Oxbow – Thin Black Duke (Hydra Head Records)

Προς το καινούριο γκρουπ της (κάθε) γειτονιάς:

 Και τώρα που έχετε βγάλει τα πρώτα σας τραγούδια και αρχίζετε να δένετε, προκύπτουν κάποια κρίσιμα στιλιστικά ζητήματα: πώς θα χωρέσουν οι επιρροές και τα γούστα όλων σας; Ο ένας μελετάει jazz, ο άλλος την έχει ακούσει πειραματιστής, ο άλλος ονειρεύεται rock σταριλίκια και ούτω καθεξής. Αγαπητ@ μου, εδώ βρίσκονται οι πραγματικές απαντήσεις στο ποιοι πραγματικά είστε. Η λύση “ας τζαμάρουμε να δούμε που θα πάει” συνήθως καθυστερεί το γεγονός ότι θα διαλυθείτε. Αν η απόφαση είναι να συνδυάσετε κάποια στιλ για να είναι όλοι ευχαριστημέν@, συνήθως οδηγεί στη γελοιοποίηση. Κι αν αποφασίσετε να βάλετε τη μουσική σε δεύτερη μοίρα και ασχοληθείτε απλώς με την πόζα και το PR , χμμ, τότε δεν είστε καν μπάντα.

 Υπάρχει και η δύσκολη απόφαση. Να προσπαθήσετε να ανιχνεύσετε, να ανακαλύψετε τον δικό σας, τον ολόδικό σας δρόμο. Να τον ακολουθήσετε μέχρι τέλος, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς και όπου αυτό σας βγάλει. Ευτυχώς η μουσική έχει πολλά τέτοια παραδείγματα που μπορούν να σας εμπνεύσουν. Πάρα πολλά. Θέλετε ένα πρόχειρο παράδειγμα; Κάτσε να σκεφτώ λίγο. Το ’χω! Oxbow.

 Δεν τους ξέρεις; Τριάντα χρόνια, δικέ μου. Επτά studio album. Άκου το φετινό τους Thin Black Duke ή το πρώτο τους, δεν έχει σημασία. Ο δρόμος τους είναι πάντα ο δικός τους. Τί παίζουν; Ας τους εντάξουμε γενικώς και αορίστως στο alternative rock για να συνεννοηθούμε. Παίζουν όμως και noise. Kαι jazz. Και heavy. Έχουν και κουφά πνευστά. Έχουν έναν τιτάνιο frontman που ονομάζεται Eugene Robinson που τραγουδάει, στριγγλίζει, αναστενάζει και μαρτυρά όσα εκείνος θέλει. Έχουν δρόμο δικό τους να περπατούν και δεν νοιάστηκαν ποτέ να είναι ομαλός. Είμαι σίγουρος ότι αν μια σύνθεσή τους βγαίνει εύκολη, θα κάνουν ό,τι μπορούν να δυσκολέψουν τον δρόμο με νέες λακκούβες και εμπόδια, με νέους τοίχους. Κι όπως είπε κάποτε ο μεγάλος Buddy Lackey: “Αν ένας τοίχος είναι πολύ ψηλός, θα σκάψω από κάτω του”. Εσύ, γκρουπ της γειτονιάς, ίσως θες τον δρόμο στρωμένο. Οι Oxbow θέλουν βουνά. Κι αφού παίζεις μουσική, τι άλλο είσαι παρά η κορυφή που θες να πατήσεις;

 Αν τύχει και το ακούσεις, θα βρεις πολλή εκκεντρικότητα. Θα βρεις πολλή έκφραση. Θα βρεις τραγούδια, δικέ μου, από αυτά που σε αναγκάζουν να ανακαλύψεις κάτι δικό σου που ίσως αγνοούσες, από αυτά που είναι ικανά να συντροφέψουν μικρές ώρες μεγάλων ημερών. Θα βρεις έναν από τους πιο ιδιοφυείς φασαριόζους κιθαρίστες της πιάτσας, τις καλύτερες δυναμικές που θα ακούσεις από rock rhythm section και, είπαμε, έναν Eugene. Θα μου επιτρέψεις να πω ότι, χωρίς ούτε μία σχετική μουσική αναφορά, θα βρεις το απόλυτο urban blues γκρουπ του 21ου αιώνα. Άκου το “The Upper” και το συζητάμε μετά.

