The Marked Men – On the Other Side (Dirtnap Records)

Πριν 9 χρόνια τα φαντάσματα – Ghosts παρουσιάστηκαν από τους Marked Men και ήταν, όπως διαφάνηκε τελικά, η τελευταία LP κυκλοφορία τους. Παρά την έλλειψη νέας δισκογραφικής δουλειάς σε μορφή LP, καθόλη τη διάρκεια των περασμένων ετών, η παρουσία τους σε μουσικές σκηνές, φεστιβάλ και συναυλίες συνεχίστηκε αμείωτη και ας μην ξεχνάμε και τις παράλληλες κυκλοφορίες singles και 7ιντσων. Τα μέλη της μπάντας άλλωστε, υπήρξαν δραστήρια, ήδη πριν από το σχηματισμό της μπάντας, πάντα στο φάσμα της punk – rock μουσικής (ο Burke ήταν μέλος στους The Vomit Punx, Rolemodels και E-Class, οι Burke, Ryan & Throneberry δημιούργησαν επίσης τους Reds). Παράλληλα δε, με την ύπαρξη των ΜΜ, κάθε μέλος είναι ταυτόχρονα ενεργό και σε άλλες μπάντες (ο Burke στους The Chopsakis, The Potential Johns, Grave City, Radioactivity, οι Ryan & Throneberry στους High Tension Wires, ενώ ο Ryan δημιούργησε και ένα solo project τους The Mind Spiders), στις δημιουργίες των οποίων ανιχνεύεται αυτό που έχει καταχωρηθεί ως ήχος των Marked Men.

Δεν πρόκειται δηλαδή, για μια μπάντα που σίγησε ή αποσύρθηκε, πρόκειται για ένα σχήμα δραστήριο και αεικίνητο που τυπικά ακόμα δεν έχει διαλυθεί. Επιθυμώντας να εξηγήσει τη στάση τους αυτή ο κιθαρίστας & τραγουδιστής Mark Ryan, δηλώνει πως δεν θεωρεί καλή ιδέα την επιστροφή τους μετά από τόσο μεγάλο διάστημα δισκογραφικής απουσίας, μιας και “καταφέραμε ό, τι θέλαμε με αυτή τη μπάντα, οπότε δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει να γίνουν πολλά ακόμα “.

Η δήλωση αυτή αποτελεί μια προετοιμασία για το τέλος και τον αποχωρισμό του σχήματος από το κοινό του, τουλάχιστον δισκογραφικά. Για το κλείσιμο και σαν αποχαιρετισμό επέλεξαν να κυκλοφορήσουν κάτω από την Dirtnap Records μια συλλογή που αποτελείται από 16 τραγούδια, δύο εκ των οποίων είναι νέα τα “Disappear” και “Go Cry.” Στο On the Other Side παρακολουθούμε μια αναδρομή στις δουλειές του γκρουπ όλα αυτά τα χρόνια, με ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Είναι μια κυκλοφορία από αυτές που, όταν πατάς το play, σε παρασύρει η απίστευτη ενέργειά τους, η μελωδικότητα και η φρεσκάδα του ήχου τους. Μια μουσική που δεν χρειάζεται να είσαι έφηβος για να σε συνεπάρει. Και που, παρά το γεγονός ότι δεν είναι εύκολο να ακροβατείς μεταξύ του πανκ, του ροκ και του ποπ ήχου και να καταφέρνεις να διατηρείς ισορροπία με σταθερή ένταση και φουλ εκλυόμενη ενέργεια από τις μουσικές σου, στην ακροβασία αυτή οι Marked Men είναι όπως πάντα, αποτελεσματικοί.

Θα ήταν δύσκολο -έως και άδικο- να προσπαθήσεις να ξεχωρίσεις ένα – ένα τα τραγούδια που περιλαμβάνονται στη συλλογή αυτή, ακόμα κι αν υπάρχει κάποιο ή κάποια που θα τα παίξεις στο repeat, ξανά και ξανά. Είναι προτιμότερο να το ακούσεις όλο, να σηκωθείς από την αναπαυτική σου θέση και να νιώσεις αυτήν την καλή διάθεση που σου δημιουργείται κατά την ακρόαση και που τόσα πράγματα γύρω σου προσπαθούν να σου στερήσουν.

9 years ago Ghosts were presented by Marked Men and were, as eventually revealed, their last LP release. In spite of the lack of new LP recordings, their presence in musical scenes, festivals and concerts continued unabated, not to mention the release of singles and 7’’. The members of the band were active in the punk-rock music scene (Burke was a member of The Vomit Punx, Rolemodels and E-Class, Burke, Ryan & Throneberry created the Reds). Meanwhile, each member of MM is also active in other bands (Burke at The Chopsakis, The Potential Johns, Grave City, Radioactivity, Ryan & Throneberry on High Tension Wires, and Ryan created a solo project The Mind Spiders), whose creations detect what has been recorded as the sound of Marked Men.

