Live Need/The Mighty N

Αθήνα, 21 Απριλίου 2017. Το κατά τ’ άλλα ανοιξιάτικο απόγευμα μοιάζει μπερδεμένο, ο αέρας έξω λυσσομανά και όλη η πόλη μοιάζει κάπως σαν να κατηφορίζει προς το Κύτταρο. Απόψε οι Need θα παρουσιάσουν για πρώτη φορά ζωντανά το Hegaiamas: A Song For Freedom άλμπουμ τους στη γενέτειρα τους κι όλοι εμείς που πιστεύουμε ότι θα βρίσκεται ανάμεσα στα top της χρονιάς, περιμένουμε μια περαιτέρω επιβεβαίωση. Εξάλλου, η μπάντα μήνες τώρα προωθεί και δουλεύει για αυτό το show. Κάνω ένα τσιγάρο, χαζεύοντας τα πρόσωπα έξω απ’ το club: μοιάζουν κι εκείνοι να ξέρουν τι να περιμένουν. Σβήνω τσιγάρο κάνοντας prog συνειρμούς και μπαίνω ενώ έξω είναι ακόμα λυκόφως.

Πες μου το support σου να σου πω ποιος είσαι. Οι The Mighty N δεν αποτελούν μια ‘’προφανή’’ επιλογή για special guests και γι αυτό ακριβώς κρίνεται και ως απολύτως επιτυχημένη. Η Νατάσα Τσίρου και το παρεάκι της ανεβαίνουν στη σκηνή στις 20.45 με το ‘’Ground Zero’’ και οι προθέσεις τους είναι ευθύς ξεκάθαρες: φασαριόζικο heavy alternative rock από καλή 90’s σοδειά. Η μπάντα είναι σωστά στημένη στη σκηνή, ο ήχος είναι πολύ καλός και τα πράγματα ζεσταίνονται γρήγορα. Ο κόσμος που προσέρχεται σταθερά δείχνει να περνάει μια χαρά, ειδικά στα φωνακλάδικα ρεφρέν και στα υπεργκρουβάτα riffs που προσγειώνονται δεξιά κι αριστερά. Όμως οι The Mighty N δεν παίζουν απλά για να περάσεις καλά και να συνοδεύσουν την μπύρα σου. Η μουσική τους έχει πολύ ζουμί, ένα τρομακτικό εύρος επιρροών και η πεντάδα τα καταθέτει με άνεση. Η καλά συγκαλυμμένη ψυχεδέλεια του ‘’No man’s land’’, τα fuzzαρίσματα του ‘’Who why’’, η funky bass εισαγωγή του ‘’Loose end’’, οι έξοχες δυναμικές του ‘’Rays of light’’ και το doomy κτηνάκι που λέγεται ‘’Bulletproof’’ μας προσφέρουν στιγμές εξαιρετικής μουσικότητας, ενώ τα jazzy φωνητικά περάσματα και τα πολλά σύνθετα ‘’μετρήματα’’ υπενθυμίζουν ότι, ναι, είμαστε σε ένα prog event. Η μπάντα μένει στη σκηνή για 45 λεπτά μ’ ένα σετ 10 τραγουδιών που εστιάζει ελαφρά στο πρόσφατο δεύτερο άλμπουμ τους Retribution και αποχωρεί κάτω απ’ το ζεστό χειροκρότημα του κοινού, έχοντας κάνει τη δουλειά της με το παραπάνω. Check them out και δεν θα χάσετε!

Ευτυχώς οι Need δεν μας αφήνουν σε μεγάλη αναμονή. Η ώρα είναι 21.50 και το Κύτταρο είναι ιδανικά γεμάτο τη στιγμή που η μπάντα ξεκινά αφηνιασμένη το σετ της, αποφασισμένη να παραδώσει ένα δίωρο οργασμικό σετ. Από τα πρώτα λεπτά έχει ήδη φανεί ότι θα ήταν εντελώς χαζό να μιλήσουμε για δέσιμο/απόδοση και τα συναφή. Η μπάντα είναι συναυλιακά ‘’ψημένη’’ διεθνώς και σε πολύ υψηλό επίπεδο για να αφήνει αμφιβολίες: Το παίξιμο τους είναι απλά εξαιρετικό, σε βαθμό που με βρίσκει να απορώ για το αν ο κόσμος καταλαβαίνει το πόσο καλή μπάντα παρακολουθεί. Ακούστε κι έναν γεράκο σαν εμένα που έχει δει σχεδόν όλες τις ‘’μεγάλες’’ και ‘’μεσαίες’’ prog μπάντες των 90’s: οι Need στέκονται πλάι στους μεγάλους. Η μόνη μου αμφιβολία ήταν για το αν θα υποστηριχθούν ισάξια η επιθετική και η λυρική πλευρά του ‘’πες-μου-πως-ενώσατε-τους-Nevermore-και-τους-Fates-Warning’’progressive τους. Κι αυτή η αμφιβολία ήταν έτοιμη να απαντηθεί.