 Και τώρα πρόβα. Στην τελική όλοι κάπου κάπου πρέπει ν’ αναλογιζόμαστε τον δρόμο μας. Οι Oxbow ανηφορίζουν το δικό τους ανώφελο μονοπάτι με μνημειώδη αδιαφορία!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

CAN – Singles (mute)

 Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη μπάντα από την παλιά εποχή πέρα από τους CAN που στην post-mortem εποχή της να μην έχει βγάλει κάτι το αδιάφορο ή ανούσιο. Μάλλον είναι κι αυτό δείγμα ότι εμείς μπορεί να γερνάμε, από την μπάντα να ζούνε περίπου οι μισοί, αλλά η μουσική τους παραμένει εσαεί φρέσκια και ολοζώντανη.

 Για την ιστορία της μπάντας θα σας παραπέμψω σε ένα κατατοπιστικό κείμενό μας με αφορμή την κυκλοφορία του The Lost Tapes, το οποίο περιελάμβανε έναν σκασμό ακυκλοφόρητου ως τότε υλικού. Κοιτώντας προς τα πίσω και ό,τι ακολούθησε την επίσημη διάλυσή τους, διακρίνεις ότι με το Sacrilege επέδειξαν τον σεβασμό που άρμοζε σε πολλά γνωστά ονόματα της σύγχρονης μουσικής σκηνής μέσω των remix τους. Στη συνέχεια, και καθώς το όνομά τους επανήλθε στο προσκήνιο, είχαμε τις επανακυκλοφορίες της δισκογραφίας τους, οπότε τι μένει; Αυτά τα μαγικά μικρούτσικα βινύλια με τη σύντομη διάρκεια και τον στόχο να κάνουν γνωστό το όνομα του εξωφύλλου σε όλο τον κόσμο.

 Αυτή εδώ η συλλογή περιέχει οτιδήποτε κυκλοφόρησε στην άνωθεν μορφή μεταξύ ’69-’90, πέρα ελάχιστων εξαιρέσεων (ένα-δυο b-sides) τα οποία καλώς παραλείφθηκαν. Τώρα, ακούτε singles και θα νομίζετε ότι έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή που θα θύμιζε best of. Αμ δε! Με τους CAN ξέρεις ότι τίποτα δεν ακολουθεί την πεπατημένη. B- sides αναδεικνύονται σε κορυφαίες συνθέσεις της μπάντας διαχρονικά (“She Brings The Rain”, “Future Days”). Σουξέ με τη διαδεδομένη έννοια δεν υπάρχουν, πέρα του “Vitamin C”, το οποίο δεν νομίζω να μπορεί να καταχωρηθεί κάπου ως επιτυχία συγκεκριμένου είδους ακόμη και σήμερα, και του “I Want More” που γράφτηκε ως παρωδία και ανέβηκε στα charts τότε! Επίσης έχουμε edit εκδόσεις ορισμένων μαμούθ κομματιών τους κι εκεί που περιμένεις ότι θα ακούγονται αυτές υπερβολικά “κοντοκουρεμένες”, αυτές συντηρούν την αρχική τους γοητεία (βλ. “Halleluhwah”), ένα χριστουγεννιάτικο κομμάτι, που καταμεσής του καλοκαιριού ακούγεται περίεργο και μια διασκευή στο “Can Can”, η οποία ανεξαρτήτως εποχής ακούγεται αστεία.

 Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συλλογές τους με τίτλο Cannibalism, εδώ λείπει η “δύσκολη” πλευρά της μπάντας με τον άκρατο πειραματισμό της για ευνόητους λόγους. Εντούτοις σκιαγραφείται η όλη τους πορεία με τη διαφορετικότητα των πολλαπλών τους ειδώλων και τον συνδυασμό τού λεπτεπίλεπτου ήχου τους με το παιχνιδιάρικο, που σε ορισμένες στιγμές γίνεται μέχρι και ανεβαστικό, ως γενική αίσθηση. Κατά τα άλλα όλες οι περίοδοί τους εκπροσωπούνται εδώ, δηλαδή δεν λείπει η πρωτόλεια ορμή τους, ο πλούτος που έφερε η παρουσία του Damo Suzuki και το αυτοσαρκαστικό τέλος τους. Για το τέλος αυτό θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλοί αρνητικοί αστερίσκοι, αλλά φαντάζομαι πώς θα ήταν να νιώθουν ότι, εφόσον τα έχουν παίξει κυριολεκτικά όλα, δεν έχει μείνει τίποτα άλλο πέρα από το να χλευάσουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Πλέον όλα αυτά είναι ιστορία και το Singles είναι ένα απολαυστικό βήμα ταχείας εκμάθησής της.

Μπάμπης Κολτράνης

Bagarre Générale – Tohu-Bohu (music fear satan)

 Αναμοχλεύοντας το σωρόν με τους νέους δίσκους των τελευταίων ημερών, είναι να απορείς πώς θα ξεχωρίσεις τελικά κάτι το εντελώς ενδιαφέρον. Μια λάμψη φτάνει από τα βάθη της γαλλικής σκηνής του σκληρού ήχου, με περίεργες αποχρώσεις και ακόμη πιο περίεργη σύνθεση μπάντας. Οι Bagarre Générale έχοντας στη σύνθεσή τους τρομπόνια και τα κλασικά όργανα μιας σύγχρονης μπάντας του πρωτοποριακού μέταλ σήμερα, μας συστήθηκαν κατά έναν τρόπο με το καταπληκτικό σπλιτ που έβγαλαν με τους Year Of No Light. Λόγω αυτού, ευτυχώς το νέο τους άλμπουμ εντοπίστηκε από το σχετικό ραντάρ και ακούγοντάς το ορθώνεται στεντόρεια η λέξη “Δικαίωση”!

 Σίγουρα θα υπάρχει κι άλλη μπάντα που να αναμειγνύει το μέταλ με τη συμφωνική μουσική και τον εξπρεσιονισμό, αλλά οι BG το κάνουν με τέτοιο τρόπο που πείθουν για την πρωτοτυπία τους. Εκεί που σε σημεία θαρρείς ότι ακούς το σάουντρακ του Star Wars, αμέσως η μπάντα το γυρνά στο Εργαστήρι του δρος Καλιγκάρι, αποδεικνύοντας ότι έχει προοδεύσει σε όλα τα επίπεδα που αφορούν την έμπνευση, τη σύνθεση και την εκτέλεση των ιδεών της. Ψαρωτικές εισαγωγές δίνουν το πάτημα σε ανελέητα μέταλ μοτίβα, τα οποία συνεχώς αλλάζουν στην πορεία, με το αποτέλεσμα να ισορροπεί μαγικά πριν γίνει κουραστικό ή υπερβολικά βιρτουόζικο. Την αύρα του δίσκου θα τη χαρακτήριζα άρρωστη με έναν γλυκό τρόπο, σαν ευχή και κατάρα μαζί.

 Υπάρχουν σαφώς ομοιότητες με το τελευταίο άλμπουμ των YONL, αλλά εδώ η μπάντα εστιάζει στην ανάδειξη της βαρύτητας ως αίσθησης που σε βουλιάζει στον πυθμένα της μουσικής της και όχι μια ανύψωση απόκοσμων και συνάμα γλυκών ατμοσφαιρών. Και οι τρεις ορχηστρικές συνθέσεις συνηγορούν στο ότι έχουμε να κάνουμε με μια δουλειά από εκείνες που ξεπερνούν τα όρια του εκάστοτε χώρου ή είδους που εκπροσωπούν. Δύσκολα ο ανοιχτόμυαλος κόσμος που αναζητά κάτι το πρωτοποριακό και ταυτόχρονα μουσικά απτό δεν θα εντυπωσιαστεί ακούγοντας το Tohu-Bohu.