It’ s not about a band that has been silenced or withdrawn, it is an active and animated figure that has not been dissolved yet. Wishing to explain their attitude, the guitarist and singer Mark Ryan says that he does not think it’s a good idea to return after such a long period of absence, because “We accomplished everything we wanted to, with that band, so I’m not sure there’s much more to do “.

This statement is a preparation for the end and the separation of the band from its audience, at least in the form of recordings. As a farewell they chose to release under Dirtnap Records a collection consisting of 16 songs, two of which are new “Disappear” and “Go Cry.” On the Other Side, we have been watching a group’s work over the years, with a bittersweet feeling. It’s the kind of music that when you hit the play button, drifts you with its incredible energy, the melodicity and the freshness of the sound, a music that you do not have to be a teenager to convey to you. And despite the fact that it is not easy to walk between punk, rock and pop sound and manage to keep balance with constant intensity and full energy, in this equalization, Marked Men are, as always, effective.

It would be difficult – even unfair – to try to separate the songs included, in this collection one by one, even if there is one or some of them that you would play over and over again. It is better to listen to it all, to stir up from your comfortable sofa and get the good mood, though many things are trying to deprive you.

Sylvia Ioannou

Ancient Morass – Bog Barrow (Consistentis Veritatis Peremptoria)

Το φαινομενικά άγνωστο αυτό σχήμα προέρχεται από την Ολλανδία. Έχοντας ήδη, μερικές κυκλοφορίες στο ως τώρα ενεργητικό του, κυρίως υπό τη μορφή κασέτας. Το αυτό συμβαίνει και εδώ, σε ό,τι αφορά το format, τουλάχιστον. Πρόκειται για το solo όχημα του Tjalling Janssen, ο οποίος παρουσιάζεται ιδιαιτέρως παραγωγικός, έχοντας ήδη, δημιουργήσει – ή πάρει μέρος σε – μια σειρά από σχηματισμούς. Με την πλειοψηφία εξ αυτών να κινείται στο χώρο του metal, με την εξαίρεση κάποιων που κινούνται στις παρυφές του σκοτεινού ήχου, είτε αυτός σχετίζεται με τις dark ambient απολήξεις, είτε αυτός αναφέρεται καθαρά σε εξάρσεις θορύβου. Αναφέρω -ενδεικτικά- κάποια από τα εν λόγω σχήματα: Olxane, Tor, Kaffalidjma, Muu, The Catacombs of Erudition, κ.α. Συνήθως, ανάλογες περιπτώσεις ακραίας παραγωγικότητας τείνουν να αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλιστα. Εδώ ωστόσο, τα πράγματα, ευτυχώς, δεν ακολουθούν την κατιούσα οδό της παντελούς απουσίας έμπνευσης.

Απεναντίας, μάλιστα- όπως συμβαίνει και στους άλλους σχηματισμούς του- ο εν λόγω μουσικός εμφανίζεται καίριος και συνάμα καυστικός, επιλέγοντας αυτή τη φορά να εστιάσει σε ένα μελωδικά παλλόμενο, μελαγχολικής υφής black metal. Οι ρίζες του οποίου θα πρέπει να αναζητηθούν στις 90’ς παρεκβάσεις που έλαβαν χώρα στα σκανδιναβικά -κυρίως- εδάφη, ως συνήθως. Αλλά και σε μια, σχεδόν ανεπαίσθητη επιρροή, από τη στωικότητα που χαρακτήριζε εν πολλοίς τον shoegaze ήχο και που εμβόλιμα τοποθετείται εδώ, προσθέτοντας πολλά στη συναισθηματική ανάβαση αυτών των συνθέσεων. Δίνοντας έναν γήινο τόνο, στο κατανυκτικά χειμερινής φύσης οικοδόμημα, που παρουσιάζεται εδώ.

