Godspeed You! Black Emperor live in Göteborg

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Κριτικές δεν ξέρω να γράφω, ούτε είμαι μουσικός για να μπορώ να κρίνω την αρτιότητα ενός μουσικού περφόρμανς. Μπορώ μόνο να μεταδώσω εικόνες και συναισθήματα, όσο τουλάχιστον το επιτρέπει το περιορισμένο μέσο της γραφής.

Οι Godspeed You! Black Emperor αφίχθησαν στο Γκέτεμποργκ την περασμένη Πέμπτη. Παρότι ήταν ένα λάιβ που περίμενα απ’ τη στιγμή που αγόρασα το εισιτήριο τρεις μήνες πριν, πήγα με μισή καρδιά. Η άλλη μισή ήταν απασχολημένη με άγχη, αυτο-αμφισβητήσεις, αυτο-μαστιγώματα, υπαρξιακές ανησυχίες, φόβους και όλα τα δεινά που ταλανίζουν τον μέσο άνθρωπο σε καπιταλιστικά περιβάλλοντα. Η μουσική εντάσσεται σ’ αυτά τα παραθυράκια που σ’ αφήνουν να δεις καλύτερες εκδοχές της πραγματικότητας, ως προβολές της υπό φαντασιακά πρίσματα ενεργοποιούμενα με τον κάθε ήχο. Διαφυγή; Ίσως. Μ’ αυτό το σκεπτικό και την ελπίδα σύρθηκα ως το Pustervik.

Μπαίνω στον χώρο και ψάχνω για ένα βολικό σημείο, μπίρα ανά χείρας, υπό τους ήχους ενός σαξόφωνου, μέσω του οποίου η Mette Rasmussen -το support δρώμενο της βραδιάς- επιδιδόταν σ’ ένα αυτοσχεδιαστικό session. Δεν θα προσπαθήσω καν να βρω ωραιότερες λέξεις ή ευφημισμούς ή ό,τι άλλο παρεμφερές. Ήταν απερίγραπτα ανυπόφορο. Μια άνευ νοήματος, ασυνάρτητη αλληλουχία ήχων, που ευτυχώς δεν κράτησε πολύ.

Αναμονή. Σιγά σιγά τα φώτα χαμηλώνουν και στη σκηνή ανεβαίνουν η Sophie Trudeau και o Thierry Amar, ξεκινώντας τις πρώτες νότες ακολουθούμενοι σταδιακά και από τα υπόλοιπα μέλη, με τελευταίους το αρχικό τρίο. Ένας ένας, άφηνε τον εαυτό του στα σκαλάκια της σκηνής κι ανέβαινε για να ενωθεί με το ηχητικό παζλ του “Hope Drone”. Τουλάχιστον έτσι το ’νιωθα εγώ ως θεατής.

Τα φιλμάκια του Karl Lemieux έντυσαν πολύ όμορφα τους ήχους της υπόλοιπης μπάντας, καθοδηγώντας ελαφρά τις κατά τ’ άλλα σκόρπιες σκέψεις που παρέλαυναν στο κεφάλι και αποδίδοντας ξεκάθαρα το πολιτικό στίγμα της μπάντας. “Bosses Hang”, “Anthem For No state”, “Fam/Famine”, “Undoing A Luciferian Towers”, όλο δηλαδή το Luciferian Towers, αποδόθηκαν με αφοσίωση, κάτι που κατάφερε να παραποιήσει τους χωρικούς συσχετισμούς του απτού περιβάλλοντος. Δεν ήμουν πια ανάμεσα σε μια θάλασσα θεατών, αλλά σ’ ένα πεδίο μουσικής, σκέψεων και συναισθημάτων που δεν δύναται να οριστεί και να περιοριστεί. Κι είναι πολύ όμορφο όταν συμβαίνει αυτό.

Η συνέχεια ήρθε απ’ το παρελθόν, απ’ το Slow Riot For New Zero Kanada του 1999, τα δύο κομμάτια του οποίου, “Moya” και “BBF3”, ήρθαν να απογειώσουν ό,τι έχτισε το Luciferian Towers. Το “String Loop Manufactured During Downpour” έκλεισε 2 ώρες που δεν κατάλαβα πότε πέρασαν, με την μπάντα να φεύγει όπως μπήκε: ένας ένας, όλοι επανερχόμενοι σιγά σιγά στην πραγματικότητα. Και μαζί μ’ αυτούς κι εμείς.