Μπάμπης Κολτράνης

Constantine – Gimu – The Star Pillow

Constantine – Hades (bedouin records)

Άραγε τη στιγμή της κατάδυσης αυτό που βγαίνει ως πρώτη σκέψη είναι το τι θα ακολουθήσει στην ανάδυση; Αν υπάρχει ένας τρόπος που αυτά τα στάδια συνέρχονται σε σώμα ένα, αυτός σίγουρα ακολουθήθηκε από τον Κωνσταντίνο Σκουρλή ώστε να δημιουργήσει εκ των δύο ένα συνεκτικό άλμπουμ. Πιο συγκεκριμένα, μια συγκεκριμένη κατάδυση στην Τέλενδο, όπου διέμενε για κάποιο διάστημα, τον έφερε μπροστά σε μια εμπειρία που γέννησε την πρωταρχική ιδέα του άλμπουμ.

Στη συνέχεια, ζώντας στη Λέσβο, ένιωσε την εμπειρία των δυνατών καταιγίδων εκεί με την αίσθηση που του άφησαν να απεικονίζεται στη μουντάδα του δίσκου. Το ανείπωτο βάθος και τα υπέρτατα ύψη συνδυαζόμενα παράγουν μια νοητή γραμμή ισοβαρούς ατμόσφαιρας που χαρακτηρίζει όλο το άλμπουμ. Μιας ατμόσφαιρας που στα τελικά στάδια παραγωγής διεμβολίστηκε από την προσφυγική κρίση που ξέσπασε και στο συγκεκριμένο νησί. Τρία σημεία, λοιπόν, τα οποία συναντούν το ένα το άλλο, αφήνοντας μια συγκεκριμένη αύρα. Μια κυρίως υποτονική αύρα που δεν αναλώνεται σε συναισθηματικές εκρήξεις, αν και τα έγχορδα δίνουν έναν τέτοιο τόνο. Επίσης, οι συνθέσεις θυμίζουν επαναλαμβανόμενα μέρη, τα οποία δεν πάνε κατ’ ανάγκη κάπου συγκεκριμένα, αλλά σχεδιάστηκαν για να απαρτίζουν μια καθολική εμπειρία ακρόασης. Ως εκ τούτου, μπορεί να λείπει η αίσθηση ότι ακούς κάτι το πρωτόγνωρο, αλλά αυτό που ήθελε να βγάλει ο συγκεκριμένος μουσικός, με τη βοήθεια και των συνεργατών του, καταφέρνει να αναδυθεί από μέσα του.

Gimu – Gone Again, Haunted Again (aurora borealis)

Από καταβολής του ats έχουμε έρθει σε επαφή με διάφορ@ς δημιουργούς με αποτέλεσμα να εμβαθύνουμε στην ίδια τους τη μουσική, πέρα από την απόκτηση σχέσεων. Στην περίπτωση του Βραζιλιάνου Gimu συναντήσαμε το παράδοξο να έχουμε να κάνουμε με ένα απίστευτα χαρωπό και ανοικτό άτομο, ενώ η μουσική του μπορεί να χαρακτηριστεί άκρως μουντή και κλειστοφοβική. Με βάση μάλιστα και την καταγωγή του ερχόμαστε ξανά μπροστά στον άτυπο νόμο της μουσικής (και της ζωής εν γένει), ο οποίος συνδέει τα ασύνδετα μέσω της έλξης των ίδιων των αντιθέσεων ως έχουν. Η θέα που έχει ο Gimu μπρος σε έναν κατάφωτο ουρανό και απέραντο ωκεανό θυμίζει κατά μια έννοια εμάς με τη Μεσόγειο σε πρώτο πλάνο και με την ενίοτε σκοτεινή μουσική σε δεύτερο.