Οι μόλις τρεις συνθέσεις που παρατίθενται σε αυτό το demo, είναι πληρέστατα ενδεικτικές της κατεύθυνσης που αυτό το όχημα θέτει. Μελαγχολικό, μα όχι καταθλιπτικό. Παγερό, μα και παρήγορο. Προσπαθώντας να ξεχωρίσει στιγμές εν μέσω αυτού του ορυμαγδού από riffs, καταλήγει κανείς να αντιμετωπίσει αυτή τη σύντομη παραφορά, ως ένα άρρηκτο σύνολο. Οι πυλώνες του οποίου καθορίζονται από την εγγενή αγάπη του συγκεκριμένου μουσικού προς το υλικό του. Μα και από την άφοβη περιφορά του στα εδάφη της επούλωσης. Συνοπτικά, λοιπόν μιλώντας, θα έλεγα πως το παρόν αποτελεί ένα ακατέργαστο κόσμημα. Το οποίο πολλές και πολλοί, ενδεχομένως να απολαύσουν. Η συνέχεια του οποίου θα είναι, ίσως καθοριστική. Κρίνοντας από το υπάρχον δείγμα, τολμώ να προσθέσω πως η συνέχεια αυτού, θα είναι και υπέροχη.

Προς το παρόν, αυτή η κασέτα κυκλοφόρησε μόλις από ένα μικρό, όπως και εξόχως καλόγουστο ολλανδικό label, ενώ αρχικά είχε κυκλοφορήσει σε digital εκδοχή, λίγους μήνες πριν. Τώρα λοιπόν, έφτασε η στιγμή να περιβληθεί με την προσοχή που αναμφίβολα του αξίζει.

This seemingly unknown formation comes from the Netherlands. Having so far already spawned a few releases, most of which appeared in the form of limited edition tapes. His latest release moves along that fields, regarding format preference, at least. Ancient Morass is in fact the solo vehicle of Tjalling Janssen, who appears to be quite productive, having formed a variety of projects, while, simultaneously, having been a member of a series of bands. The majority of said projects and bands move within the boundaries of certain varieties that associate themselves to the black metal milieu. Yet, among those, one could find some that seem to merge into the fringes of darkly toned sounds. That sort of categorization would largely include dark ambient transmissions, as well as some noise related outbursts. Needless to say, though- some of these formations ought to be mentioned, for sure: Olxane, Tor, Kaffalidjma, Muu, The Catacombs of Erudition and many more, as the list is long, indeed. Usually, the expedition of such phenomenal creativity in short amounts of time, tends to be seen suspiciously, at best. The present case differs, though. Thankfully, this is not a showcase of yet another boring failure. That usually comes as a result of complete and utter lack of inspiration.

Yet, as said, this is not the formula presented here. Quite the contrary, in fact-if compared to the aphorism stated above, this artist’s route so far has been clearly remarkable, in terms of quality. Something that is also easily evident here. Concentrating on this specific release, I could say that, this time around, his sounds are crucial, yet caustic. For now, opting to focus on an audio form that is deeply rooted to the nineties black metal motives, especially those that were cultivated in Scandinavian grounds, an influence that is certainly no stranger to a project of this kind. While not neglecting to add a subtle, scarcely notable amount of the stoic harmony that was such a dominant attribute of the shoegaze cannon, a trait which is carefully embedded in this mix, inserting some delightful modes to the emotional ascension that these sounds explore. Vibrating this whole, operating as a passage to earthly tonal forms. Giving shape to a purely devout foundation, that unfolds itself in the manner of a winter inspired inner core. Its nature diverted into a handful of spinning frequencies.

This demo is contrived of three compositions only, clocking at less than 11 minutes, actually. In the course of its short duration though, it manages to project itself as a fully incisive step, solidly indicative of the path that this project has chosen to move along to. A path that could be heralded as melancholic- and yet, not depressive. Frigid, yet comforting. Attempting to distinguish some motion amid this maelstrom of riffs and phrases, ultimately leads into concluding that this material should actually be regarded as a unified assemblage. The pylons of which seem to be strongly defined by the inherent love that this musician displays, thus connecting his material in a flawless manner. But also, of equal importance is his fearless wandering on captivating terrains. Blessing these songs with an almost healing quality.

Having to reach to a conclusion, I must state that I view this tape as being a roughly tempered jewel. Which could turn into being quite a treat, for many people that would choose to indulge into this sonic territory. The follow up to this demo, might even prove to be of vital importance, I feel. Solely basing my judgment upon this, dare I add that what follows might also prove to be fascinating, as well. Until then, this cassette has just been released by a small, yet wonderfully eclectic dutch label. Having initially seen the light of day, some months ago, as a digital only release. A perfect time, it seems to be, to give this demo the well-deserved attention it ought to receive.

Giorgos Kanavos

Boy Harsher – Careful (nude club)

Αυτό το κείμενο γράφεται κάτω από νορμάλ ψυχολογία, ήλιο έξω, το άλμπουμ όμως, που είναι ο λόγος ύπαρξης του, προσπαθεί να την αλλάξει. Αντί για καθιστό, σε σηκώνει στο πόδι, σβήνει το φως έξω, σου απευθύνει στίχους που δεν πολυκαταλαβαίνεις και σου υπόσχεται διάφορα γελώντας σαρδόνια!