Το σετ των Need ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο η μπάντα έκανε μια σύντομη διαδρομή στο παρελθόν της. Το υλικό του The Wisdom Machine και του Siamese God ακούστηκε εξαιρετικά φρέσκο, όταν όμως ακούστηκαν τα θηριώδη ‘’Symmetrape’’ και ‘’Mother Madness’’ από το Orvam , από το κοινό ακούστηκαν οι πρώτες ιαχές αλλοφροσύνης. Ιαχές που έγιναν πρώιμη αποθέωση όταν το 15λεπτο ομώνυμο προσγειώθηκε στα κεφάλια μας με όλο του το μεγαλείο, κλείνοντας τον πρώτο κύκλο του live. Πριν ξεκινήσουν την παρουσίαση του Hegaiamas, η μπάντα τίμησε τον πρόσφατα εκλιπόντα Paul O’ Neil των Savatage/Trans Siberian Orchestra με μια ιδιαίτερα φορτισμένη απόδοση του ‘’Sleep’’. Προσωπικά δεν τη βρίσκω με διασκευές, αυτή ήταν όμως μια πανέμορφη στιγμή που με βρήκε να ακούω απρόσμενα ένα πολύ ιδιαίτερο προσωπικά τραγούδι.

Και το ταξίδι του Hegaiamas ξεκινά! Αποδείχτηκε ζωντανά κάτι που η εκπληκτική παραγωγή του άλμπουμ καλύπτει: το υλικό είναι ιδιαιτέρως πιο απαιτητικό και πλούσιο. Η μπάντα ανταπεξήρθε άνετα της πρόκλησης, όχι μόνο μέσω της εκτελεστικής αρτιότητας αλλά και μέσα από το καλοζυγισμένο στήσιμο επί σκηνής. Οι σε στιγμές co-frontmen Ravaya και Αντώνης (κιθάρα και πλήκτρα) τραβάνε το βλέμμα όσο πρέπει, ενώ ο Jon παραδίδει τις παθιασμένες του ερμηνείες. Και όποιος έχει παίξει μουσική γνωρίζει ότι αν έχεις τέτοιο rhythm section από πίσω (Βίκτωρας και Στέλιος απλά κεντάνε), είσαι ελεύθερος να απογειωθείς. Ένας ακόμα λόγος για την φανταστική απόδοση του Hegaiamas ήταν η επί σκηνής ανάδειξη της θεατρικότητας του: η Σαπφώ ήρθε από τη Νορβηγία για να διακοσμήσει με την υπέρ-φωνή της, η Δανάη και η Ιωάννα ζωντάνεψαν το θεατρικό I.O.T.A και μια μικρή χορωδία συνέβαλλε στις απανωτές ανατριχίλες του 20λεπτου ομώνυμου. Η δαιδαλώδης αυτή σύνθεση έκλεισε το live μεγαλοπρεπώς και μέσα σε γενική αποθέωση.

Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στον τραγουδιστή Jon V. Στα άλμπουμ ακούς έναν πολύ καλό τραγουδιστή. Ζωντανά όμως θα δεις έναν σπουδαίο performer, αεικίνητο κι εκρηκτικό, που παραδίδει τις φορτισμένες του ερμηνείες με αλύγιστο πάθος. Υποθέτω ότι ο Warrel Dane είναι βασική του επιρροή και, ναι, ο άνθρωπος στα δικά μου μάτια στάθηκε εξίσου γιγάντια.

Η βραδιά ήταν ένας μικρός θρίαμβος για τους Need. Κι ενώ πιστεύω ακράδαντα ότι σύντομα θα ξεπεράσουν αυτό που οι ίδιοι αποκάλεσαν ως ‘’τη σημαντικότερη headline εμφάνιση της καριέρας τους ως τώρα’’, αυτό δεν μας σταματάει από το να βροντοφωνάζουμε για να ξυπνήσουν όσ@ ακόμα κοιμούνται χωρίς να έχουν καταλάβει τι μπάντα έχουμε στα πόδια μας. Έξω από το μαγαζί, τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά κι ο αέρας έμοιαζε λιγότερο κρύος. Προσπάθησα να θυμηθώ αν έχω δει καλύτερο ελληνικό progressive συγκρότημα live. Δεν θυμήθηκα κανένα.

Αντώνης Καλαμούτσος

Exquirla – Para Quienes Aun Viven (Superball music)

Ο μύθος λέει ότι ένας σοφός ή πονηρός θεούλης κάποτε με τον πύργο της Βαβέλ καταδίκασε την ανθρωπότητα στη μη επικοινωνία. Έκτοτε η ανθρώπινη δραστηριότητα, με την τέχνη στην εμπροσθοφυλακή, κάνει ότι περνάει απ’ το χέρι της για να απαξιώσει αυτήν την καταδίκη. Και υπάρχουν στιγμές που η τέχνη καταφέρνει μικρούς ή μεγάλους θριάμβους, η επικοινωνία αποκαθίσταται ολοκληρωτικά και η Βαβέλ μοιάζει με μαντρότοιχο. Η εισαγωγή αυτή ταιριάζει για έναν δίσκο που δεν αποτελεί απλώς το απόλυτο φαβορί για δίσκος της χρονιάς αλλά ανοίγει κουβέντα για την παγκοσμιότητα της μουσικής. Και πως να μην το επιχειρήσεις, όταν ακούς μια γλώσσα της οποίας δεν καταλαβαίνεις ούτε λέξη και η ψυχή σου δεν σταματάει να φτερουγίζει;

Πάμε στα τυπικά. Οι Exquirla αποτελούν ένα project- σύμπραξη των Ισπανών Toundra και του flamenco τραγουδιστή Nine de Elche. Μια χονδροειδής προσέγγιση θα ήταν λοιπόν ότι το post rock/metal των Toundra (πολύ αξιόλογη η δισκογραφία τους) συναντά την flamenco. Μην προσπαθήσεις όμως να το φανταστείς για τι απλά αυτό που παράγουν οι Exquirla είναι εντελώς πρωτόγνωρο. Αυτό εξηγείται καταρχήν από τους αρμονικούς συσχετισμούς: η μπάντα χρησιμοποιεί τυπικές ροκ αρμονίες που το αυτί μας γνωρίζει και ο Nine χτίζει φωνητικές μελωδίες με κλίμακες εντελώς ξένες του ροκ. Το αποτέλεσμα δεν μοιάζει με ένωση των δύο αλλά με έναν ήχο άγνωστο που προκαλεί εντελώς διαφορετικά δραματουργικά αποτελέσματα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια απρόβλεπτη χημική ένωση. Δύο στοιχεία με γνωστές ιδιότητες ενώνονται και δημιουργούν ένα παντελώς καινούριο.