Το νέο του άλμπουμ που κυκλοφορεί σε μορφή πολυτελούς κασέτας, εμπεριέχει μια είδους απάντηση σε όλο αυτό το αίνιγμα. Τα μουσικά σύννεφα κινούνται βαρύθυμα και τελεολογικά, αλλά ταυτόχρονα και με ταχύ ρυθμό μπροστά στη ραθυμία των ημερών για να υποσχεθούν μια στέρεη λιακάδα. Υπάρχει μια λύτρωση σε όλο αυτό το θαμπό παιχνίδι των drone/ambient συνθέσεων με τους επεξηγηματικούς σε συναισθηματική βάση τίτλους τους, η οποία έρχεται στο τέλος, πριν όλα χαθούν στο έρεβος. Η μοίρα όλων, σε τελική ανάλυση, είναι γνωστή από τα πριν, αλλά αν δεν πάρουμε μια έστω μικρή γεύση της, πώς θα εκτιμήσουμε ό,τι προϋπάρχει του τελικού προορισμού της;

The Star Pillow – Invisible Summer (midira)

Οι λέξεις και οι μουσικές στερεύουν όταν επαναλαμβάνονται. Ο Ιταλός The Star Pillow πριν από λίγο καιρό έβγαλε το νέο του άλμπουμ στη Midira και είναι κυρίαρχη η αίσθηση ότι συνεχίζει ακριβώς από το σημείο που τον αφήσαμε στο προηγούμενό του άλμπουμ. Θυμίζει, όμως, σε τέτοιο βαθμό αυτό το άλμπουμ τον προκάτοχό του, συν ορισμένες δουλειές του Thisquietarmy, που κάπως χωλαίνει στο τελικό αποτέλεσμα. Το ζήτημα των χρόνων των συνθέσεων που είχε παρατηρηθεί και στο Above, επανέρχεται ακόμη πιο έντονα αυτήν τη φορά δίνοντας την αίσθηση ότι όλα κινούνται εξαντλητικά αργά.

Υπάρχει μια αιθέρια κυματορροή σαν σε όνειρο όπου πετάς, αλλά λείπει το συνεκτικό στοιχείο που θα σε κάνει να θυμηθείς ξυπνώντας τι ακριβώς είδες. Σε αυτό συνηγορούν και οι ομοιότητες του ήχου και της δομής που χαρακτηρίζουν όλα, σχεδόν, τα κομμάτια του δίσκου. Σχεδόν, γιατί φτάνει το τελευταίο κομμάτι του δίσκου και όλα ανατρέπονται με μια μελωδική κορύφωση εντελώς αυτόφωτη. Παρόλ’ αυτά η επαναληψιμότητα των περισσότερων μοτίβων αφήνει ένα σχεδόν εβδομηντάλεπτο άλμπουμ μετέωρο και απλανές.

Μπάμπης Κολτράνης

Expo 70 – America Here & Now Sessions (essence music)

 Ο Justin Wright, κινητήριος μοχλός των Expo 70, πρέπει να είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός τύπος που μάλλον δεν δίνει δεκάρα για τον χωροχρόνο που ζει. Το σχήμα του αλλάζει μορφές και line-up σαν χαμαιλέοντας, το καλλιτεχνικό όραμα μένει όμως πάντα απαράλλακτο: psych, drone, space, experimental, πες-το-όπως-θες ροκ. Βαριά παραμορφωμένο, τζαμαριστό και παραισθησιογόνο, θα έλεγα εγώ. Μπορείς να σπάσεις και λίγο πλάκα με τις περιγραφές στα δελτία τύπου, όπου περιγράφονται acid αστρικά ταξίδια, supernovas, ψυχεδελικοί γαλαξίες και τα συναφή. Θα προτιμήσω γήινους όρους για να πω απλώς ότι οι Expo 70 είναι ένα psychedelic rock γκρουπ που παράγει κολοσσιαία αυτοσχεδιαστικά jams.

  Σε αυτή την ενσάρκωση, πρόκειται για κουαρτέτο που περιλαμβάνει δύο ντράμερ. Το άλμπουμ αποτελείται από τρία γιγάντια tracks (τα ονομάζουν “Movements” και μου αρέσει), όπου γύρω από τα θεόαργα κιθαριστικά μοτίβα και τους τόνους των εφέ του Justin, οι υπόλοιποι μουσικοί βαράνε ή χρωματίζουν στους αντίστοιχους τόνους. Τίποτα φανταχτερό. Τίποτα συγκλονιστικό. Τίποτα που δεν έχεις ξανακούσει. Κι όμως, η ειλικρίνεια κι ο αυθορμητισμός του θα σε κάνουν να τους σέβεσαι.