Συναυλίες σαν αυτή με κάνουν να καταλαβαίνω γιατί κάποια λάιβ πρέπει να βιώνονται σαν ατομικές εμπειρίες. Γιατί σε κάποια λάιβ δεν χρειάζεται να ’χεις παρέα. Οι GY!BE έχουν τη μαγική ικανότητα να σε φέρουν αντιμέτωπο με τον εαυτό σου και να σ’ αφήσουν μ’ ένα αίσθημα κάθαρσης και ηρεμίας.

Και κάποιες φορές είναι παραπάνω από αναγκαίο.

 

Phren

 

Christina Vantzou 2018

Η μοναξιά μάς πνίγει όλ@ς. Σφαλίζει τα παράθυρα, εστιάζει στο όνομα που ορθώνεται στον καθρέφτη και απομένει θλιμμένη στο ημίφως. Αυτό αποδεικνύεται και επιδεικνύεται περίτρανα στη σύγχρονη δισκογραφία της πειραματικής μουσικής, όπου κυριαρχούν τα προσωπικά άλμπουμ. Όσο όμως προβάλλεται το εγώ, τόσο το μέσα μένει μέσα ως ιδέα, αλλά και ως οντότητα. Η μουσική αυτή εξάλλου ερωτοτροπεί με την έννοια της απομόνωσης, καθώς διαθέτει στοιχεία εσωτερισμού, οπότε για αυτό γίνεται μεγαλύτερη η ανάγκη να σπάσει αυτό το μοτίβο της εσώκλειστης δημιουργίας και να συναντηθεί με άλλες. Πολύ απλά, να βγει (προς τα) έξω!

Η CV φαίνεται να τα έχει κατανοήσει όλα αυτά. Αφήνοντας πίσω τη θητεία της στους Dead Texan και τα τρία προσωπικά της άλμπουμ που την καταξίωσαν στον χώρο, προχωρά σε δύο απανωτές κυκλοφορίες που βασίζονται σε συνεργατικό πνεύμα. Η ευχάριστη έκπληξη εκ των δύο αυτών είναι η συνεργασία της με τον JAB των Forma. Βασισμένο στην επένδυση της έκθεσης εικαστικών του Zin Taylor, ένα αυθόρμητο και συνάμα βαθύ άλμπουμ ρέει ακολουθώντας τη ματιά τους που διατρέχει το εν λόγω ενενηντάμετρο έκθεμα σχεδίων. Οι ήχοι του είναι σαν να έρχονται από έξω και όχι από μέσα, και τις στιγμές που αποκτούν μια ambient εσωτερικότητα, αυτή λαμβάνει μια υπερβατική μορφή. Ίσως γι’ αυτό το υγρό στοιχείο είναι αρκετά έκδηλο σε ορισμένες συνθέσεις εδώ, το οποίο αποτελεί το χαρακτηριστικό της κίνησης και της διαδραστικότητας των αισθήσεων.

 

Αυτή η ζωντάνια του άλμπουμ αποτελεί και την απόδειξη ότι το εν λόγω ντουέτο ήρθε όντως σε μια γόνιμη επαφή με την τέχνη των εικαστικών, φέρνοντας κοντά τους δύο μουσικούς κόσμους των μελών του με κατεύθυνση προς τα έξω. Εξάλλου, αν η κατανάλωση ή έστω ημιτελής απόλαυση ενός έργου μπροστά σε μια οθόνη τείνει να οδηγεί ενίοτε στην κατάθλιψη, η συνάντηση με αυτό διά ζώσης δεν είναι μια αγνή μορφή επικοινωνίας, έκφρασης και συγκίνησης;

Τώρα, το τέταρτο προσωπικό της άλμπουμ θυμίζει αρκετά στην υφή τις προηγούμενες δουλειές της, μιας και κυριαρχεί πάλι μια μυστηριακή κατάνυξη. Αυτό που το ξεχωρίζει είναι η λιακάδα που το διαπνέει στο μεγαλύτερο μέρος του, η οποία οφείλεται στη γόνιμη συνεργασία με μια ομάδα μουσικών που είχαν κύριο λόγο και ως προς την τελική διαμόρφωση του υλικού. Αυτό ακούγεται σαν να ακολουθεί μια αόρατη ρυθμικότητα και ταυτόχρονα σε αρκετά σημεία είναι σαν οι ιδέες να μένουν ανολοκλήρωτες. Συνολικά ο συμπαγής αυτός δίσκος δεν θα στεναχωρήσει τον κόσμο που ήδη έχει αφεθεί στα προηγούμενα τρία άλμπουμ της, ανάγοντάς τον ως μια σταθερή δισκογραφική συνιστώσα, αλλά ταυτόχρονα ελαφρώς προβλέψιμη.