Ακόμα κι αν ήταν instrumental το άλμπουμ θα ήταν εξαιρετικό. Το post των Exquirla δεν κλαψουρίζει, δεν πλατειάζει, δεν χτίζεται κάτω από τόνους reverb. Είναι ευθυτενές, κινηματογραφικό και συνεχώς παράγει Δύναμη – με την καστανεντική έννοια της λέξης. Σε πολλές στιγμές μοιάζει να προσεγγίζει το progressive rock, όχι εξαιτίας κάποιας δομικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας που προτάσσει αλλά από την αδιάκοπα intellectual αύρα της μουσικής. Πάρε για παράδειγμα το αριστουργηματικό “Un hombre”: στις δεκάδες φορές που το άκουσα δεν μπόρεσα ποτέ να μην σκεφτώ ότι ακούω την μετενσάρκωση του “Epitaph”, μισό αιώνα μετά. Ναι, είναι τόσο καλό. Κυριολεκτικά από την πρώτη νότα και για 55 λεπτά, η μουσική σε γραπώνει και σε ταξιδεύει σε μια πολύχρωμη δίνη, υποβοηθούμενη από την εξαιρετική παραγωγή.

Ο κύριος υπεύθυνος για την απογείωση του Para Quienes Aun Viven όμως είναι ο μίστερ Nine de Elche. Ο εν λόγω βοκαλίστας είναι καταξιωμένος στο χώρο του flamenco, έχει όμως να επιδείξει και αρκετά πειραματικά projects και συνεργασίες, σκιαγραφώντας το προφίλ ενός ανήσυχου καλλιτέχνη. Οι συγκλονιστικές του ερμηνείες αποδεικνύουν ότι γνωρίζει πως να μεταφέρει την δική του άποψη στο εκάστοτε ηχητικό περιβάλλον με σεβασμό και ευγένεια. Επίσης φανερώνουν τη βαθιά γνώση του στην flamenco παράδοση και τεχνοτροπία. Το αποτέλεσμα είναι θριαμβευτικό. Κάθε σύνθεση στοχεύει – και επιτυγχάνει – στο ολόδικο της βίωμα, στην απελευθέρωση της τσιγγάνικης ψυχής: η θλίψη και η υπερηφάνεια του νομάδα πάνω σε έναν contemporary rock καμβά; Βεβαίως, θα πάρω. Μπορώ να έχω διπλή μερίδα;

Πέραν της περαιτέρω περιγραφής, θεωρώ επίσης περιττό να γραφτούν πολλά για τις συνθέσεις ξεχωριστά. Μη μεταχειριστείς αυτό το άλμπουμ τμηματικά. Πρέπει να το δεις στην ολότητα του για να το νιώσεις, για να δεις κάθε πράγμα στη θέση του. Για να καταλάβεις την ορμή του “Destruidnos Juntos”, την αίγλη του “ Europa Muda”, το ότι το “Hijos de la rabia” είναι η σύνθεση που οι Tool θα ήθελαν στο επόμενο άλμπουμ τους. Μόνο η αδιανόητη ένταση του εισαγωγικού “Cancion de E” μπορεί να σταθεί μόνη, ακριβώς επειδή απλώς εισάγει.

Δεν ξέρω αν μέσα στη χρονιά θα βγει κάτι ανώτερο από το Para Quienes Aun Viven ούτε αν το συγκεκριμένο project θα συνεχίσει. Μικρή σημασία έχει. Το συγκεκριμένο άλμπουμ μοιάζει να έχει τη δική του μικρή αίγλη στο μεγάλο μουσικό κόσμο και δεν νιώθω την ανάγκη να το δω να επαναλαμβάνεται. Η υπερβατική του μοναδικότητα θα διατηρήσει τη λάμψη του για αρκετά χρόνια (δεν αποφεύγω τους συνειρμούς με το Lazarus Bird των Burst). Θα μοιάζει πάντα με ένα πολύ σύντομο ταξίδι που κάποτε έκανες αλλά ποτέ δεν ξέχασες. Δεν ξέρω αν όταν τελειώσει το 2017 θα είναι στην κορυφή της λίστας μου, ξέρω όμως καλά ότι όταν το ακούω η Βαβέλ καταρρέει κι εγώ υψώνω τη μικρή μου γροθιά προς ένα θεούλη που, τελικά κανείς δεν ξέρει αν είναι σοφός ή πονηρός.

