Cold Leather – Smart Moves (ADAGIO830)

Περπατώντας στους δρόμους της πόλης ένα αυγουστιάτικο βράδυ απολαμβάνεις την ομορφιά του αστικού τοπίου, χωρίς τη βοή της πολυκοσμίας που συνηθίζει τέτοια εποχή να εκδράμει σε άλλους τόπους. Στο οδοιπορικό σου επιλέγεις συντροφιά σου τη μουσική, εκείνη που είναι μαζί σου κάθε στιγμή και, ίσως, η μόνη που δεν σε εγκαταλείπει ποτέ. Και στους δρόμους της πόλης, με την ομορφιά και την ασχήμια της να συνυπάρχουν σε κάθε εικόνα που εμφανίζεται μπροστά σου, δεν μπορείς να έχεις καλύτερη συντροφιά από νέα ακούσματα.

Νέες μουσικές, από αυτές που σου ακούγονται σαν να ξεπήδησαν από το χρονοντούλαπο της μουσικής ιστορίας, κατευθείαν από τη δεκαετία του 1970, τότε που το πανκ κατοχυρώθηκε στις συνειδήσεις του κόσμου ως το μουσικό ρεύμα ενάντια σε καθετί συστημικό και παγιωμένο.

Οι Cold Leather ακούγονται έτσι κι ας εμφανίστηκαν στη μουσική σκηνή πολύ πρόσφατα, μόλις στα τέλη του 2016. Στα δεκαεπτά –όλα κι όλα– λεπτά του άλμπουμ τους Smart Moves μάς δίνουν το στίγμα τους ξεκάθαρα. Σύντομα, δίλεπτα κυρίως, τραγούδια, δωρικές συνθέσεις, μπόλικα ροκ στοιχεία και έντονη ενέργεια που συστήνεται από την πρώτη κιόλας νότα.

Το μπλέξιμο ροκ ήχων σε πανκ διάθεση είναι χαρακτηριστικό στα ακούσματά τους, οι στίχοι τους μιλάνε για τις πλευρές της ζωής, κακής και καλής: όλα μπλέκονται –άλλοτε περίτεχνα κι άλλοτε άκομψα– αλλά πάντα ενυπάρχουν σε κάθε έκφανση και πτυχή της. Μέσα από τραγούδια όπως το “Intoxication”, που μας είχαν πρωτοπαρουσιάσει στο Demo Tape, και το ορχηστρικό “CB 7817” παράλληλα με το “Nightmare” και το “No Hard Feelings” μάς προβάλουν τη δική τους αλήθεια.

Μελωδικά και σκληρά φωνητικά, όπως ακριβώς περιμένεις από μια πανκ μπάντα, χωρίς υστερίες αλλά με θυμωμένες κραυγές. Ηχηρές κραυγές που αντιδρούν έντονα σε μια ζωή γεμάτη από πράγματα που δεν θες και δεν αποδέχεσαι ούτε για σένα ούτε και για κανέναν άλλον. Μακριά από ατομικισμούς που, άλλωστε, δεν ταίριαξαν ποτέ με τη νοοτροπία αυτού του μουσικού είδους. Με μιαν αυθεντικότητα χαρακτηριστική τόσο των δημιουργών όσο και της δημιουργίας τους.

Για να βρει καθέν@ αυτό που αναζητά, βασική προϋπόθεση είναι να ξεκινήσει από την αμφισβήτηση αυτών που μας βαραίνουν ή δεν μας προσφέρουν όσα επιζητούμε σε κάθε τομέα της ζωής μας. Εξάλλου, τίποτα και όλα μπορούν να συμβούν, αρκεί να το θες και να το αποζητάς. Η αμφισβήτηση είναι μια καλή αρχή για να γίνουν οι αλλαγές που επιθυμείς να συμβούν στη ζωή σου, ανεξάρτητα από το πού, τελικά, αυτές θα σε οδηγήσουν.