Θέλει ταλέντο να γράφεις με πενιχρά μέσα ένα τόσο γεμάτο άλμπουμ και να καταφέρνεις να ξεπεράσεις σε επίπεδο τις προηγούμενες δουλειές σου. Οι BH είναι από αυτές τις μπάντες που, έχοντας το κοκαλάκι της νυχτερίδας-έμπνευσης, καταφέρνουν και τερματίζουν στο όριο αυτού που δεν περίμενες να καταφέρουν. Για άλλη μια φορά, ο ήχος τους ακούγεται ρετρό μα και φρέσκος, μίνιμαλ και χυμώδης, σαρκώδης και σαρκοφάγος, στο τέρμα, αλλά κρατώντας πάντα ενέργεια για τη συνέχεια στη ροή του δίσκου! Αν το στοίχημα σήμερα είναι να ακουστείς up to date, τότε το αρχικό ερώτημα είναι πως διάολο τα βγάζουν πέρα, χωρίς καν να ιδρώσουν! Αυτή η άνεση στην έκφραση που τους διακρίνει έχει αναφορά στην άδολη χορευτικότητα τους. Επίσης, πιστοποιείται στην δόλια επιμονή τους να παίζουν στο ίδιο στυλ συνεχώς, βρίσκοντας εκείνες τις λεπτομέρειες που κάνουν την μουσική τους εθιστική και “άρρωστη”.

Είναι το Careful απρόσεκτο ως προς το να δείχνει προς τα έξω καλογυαλισμένο; Είναι. Ως δίσκος είναι η καλύτερη δουλειά που έχουν βγάλει; Μπορεί να αναδειχθεί και η καλύτερη που θα έχουν βγάλει ποτέ, ακόμη και μέσα στην άγνωστη συνέχεια τους. Ξεχωρίζει κάποιο κομμάτι μέσα στην πλημμύρα καταραμένων σουξέ που διακρίνει το άλμπουμ; Ναι, το “Tears”. Έχει αυτό το κείμενο μια κάποια αξία ως προς το να αποδώσει τα δέοντα στον πρώτο μεγάλο δίσκο της χρονιάς; Πατάς το play και η αβίαστη απάντηση είναι Όχι!

These lines are written under normal psychology, sunny weather and yet the album – reason for its existence – aspires to change it. Instead of letting you at your seat, it lifts you on your feet, fades all the outdoor lights, addresses lyrics that you cannot really comprehend and promises a lot, laughing sardonically.

Writing with meager expedients such an overwhelming album and achieving in breaching all your previous material in terms of level, requires talent. BH band is among those bands which, having the rabbit’s foot – plus inspiration – manage to head for the limit of what you would never expect them to achieve. For yet another time their sound seems retro but fresh at the same time, minimal and juicy, fleshy and carnivorous, to the limits, yet always saving some energy for the continuity of the album flow! If today’s stake is to sound “up-to-date”, then the initial question is how the hell do they manage without a drop of sweat! That ease at their expression that distinguishes them has a reference to their guileless dance mood. It also validated, through their devious persistence in playing the same style over and over again, finding the details that make their music so addictive and “sick”.

Is Careful careless in appearing polished? It is! As an album, is it the best material they have launched? It can even be designated as the best that they will have ever launched throughout their unknown onwards. Can we point out any track in such a torrent of wicked hits that discerns the album? Yes, that would be “Tears”. Is this text meant to have any value at attributing what is proper at the first big album of the season? Just press “play” and the unforced answer is No!

 

 


Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

MONO – Nowhere Now Here (Pelagic Records)

Υπάρχουν στιγμές, που το να πορεύεσαι στο σκοτάδι που βρίσκεται γύρω σου και μέσα σου φαντάζει μονόδρομος. Σε εκείνο το μέρος νιώθεις μια περίεργη αίσθηση ασφάλειας. Κουβαλάς μαζί σου τις αποσκευές σου, τους φόβους σου, τους πόνους σου, τους έρωτες εκπληρωμένους και ανολοκλήρωτους (αυτοί οι τελευταίοι πονάνε περισσότερο). Βαρύ το φορτίο όμως, μέσα στο σκοτάδι αποκτούν όλα, άλλη υπόσταση κι άλλη διάσταση. Είναι αυτή η οικειότητα που νιώθεις εντός του.