Αντώνης Καλαμούτσος

Tegh – Oiseaux-Tempête – Anjou

Tegh – Downfall (midira)

Τις ίδιες ημέρες που ανεβάσαμε το πρόσφατο μας Guest Mix των 9T Antiope το οποίο περιείχε ονόματα από τη σύγχρονη πειραματική σκηνή του Ιράν, εμφανίστηκαν τρία αφιερώματα σε παγκοσμίως γνωστά site που αναφερόντουσαν στο ίδιο θέμα. Ένας βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η ίδια η δύναμη της μουσικής που βγάζουν εδώ και κάποια χρόνια αρκετά ιρανικά ονόματα και σχήματα. Μια δύναμη που εξανεμίζει την χιλιομετρική απόσταση μεταξύ του εδώ με το εκεί και την οποία ένιωσα από την πρώτη στιγμή που άκουσα κάτι από τον Tegh (πιο συγκεκριμένα στο EP που είχε βγάλει με τον Kamyar Tavakoli πριν δύο χρόνια). Στο νέο του άλμπουμ προχωρά ακόμη παραπέρα ως προς την σύνθεση μελωδίας και ατμοσφαιρικότητας προσθέτοντας ένα συμφωνικό τόνο σε ορισμένα σημεία του.

Ουσιαστικά έχουμε μια σαραντάλεπτη σύνθεση η οποία ξεκινά ως ανεμοστρόβιλος συναισθημάτων. Είναι τέτοια η ένταση του που δεν γίνεται να μη σε πιάσει μέσα σου κάτι ακούγοντας τα πρώτα μέρη του Downfall. Στη συνέχεια ρέει το υλικό προς πιο αναμενόμενα κιτάπια, χωρίς όμως να αμβλύνονται οι εντυπώσεις ως προς αυτό που μουσικά συντίθεται. Στο τέλος ένα κυκλικό άσμα απομυζεί κάθε σκέψη που γλύτωσε από το πέρασμα του δίσκου θυμίζοντας το τελικό στάδιο απώλειας μνήμης. Η πορεία προς τη λήθη παραπέμπει σε κάθοδο προς το άγνωστο. Η καθαρτική φύση του Downfall διαθέτει, λοιπόν, τέτοιου είδους χαρακτηριστικά.

Oiseaux-Tempête – AL – ‘AN! الآن (sub rosa)

Η Μέση Ανατολή έχει γένους θηλυκό, όπως και η επανάσταση, εξού και το εξώφυλλο του νέου δίσκου των OT. Ως κεντρικό θέμα το χάος στα πολύπαθα αυτά μέρη την περσινή χρονιά, χάος που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, η γαλλική αυτή μπάντα συνεχίζει να ασχολείται με την πολιτική, όντας δεκτική και ανοικτή σε ριζοσπαστικές φωνές και επιρροές διαφορετικών κουλτούρων από τη δικιά της. Όσο άκουγα το συγκεκριμένο άλμπουμ ένιωθα την μουσική να υποχωρεί δίνοντας χώρο στα ανατρεπτικά νοήματα που θέλει εξαρχής να περάσει. Η βάση είναι οι αυτοσχεδιασμοί μεταξύ Αράβων μουσικών, της εν λόγω μπάντας και φίλων της με τις ηχογραφήσεις να έχουν μοιραστεί μεταξύ των δύο αυτών μακρινών τόπων όπου οι συντελεστές ζουν.

Τα τραγούδια ηχούν σαν να οδεύει μια μπάντα στα βάθη της ερήμου με τον ήλιο μπροστά και μια υπόσχεση για το μέλλον στα χαμένα. Στην πορεία αυτή τίποτα φαινομενικά δεν αλλάζει άρδην, αν και στο τέλος της ακρόασης του δίσκου που έχει τον υπότιτλο And your night is your shadow — a fairy-tale piece of land to make our dreams έχεις διανύσει μια καθόλα σεβαστή απόσταση εμπειριών. Ένας αστερίσκος μπαίνει για μας που καταγόμαστε από μέρη που συνορεύουν με τη συγκεκριμένη κουλτούρα της Ανατολής, οπότε και ανάλογα ακούσματα ή παντρέματα με αυτά δεν μας εντυπωσιάζουν τόσο. Εντούτοις το ταξίδι που μας παρουσιάζουν οι ΟΤ εδώ αποτελεί άλλον έναν ενδιαφέρον σταθμό στην θησαυρίζουσα δισκογραφία τους.

Anjou – Epithymia (kranky)

Υπάρχει η άποψη ότι η ambient μουσική ταιριάζει ως άκουσμα τη νύχτα, αλλά προσωπικά θεωρώ ότι και ως πρωινή συνοδεία τα πάει περίφημα. Αυτό οφείλεται στην αργή ανάπτυξη μιας ιδέας, την ένταση που έρχεται στην πορεία ως το ποθητό ξύπνημα και το φινάλε που δένει με οτιδήποτε άλλο για συνέχεια. Κάπως έτσι θα περιέγραφα και τη μουσική των Anjou που αποτελούνται πλέον από δύο μέλη των Labradford, της θεμελιώδους σημασίας μπάντας για τη σύγχρονη ορχηστρική μουσική.

Αυτό εδώ είναι το δεύτερο τους άλμπουμ στο οποίο λόγω ίσως της απώλειας του περκασιονίστα που είχαν ως βασικό μέλος της σύνθεσης τους στο ντεμπούτο τους, βγαίνει μια πιο ηλεκτρονική χροιά από ότι θα περιμέναμε. Κάπου σαν να χάνεται η όλη φυσικότητα του μυστηρίου που μπορεί να μεταδώσει η μπάντα. Υπογραμμίζω, μάλιστα, το ρήμα “μπορεί” μιας και στην επικών διαστάσεων σύνθεση τους “An Empty Bank” συντελείται ένα μικρό θαύμα με το πάντρεμα μιας βαθιάς ατμόσφαιρας με το γλυκό παίξιμο μιας τρομπέτας. Είναι η στιγμή που η αφαίρεση δεν σ’αφήνει με αρνητικό πρόσημο, αλλά σου θυμίζει για ποιο λόγο αγαπάς αυτού του είδους την μουσική. Αυτά.