  Τα πάντα κυλάνε απολύτως γραμμικά. Η διαφορά ανάμεσα στο να το χαρακτηρίσεις βαρετό ή συναρπαστικό ορίζεται μάλλον από τη δική σου συγκυριακή διάθεση. Αν κάτι όμως βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον –και σε προκαλώ σε αυτό το παιχνίδι–, είναι η έννοια της κίνησης. Δεν χρειάζεται να είσαι high για να μπερδευτείς ακούγοντάς το: τα πάντα κινούνται συνεχώς ή στέκονται ολοκληρωτικά ακίνητα; Ο χρόνος κυλάει ή έμεινε στάσιμος; Οι Expo 70 είναι πολύ καλοί σε αυτό το trip. Η μονοτονία, ναι, μπορεί να είναι παντοδύναμη. Και, τέλος πάντων, είναι το τρένο που ξεκίνησε ή μήπως φεύγει ο σταθμός;!

  Τα America Here & Now Sessions είναι οι στιγμιαίες ηχογραφήσεις του group στο πλαίσιο μιας έκθεσης/φεστιβάλ που θα συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια. Η έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης ακύρωσε τελικά το project, οι Expo 70 αποφάσισαν όμως να κυκλοφορήσουν τα jams τους. Από αυτή την άποψη, ο δίσκος αυτός είναι από τα πιο γνήσια πράγματα που μπορείς να ακούσεις στον rock πλανήτη. Μακριά από πόζες, φωτογραφίσεις και μανατζαραίους, μακριά από rock n roll μόδες και υποκρισίες. Μόνο μια γνήσια καλλιτεχνική έκφραση, μια αποτύπωση της στιγμής, μια τίμια αντανάκλαση ενός από τα εκατομμύρια πράγματα που συμβαίνουν πάνω σε αυτή την τρελή σφαίρα. Μια αντανάκλαση που άντεξε. Είπαμε, ο Justin Wright πρέπει να είναι φοβερά ρομαντικός τύπος. Και στην τελική, όσο κι αν γυρίζει η Γη, εγώ δεν το νιώθω.

Αντώνης Καλαμούτσος

Gevende – Kirinardi (Baykus Music)

  Προσέχω τους Gevende σαν τα μάτια μου. Είναι το καλό μου μυστικό όπλο όταν η κουβέντα πάει σε ψιλοάγνωστα αλλά σπουδαία ψαγμένα group. Είναι το θριαμβευτικό μου χαμόγελο όταν τελικά κάποιος έρχεται ενθουσιασμένος να μου πει πόσο καλοί είναι. Είναι η πληροφορία που θέλω να δίνω σε λίγους. Οι διθύραμβοι οφείλονται κυρίως στο Sen Balik Degilsin Ki του 2011, άλμπουμ που θεωρώ ότι κατέχει θέση στα 10 καλύτερα της τρέχουσας δεκαετίας. Και τώρα, μετά από 6 χρόνια που πέρασαν σαδιστικά αργά, στέλνουν το Kirinardi ως διάδοχό του, σε μια κολοσσιαία αναμέτρηση με τον εαυτό τους.

 Για να δώσω ένα στίγμα των Gevende: το τούρκικο αυτό σχήμα συνδυάζει ψυχεδελικά, progressive rock, jazz και ethnic στοιχεία σε ένα συναρπαστικό, απροσδιόριστο και συμπαγές υβρίδιο. Σε στιγμές, θα μπορούσαν να είναι ξαδέρφια των δικών μας Sleepin Pillow και Human Touch, με μια συντριπτική όμως εκπνοή λυρισμού και ατμοσφαιρικής γραφής. Η εκλέπτυνση κι η ηχητική ελευθερία είναι τα στοιχεία που τους χαρακτηρίζουν. Ό,τι νότα θ’ ακούσεις είναι αισθητικά δουλεμένη. Κι όπως είπε κάποτε ο Wittgenstein “Η αισθητική είναι ηθική’’.