 

 

Πάντως τα δύο αυτά άλμπουμ κατά μια περίεργη σύμπτωση διαθέτουν εξώφυλλα που μοιάζουν μεταξύ τους σαν αντεστραμμένα είδωλα της ίδιας μορφής. Το ένα είναι σε λευκό φόντο με απαλή χάραξη και το άλλο σε μαύρο με διασπασμένο το πρόσωπο. Θα έλεγα ότι παραπέμπουν στο ταοϊστικό σύμβολο της λειτουργίας του σύμπαντος. Οι δύο αντίρροπες δυνάμεις, στην περίπτωσή μας οι δύο αυτές μουσικές δουλειές, αλληλοσυμπληρώνονται, με τα θετικά του ενός, βλ. η λευκότητα ως χαλαρή δύναμη του θετικού, να αλληλεπιδρούν με τα αρνητικά του άλλου, βλ. το άγνωστο σκοτάδι ως πηγή του αρνητικού. Ταυτόχρονα στο εσωτερικό και των δύο πλευρών-ημικυκλίων υπάρχει το σπέρμα του αντίθετού τους. Γι’ αυτόν τον λόγο, χωρίς να ταιριάζουν απόλυτα μουσικά, ακούγονται ως ένα με έντονο ενδιαφέρον.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

[ B O L T ] – ( 04 ) (name your price/dunk records)

Δύση του ήλιου στον καλιφορνέζικο ορίζοντα. Το φως δεν έχει χαθεί, αργοσβήνει. Ήσυχο τοπίο, με έντονα χρώματα να εμφανίζονται, απαλείφοντας σταδιακά τα φυσικά χρώματα του τοπίου. Οι σκιές των δέντρων δεσπόζουν γύρω σου, δημιουργώντας την απαραίτητη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της διαδρομής που θες να ακολουθήσεις, χωρίς ωστόσο να είναι ορατός ο δρόμος. Η εικόνα σε παραπλανά για το τι θα ακούσεις, εσύ όμως θες να περιπλανηθείς, παραμένεις.

Η σιωπή που περιβάλλει το τοπίο αναζητά διέξοδο. Κι αναδύεται ένας ήχος μινιμαλιστικός, αργός και καταιγιστικός. Σκοτεινός και συνάμα καλά δομημένος. Σε ορισμένα σημεία νιώθεις ότι υπάρχει ένα φως παρόμοιο με εκείνο της εικόνας, η συνύπαρξη του σκοταδιού με το φως μέσα στις μελωδίες, με τα χρώματα της συνύπαρξης αυτής να βρίσκονται εκεί, όχι για να φωτίσουν το τοπίο, αλλά για να τονίσουν τις σκιές.

Το γερμανικό συγκρότημα ξέρει πώς να χειριστεί τα συναισθήματα που σου προκαλεί η μουσική τους. Πνίγεσαι, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που σε καταδιώκει. Και χάνεσαι όλο και βαθύτερα στο σκοτάδι. Η μουσική εξελίσσεται μεθοδικά, χωρίς βιασύνη. Επαναλαμβανόμενα, ρυθμικά και καταθλιπτικά μοτίβα κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά ξέρεις ότι έτσι πρέπει να είναι. Η κίνηση είναι βραδεία, αργή. Σε προετοιμάζει για ό,τι επακολουθεί. Η αυξανόμενη ένταση και οι ηχητικοί κυματισμοί σε παρασύρουν μαζί τους. Είναι σαν να θες να φτάσεις στον προορισμό σου και ψάχνεις πώς θα το καταφέρεις. Δεν ξέρεις αν έχεις χαθεί, δεν ξέρεις ποια κατεύθυνση να πάρεις.