Μπάμπης Κολτράνης

Vinnum Sabbathi – Gravity Works (name your price)

 Διερευνώντας το ποιόν των Μεξικανών Vinnum Sabbathi, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουμε είναι τ’ ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια stoner/doom/ drone μπάντα, τόσο από στουντιακή, όσο και από συναυλιακή άποψη · από την δημιουργία τους το 2011, οι Vinnum Sabbathi έχουν ηχογραφήσει και διαθέσει στο κοινό ένα σωρό κομμάτια, αποκλειστικά instrumental, είτε για ντέμο, είτε για split κυκλοφορίες. Η απορία σχετικά με το πώς γίνεται το Gravity Works να είναι η πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά αποσαφηνίζεται με μια ακρόαση των κομματιών αυτών · παρ’ ότι δεν είναι άσχημα, από ένα σημείο και μετά, αυτό που γίνεται αντιληπτό είναι ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη κατεύθυνση στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι το να θέλουν οι δημιουργοί να αποτυπώνεται η αίσθηση του τζαμαρίσματος στην παραγωγή, κι άλλο πράγμα τα κομμάτια να ακούγονται σαν να μην έχει αποκρυσταλλωθεί η πρόθεση για το ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός τους (και αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τις παλιές κυκλοφορίες των Vinnum Sabbathi, ή μόνο την συγκεκριμένη μπάντα – το πρόβλημα είναι πολύ, πολύ γενικότερο).

 Το Gravity Works δείχνει ότι αυτό το χαρακτηριστικό – και όχι μόνο – δεν έχει απλά διορθωθεί, αλλά έχει εξαλειφθεί ολοκληρωτικά. Οι πέντε συνθέσεις του δίσκου έχουν δουλευτεί σε κάθε τους λεπτομέρεια – συνθετικά, ενορχηστρωτικά, και εκτελεστικά – και η ανάπτυξη τους δίνει αυτή τη φορά την εντύπωση ότι τα κομμάτια έχουν γραφτεί με αρχή, μέση και τέλος, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη δομή που, φαινομενικά τουλάχιστον, περιστρέφεται γύρω από τα samples που έχουν ενταχθεί στις συνθέσεις · ο υποφαινόμενος έχει σκοπό να εστιάσει σ’ αυτά ακριβώς τα samples, που ακούγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του Gravity Works, γιατί είναι από τις ελάχιστες φορές που η χρήση τους γίνεται με τέτοιο πανέξυπνο και δομικό τρόπο.

 Πρώτο και σημαντικό: όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Vinnum Sabbathi παίζουν ορχηστικό stoner / doom / drone metal, ένα μουσικό ιδίωμα που δεν διακρίνεται, αλλά ούτε και αποσκοπεί, στην πρωτοτυπία και την καινοτομία των μουσικών θεμάτων · σημασία έχει περισσότερο η δημιουργία παραστάσεων και η μετάδοση διαθέσεων μέσω της μουσικής, παρά ο πειραματισμός και η δεξιοτεχνία. Αυτό δεν είναι κάτι κακό – ίσα-ίσα, τις περισσότερες φορές η επίτευξη του απαιτεί ακόμη περισσότερη ευφυΐα, ή και δεξιοτεχνία από την πλευρά των μουσικών. Εξετάζοντας το Gravity Works με αυστηρά μουσικά κριτήρια, τότε πρόκειται για μια καλή κυκλοφορία του ιδιώματος, πολύ προσεγμένη, με αρκετά ωραία σημεία σε όλη τη διάρκεια της – χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να πηγαίνει παραπέρα, αν δεν ήταν η παρακάτω λεπτομέρεια.

 Θεματολογικά, οι Vinnum Sabbathi είναι ταγμένοι στην αστρονομία και το αχανές και άπειρο απώτερο διάστημα – χωρίς, ωστόσο, να ξεσκίζουν τα samples τις αμερικανικές bmovies και τα λοιπά κλισέ της επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνάδελφοι σε άλλα συγκροτήματα. Τουναντίον, για το Gravity Works, η μπάντα επέλεξε να πάρει samples με αποσπάσματα ομιλιών και διαλόγων από ντοκιμαντέρ της ίδιας της NASA. Αφήνοντας κατά μέρος τυχόν αξιώσεις επιστημοσύνης από τους Vinnum Sabbathi, και δεδομένου του αυστηρά instrumental προσανατολισμού τους, οι Vinnum Sabbathi εντάσσουν τα samples αυτά με τρόπο που φαινομενικά καθοδηγεί την εξέλιξη των κομματιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές αλλαγές (ταχύτητες, διαθέσεις, ατμόσφαιρες) ακολουθούν, ή φαίνονται να ακολουθούν, το αντικείμενο των ομιλιών, σαν τα samples να έχουν θέση στίχων στα κομμάτια. Το εάν αυτό έγινε σε πρώτο ή σε δεύτερο στάδιο της σύνθεσης δεν έχει σημασία – αυτό που έχει σημασία, ωστόσο, είναι ότι η επιλογή να μην χρησιμοποιηθούν τα samples ως απλά «διακοσμητικά», αλλά ως δομικά στοιχεία των κομματιών, αφενός κάνει το Gravity Works να ξεχωρίζει μέσα στους τόσους και τόσους δίσκους που ξεπηδούν κάθε μήνα, αφετέρου δείχνει ότι οι Vinnum Sabbathi πέρα από τ’ ότι είναι μια καλή μπάντα, είναι μια μπάντα που πρωτίστως έχει την οξυδέρκεια να εκμεταλλεύεται και να αξιοποιεί σωστά τις ιδέες της · είναι, δηλαδή, μια ιδιαίτερα έξυπνη μπάντα.