Εκεί που η ψυχή σου απογυμνώνεται. Κάτι σαν σημείο μηδέν, αφετηριακό ή καταληκτικό, εσύ επιλέγεις τι ερμηνεία θα του δώσεις. Εκεί που γιγαντώνονται οι καλά κρυμμένες, οι μύχιες σκέψεις σου και εκμηδενίζεται καθετί διεκπαιρεωτικό. Επικαλείσαι κάθε αίσθηση που διαθέτεις κι ας περιορίζεται η όραση μέσα στο σκοτάδι. Ανάβεις μια σπίθα αρκετή για να δημιουργήσει τις σκιές που εσύ θες. Και αυτές αποκτούν τη μορφή που τους προσδίδεις, τις πλάθεις, όπως επιθυμείς, επικυρώνοντας τον αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζεις σε ό,τι σε αφορά.

Μια αμφιθυμία σε διακατέχει, μια αντιθετική αίσθηση, γιατί το σκοτάδι σου το αγαπάς και το φθονείς ταυτόχρονα. Η αντίθεση αυτή μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και, για να μπορέσεις να κρατηθείς και να σταθεροποιηθείς, πρέπει να βρεις το δικό σου τρόπο, καθώς εδώ δεν υπάρχουν συνταγές. Η ισορροπία και η ανισορροπία ακροβατούν με –σχεδόν- χορευτικές, ακροβατικές κινήσεις, από εκείνες που πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς, γιατί διαφορετικά τα αποτελέσματα της αναπόφευκτης πτώσης θα είναι αμετάκλητα.

Η αίσθηση αυτή απεικονίζεται στο εξώφυλλο του δέκατου album των ΜΟΝΟ Nowhere Now Ηere. Ένας τίτλος χωρίς σημεία στίξης, για να του δώσεις εσύ την προσωπική σου ερμηνεία, με την πρώτη λέξη να διαμορφώνεται από τη σύνθεση των επόμενων δύο, εμπεριέχοντας μέσα της το εδώ και το τώρα, κάτι σαν χωροχρονικό πλαίσιο. Οι ΜΟΝΟ επιλέγουν να επενδύσουν μουσικά τη διαπάλη μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων, μεταξύ ισορροπίας και αστάθειας, μεταξύ του τώρα και του πότε. Μια μουσική περιπλάνηση στις αισθήσεις και τα συναισθήματα, χωρίς λόγια. Με συνοχή στις συνθέσεις, με τη μελαγχολία να κυριαρχεί και να συνθέτει τις στιγμές της νηνεμίας και της έντασης, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσά τους.

Το “After You Comes The Flood”, σε εισάγει στις συνθέσεις του δίσκου παρουσιάζοντας δυναμικά το νέο drummer της μπάντας Dahm Majuri Cipolla. Μετά την πλημμύρα, ως προϋπόθεση για να παραμείνεις ζωνταν@, οφείλεις να αναπνεύσεις και στο “Breathe” η φωνή της Tamaki σε παρασύρει σε μια συναισθηματική έξαρση ακριβείας, όπως συμβαίνει με την ίδια την αναπνοή, που είναι ζωτική και απαραίτητη. Τα “Nowhere now here” και “Sorrow” ξεκινούν με την ηρεμία, η οποία δίνει τη θέση της στην ένταση που ξεσπά, υπενθυμίζοντάς σου πως τώρα είναι η ώρα να πράξεις και η ώρα που οι δισταγμοί σου ακόμα και η λύπη σου δεν έχουν θέση πια εδώ. “Meet Us Where the Night Ends” μας προτρέπουν οι MONO. Βέβαια, δεν ξέρω που ακριβώς τελειώνει η νύχτα, ξέρω όμως, ότι χωρίς να φεύγει βίαια και απότομα, δίνει τη θέση της στην ανατολή, που γεμίζει με χρωματική παλέτα τον ουρανό αναμένοντας τη μέρα να φανεί, ώστε να πραγματοποιηθούν εκεί τα όνειρα.


There are moments when walking through your surrounding and inner darkness seems the only way. In that place you feel a strange sense of security. You carry your luggage, your fears, your pains, your fulfilled and unfulfilled love affairs (the last ones hurt the most). Heavy, though, the burden through the darkness feels; figures and dimensions change. It is that kind of intimacy that you feel within it. There where your soul is denuded. Something like a zero point, starting point or ending, you choose what meaning to give it.

Where your most well hidden and immense thoughts are dilated, and anything of cheap processing vanish. You invoke all the feelings you carry but your sight; for it is impaired in the darkness. You ignite a spark just to create the shadows that you will, for them to dance the shape you give them. You form them the way you want, validating the decisive role they play in your concerns.