Οι [ B O L T ] στο νέο τους album ( 04 ) διευρύνουν τον ήχο τους με την ένταξη των drums. Η προσθήκη αυτή προσδίδει ένταση και ρυθμική αρμονία, συνδράμοντας στη μουσική τους εξιστόρηση. Με τα drums ως ισχυρό όπλο στα χέρια τους, οργανώνουν τον χρόνο στη μουσική τους σύνθεση, παρουσιάζουν μια συμμετρική περιοδικότητα, εναλλάσσοντας δυνατά και ήπια μουσικά μέρη, ολοκληρώνουν το μουσικό τους έργο, διατηρώντας παράλληλα την ιδιαίτερη μελωδική τους υπογραφή. Μεθοδικά δομημένη μουσική, αναδυόμενη από την καταπιεστική σιωπή που αναδεικνύεται ιδιαίτερα στα 22 σχεδόν λεπτά του “[ 1 3 ]”, αποδίδει ένταση με τα κενά και την αργή της εξέλιξη, καταλήγοντας σε μελωδικό θόρυβο, ιδιαίτερα στο “[ 1 8 ]”, με στοιχεία drone, doom, black metal.

Η χωρίς λόγια διαλογιστική μουσική των [ B O L T ] σε αφήνει να την “ντύσεις” εσύ με στίχους, να διηγηθείς τη δική σου ιστορία από μια διαδρομή που τελικά επιλέγεις να κάνεις ακούγοντάς τους. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα μπορούσες να έχεις καλύτερο οδηγό περιπλανώμενος στα σκοτάδια του δημιουργικού ηχητικού τοπίου από τους ίδιους τους [ B O L T ].

 

 

Sylvia Ioannou

 

The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici, d’ailleurs…)

Ποτέ κανείς δεν με ρώτησε από πού πηγάζει η ανάγκη να γράφεις για μουσική.

Η μουσική είναι μια τέχνη ακοής και συναίσθησης, ένας διαβιβαστής μελωδιών που αν βρεθούν με την κατάλληλη σειρά και την κατάλληλη ένταση στα αυτιά σου είναι ικανά να πλάσουν μια εμπειρία από την αρχή.

Αντίθετα με την ιδέα που δίνεται σε έναν κινηματογραφόφιλο, η μουσική δεν είναι μόνο το νήμα με το οποίο ντύνεις μια συναισθηματική ή επεισοδιακά κρίσιμη στιγμή. Είναι αυθύπαρκτη, ενεργή. Επομένως, γιατί να γράψεις κάτι; Μήπως προσπαθείς απλώς να αντλήσεις νόημα ο ίδιος μιλώντας για κάτι που μεταφέρει από μόνο του νόημα;

Στην εποχή που το να έχεις άποψη για το κάθετι είναι από μόνο του μια απασχόληση και το να μην εκφράζεσαι επί παντός επιστητού συνεπάγεται σχεδόν κοινωνική αποξένωση, θα ήταν εύκολο να απαντήσουμε ότι ακούμε μουσική, μιλάμε και γράφουμε για μουσική, ώστε να έχουμε ένα απάγκιο που θα μας κρατά πάντα λίγο πάνω από την αφάνεια.

Η αλήθεια, όμως, δεν είναι τόσο βολικά μηδενιστική.

Ακριβώς σε τέτοιες χρονικές συγκυρίες –τόσο μαλθακές και άνευρες– είναι που, όταν γεύεσαι κάτι και αυτό αγκομαχά ολοζώντανο στα αυτιά σου, πρέπει να το χωνέψεις, να το βγάλεις από το σύστημά σου και έπειτα να το κόψεις σε μικρά κομματάκια κοινωνίας για τους δικούς σου “άλλους”.

Το Wake The Dead είναι μια αποκάλυψη και ίσως η ομορφότερη δουλειά του Matt Elliott ως τώρα, ειδικά αν σας θυμίσω ότι πριν από δύο χρόνια μιλούσαμε με συγκρατημένη απογοήτευση για το The Calm Before. Ίσως η σύγκριση αυτή να είναι ατυχής, μια που ο ίδιος έχει επιλέξει να διαφοροποιείται υφολογικά, κυκλοφορώντας δουλειές άλλοτε προσωπικά σε φολκ ήχους και άλλοτε με το όνομα The Third Eye Foundation σε καθαρά ηλεκτρονικούς. Δυστυχώς, τέτοιες διχοτομήσεις μοιάζουν πολύ απλοϊκές για να με αποτρέψουν από το να είμαι κάθετα εκστατική με την εμπειρία που μου προσέφερε το Wake The Dead. Ο δε τόνος είναι τόσο προσωπικός, γιατί θέλω με τα λόγια μου αυτά να σας πείσω ότι οι γνώμες μας δεν θα συγκλίνουν, ο καθένας σας θα ανακαλύψει κάτι ολότελα διαφορετικό σε αυτόν τον δίσκο.