 Κι όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν φορές που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

ΑΤΜ

Idles – The You & What Army Faction – Boss Hog

Idles – Brutalism (Balley Records)

Έχετε βαρεθεί τις νέες μοδάτες μπάντες του κιθαριστικού ήχου που παίζουν ξεψυχισμένα τραγουδώντας τα ίδια και τα ίδια; Προφανώς ναι, οπότε οι Idles από το Μπρίστολ είναι το τέλειο αντίδοτο. Για την ακρίβεια, αυτήν την άποψη φαίνεται να την μοιράζονται όλα τα έγκριτα ή μη μουσικά ιστολόγια μιας και το ντεμπούτο τους εκθειάζεται παντού!

Η συνταγή είναι η γνωστή: πρωτοεμφανίζεται μια μπάντα με μια σειρά εκρηκτικών EPs, βγάζει το ντεμπούτο της με βάση αυτό το υλικό, κοτσάρει και ένα εμπνευσμένο βίντεο και η επιτυχία είναι δεδομένη. Δύσκολο να μη σ’ αρέσει το τρομερό παίξιμο της μπάντας που δένει τέλεια με την a la David Yow παραφροσύνη του τραγουδιστή. Βέβαια, για να λέμε και του κουφού το δίκιο, κάπου κουράζει το συνεχές κοπάνημα της μπάντας και δυστυχώς μόνο το τελευταίο άσμα του δίσκου φανερώνεται μια άλλη, πιο βαθυστόχαστη μουσικά, πλευρά της μπάντας. Επίσης λείπουν σε κάποιο βαθμό οι μεγάλες μελωδίες που θα απογειώσουν το σφιχτοδεμένο υλικό τους. Σε αντιπαράθεση με όλα αυτά, φαντάζει διόλου ευκαταφρόνητο το γεγονός ότι ένας μοντέρνος punk rock δίσκος ακούγεται οξυδερκής, φρέσκος και συνάμα σουξεδιάρικος . Αναμένουμε και ανάλογη συνέχεια.

The You And What Army Faction – Rite (Sweetohm Recordings)

Για τη συγκεκριμένη αθηναϊκή μπάντα έχουμε ξαναγράψει οπότε περνάω αμέσως στο παρασύνθημα. Εξάλλου στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει αυτή η αμεσότητα από την πρώτη του κιόλας νότα όπου χωρίς πολλά-πολλά γεύεσαι ευθύς τον πρωτότυπο ήχο τους. Πρωτότυπο όχι με την έννοια ότι αυτά που παίζουν δεν τα έχεις ξανακούσει (αχ αυτά τα 9o’s), αλλά ότι συνεχίζουν να παράγουν κάτι που συνολικά θυμίζει μόνο τις προηγούμενες δουλειές τους.

Υπάρχουν δυο πλευρές που αφορούν το άλμπουμ αυτό στις οποίες θα ήθελα να σταθώ. Η μια είναι η παραγωγή του που καθορίζει τον χαρακτήρα του σε έντονο βαθμό. Οι κιθάρες χαρακτηρίζονται από έναν ήχο κοφτερό και ευφάνταστο, αλλά στα υπόλοιπα όργανα κρέμεται η μέγγενη της ελληνικής παραγωγής με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό. Τουτέστιν όλα ακούγονται κάπως αποκομμένα μεταξύ τους και τα ντραμς ανά στιγμές αδύναμα. Με το ταλέντο της, όμως, η μπάντα καταφέρνει να καλύψει σε ορισμένες στιγμές τις όποιες προαναφερθείσες αδυναμίες.

Αυτό που δεν καταφέρνει να καλύψει είναι το αδιέξοδο που χαρακτηρίζει αρκετές συνθέσεις του δίσκου. Τα τραγούδια ηχούν σαν γέφυρες οι οποίες τραβάνε σε πλάτος και αντί να οδηγούν σε κορύφωση, ρέπουν προς μια νωχελικότητα. Όλα ακούγονται σαν να παίζονται σε αργή ταχύτητα και αυτό σφραγίζεται και από την μονόχρωμη ερμηνεία του τραγουδιστή που θυμίζει ψιθύρους στη νύχτα. Σε θεωρητική βάση όλα αυτά δεν θα ακουγόντουσαν κατ’ ανάγκη προβληματικά, αλλά στην πράξη μου μένει μια γεύση ότι άλλο σχεδίαζε η μπάντα να βγάλει στο Rite και άλλο τελικά της βγήκε.