Προσωπικά, αν αυτή η υπαρξιακή αμφισβήτηση είχε μουσική υπόκρουση, μόνο το πανκ θα σκεφτόμουν. Και οι Cold Leather ξεκινούν τη δική τους ιστορία βαδίζοντας σε καλά μονοπάτια, αποτελώντας την καλύτερη παρέα για τις αυγουστιάτικες νυχτερινές περιηγήσεις μου στην ερημωμένη πόλη.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Sound Awakener – Monochrome (Elm Records)

Η εντύπωση που μας αφήνει η εκάστοτε εμπειρία –της μουσικής συμπεριλαμβανομένης– καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το πού “βρισκόμαστε” συναισθηματικά τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Η διαπίστωση αυτή δεν έχει διαφύγει της προσοχής της Nhung Nguyen aka Sound Awakener, της οποίας δημιουργία τόσο σε οπτικό όσο και σε μουσικό επίπεδο είναι οι τέσσερις ambient συνθέσεις που αποτελούν το Monochrome.

Το συνταίριασμα αφενός ασπρόμαυρων εικόνων που απεικονίζουν στιγμιότυπα είτε εσωτερικών χώρων απογυμνωμένων από την ανθρώπινη παρουσία είτε εξωτερικών χώρων αποστερημένων από τη χρωματική τους ένταση και αφετέρου ήπιων, διακριτικών, σχεδόν ανεπαίσθητων κορυφώσεων στη βασική μελωδία των συνθέσεων “Monochrome”, “One Frame At A Time”, “Silent Dream” και “In The Garden”, συντελούν στη δημιουργία ενός είδους μουσικού “safe space”.

Όταν και η τελευταία νότα του “In The Garden” θα έχει αφήσει έναν πνιγηρό απόηχο στις κοιλότητες των αυτιών σας, θα έχετε ήδη προ πολλού απογυμνωθεί από τις άμυνες της φορτικής καθημερινότητας, παραδομένοι στη ραστώνη που μόνο η μουσική ύπνωση μπορεί να προσφέρει.

 

 

The impression we are left with after every and each one of our experiences – music related ones included – is highly determined by our psychological status at that given moment.

This ascertainment hasn’t escaped Nhung Nguyen’s (aka Sound Awakener) attention, whose creation – on both a visual as well as a composing level – are the four ambient pieces comprising Monochrome.

Combining black and white photographs of both interiors stripped of human presence and exteriors lacking their natural colorful tension on one hand and sublime, almost imperceptible climaxes on the basic melody of “Monochrome”, “One Frame At A Time”, “Silent Dream” and “In The Garden” on the other hand, results to creating a kind of a music “safe space”.

And as the last note of “In The Garden” leaves your ears with its whispering echo, you’ll have already been unburdened of the defenses of everyday life’s stress and have surrendered yourselves to this kind of slumber that only music can provide you with.

 

Victoria L./Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Oneohtrix Point Never – Age Of (warp)

Καθώς έχουμε πλημμυρίσει από τα πάντα στη σύγχρονη μουσική και μεταξύ άλλων και των ονομάτων που δουλεύουν κατά μόνας, το ζητούμενο είναι τι έχουν αυτά να μας πουν πέρα από το να περιφέρουν τον κατά τα άλλα δημιουργικό ναρκισσισμό τους ως άλλες σέλφι με νότες. Ο Daniel Lopatin ξεχώρισε από τον όχλο, γιατί πολύ απλά αναδείκνυε μέσα από το προσωπικό έργο του πτυχές της γενιάς του και όχι σελίδες του ημερολογίου του. Μίλαγε για αυτήν, όχι προς αυτήν. Ακόμη κι αν δουλεύει με τρόπο που θυμίζει νεανία βυθισμένο στα video game, πάντα παρουσιάζει κάτι που δεν αφορά μόνο αυτόν.

Το νέο του άλμπουμ δεν παραμένει απλώς πιστό σε αυτήν την πορεία, αλλά προχωρά ακόμη παραπέρα την εξωστρεφή του ενδοσκόπηση. Πέραν των οικουμενικών νοημάτων, που προσδίδουν μια δυστοπική χροιά στο πώς αντιμετωπίζουμε αυτά που αλλάζουν γρήγορα γύρω μας, είναι και η ίδια η προσέγγιση στη μουσική που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υπάρχει μια αίσθηση ακούγοντας το Age Of ότι όχι μόνο δούλεψε από το μηδέν για να φτάσει στην ολοκλήρωσή του, αλλά ήθελε να καταδείξει και τη σημασία του να φτιάξεις κάτι από το τίποτα. Μια παραπομπή σε αυτό που ζούμε στον ημιπραγματικό κόσμο του διαδικτύου, όπου περιμένουμε το κάτι έξω από αυτό για να λάβει το οτιδήποτε σε αυτό σάρκα και οστά. Αυτό είναι η ζωή, οι σχέσεις, η γλώσσα και διάφορα άλλα που τείνουμε να τα ξεχάσουμε και η τέχνη οφείλει να μας τα θυμίζει.

Γιατί όντως αυτό που κάνει ο OPN είναι τέχνη. Η μουσική του είναι ζωντανή και χυμώδης, κρύβει μυστικά περάσματα, θέλει τον χρόνο της και δεν στέκεται να σε περιμένει, αλλά έρχεται αυτή προς εσένα. Κλασικά και στο Age Of έχουμε αρκετές εκπλήξεις, ακόμη και για τον κόσμο που έχει λιώσει το πρότερο έργο του Daniel. Τη μία δοκιμάζει διάφορα χωρίς να καταλαβαίνεις πώς κολλάνε μεταξύ τους, την άλλη είναι σαν ένα κομμάτι να τελειώνει εκεί που ήδη έχει ξεκινήσει το επόμενο. Αν σας ακούγονται όλα αυτά χαοτικά, στην πραγματικότητα είναι ακόμη περισσότερο, σε βαθμό που μπορεί να σας μπερδέψουν. Δίπλα σε φοβερές συνθέσεις (“Black Snow”, “We’ll Take It”, “Last Known Image Of A Song”) βρίσκονται άλλες όπου νομίζεις ότι αφηρημένα παίζει με τα κουβαδάκια του σε μια ερημική παραλία. Παρ’ όλ’ αυτά, όλα κάπως συνδέονται με έναν περίεργο τρόπο, θυμίζοντας στο τέλος μια ήπια και αντίρροπη όψη του τελευταίου του τσιτωμένου δίσκου.

Ο Daniel δεν θέλει να χλευάσει τον τρόπο που κοιτάμε τον καθρέφτη νομίζοντας ότι το έργο μας απευθύνεται στις όποιες μάζες, ούτε ελιτίζει για να κερδίσει την αποδοχή. Προχωρά πέρα από αυτά, σαν να τα έχει καλοχωνέψει ως στάδια της ως τώρα πορείας του και καταφέρνει να βγάλει άλλον έναν ξεχωριστό δίσκο. Πέραν της αποδόμησης ή εξύψωσης ρυθμών και μελωδιών, το μόνο που λείπει στο Age Of είναι το να μπορεί να σε συνεπάρει ως σύνολο σε συνεχή ροή. Ακόμη κι αυτό όμως είναι σαν να βγαίνει μεθοδευμένα, σαν να μην ήθελε ο ίδιος να εκβιάσει κάποιο συναίσθημα σε έναν κόσμο που στοχεύει με άπληστο τρόπο σε αυτό.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Tatu Rönkkö – Spheres (Sonic Pieces)

Ένα πράγμα που δεν θα πάψει ποτέ να με εκπλήσσει είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος με τις απεριόριστες δυνατότητες που έχει, ανάλογα με την κλίση και το μεράκι του καθεν@ μας. Οι πηγές της έμπνευσης κάθε καλλιτέχνη, αλλά και το πώς αυτές μετασχηματίζονται σε δημιουργία, μπορεί να είναι πραγματικά το οτιδήποτε που μετουσιώνεται σε κάτι, ορισμένες φορές, ιδιαίτερα αξιόλογο.

O Tatu Rönkkö ανήκει σε αυτήν την κατηγορία καλλιτέχνη που μπορεί να δημιουργεί μουσική εμπνεόμενος από το οτιδήποτε. Ο αυτοσχεδιασμός είναι παρών σε όλες του τις συνθέσεις, ακόμα και στα όργανα που χρησιμοποιεί για να φτάσει στο αποτέλεσμα που επιθυμεί. Και στο αποτέλεσμα που θέλει φτάνει χρησιμοποιώντας αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως πράγματα που βρίσκονται μέσα στην κουζίνα!

Το album Spheres είναι το ντεμπούτο του Φινλανδού, ως solo καλλιτέχνη (βλ. την θητεία του ως ντράμερ στη συναυλιακή σύνθεση των Efterklang). Μέσα στα 26 λεπτά που διαρκεί, ανακαλύπτεις έναν κόσμο ηχητικών σχημάτων, σε κάποια άλλη διάσταση, όπως παραπέμπει και η εικόνα στο εξώφυλλο. Και είναι σαν να θες να κάνεις αυτό το ταξίδι ανάμεσα σε αστέρια (“Stars”), σε άλλες διαστάσεις, με τη φωνή της Islaja στο “Tekoäly” να συντροφεύει την περιήγησή σου. Κι αυτό, να συμβαίνει χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις αν θες να ξεφύγεις από την πεζή σου καθημερινότητα βολτάροντας σε άλλους πλανήτες σκεφτόμεν@ το παρόν (“Now”). Ή αν τελικά, μέσα στο χάος των γαλαξιών και του σύμπαντος, ψάχνεις να βρεις τις ρίζες σου, οτιδήποτε θα σε βοηθήσει να βρεις τις προσωπικές σου καταβολές (“Then”), μήπως έτσι καταφέρεις ευκολότερα να βρεις και το προς τα πού θες να κατευθυνθείς.

Όσο περισσότερο τελικά ασχολείσαι με τη μουσική, τόσο αναζητάς νέους ήχους, καινούριες κατευθύνσεις. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τους δημιουργούς, αλλά και για όλους εμάς που απολαμβάνουμε τη μουσική ή, καλύτερα, τη ζούμε. Το να “τολμά”, δηλαδή, κανείς να κάνει ένα βήμα παραπέρα, λίγο πιο μακριά από την “ασφάλεια” που του παρέχουν δεδομένα κι αγαπημένα ακούσματα, τις μουσικές μας, δηλαδή, πεπατημένες. Κάπως έτσι φτάνεις να ανακαλύψεις τον πλούτο που κρύβεται στις Σφαίρες του Rönkkö, ταξιδεύοντας μαζί του με ένα διαφορετικό (από τα συνηθισμένα σου) μουσικό όχημα, ηλεκτρονικό, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικό.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Pollux Rose – Daisy (numb capsule)

Η κακή μουσική είναι κουραστική. Η καλή; Το να τη χαρακτηρίσεις ξεκούραστη ή χαλαρωτική ακούγεται κάπως μονοδιάστατο, αν και μια βάση την έχει η συγκεκριμένη σκέψη. Αν μη τι άλλο, όταν όλα σού ακούγονται αρμονικά με τον δικό τους τρόπο σε μια σύνθεση, γεννιέται μια εγκεφαλική νιρβάνα. Στην περίπτωση του ντεμπούτου του Εδεσσαίου Pollux Rose, αυτή η αίσθηση της ξεκούρασης βγαίνει από όλους τους πόρους του cd. Όχι με την έννοια ότι ακούμε κάτι ανάλαφρο σε αυτό, αλλά ότι όλα είναι καμωμένα εύστοχα.

Επιτέλους έχουμε ένα ημεδαπό άλμπουμ ηλεκτρονικής μουσικής που διαθέτει μια σύγχρονη και προσεγμένη παραγωγή χωρίς να κλίνει προς μια απόλυτη γυαλάδα του ήχου. Υπάρχει, δηλαδή, αυτή η βρομιά σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να βγαίνει μια κλασική αντίληψη περί IDM (intelligent dance music) στο βάθος. Αυτή υπογραμμίζεται κι από την uptempo (έως και techno) διάθεση που οδηγεί σε μια ανάβλυση μιας αναπάντεχης ενέργειας. Χαρακτηριστικά, στο “Meadows” και “What Are We Gonna Do, Largo?” στήνεται μια άρτια βάση και το κάθε σημείο που προστίθεται στην πορεία φαντάζει σαν να υπήρχε από πάντα και απλώς περίμενε τον δημιουργό του για να το τοποθετήσει στο σωστό σημείο.

Δεν είναι βέβαια θέμα σωστού ή λάθους, γιατί η αίσθηση ότι σ’ αρέσει κάτι δεν στηρίζεται σε κανόνες, αλλά στην ευχαρίστηση των πολλαπλών ακροάσεων, ή καλύτερα συναντήσεων μαζί του. Εδώ, το Daisy περνά το τεστ, αποδεικνύοντας τον τρόπο να αφήνεις υποσχέσεις, χωρίς το πρώτο σου βήμα να υπολείπεται σε κάτι ώστε να χαρακτηριστεί αξιόλογο. Ακόμη και το προσεγμένο artwork του συνηγορεί σε αυτό!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

HTRK – Them Are Us Too

HTRK – Drama (ghostly international)

Είναι κάτι απογεύματα που δεν έχεις όρεξη για τίποτα. Πηγαινοέρχεσαι σε σιωπηλά δωμάτια και κάθε σκέψη μένει ανολοκλήρωτη, μέχρι να σου συμβεί κάτι, ακούγοντας αυτό που συνέβη κάπου πολύ μακριά και μεταφράστηκε σε λίγα λεπτά μουσικής μαγείας. Κάπως έτσι μπορεί να οριστεί η δισκογραφική επιστροφή των HTRK, με ένα επτάιντσο που περιέχει δύο νέα κομμάτια και αποτελεί τον προπομπό του επερχόμενου άλμπουμ τους. Μια σιωπή τεσσάρων χρόνων για μια μπάντα στην εποχή μας φαντάζει αιώνια, αλλά φαίνεται ότι λειτούργησε αποτελεσματικά για το αυστραλιανό αυτό ντουέτο. Πατώντας στο υπνωτικό τους στιλ που τόσο αγαπήθηκε, προσθέτουν μια πιο ζεστή, θα έλεγα, αίσθηση που απορρέει από τη φωνή της τραγουδίστριας, που ακούγεται ακόμη πιο εθιστική και ακόμη πιο εύθραυστη από ό,τι ήταν παλιά, συν τα γλυκά κιθαρίσματα που θυμίζουν παραδόξως Jakob! Δύο τέλεια, λοιπόν, κομμάτια που επαναφέρουν το νόημα στα πάντα.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Them Are Us Too – Amends (Dais Records)

Στη ζωή δεν έρχονται όλα όπως τα θες ή όπως τα φαντάζεσαι. Για το μόνο που μπορείς να είσαι σίγουρ@ είναι πως δεν ξέρεις τι θα συμβεί σε σένα ή σε κάποιο δικό σου πρόσωπο. Κι αυτό χωρίς καμία δόση μοιρολατρίας, αλλά με πλήρη συνειδητοποίηση του απροσδόκητου και του ξαφνικού που εμπεριέχεται σε κάθε τι που ζεις καθημερινά. Όσο κι αν θεωρείς τον εαυτό σου αλώβητο και άτρωτο, ένα ξαφνικό και απόλυτο γεγονός έρχεται να κάμψει την πορεία σου. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των Them Are Us Too, με τον απροσδόκητο θάνατο σε πυρκαγιά του Cash Askew. Η Kennedy Ashlyn, με τη βοήθεια φίλων του Cash, δούλεψαν τις ημιτελείς ηχογραφήσεις που είχε κάνει πριν το θάνατό του, παρουσιάζοντάς μας το αποχαιρετιστήριο άλμπουμ τους Amends. Μια γλυκόπικρη αίσθηση, με κυρίαρχο το αίσθημα του πόνου και της θλίψης, μέσα από μελωδίες και στίχους για κάτι που δεν ολοκληρώθηκε με τον τρόπο που, αρχικά, επιθυμούσαν. Η υπέροχη φωνή της Kennedy, τροποποιεί και λειαίνει τα συναισθήματα αυτά, τιμώντας τον καλλιτέχνη που έφυγε κλείνοντας έναν κύκλο δημιουργίας τόσο σύντομο και συνάμα, τόσο μελωδικό.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Oiseaux-Tempête – طرب TARAB (sub rosa)

Η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα. Καταργεί περιορισμούς και όρια, ανοίγει ορίζοντες, ενώνει κόσμους, συνταιριάζει το παλιό με το νέο, μετασχηματίζει συναισθήματα και δημιουργεί πάθη. Ενώνει κουλτούρες και πολιτισμούς, μετατρέποντας την ένωση αυτή σε κάτι δυνατότερο και περισσότερο από το απλό άθροισμα των μερών που την απαρτίζουν.

Το Tarab είναι αυτή η συνάντηση Δύσης και Ανατολής, που μας δίνεται από τους Γάλλους Frédéric D. Oberland και του Stéphane Pigneul, σε συνεργασία με πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους και οι Λιβανέζοι Charbel Haber, Abed Kobeissy και Ali El Hout. Τα στοιχεία της ανατολής, με ό,τι σηματοδοτεί και εμπεριέχεται στην έννοια αυτή, προκαλούν μια απροσδιόριστη γοητεία. Το πάθος και η μυσταγωγία είναι κυρίαρχα στοιχεία που, στο δικό μου μυαλό, βρίσκονται σε αντίθεση με τον “στεγνό” συναισθηματικά δυτικό κόσμο.

Αναζητώντας τη σημασία της αραβικής λέξης Tarab ανακαλύπτεις πως δεν πρόκειται για μια απλή λέξη, αλλά για μια έννοια που αφορά τον αραβικό πολιτισμό και συνοψίζει τη συγχώνευση μουσικής και συναισθηματικού μετασχηματισμού, χωρίς να υπάρχει αντιστοιχία της σε άλλη γλώσσα. Θα μπορούσε να εκφραστεί ως έκσταση, ευφορία. Και δεν υπάρχει ευφορία και έκσταση χωρίς έντονο, δυνατό και ποικιλόμορφο συναίσθημα με τη συμμετοχή όλων των αισθήσεων που συνεργάζονται για να αποκωδικοποιήσουν τις έννοιες που κάθε καλλιτέχνης θέλει να μεταβιβάσει μέσα από τους ήχους του.

Οι Oiseaux-Tempête στο live άλμπουμ Tarab καταθέτουν ένα μουσικό οδοιπορικό, μια ζωντανή ηχογράφηση που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους για το AL-‘AN!. Τα τραγούδια τους παρουσιάζονται διευρυμένα τόσο χρονικά όσο και μουσικά, προκαλώντας μια μουσική έκσταση. Αυτό το ταξίδι με τις κοσμικές μουσικές που μας παρουσιάζει, αποτυπώνεται σε κάθε ήχο. Η ένωση διαφορετικών πραγμάτων στις μουσικές συνθέσεις, μια συνένωση ρυθμών, οργάνων, παραδόσεων, ηλεκτρικής ενέργειας, νέων τεχνολογιών, αλλά και συναισθημάτων. Συναυλιακοί αυτοσχεδιασμοί σε έναν διευρυμένο χρονικά και ποιοτικά συνθετικό καταιγισμό. Οι εναλλαγές έντασης και ηρεμίας σε μια εκστατική ατμόσφαιρα. Δεν μπορείς παρά να κλείσεις τα μάτια και να αφήσεις τη μουσική να σε παρασύρει.

Οι απαγγελίες του G.W. Sok με τον έντονο, ξεσηκωτικό ρυθμό και τον δυναμισμό που γίνονται σε τρία ποιήματα: στο “Utopiya – On living”, ένα τραγούδι που γράφτηκε μετά τις συζητήσεις με ανθρώπους που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στο πάρκο Gezi ενάντια στις πολιτικές επιλογές της τουρκικής κυβέρνησης, με τους στίχους του Τούρκου ποιητή Nazim Hikmet να προτρέπουν να μην παραδινόμαστε ποτέ. “…It’s this way: being captured is beside the point, the point is not to surrender”. Στο “Tuesday and the weather is clear” του Άραβα Mahmoud Darwish, που έρχεται με τη σειρά του να μας προτρέψει μέσα από έναν δεκάλεπτο αυτοσχεδιαστικό καταιγισμό. “…Live your tomorrow now. No matter how long you live you won’t reach tomorrow … tomorrow has no land … and dream slowly …”. Και στο στο “Grasse Matinée” του Γάλλου Jacques Prévert συνεχίζεται η προτροπή για αντίσταση και αλλαγή, για ανάκτηση της ζωής ενάντια στην απλή επιβίωση που οι ανά τον κόσμο εξουσίες θέλουν να επιβάλλουν στον άνθρωπο.

Στο άλμπουμ Tarab η ένωση ετερόκλητων πραγμάτων από διαφορετικές αφετηρίες δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα χωρίς αφομοίωση, αλλά με σεβασμό σε κάθε τι διαφορετικό. Και τελικά, πολύ θα ήθελα να είχα την ευκαιρία αυτόν τον μουσικό (και όχι μόνο) πλούτο να τον απολαύσω κάτω από το φως του φεγγαριού, όπως ακριβώς αυτό απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δίσκου. Να νιώσω αυτήν τη μυσταγωγία στις σκιές που δημιουργεί το φεγγάρι σε μια αραβική νύχτα.

 

 

Sylvia Ioannou