Η ίδια του η ψυχή βρίσκεται εκτεθειμένη στην αρχή. Το ομότιτλο κομμάτι ξεδιπλώνεται επί δεκατρία ολόκληρα λεπτά, αποτελούμενο μόνο από μελωδικά φωνητικά και ρυθμικές επαναλήψεις – μια σχεδόν μυστικιστική διάθεση κατακλύζει εξίσου άκοπα το θυμικό. Στο “The Procession for Eric”, αφουγκράζεσαι πνιχτούς ήχους κρουστών, φαντάζεσαι ότι σε προσκαλούν σε μια ιεροτελεστία με μόνο μέτοχο και θεατή εσένα. Η αυλαία απουσιάζει, τα φώτα απαλύνουν και κατά τη διάρκεια του “The Blasted Tower” έχεις όλον τον χρόνο να βυθιστείς στις αγαπημένες σου ψευδαισθήσεις. Να νιώσεις ολόκληρος ή έστω να εντοπίσεις τα χαμένα σου κομμάτια. Να αιφνιδιαστείς με το απρόβλεπτα παράταιρο “That’s Why” μέχρι να θυμίσεις στον εαυτό σου ότι δεν υπάρχει ποτέ κάτι που δεν θα έπρεπε να περιμένεις όταν στέκεσαι ακίνητος μες σε ένα περιβάλλον που ζει και αναπνέει την αναποφασιστικότητά σου.

Ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε και τους ημιθανείς.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Will Haven – Muerte (minus head records)

Αλήθεια, μπορείς να φανταστείς τη ζωή χωρίς μουσική; Χωρίς συναίσθημα; Χωρίς έκφραση;

Στίχοι και μουσική εκφράζουν αυτό που εσύ δεν μπορείς να πεις πολλές φορές. Είναι πραγματικά, τόσο όμορφο οι στιγμές έμπνευσης κάποιου μουσικού να εκφράζουν, με απίστευτη ακρίβεια ορισμένες φορές, αυτό που νιώθεις εσύ, εκείνη τη δεδομένη στιγμή.

Κλείσε τα μάτια, λοιπόν κι άκουσε. Βυθίσου στο σκοτάδι, στις σκέψεις, κι άσε τα συναισθήματα να σε κατακλύσουν.

Muerte, ένας δίσκος βαρύς, γεμάτος από σκοτάδι, που στοιχειώνει τις σκέψεις σου και το συναίσθημά σου. Το σκοτάδι ντύνεται με μυστήριο και αυτό εκφράζεται με τις δυνατές και τόσο εκφραστικές κραυγές του Grady Avenell, που χαράζουν το σκοτάδι σου, αυτό που εσύ νιώθεις ακούγοντάς τον. Υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι δεν μπορείς να αναπνεύσεις, σου κόβεται η ανάσα.

Τα drums δυνατά και δυναμικά σε βάζουν στο κλίμα της έντασης. Οι Will Haven δεν κυνηγούν την καινοτομία σε αυτό τον δίσκο, βαδίζουν σε γνωστά μονοπάτια, καταφέρνουν παρ’ όλα αυτά να μην επαναλαμβάνονται. Η ανάσα σου κόβεται με την εισαγωγή του πρώτου τραγουδιού “Hewed With The Brand”. Στο “the son” καταφέρνεις και παίρνεις μια ανάσα, στην ήρεμη -σε στιγμές- έντασή του, αλλά όχι για πολύ, το “43” σε επαναφέρει στην πρότερη κατάσταση. Το άλμπουμ παραμένει πιστό στο σκοτάδι και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα που το διαπερνά. Με τη συνεργασία του Mike Scheidt των YOB, στο πεντάλεπτο “No Escape”, από το οποίο πραγματικά δεν θες να ξεφύγεις, δεν υπάρχει διέξοδος, αλλά και να υπήρχε, δεν μπαίνεις καν στη διαδικασία να την αναζητήσεις. Το “Now In the Ashes” συνεχίζει πολύ ατμοσφαιρικά, χάνεσαι στις μελωδίες του. Πόσο ήρεμα νιώθεις μέσα στις στάχτες που απέμειναν από όλα όσα έκαψες. Για να κλείσει με ένα επικό φινάλε στο επτάλεπτο “El Sol”, που συνυπογράφει ο κιθαρίστας των Deftones, Stephen Carpenter. Η διάρκεια του τραγουδιού επιτρέπει στους μουσικούς να ξεδιπλώσουν το ταλέντο τους, ενώ η φωνή στο τέλος σού αφήνει την αίσθηση του στοιχειώματος, μαζί με την προτροπή για ζωή.