Boss Hog – Brood X (in the red records)

Οι Boss Hog δείχνουν να μην έχουν κανένα άγχος επιστρέφοντας από το πουθενά. Από σπόντα φτιάχτηκαν το 1989, όποτε ήθελαν έβγαζαν δίσκο, κατά λάθος υπέγραψαν σε πολυεθνική το 1995 και γενικά αυτό που τους ένοιαζε ήταν μόνο να παίζουν αυτό το βρώμικο και φάνκι rock n’ roll τους. Ότι έβγαλαν νέο δίσκο φέτος μπορεί να θεωρηθεί από μόνο του ως μια επιτυχία, αλλά όπως φαίνεται το ζεύγος των Christina Martinez και John Spencer (ναι, αυτός) δεν αρκείται σε νεκραναστάσεις.

Φανταστείτε μια τρελοπαρέα που ξαναπιάνει τα όργανα της και κλείνεται ένα διήμερο για να ηχογραφήσει νέο υλικό. Κάπως έτσι ηχεί το Brood X. Το εξώφυλλο με την τεντωμένη γυμνή πλάτη υποδηλώνει ότι η μουσική τους για άλλη μια φορά βιώνεται ως χορευτικό και σαρκικό κάλεσμα. Η μουσική τους που θυμίζει James Brown, The Cramps και Lydia Lunch, η χροιά της φωνής, η γκρούβα που δεν σταματά ποτέ παραμένουν τα βασικά χαρακτηριστικά της μπάντας. Όλος ο δίσκος θυμίζει μεθύσι προς τιμή της αναπόλησης των παλιών κακών ημερών και όπως ένα τέτοιο, δεν διαθέτει αποκλειστικά σπινθηροβόλες στιγμές και εμπνευσμένες ατάκες. Μερικές φορές, όμως, σου μένει μόνο ένας στίχος όπως αυτό στο μυαλό: “What’s wrong baby?”… “Everything” και δεν χρειάζεται να απαιτήσεις κάτι παραπάνω από τις στιγμές διαύγειας της προηγούμενης νύχτας.

Μπάμπης Κολτράνης

Soen – Lykaia (UDR Music)

Μην έχοντας επαφή με το υποκείμενο της μουσικής των Soen, ο τίτλος και το εξώφυλλο αποδείχτηκαν κάπως παραπλανητικά. Τα δελτία τύπου επίσης θολώνουν την κατάσταση: η μπάντα επιλέγει να χτίσει επικοινωνία με το κοινό πάνω στην ατάκα “ το γκρουπ του πρώην ντράμερ των Opeth”. Δεν ξέρω αν κερδίζουν κλικ έτσι κι ούτε με ενδιαφέρει, είναι όμως βέβαιο ότι αδικούν τους εαυτούς τους. Αν ήμουν μάνατζερ, θα τους πρότεινα: “ ένα από τα ελάχιστα γκρουπ που κατέχουν την ξεχασμένη τέχνη του καλού ρεφρέν”. Ακολουθούν επεξηγήσεις.

Οι ομοιότητες με Opeth -παλιούς ή νέους- είναι ανεπαίσθητες. Περισσότερο θα έλεγα ότι το heavy prog τους αποπνέει μια “σουηδίλα” γενικώς και αορίστως, μια σοφιστικέ αίσθηση που κουλουριάζει μέσα στα τραγούδια κι είναι πανταχού παρούσα. Τα βασικά δομικά υλικά της μουσικής τους μοιάζουν όμως να είναι οι Tool – η εγκεφαλικότητα του rhythm section, τα σπειροειδή riffs κλπ – και οι ευαίσθητες, μελαγχολικές φωνητικές γραμμές του Steven Wilson. Ακριβώς οι ίδιες επιρροές δηλαδή με αμέτρητα ακόμα prog γκρουπ από το 2000 και μετά, σε μια μουσική κληρονομιά που περισσότερο μοιάζει με υποχρεωτική δικτατορία. Ήμουν έτοιμος να τους αγνοήσω παραδειγματικά μέχρι που μπήκε το ρεφρέν του “Sectarian”. Το δάχτυλο απομακρύνθηκε από το stop και ναι, δεν το ξαναπλησίασε για κάμποσες ακροάσεις. Το έντεχνο heavy rock τους είναι καλοστημένο, καλοπαιγμένο και χιλιοακουσμένο και είναι τελικά οι υπέροχες φωνητικές γραμμές του που κλέβουν την παράσταση και κρατάνε το επίπεδο ψηλά. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι το ρεφρέν ως δομικό συστατικό κατακτήθηκε μέσα από μουσικές ζυμώσεις αιώνων, καταξιώθηκε από το κοινό και συχνά απαξιώνεται από “ ψαγμένους” μουσικόφιλους. Οι Soen απενοχοποιούν την απόλαυση ενός καλού ρεφρέν, αφού είναι μελωδικά και μελαγχολικά χωρίς να είναι cheesy ή ευτελή.

