmision (hidden vibes)

Συνήθως παίρνει κάποια ώρα για να μπεις στην ατμόσφαιρα ενός άλμπουμ, αλλά εδώ, από τους πρώτους ήχους, η όποια αργοπορία στην κατανόηση του τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε, καταρρέει αμέσως! Μια μελαγχολία και μια λεπτότητα διαπερνά κάθε στιγμή του νέου άλμπουμ του Σουηδού Dag Rosenqvist. Οι εντάσεις, είτε ως σκιές, είτε ως δέσμες φωτός, είναι πανταχού παρούσες για να προσδώσουν την αμεσότητα που χαρακτηρίζει όλο το υλικό εδώ. Χωρίς στίχους, χωρίς φωνές, με ένα ρυθμό ευθύ στις συνθέσεις που είναι χρονικά οι μεγαλύτερες, το Blood Transmission είναι ένας δίσκος – έκπληξη σε ένα χώρο και μια εποχή που οι εκπλήξεις φθίνουν ραγδαία!

Tegh – Unusual Path (midira)

Σαν μια σπουδή στη δύναμη της μουσικής και τη μουσικότητα της δύναμης, το νέο εικοσάλεπτο ομώνυμο κομμάτι του Ιρανού Tegh ορθώνεται, όπως τα ρήγματα των κορυφογραμμών στην εικόνα του εξωφύλλου. Μέσα σε ένα ακίνητο θαρρείς ηχητικό περιβάλλον συγχρωτίζονται στοιχεία που, ενώ τείνουν να ακολουθήσουν τη δική τους πορεία, εντούτοις συγκολλούνται σε ένα μασίφ σώμα. Ενδιαφέρον, επίσης, έχει το γεγονός ότι με τα δύο remix στη 2η πλευρά του βινυλίου αναδεικνύεται η κοινή μουσική αντίληψη που έχουν οι τρεις αυτοί μουσικοί. Με τον Siavash Amini να κινείται σε ελαφρώς πιο εγκεφαλικά πεδία και τον ημεδαπό Zenjungle να εμπλουτίζει αριστουργηματικά τη βάση, κυρίως με το σαξόφωνο του, έχουμε -κατά μια έννοια- τρία μέρη ενός ολοκληρωμένου έργου και μιας συντονισμένης ηχητικής επίθεσης που μπορεί να μην είναι για κάθε ώρα της ημέρας, αλλά σίγουρα αποτελεί μια ολοκληρωμένη μελέτη και ένα σαφές ερώτημα πάνω στο αύριο της σύγχρονης πειραματικής μουσικής.

Snowdrops – Manta Ray Original Soundtrack (gizeh records)

What makes a movie great? Many things, of course, but one of them is, clearly, its music. Proof of this is the fact that there is no quality film that does not have a quality soundtrack. This rule also governs the cinematographic works assumed by Christine Ott. More specifically, in this one that she has done for last year’s award-winning Thai film, “Manta Ray”, she puts forward a musical power connecting the images with the music, but also moving independently! In some compositions you think that if you close your eyes, you will see parts of the film, in other clear-cut nuggets of her music universe that creates together with Mathieu Gabry. All this pell-mell, but also in a stream I would say dramatic, giving an extra motivation to see this particular movie!

Dag Roseqvist – Blood Transmision (hidden vibes)

It usually takes some time to get into an album’ s atmosphere, but here, with the first sounds, any delays in understanding what we have to deal with, will collapse immediately! A melancholy and subtlety permeates every moment of the Swedish Dag Roseqvist’s new album. Tensions, either as shadows or as light beams, are omnipresent to impart the directness that characterizes all the material here. Without lyrics, no voices, with a straight rhythm on the most time-consuming compositions, Blood Transmission is a surprising record in a genre and a time when surprises are falling rapidly!

Tegh – Unusual Path (midira)

As a study of the power of music and the musicality of the power, the Iranian Tegh’s new twenty-minute homonymous piece stands up like the crest of the ridges in the picture of the cover. Inside a property there is a sound environment that combines elements that, while they tend to follow their own course, are nevertheless bonded to a massive body. Also interesting is the fact that the two remixes on the 2nd side of the vinyl show the common music perception of these three musicians. With Siavash Amini moving in slightly more brain fields, and Zenjungle masterfully enriching the base, mainly with his saxophone, we have – in a sense – three parts of a complete project and a coordinated sonic attack that may not be appropriate for each moment of the day, but it is definitely a complete study and a clear question on the tomorrow of modern experimental music.