Ambivalent senses overwhelm you, opposing sensation, just as that darkness is both your love and envy. Such contrast may cause your being erratic and for you to stand up and refortify – absent any recipes – you need to set it your own way. Balance and imbalance equilibrate with nearly acrobatic movements, these of the kind that have to be so accurate for you to avoid the inevitable consequences of a fall.

This sensation is depicted on the cover of the tenth album of MONO Nowhere Now Here. A title with absence of punctuation to give you the ability to interpret it as you want and give it your personal meaninng, while the synthesis of the first word derives from the latter two, including «here» and «now» as a space-time limitation. MONO choose to dress musically the fight between counterbalancing forces; between balance and imbalance; between «now» and «when». A musical wandering around sensations and feelings, without words. With cohesive compositions and dominance of melancholy conducting moments of calmness and tension, equilibrating with precision between them.

“After You Comes The Flood,” introduces you to the compositions of the album, presenting dynamically the new drummer of the band Dahm Majuri Cipolla. After the flood, as a prerequisite to stay alive, you have to breathe, and in «Breathe», Tamaki’s voice drives you into an emotional explosion of precision, as it is with breathing itself, which is vital and necessary. “Nowhere Now Here” and “Sorrow” start with the calmness with procession of the tension that breaks out, reminding you that now is the time to act and the time when your hesitations – even your regret – do not belong here anymore. “Meet Us Where the Night Ends” is MONO’s calling to us. Frankly, I don’t know where exactly the night ends, but I know that, without leaving violently or abruptly, it gives its place to the sunrise, which fills the sky with all the colors of the pallet, waiting for the day to burst, so that dreams can then be accomplished.

Sylvia Ioannou

Black Rain – Computer Soul (blackest ever black)

Το γεγονός ότι δεν βρίσκουμε αρκετή νέα μουσική που να μας ιντριγκάρει, ίσως να οφείλεται στην απροθυμία μας να της δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο και χώρο που της αναλογεί. Ίσως να φοβόμαστε το νέο, την αλλαγή, το άγνωστο τώρα, την παγωμένη στιγμή που είναι έτοιμη να λιώσει. Αρκεί όμως, ένα νέο άκουσμα που, έχοντας την αυτούσια δύναμη του, να σε κάνει να σκεφτείς ότι σε ένα κόσμο που όλα αλλάζουν, μοιραία, κάτι μένει. Μια υπόσχεση; Ένα ρήγμα στην καθημερινότητα ως μια ανάμνηση; Μια μελωδία να σφυρίζεις την ημέρα; Τι μένει, τελικά;

Δεν χρειάζονται πολλά δευτερόλεπτα από το άκουσμα του μπάσου της πρώτης σύνθεσης της νέας κυκλοφορίας των Black Rain για να σου εισχωρήσει η μουσική στον εγκέφαλο με ένα αόρατο χαμόγελο να σε τυλίγει. Λυτρωτικό και επίμονο σε οδηγεί σε ένα άλλο κόσμο, γεμάτο σκηνές από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μόνο που εδώ, δεν συνοδεύουν οι εικόνες το σενάριο, αλλά αυτές είναι το ίδιο το σενάριο. Οι ατμόσφαιρες, η κολασμένη φωνή της Star Jelly, το καλοχωνεμένο παρελθόν του Suart Argabright, μέλους των Ike Yard και η ιστορία των ίδιων των BR ως στάλες σε περιλούζουν τρυφερά, αλλά και με μια ένταση.

Πραγματικά, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πλήρες άλμπουμ, είναι σαν να μη λείπει τίποτα από δω. Ακόμη και το σκότος είναι αρμονικά δοσμένο, διαπεραστικό και ευσυνείδητο, σαν μια βροχή που καθαρίζει τους βρώμικους δρόμους. Τα στοιχεία που διακόπτουν την αργή κίνηση των μοτίβων εδώ δεν είναι πολλά, αλλά θυμίζουν βαρύτονες αστραπές συναισθημάτων, στιγμές που διαρρηγνύουν το παρόν.

Το Computer Soul αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται πολλά για να φτιαχτεί κάτι που να σου τραβήξει την προσοχή. Η απλότητα του συνοδεύεται, μάλιστα κι από μια υπόσχεση, ότι έπεται δισκογραφική συνέχεια για το ίδιο το σχήμα, μέσα στο 2019. Εμείς προειδοποιήσαμε!

The fact that we don’ t find enough new music to intrigue us, is due to our reluctance to give the needed time and space to it. Perhaps, we are afraid of the new, the change, the unknown and that frozen moment that is ready to melt. It is enough, however, for a new sound, that holds its own power, to make you think, that in a world where everything changes, something remains. A promise? A rift in everyday life, as a memory? A melody you whistle during the day? What’ s left, after all?

It doesn’ t take many seconds, while listening to the bass of the first song of the new release of Black Rain to let this music enters in your brain with an invisible smile to enfold you. Reedeming and persistent, leads you in another world, full of scenes of a sci-fi film. Only, the scenes here are the scenario itself! The atmospheres, the sounds, Star Kelly’ s hellish voice, the past of Stuart Argabright, member of Ike Yard and the story of BR as raidrops splashes over you tenderly, but also, with an intensity.

Actually, if we exempt the fact that this is not a full – length album, it’s is like Computer Soul lacks nothing at all. Even its darkness is harmoniously given, permeable and conscientious, like a rain which cleans the dirty roads. The elements that interrupt the slow motion of the patterns here are not that many, but they are reminiscent of heavy thunders thunders of emotions and moments that rupture the present.

Computer Soul proves that it doesn’ t take much to create something to attract attention. Its simplicity comes with a promise that there are more BR releases to come in 2019. You ‘ve been warned!

Μπάμπης Κολτράνης

Screaming dEAD Balloons – L’Un Ar Id (Vault Relics/name your price)

Βιώνοντας μια υλιστική πραγματικότητα όπου η καθημερινότητά μας κινείται σε σχεδόν, ρομποτικά προγραμματισμένους ρυθμούς, αρκεί και μόνο το άκουσμα της λέξης ψυχεδέλεια να μας παραπέμψει σε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από το βίωμα αυτό καθεαυτό. Πόσο μάλλον όταν η ψυχεδέλεια ως κίνημα, από τη δεκαετία του 1960 είχε ως επιδίωξη την απελευθέρωση του ανθρώπου, παράλληλα με την επίτευξη της επιθυμητής και δυνατής ψυχικής ανάτασης, μέσα από μια διαδικασία πνευματικής άνθησης. Ειδικότερα στο μουσικό τομέα υπήρξε μια έντονη δημιουργική αύξηση, μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό για τη διεύρυνση των μουσικών οριζόντων. Οι διαφοροποιήσεις με το πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών υπήρξαν ωστόσο, η διάθεση για την ευχαρίστηση του νου και των αισθήσεων παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη.

Αυτές οι σκέψεις περί κινημάτων αλλά και γενικότερα, περί ετικετών και ταμπελών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες, ειδικότερα στη μουσική τριγύριζαν στο μυαλό μου κατά την ακρόαση του L’Un Ar Id, του δεύτερου άλμπουμ των Λαρισαίων Screaming Dead Balloons. Οι SDB δημιουργήθηκαν το 2012 κι έκτοτε έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία σε live εμφανίσεις τόσο σε underground χώρους όσο και σε χώρους καταλήψεων και διάφορα φεστιβάλ κλπ. Το νέο τους άλμπουμ αποτελεί ένα καλοδουλεμένο υλικό με συνθέσεις άλλοτε πιο μελαγχολικές κι άλλοτε πιο garage που διακρίνονται από έναν καλά στημένο και ισοσκελισμένο θόρυβο. Κινούνται στο φάσμα της noise, garage ψυχεδελική ροκ, με τα ίδια τα μέλη να αναφέρουν πως η μουσική τους αποτελεί τελικά, μια φασαρία χωρίς όρια, όπως κάνει ένα φουσκωμένο μπαλόνι όταν το αφήσεις ελεύθερο στον αέρα. Σαφή δείγματα αυτού του φάσματος αποτελούν η δυναμική αρχή του άλμπουμ με το “Y.O.L.A.” με τα “Nio Nio” και το πιο δυναμικό “Lion” να ξεχωρίζουν, ενώ το χωρίς στίχους “Mandolino” να διακρίνεται από μια post punk υποβόσκουσα διάθεση.

Η μπάντα προσεγγίζει τη νέα εποχή της ψυχεδέλειας θέλοντας να αναδείξει τη ανάγκη του ανθρώπου για διαρκή αναζήτηση μέσα από την πνευματική ελευθερία και αλλαγή προς νέες κατευθύνσεις και πτυχές, μουσικές ή μη.

Sylvia Ioannou

Objekt – Cocoon Crush (PAN)

Πλέον, το να ψάχνεις να βρεις νέα, αξιόλογη μουσική μέσα στον κακό χαμό θυμίζει οδήγηση σε δαιδαλώδη πόλη. Μόνο που εδώ δεν έχει GPS, γιατί ακόμη κι αν μια υπογραφή-πινακίδα μας λέει κάτι, αν δεν ακολουθήσεις την πορεία του, δεν βρίσκεις τίποτα. Για την ακρίβεια, ακόμη κι αν επιλέξεις να οδεύσεις προς την κατεύθυνση που σου υποδεικνύει, υπάρχει η περίπτωση οι πρώτες εντυπώσεις-ακροάσεις να μην είναι αρκετές ή να είναι ακόμη και παραπλανητικές. Κάτι τέτοιο μου συνέβη με το τελευταίο άλμπουμ του Objekt και οι δύο λόγοι που με εμπόδισαν να χωνέψω εύκολα το υλικό του, αποδείχθηκαν αυτοί που καθόρισαν το τελικό μου συμπέρασμα.

Αρχικά, το Coccon Crush είναι ένα άλμπουμ που απλώνεται στο χώρο, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την ακριβή διάρκεια του. Έχουμε την ίδια σύνθεση στην αρχή και στο τέλος, αντιστρέφοντας την λογική του φινάλε, καθώς στο κλείσιμο ακούμε την διευρυμένη έκδοση του “Lost & Found”, και ανάμεσα σε αυτά, ιδέες που ρέουν όχι γραμμικά, αλλά σχεδόν άναρχα. Κάπως σαν τα φυτά που ανθίζουν σε ένα περιβάλλον ελεύθερο, μόνο που εδώ το περιβάλλον είναι ο ήχος που παραμένει μέχρι τέλους αινιγματικός και πλούσιος σε αναγνώσεις. Γι΄ αυτό το λόγο δεν σου μένει στο τέλος κάποια συγκεκριμένη σύνθεση στο μυαλό, παρά μόνο η αίσθηση που σου αφήνει.

Έπειτα, είναι αυτή η φυσικότητα των συνθέσεων που μέσα από ρυθμικά ή σπασμένα ηλεκτρονικά μοτίβα κάνει την εμφάνιση της, μέσω απρόσμενων, μελωδικών και γήινα ρυθμικών εκφράσεων. Η ομορφιά του δίσκου κρύβεται ακριβώς σε αυτά τα σημεία που θυμίζουν άνθη που ξεφυτρώνουν μέσα από τσιμεντένιες χαραμάδες και τα οποία πάλλονται από ένα αεράκι το οποίο κανείς δεν καταλαβαίνει από που έρχεται.

Όλη αυτή η οργανικότητα δεν είναι άμεσα αντιληπτή κι όμως, είναι εκεί, σαν τις κρυμμένες θέες μια πόλης ξερής. Λόγου χάρη, αν κάποιο μεσημέρι σας φέρει ο δρόμος προς τα Προπύλαια στην Αθήνα, γυρίστε και κοιτάξτε απέναντι το γυάλινο κτίριο. Πάνω σε αυτό καθρεφτίζεται ο πράσινος Λυκαβηττός. Κοιτάζοντας το είδωλο του έχεις την εντύπωση ότι είναι ακριβώς από πίσω σου! Κάπως έτσι ηχεί το Cocoon Crush, κρυμμένο γύρω σου και περιμένοντας να εστιάσεις πάνω του, για να αντιληφθείς τον πλούτο του.

To search for a new and interesting music among chaos is like driving in a labyrinthial city. The difference is that there is no GPS here, because, even when a sign says something, if you don’t follow its guideline, you won’t find anything. In fact, even if you decide to take that specific path, the first impressions-listenings are not enough or even be misleading. This happened to me, while trying to understand Objekt’ s last album and the two specific reasons that prevented me from easily dive into it, became the ones that defined – in a positive way – my final conclusion.

At first, Coccon Crush is an album that is spreading into space, without realizing its exact duration. We have the same composition at the beginning and at the end, reversing the idea of reprise or finale, as the last song is an expended version of the first one “Lost & Found” and between them there are ideas that flow, not linearly but almost anarchically. Somehow like plants who blossom in a free environment, only here environment is the sound that remains enigmatic and grandiose, till the end. That’s why, you do not have a specific synthesis in mind, just a particular sensation that’s left of it.

Afterwards, there is this naturalness of the songs who occurs unexpected melodies and earthly beats among rhythmic or broken electronic patterns. The beauty of this record is hidden exactly in these points which resemble flowers that spring up among cement cracks and which are rattled by a soft breeze that no one knows where it comes from.

All this organic sense is not immediately perceived, but still it’s there like the hidden sights of a dry city. For example, if you pass through Propylaia in Athens at midday, turn and look across the glass building. Lykabettus is reflected on it. Looking at its reflection, you get the impression that the hill is right beside you! That’ s how Coccon Crush sounds, hidden around you and waiting for you to focus on it, just to discover, to sense its wealth.


Μπάμπης Κολτράνης