 Στη ζυγαριά των συστατικών του Kirinardi οι ισορροπίες έχουν αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν: προς λύπη μου, τα psych και ethnic στοιχεία έχουν συρρικνωθεί επικίνδυνα. Η prog πλευρά τους δείχνει να παίρνει τα ηνία, σε συνδυασμό με μια νέα, εντελώς soundtrack προσέγγιση (μάλλον η κληρονομιά του Monochroma OST που συνέθεσαν το 2014). Επίσης παρουσιάζονται 2 κλικ πιο μελωδικοί. Ομολογώ ότι οι πρώτες ακροάσεις με μούδιασαν, σύντομα όμως κατάλαβα ότι αυτό το άλμπουμ απαιτεί ηρεμία. Αν του τη δώσεις, θα σ’ το ξεπληρώσει με μια intellectual κομψότητα που μόνο οι Gevende μοιάζουν να κατέχουν.

 Βαθύτερα μες στη μουσική, το υλικό του Kirinardi εξελίσσεται ασύμμετρα. Το εισαγωγικό “Omelas’’ είναι το prog άκρο των Gevende, ενώ τα επόμενα 5 tracks μοιάζουν με σπουδή στη μελωδία. Κι εκεί που το πράγμα μοιάζει να γέρνει, έρχονται τα εντελώς fusion “Domino’’ και “Vertigo’’ και το ελαφρώς πειραματικό “Ters Okyanus’’ να δώσουν στο Kirinardi μια νέα ισορροπία. Σε όλη τη διάρκεια, η παραδοσιακή ροκ τραγουδοποιία βρίσκεται σε συνεχή αντιπαράθεση με πνευστά και έγχορδα, το αποτέλεσμα είναι ισόπαλο. Δεν μπορώ όμως να κρύψω την αδυναμία μου στα θεόρατα μέρη όπου σκοτεινές τρομπέτες απλώνονται πάνω σε γλυκές κιθάρες – σήμα κατατεθέν των Gevende: το απόλυτο noir στην πιο παγκόσμια εκδοχή του.

 Τελικά, δεν ξέρω να πω αν το Kirinardi είναι ισάξιο του Sen Balik… Δεν ξέρω καν αν κανείς νοιάζεται για μια τέτοια σύγκριση. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι αυτός ο δίσκος θα τους διατηρήσει σε ψηλά εμπορικά επίπεδα εντός Τουρκίας, σχετικά άγνωστους εκτός. Αν συζητάμε όμως για ποιότητα, οι Gevende στρογγυλοκάθονται σε δύσβατες κορυφές. Το μυστικό μου είναι ακόμα ζωντανό, το χαμόγελο θα παραμείνει θριαμβευτικό. Αυτή η μπάντα μοιάζει με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό. Αν σε κερδίσουν, θα γεύεσαι τα οφέλη τους μέχρι τα γηρατειά σου.

Αντώνης Καλαμούτσος

Aidan Baker & Karen Willems – Nonland (gizeh)

 Κανονικά ο Μη Τόπος υπονοεί ένα ουσιαστικά νεκρό μέρος. Τίποτα πραγματικά δεν συμβαίνει εκεί, καθώς οι ζωές κυλάνε χωρίς νόημα, πέρα αυτού της επιβίωσης. Η μέρα με το ανούσιο φως της σε τυφλώνει στα μάτια ώστε να μη δεις πόσο απότομα διολισθαίνει η νύχτα. Στο τέλος παρακολουθείς την κάθε στιγμή να αργοπεθαίνει στο βάθος χωρίς να περιμένεις κάτι.

 Εκεί ακριβώς είναι που εμφανίζεται κάτι από το μηδέν, που τελικά ποτέ δεν είναι εντελώς μηδέν. Γιατί τελικά ο Μη Τόπος εμπεριέχει τις αρνήσεις του προς αυτό. Μια γλώσσα λανθάνουσα υποβόσκει στα στενά του και μια απόφαση παραμονεύει. Αυτή είναι που θα ορίσει την αλλαγή και το προχώρημα προς τα εμπρός, προς ένα άγνωστο παντελώς άγνωστο.

 Ο δεύτερος ορχηστρικός δίσκος των Aidan Baker (Nadja, BBS κ.α.) και Karen Willems (Inwolves) κουβαλά τον χαρακτήρα της avant garde φιλοσοφίας, δηλαδή μιας εμπροσθοφυλακής που θέτει το μυαλό και τις αισθήσεις σε κίνηση. Αν περιμένετε κάτι το καθιερωμένο από το συγκεκριμένο ντουέτο πλανιέστε οικτρά. Όλα είναι σαν να μπαίνουν σε νέα ροή, χωρίς να ’ναι γνωστή από τα πριν η κατάληξη, όπως ακριβώς δίνει το σύνθημα η μουσική βροχή που ξεκινά τον δίσκο, η οποία ποτέ δεν ξεσπά σε μπόρα. Οι κινήσεις στην αρχή, εξάλλου, πρέπει να είναι μυστικές.

 Οι δύο μουσικοί συνθέτουν αυτοσχεδιαστικά ιδιαίτερους χρωματισμούς, που ισορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στο ολοκληρωτικό χάσιμο και την απλή, σχεδόν παιδική, μελωδικότητα. Ούτε χαλαρωτικό ούτε ταξιδιάρικο μπορεί να χαρακτηριστεί το Nonland, παρά μόνο αρκούντως πρωτοποριακό και εγκεφαλικό. Βασικά, είναι σαν οι ρόλοι των δύο μουσικών να περιπλέκονται συνειδητά και η κιθάρα σε πολλά σημεία να αναλαμβάνει το ρυθμικό μέρος, ενώ τα κρουστά ένα ιδιότυπο μελωδικό χτίσιμο της κάθε σύνθεσης.

 Η ελευθερία που χαρακτηρίζει τις κινήσεις τους είναι σχεδόν ευρηματική και με εξαίρεση το “Intro (Digging)”, που τραβά πολύ για intro, όλα τα κομμάτια έχουν κάτι το περίεργα όμορφο να αποτυπώσουν. Η ελευθερία, όμως, ειδικά σε συνθήκες διαβίωσης Μη Τόπου, θέλει και τόλμη. Το Nonland για αυτό τον λόγο διαθέτει μπόλικη από δαύτη.

Μπάμπης Κολτράνης

 Nonland” is implied to be a dead place, dominated by meaningless lives and pure survival. A place where you are getting blinded by the empty light of the day, not to realise how quickly the night has fallen. Where you end up watching every moment die in the background without having any further expectations.

It is where you get the illusion that something appears out of the blue, which in reality in not just happening out of luck, as “Nonland” is not a great believer of it. An underlying language and a decision roam around the alleys of “Nonland” ready to initiate the change and the move towards a completely unknown direction.

The second album of Aidan Baker (Nadja, BBS etc) and Karren Willems (Inwolves) carries the character of the “avant garde” philosophy, a lead activating the mind and putting the senses into motion. You shouldn’t been expecting something simple by this duet. It seems like everything is getting into a new direction, not fully disclosed before the ending, mirrored in the music “rain” in the beginning of the album, which never turns into a storm. Nevertheless, all the moves should be mystical.

The two musicians compose, by improvising, unique colours dangerously balancing between the complete “getting lost” feeling and an almost childhood melody. This album cannot be characterised neither as relaxing nor as tripping, but only as innovative and mind challenging. It feels like the roles of these two musicians are deliberately mixed and that the guitar is responsible for the rhythmic parts, leaving to the drums an untypical way of building a melodical composition.

An innovative freedom characterises their movements and makes all of their songs to have something interesting to express. The only exception would be the “Intro (Digging)” which is a bit extensive. This kind of existing freedom of the album requires a nerve, which is something that “Nonland” definitely has plenty of.

 

Translation by Lena Katsifou