Ο Θάνατος, Muerte στα ισπανικά, που μας παρουσιάζουν οι Will Haven, μας προτρέπει να ζήσουμε στο εδώ και τώρα και η προτροπή γίνεται με δυνατές μουσικές, με doom, black, sludge metal στοιχεία, αγαπημένα για τα σκοτάδια μας. Και μας αρέσει πολύ.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Conjurer – Mire (holy roar records)

Η γνωριμία με τους Άγγλους Conjurer έγινε τον Ιούλιο του 2016 και το EP τους I – κι αν θα είχαν ακολουθήσει την ευθεία γραμμή από το πρώτο αυτό δείγμα ως την επόμενή τους δουλειά, πιθανότατα δεν θα καταπιανόμασταν σήμερα με το μαρτιάτικο Mire.

Απομακρυνόμενοι από τα καθηλωτικά brutal φωνητικά και τις πολυχρησιμοποιημένες στο sludge metal εναλλαγές μεταξύ μελωδικών και doom riff, αυτή τη φορά μάς προσφέρουν μια πολύ πιο επεξεργασμένη, ραφιναρισμένη εμπειρία.

Σημείωση: η απομάκρυνση αυτή δεν είναι αρκετή ώστε να μιλήσουμε για εγκατάλειψη της πεπατημένης, αλλά παίρνει μορφή που υπόσχεται την ανάγκη για πρωτοτυπία, για την οποία πάντοτε θυσιάζεται η ασφάλεια που προσφέρει το οικείο.

Ο δίσκος ξεκινάει με το βαρύγδουπο, “πεταλιασμένο” δίχως έλεος “Choke” – μια συνεπής και προβλέψιμη για το είδος (αλλά όχι αδύναμη) αρχή. Είναι αυτό το εξάλεπτο που θα μας οδηγήσει στις δύο πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του Mire, τα κομμάτια “Hollow” και “Thankless”. Η δυάδα αυτή από μόνη της αποτελεί ικανό λόγο για να αφοσιωθείτε στον δίσκο, αφού αποδεικνύει την εξέλιξη της μπάντας καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο σημείο του.

Εδώ οι αδυναμίες του I έχουν παροπλιστεί και η αλλοτινά αμήχανη εναλλαγή μεταξύ τραχύτητας και μελωδικότητας αποκτά τόση φυσικότητα ώστε ίσως και να πιάσεις τον εαυτό σου να αναπολεί για λίγο τόσο το Exercises In Futility των Mgla όσο και το “I: The Weapon” των Cult of Luna.

A bit of a stretch αναμφίβολα, αλλά με μια διετία ακόμα ποιος ξέρει; Για την ώρα ελπίζουμε κι ας μας διαψεύσουν.

Για το υπόλοιπο του Mire και λόγω του ότι θέλουμε πού και πού να αφήνουμε τις ίδιες τις μπάντες να μιλούν για τη δουλειά τους όπως αυτές επιλέγουν, παραδίδουμε στα χέρια σας το video του ομώνυμου κομματιού:

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Brigid Mae Power – The Two Worlds (Tompkins Square)

Ας μην μπερδεύουμε τους ψίθυρους για πολεμικές κραυγές. Ούτε φυσικά και τον singer/songwriter συρφετό με το δεύτερο άλμπουμ της Αγγλοϊρλανδής Brigid Mae Power. Πλειοψηφικά, οι καλλιτέχνες του μεν αναλώνονται στο να επενδύουν στο τρίπτυχο φατσούλα-φωνούλα-τραγουδάκι, τη στιγμή που η Power χτίζει μια εντελώς διαφορετική πρόταση, αναγκάζοντας τα μεγαλύτερα έντυπα να θαυμάσουν αυτήν την, ψυχή και σώματι ανεξάρτητη, κυκλοφορία. Μία και μόνη ακρόαση του The Two Worlds αρκεί για να καταλάβεις ότι κάτι καλό, σωστό και όμορφο έχει στηθεί. Μπορεί ο καθένας να εξερευνήσει πού βρίσκεται η πηγή της ομορφιάς. Σε αυτήν την παρουσίαση, θα αναφερθούν απλώς τα τρία σημεία που κάνουν αυτό το ακουστικό άλμπουμ αναπάντεχο.