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Pelican – Nighttime Stories (southern lord)

Κλείνεις τα μάτια κι ένας κόσμος γεμάτος με κίνηση και χρώματα κάνει αισθητή την παρουσία του. Ο νους δημιουργεί και συνθέτει εικόνες ανάμεσα σε δέσμες φωτός που εμφανίζονται σαν γεωμετρικά σχήματα. Όλα χρωματίζονται έντονα. Αυτές οι νοητές εικόνες παραίσθησης δημιουργούνται για να σε παρασύρουν μακριά από μια ζοφερή και δύσκολη πραγματικότητα και έναν κόσμο που δεν είναι πάντα αρεστός ή αποδεκτός. Μια αίσθηση αλλότρια και οικεία, συνάμα. Η αποτύπωσή τους πραγματοποιείται στο εξώφυλλο του νέου άλμπουμ των Pelican, Nighttime stories ξεκινώντας ένα 45λεπτό μουσικό ταξίδι στην «εσφαλμένη» αντίληψη κάποιου υπαρκτού ερεθίσματος.

Αρχή της εξιστόρησης, η τρίλεπτη εισαγωγή με το “WST”, ένας πρόλογος όσων θα επακολουθήσουν. Και οι νυχτερινές μουσικές ιστορίες των Pelican ξεκινούν τα μεσάνυχτα με το “Midnight and Mescaline”. Τα λόγια δεν υπάρχουν, αλλά η μουσική δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ιδιαίτερη επικοινωνία μεταξύ δημιουργού και ακροατή. Δυνατές και δύσκολες στιγμές που βίωσαν τα μέλη της μπάντας τα έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας των περασμένων χρόνων αποτυπώνονται στο άλμπουμ, η απώλεια, η θλίψη όλα τα στοιχεία αποτελούν ενεργά συστατικά στα τραγούδια τους. Ένας δίσκος που ακροβατεί ανάμεσα στις αισθήσεις και τις παραισθήσεις.

You close your eyes and a world full of motion and color makes its presence felt. The mind creates and composes images between light beams that appear as geometric shapes. All these are colored intensively. These illusionary images are created to drive you away from a bleak and difficult reality and a world that is not always acceptable. A feeling aloft and intimate, at the same time. Their stamping takes place on the cover of Pelican’s new album, Nighttime Stories, starting a 45-minute musical journey into the wrong perception of an existing stimulus.

Beginning of the narrative, the three-minute introduction with “WST”, a preface to those who will follow. Pelican’s nightly musical stories start at midnight with “Midnight and Mescaline.” There are no words, but music creates the conditions for a special communication between the creator and the listener; the strong and difficult moments experienced by the band members years of record-breaking absences of the past are depicted on the album, loss, sadness, all elements are active ingredients in their songs; an album that strikes between sensations and hallucinations.

Sylvia Ioannou

Franck Vigroux – Totem (Aesthetical)

Η μουσική δεν είναι μόνο για να περνάμε καλά, αλλά είναι και για εκείνες τις στιγμές που, με μισόκλειστο βλέμμα, θες να κοιτάξεις στον καθρέφτη και να σφαλιαρίσεις το είδωλο που βλέπεις. Είναι για εκείνες τις στιγμές που δεν είναι οι κατάλληλες για να αγαπήσεις τα λάθη σου, παρόλο που αυτά πληθαίνουν επικίνδυνα. Για αυτές τις στιγμές ο Franck Vigroux μόλις κυκλοφόρησε ένα δίσκο-κάλεσμα για να τις αγκαλιάσει στοργικά, χωρίς κανένα λάθος να παραμονεύει πριν από κάθε σύνθεση που περιέχει.

Τελειοποιώντας τις τεχνικές του με τη βαρύτητα ενός πλούσιου βιογραφικού εναλλάσσει έξυπνο θόρυβο με ευλύγιστες ρυθμολογίες πάνω σε μια στέρεα βάση ατμόσφαιρας, ώστε να βγάλει ένα εσωτερικό μα και εκρηκτικό άλμπουμ. Το μυστήριο, βέβαια, παραμονεύει σε κάθε στιγμή του Totem και πυροδοτεί μια απόκοσμη ενέργεια, όπως έκαναν στην αντίστοιχη δική τους εποχή αυτά τα ιερά σύμβολα τα οποία αναφέρονται στους τίτλους των συνθέσεων. Σίγουρα τα σημάδια είχαν φανεί στο πρόσφατο EP που έβγαλε, αλλά πραγματικά αυτός ο ορυμαγδός εδώ, έχει και το βάθος και το βάρος για να βυθιστείς κατακόρυφα. Καλές μας βουτιές!

Music is not just about having a good time, but it’s also about those moments where, with a half-closed look, you want to look into the mirror and sabotage your reflection. It is for those moments that are not suitable to love your mistakes, even though your mistakes are increasing dangerously. For these moments Franck Vigroux has just released an album-call to embrace them affectionately, without any mistake lurking before each composition that it contains.

Perfecting his techniques with the gravity of a wealthy biography, he switches intelligent noise with flexible rhythms on a solid atmosphere base to pull out an inside and explosive album. The mystery, of course, lurks at every moment in Totem and triggers an eerie action, as these sacred symbols that refer to the titles of the compositions made at their respective times. Certainly the signs had been seen in the recent EP that he did, but really this buzzard here, has the depth and the weight to plunge vertically.


Μπάμπης Κολτράνης