Προσωπικά αμφισβητώ τη βαρύτητα του όρου prog στην περίπτωση του Lykaia. Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα heavy alternative rock δίσκο που προτιμάει να είναι σκεπτόμενος από αλήτης. Υπάρχουν σαφώς ξεσηκωτικά grooves και βαριά riffs, η φωνή του Joel Ekelof όμως παραμένοντας πάντα ήπια διατηρεί το άκουσμα σε intellectual αποχρώσεις. Μια διάσπαρτη δραματικότητα μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή χωρίς όμως να βαραίνει υπερβολικά τις συνθέσεις. Ότι λείπει από τους Soen σε ταυτότητα, περισσεύει σε συνθετική και στιλιστική ισορροπία. Και κομματάρες όπως το “ Jinn” ανταμείβουν και με το παραπάνω τον ακροατή που δεν βιάστηκε να απορρίψει…

Το καταστάλαγμα είναι ότι το Lykaia είναι ένας πολύ καλός και ολοκληρωμένος δίσκος που είναι εύκολο να αρέσει σε αρκετό κόσμο, από μουσικούς που καταθέτουν ψυχή και νου στο μοντέρνο rock τους. Σίγουρα προτεινόμενο στους φίλους τους είδους. Αν διαβάζουν λάτρεις της καινοτομίας, στην υποθετική ερώτηση αν δίνω πιθανότητες για κάποια μελλοντική, καλλιτεχνική υπέρβαση από τους Soen απαντώ με θράσος: καμία. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει να μουρμουρίζω τις ρεφρενάρες τους, OK;

Αντώνης Καλαμούτσος

Loess – Roel Funcken – Tendts

Loess – Pocosin (n5MD)

Ένα πρώτο χαρακτηριστικό της περιήγησης στα γοητευτικά μονοπάτια της ηλεκτρονικής μουσικής είναι η ανακάλυψη αμέτρητων άγνωστων σχημάτων χαμηλού βεληνεκούς, αλλά υψηλής καλλιτεχνικής πιστότητας. Συνήθως τα ονόματα τους όπως και οι τίτλοι των συνθέσεων τους δεν είναι άμεσα μεταφράσιμα, οι στίχοι και οι φωνές λείπουν, οπότε μένει η ίδια η μουσική να έχει τον κύριο λόγο. Αυτό συμβαίνει κατά κόρον στο τρίτο άλμπουμ των Αμερικάνων Loess. Μυστηριώδη μοτίβα ακίνητων τοπίων τα οποία χτενίζονται από αργόσυρτες ματιές τροφοδοτούν μια θάλασσα συναισθημάτων. Σε αυτή δεν έχει χώρο κάποιος ιδιαίτερος χρωματισμός, αλλά μένει η ίδια η φαντασία για να δώσει τον τόνο κάθε προεξοχής του υλικού. Η υπνωτική υφή του άλμπουμ το κάνει άκρως εθιστικό και η συνεχή ροή των ακροάσεων του θα πρέπει να θεωρείται κάτι το δεδομένο.

Roel Funcken – Balaklavskiy Prospex (Funcken Industry)

Το γεγονός να ακούγεται ένας νέος δίσκος όπως ακριβώς τον περίμενες έχει δυο όψεις. Από την μια δεν θα σε εκπλήξει κάτι, αλλά από την άλλη ούτε θα σε απογοητεύσει κιόλας. Ο λόγος για το νέο άλμπουμ του Roel Funcken με τον οποίο έχουμε ασχοληθεί και παλαιότερα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει στον τρόπο που αναδιπλώνει τη μουσική του, τουτέστιν κυριαρχεί ένας idm φορμαλισμός, οι μελωδίες εμφανίζονται και εξαφανίζονται στο λεπτό και όλα φαντάζουν συνεπτυγμένα όσο πρέπει. Ουσιαστικά δεν υπάρχει κανένα αδιάφορο σημείο στο άλμπουμ, αλλά ούτε και καμιά βαθιά τομή, οπότε είναι σαν να ατενίζεις τις πολεμικές κινήσεις φανταστικών όντων καταμεσής περίεργα χρωματισμένων λιβαδιών. Για καμία ξώφαλτση στους μη αδαείς στον ηλεκτρονικό ήχο δεν υπάρχει κίνδυνος. Για πρόκληση αλλεργίας στ@ς υπόλοιπ@ς, ίσως και λόγω εποχής, πιθανόν να υπάρχει μια βάσιμη πιθανότητα υποτροπής.

Tendts – 3431 Years (nutty wombat records)

Τα τελευταία χρόνια ο όγκος των ονομάτων στο χώρο της ντόπιας ηλεκτρονικής μουσικής σκηνής είναι τέτοιος που μας επιτρέπει να μιλάμε για μια καλοδεχούμενη άνθηση της. Σημασία έχει, όμως, η ποιότητα των δουλειών που φέρουν το στίγμα της. Σίγουρα αυτό το ζήτημα δεν θα εξαντληθεί με μια συγκεκριμένη κριτική, αλλά έχω την εντύπωση ότι το νέο EP των εκ Θεσσαλονίκης Tendts φέρει τα χαρακτηριστικά αρκετών παραπλήσιων κυκλοφοριών του συγκεκριμένου χώρου, καλώς ή κακώς.

Αρχικά δεν ακούμε κάτι καινούργιο στα δυο νέα τους κομμάτια, αλλά αντιθέτως μόνο ρετρό θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν με ήχο, κιόλας, επιτηδευμένα παλαιομοδίτικο. Η αλήθεια είναι ότι μοιάζουν ελαφρώς μεταξύ τους, οπότε και αναδεικνύεται ξεκάθαρα η χορευτική τους υφή η οποία μεταλαμπαδεύεται και στα δύο remix που ακολουθούν. Σε αυτά υπάρχει μια πιο παιχνιδιάρικη διάθεση, αλλά και πάλι η παραγωγή τα κάνει να ακούγονται κάπως μονοδιάστατα. Οπότε στο τέλος μένει να επιστρέψουμε στην πρώτη πλευρά της κασέτας, για να πάρουμε μια καλή δόση νοσταλγίας των χορευτικών 1990’s.

Μπάμπης Κολτράνης