Η εσωτερική του ψυχεδέλεια. Χωρίς να καταλαβαίνεις πώς, χωρίς εφέ ή άλλα μουσικά/ ηχητικά τρικ, το The Two Worlds διακατέχεται από μια ρευστή και ακατανόητη ψυχεδέλεια. Δεν βγαίνει ποτέ στο προσκήνιο και δεν προσπαθεί να τσιμπήσει fans. Μένει καλά κρυμμένη στις σκιές, κουλουριάζει στην αγγελική φωνή της Power και τα παράξενα τσακίσματα της. Ως μόνος σύμμαχος στέκει η μουντή παραγωγή και αυτό όμως δεν εξηγεί το μυστήριο: το πώς γίνεται να ακούς ακουστικές κιθάρες, πιάνα και τα άλλα όργανα που ακολουθούν διακριτικά, αλλά να είναι τόσο αισθητή η ύπαρξη “αναθυμιάσεων’’.

Η συνθετική λογική του. Ξέχνα τα κουπλέ και τα radio friendly ρεφρέν. Κάθε σύνθεση βασίζεται σε μια και μόνο μουσική ιδέα και μια κεντρική μελωδία. Η Power οδηγεί κι εξελίσσει πάντα τη σύνθεση με σταθερή σύνεση προς ένα ήπιο αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο. Από αυτήν την άποψη, κάθε τραγούδι μοιάζει με μια αποτύπωση μιας μοναχικής στιγμής μέσα στον χρόνο, μιας και μόνης στιγμής ημερολογιακού χαρακτήρα. Η τρίλεπτη αυτή μουσική φωτογραφία τελικά μοιάζει να ίπταται, να ίπταται και να κρέμεται ακίνητη πάνω από το κεφάλι σου. Αυτό το άλμπουμ δεν δημιουργήθηκε για να πουλήσει, αλλά για να καταγράψει μια σύντομη πτήση εντός σου.

Ο εξομολογητικός του τόνος. Γραμμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δεύτερο πρόσωπο, τα τραγούδια καταλήγουν να σε κάνουν σύμμαχο, φίλο ή συνένοχο στα βιώματα της καλλιτέχνιδας. Ολοένα και λιγότερα άλμπουμ έχουν αυτήν τη δύναμη του να συνάψεις μαζί τους μια σχέση που βασίζεται στην αλήθεια και όχι σε αρτιστίκ στερεότυπα. Όλα στο φως από την Power, όλα τα συναισθήματα και οι στιγμές που αξίζουν να τραγουδηθούν και να γίνουν μελωδίες. Αν είσαι ο καλός listener, αυτός που δεν βιάζεται να κρίνει αλλά χαίρεται με το μοίρασμα του άλλου, πάτα το play άφοβα και το The Two Worlds θα έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί.

Σε έναν κόσμο που μπερδεύει την πραγματική δύναμη της καλλιτεχνικής και δη της θηλυκής εκφραστικότητας με νιαουρίσματα και ψευτοδράματα, η Brigid Mae Power μοιάζει με εκείνον τον καλά κρυμμένο θησαυρό που περιμένει να βγει στο φως από τα χέρια του αξιότερου. Η μαγική και αμίμητη φωνή της είναι απλώς το Χ πάνω στον χάρτη. Ο ίδιος ο θησαυρός όμως είναι τα όμορφα τραγούδια και αυτή η αιώνια έκφραση της τέχνης που αρνείται να υποταχτεί, ακόμα κι αν φοράει pop ρούχα. Αν ο μουσικός κόσμος ήταν πεδίο μάχης, το The Two Worlds θα ήταν ο μαχητής που μοιάζει εύθραυστος, αλλά τελικά πολύ δύσκολα θα νικηθεί. Γι αυτό λοιπόν, ας μην μπερδεύουμε τις πολεμικές κραυγές για ψίθυρους.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος