Lör – In Forgotten Sleep (Independent)

 Power folk progressive metal. Αυτό παίζουν τα παλικάρια από τη Φιλαδέλφεια/Πενσιλβάνια και να ήταν το μόνο; Ίσως τότε να λέγατε “έλα μωρέ, βουλιάζει ο πλανήτης από μπάντες του είδους”. Τα πράγματα είναι διαφορετικά, όμως, ευτυχώς και για αυτούς και για μας. Καινούριο αίμα, λοιπόν, τα κάνει όλα άνω κάτω και αφήνει μόνο εντυπώσεις (τις καλύτερες) με το debut album τους In Forgotten Sleep. Η Φιλαδέλφεια, η μάνα εκατοντάδων μουσικών σχημάτων και άπειρων μουσικών στιλ. Από religious, opera, gospel και jazz μέχρι soul, classical, rock και indie. Πιο επικεντρωμένα και συγκεκριμένα στο heavy metal σπάει κόκαλα (αλλά και σε πιο ακραίες φάσεις grindcore, industrial, hardcore, punk).

 Οι: Tyler Fedeli – lead vocals, Peter Hraur – lead guitar/vocals, Graham Noel – bass, Greg Bogart – drums, Matt Bartlett – keyboards είναι αυτοί που τα κάνουν όλα μαντάρα στο άλμπουμ. Επικής δε μορφής και συνθετικά, αλλά και χρονικά. Σου δίνουν τον άπλετο χρόνο (πάνω από 1 ώρα διάρκειας άλμπουμ) για να ακούσεις, να ευχαριστηθείς και να χορτάσεις όλα τα μουσικά σου γούστα και να τα αφήσεις να περάσουν μπροστά από τα μάτια σου σαν εικόνες. Η μουσική των Lör, ναι, είναι έργο τέχνης. Δεν περιμένω να το καταλάβουν όλοι αμέσως (γιατί έτσι είναι η τέχνη). Μέσα σε ένα άκρως άψογο τεχνικά heavy metal δημιούργημα θα ακούσεις τουλάχιστον folk, power, progressive (στην ολότητα του Hail Yeahhhh!) death, thrash και black περάσματα. Τα άτομα πρέπει ή να είχαν διαπρέψει στα μαθηματικά στο σχολείο (για να ξέρουν να χειρίζονται με ακρίβεια και συντονισμό όλο αυτό το κατεβατό από νότες) ή να ήταν σκράπες τελείως (και έτσι δημιούργησαν δικά τους “μετρήματα”), δεν εξηγείται αλλιώς. Το δισκάκι αυτό, όπως και να έχει, είναι ένα απίστευτο σκαμπίλι στην κατεστημένη βαρετή σημερινή παγκόσμια heavy metal φάτσα. Όσο υπάρχουν μουσικοί με ιδέες, εμπνεύσεις, κέφι και πολύ σκληρή εργατικότητα πάνω στη μουσική, αφοσίωση στην τέχνη και σεβασμό στους οπαδούς, πάντα θα βγαίνει heavy metal.

 Δέκα κομμάτια breathtaking, που με έβαλαν στο trip-άκι να μην μπορώ να διαλέξω και να υποστηρίξω ένα κάποιο highlight τους. (Το “Requiem” με βούτηξε αμέσως, η αλήθεια είναι.) Τι να πω; Επανειλημμένες ακροάσεις με κάνανε γατί (γατί, ναι…όχι γιατί), να στέκομαι στη γωνία σε πλήρη εγκεφαλική καταστολή. Τι είναι αυτό που άκουσα; Και το άκουσα πολλές φορές και κάθε φορά γινόταν και πιο καλό. Από την US heavy metal underground scene στα αυτιά μου; Ακούστε το και θα το αγαπήσετε αμέσως! Οι εποχές που αναβιώνουν εκφράσεις λατρείας για Iced Earth ή Kamelot και Rhapsody φαίνεται να μην έχουν γκριζάρει τόσο πολύ τελικά, γιατί έρχονται οι Lör να τις αναβιώσουν και να τις φρεσκάρουν. Θα ακούσεις μέσα επίσης Manilla Road, Hammers Of Misfortune ή Slough Feg (διακρίνω κάποιο ενδιαφέρον εεε;). Αυτοί όμως που θα τους λατρέψετε είστε εσείς (και εγώ) όλοι οι “εφάπαξ” κολλημένοι με τους Blind Guardian (Ευχαρίστηση στα μουτράκια βλέπω). Από τα πρώτα κομμάτια σε αρπάζουν αμέσως. Είναι όμως τέτοια η μαεστρία τους που, με τις συνθέσεις και τις δυναμικές που έχουν, ξεγλιστρούν πολύ εύκολα από την παγίδα της σύγκρισης, γιατί πολύ απλά δεν έχεις με τι να τους συγκρίνεις! Δεμένοι απίστευτα (μην ψάξεις για λάθη δεν υπάρχουν), έχοντας ο καθένας τη θέση που πρέπει, αποθεώνουν το ποικιλόμορφο στιλ τους μέσα από μια πανδαισία μουσικών χρωμάτων. Παραδοσιακές αναφορές, black φωνητικά, ελάχιστα μα αρκετά για να δώσουν ένα kick σε πιο αρχέγονες εικόνες, death και thrash βομβαρδιστικά riff που θα σε πωρώσουν (“Spectrum” και “Eidolon” ο κακός χαμός), αλλά συγχρόνως και με πολύ ωραίες μελωδικές και ήπιες γέφυρες κάνουν το άκουσμα του In Forgotten Sleep μια Επική μουσική στιγμή μέσα στο 2017.

 Το άλμπουμ χρήζει άμεσης ακρόασης από τα metal-ια όλων των ειδών. Ανοίξτε νοοτροπίες και αυτιά (με αυτή τη σειρά) και χαρείτε ίσως ένα από τα καλύτερα Βαριά Μέταλλα της Αμερικανικής Γης. Μεγάλη έκπληξη από το πουθενά, εκπληκτική κυκλοφορία.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Believe – Seven Widows (self-released)

Art rock και progressive είναι αυτά που πηγάζουν από το νέο ατμοσφαιρικό concept album του Μαέστρου του είδους Mirek Gil. Η ήσυχη προσωπικότητα, η ήρεμη δύναμη που καταφέρνει πάντα με τις μουσικές της να σε συγκλονίζει. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που το Hope To See Another Day μάς έδωσε την ελπίδα της επόμενης ημέρας. Και έτσι κι έγινε.

Ο Mirek Gil, στυλοβάτης της πολωνικής προοδευτικής μουσικής και άλλοτε δημιουργός του δικού του μουσικού κόσμου με τους πασίγνωστους πια Collage (και κατόπιν στους Satellite), είναι πάλι εδώ.

Το Seven Widows έρχεται με ένα πανέμορφο εξώφυλλο, ελαιογραφία του Mark Szczęsny, και μια αλληγορική αριθμητική αναφορά σε επτά χήρες. Επτά ζωές που έφυγαν, επτά ζωές που έμειναν πίσω να πουν τη δική τους δραματική ιστορία. Αυτή των δικών τους αγαπημένων, μα χαμένων προσώπων. Κάθε κομμάτι έχει μια διαφορετική προσέγγιση στην απόδοση των συναισθημάτων. Απλότητα και πολυπλοκότητα μαζί.

Είναι το πρώτο concept album των Believe που σου δίνει τη χρονική ευχέρεια της συνεχόμενης μουσικής απόλαυσης, περνώντας από τη μια μελωδία στην άλλη. Φωνές ψιθυριστές, κάποιες φορές σχεδόν λυπημένες ή γεμάτες πόνο (που ακουμπούν σε στιλ Daniel Gildenlöw). Δεν είναι εύκολο βέβαια να πω αν είναι καλύτερα ή όχι τα φωνητικά του Łukasz Ociepa στους Believe –σε σχέση με τον τελευταίο τραγουδιστή που πέρασε από το συγκρότημα Karol Wroblewski–, αφού παρουσιάζουν μια κάποια υπερβολή σε σημεία. Οι κιθάρες του Mirek Gil κλαίνε και αφηγούνται, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής σε όλο το άλμπουμ και αυτό ακούγεται. Χαρακτηριστική και η παρουσία της Satomi με το βιολί της, που, σε κάθε μουσικό σημείο που της αντιστοιχεί, ηχεί μοναδικά δραματική και άκρως συναισθηματική.

Οι όμορφες ατμόσφαιρες βγαίνουν αβίαστα και απλώνονται σε χρόνους από 8.12 μέχρι και 11.42 λεπτά το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι. Οι λατινικοί αριθμοί αντικαθιστούν τους τίτλους στα κομμάτια που μπορεί να χαρακτηρίζονται απρόσωποι, αλλά είναι όμως υπαρκτοί. Ιστορίες μελαγχολικές, που άλλοτε κάνουν εμφάνιση με low tempo ρυθμούς και άλλοτε με περισσότερο δυναμισμό.

Τέλος (αλλά υποκειμενικά), θεωρώ πως είναι ένα αναγνωρίσιμο Believe ύφους άλμπουμ, χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά με μεγάλη δεξιοτεχνία και δόση προοδευτικού χαρίσματος. Άξιο προσοχής ασφαλώς.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Night – Raft Of The World (the sign records)

Night, απλά και όμορφα. Λέξη που συμπεριλαμβάνει τα πάντα μέσα της. Δεν είμαι σίγουρη όμως τι περιμένεις να ακούσεις μέσα στο καινούριο άλμπουμ των Σουηδών Raft Of The World. Πέντε χρονάκια μόνο στη δισκογραφία. Τρία full length άλμπουμ μόλις και νομίζεις ότι ακούς σχήμα τεράστιου rock βεληνεκούς. Τους γνώρισα με το Night άλμπουμ τους το 2013, αλλά τότε ομολογώ δεν με έκαναν να ενθουσιαστώ τρελά τόσο ώστε να με εξιτάρουν όπως πραγματικά συνέβη με αυτό εδώ.

Λοιπόν το άλμπουμ αυτό είναι πωρωτικό, ξεσηκωτικό, θεότρελο, μαγικό, ρυθμικό, μελωδικό, γρήγορο και ό,τι θες βάλε που να ταιριάζει σε ένα retro rock / hard rock ορισμό. Εννέα κομμάτια γεμάτα αρπακτικούς, εκστατικούς rock ύμνους, που δεν σε αφήνουν σε ησυχία. Θέλεις πολλή δόση από δαύτους. Σε μαγεύουν και σε γραπώνουν σαν τα νύχια της κουκουβάγιας, που έχουν και σαν έμβλημά τους σε όλα φυσικά τα άλμπουμ τους. Οι στίχοι είναι στα αγγλικά και εύηχοι, άνετα μπορείς να τους καταλάβεις, να τους μάθεις και να τους τραγουδήσεις (που θα τους τραγουδήσεις!), αφού τα φωνητικά είναι καθαρά και βγαίνουν μπροστά. Όταν δε τα lyrics σταματούν, οι κιθάρες γίνονται σκέτη χειροτεχνία. Πολύ καλή δουλειά, δεμένοι οι κιθαρίστες, ξεκάθαρα πόστα. Οι πρωταγωνιστές! Το μπάσο κρατάει τα μπόσικα (θα ήθελα να τον ακούσω πιο πολύ) και ο ντράμερ διευθύνει την πορεία του πλωτού στον κόσμο και στις μανιασμένες ακουστικές διαθέσεις του κοινού. Φωνητικά χαρακτηριστικά “παλαιάς κοπής” και -ναι!- με ταυτότητα. Τον τυπάκο μπορείς να τον ξεχωρίσεις μέσα σε άλλους. Αυτό είναι πλεονέκτημα που στηρίζεται πάνω του όλη η μουσική rock σκηνή (και κατ’ επέκταση όλο το μουσικό ιδίωμα).

Οι Σουηδοί retro rock καλλιτέχνες, όταν καταπιαστούν σωστά και υπεύθυνα με τις συνθέσεις, βγάζουν καταπληκτικές κυκλοφορίες. Το Raft Of The World είναι λοιπόν μια από αυτές. Χωρίς να υπάρχει ούτε 1% δόση υπερβολής πριν μπω στην καταγραφή εντυπώσεων, άκουσα το άλμπουμ πρώτη φορά κάποιες μέρες πριν με την προτροπή ενός φίλου “μουσικο-ρύχου” (Δημήτρη με έχεις καταστρέψει τελευταία! Σε ευχαριστώ!). Τι συνέβη τότε; Μπήκε το άλμπουμ στα ηχεία, ανέβηκε η ένταση, και το χοροπηδητό πήγε σύννεφο! Μου έφτιαξε το κέφι ρε σεις, σαν εκείνες τις παλιές καλές ημέρες που κοπανιόμασταν παθιασμένα εκστασιασμένοι γεμάτη πώρωση μπροστά στη “μεγάλη ανακάλυψη”. Και μετά αρχίζεις να το μοιράζεσαι αυτό, να το ζήσουν και οι φίλοι σου, οι κολλητοί, να μοιραστεί και να μαθευτεί ότι είναι και “γ@μώ τα άλμπουμ” τελικά! Καταλάβατε τι λέμε τώρα; Ότι μόλις κυκλοφόρησε μια απίστευτη αλμπουμάρα που πρέπει να ακούσεις.

Είναι γνωστό πια ότι οι Σουηδοί έχουν μια ροπή προς τους πιο retro rock ήχους χρόνια τώρα, αυτό το βλέπεις αμέσως και από την εξωτερική εμφάνισή τους, αλλά και από την πληθώρα συγκροτημάτων που κάνουν την εμφάνισή τους συνέχεια. Και το κάνουν τόσο καλά! Από τους πιο doom ήχους, psychedelic μέχρι και heavy rock (Witchcraft – Graveyard – Siena Root – Abramis Brama – Horizont – Ironbird – Nekromant κ.ά.). Τι να πρωτο-αναφέρει κάποι@. Μελίσσι!

Η φάση με τους Night είναι ότι θα σου κολλήσουν. Τα κομμάτια όλα είναι κορυφαίες συνθέσεις, συν ότι σε αρπάζουν, σε γυρνούν πίσω στον χρόνο (και το γουστάρεις) και η πλάκα είναι ότι υπάρχει αυτό το ρίγος του NWOBHM κυρίως στα φωνητικά. Όπως καταλάβατε καλύπτει χαλαρά και το heavy metal κοινό (εκτός και αν θέλεις να γκρινιάξεις). Υπάρχει άπλετο πεδίο κινήσεων, και ο καθένας από τους τέσσερις υπέροχους Σουηδούς βγάζει όλη του την τέχνη στο άλμπουμ. Όμορφες στιγμές με γλυκά ή παθιασμένα solo, ρυθμοί και μελωδίες. Instrumental μουσικά χαλιά χαρίζουν ισορροπία, όπως στη μέση του άλμπουμ με το “Omberg”. Εκεί κάπου σίγουρα θα ακούσεις και την κουκουβάγια τους μέσα στη νύχτα.

Γνήσια Rock αστραπόβροντα λοιπόν από τους: Oskar Andersson – Vocals, Guitars Sammy Ouirra – Guitars Joseph Max – Bass Dennis Skoglund – Drums Το mastering έγινε από τον Chris Common (The Mars Volta, Chelsea Wolfe, Mastodon) και το υπέροχο artwork σχεδιάστηκε από τον ταλαντούχο καλλιτέχνη Mattias Frisk (Ghost, Vanhelgd, Vampire, Trap Them). Πολυχρωμία και νοσταλγία, εμπνευσμένα και αριστοτεχνικά κομμάτια εξελιγμένα και περασμένα σε παλιακές αποχρώσεις που σίγουρα θα αποκτήσουν και περισσότερο νέο κοινό. Τα κομμάτια γλιτώνουν από το δύσβατο μονοπάτι της πολυπλοκότητας και, ναι, γιατί όχι, μπορεί να παιχτούν και στα ραδιόφωνα. Εκεί που ο κόσμος μάθαινε πάντα για καινούρια πράματα. Μεγάλη έκπληξη λοιπόν από τους Σουηδούς Night. Μόλις τελειώσετε την πρώτη ακρόαση… αγοράστε το! Φεύγω, πάω να ακούσω PENTAGRAM, μου ήρθε έτσι, συνειρμικά… γιατί άραγε;

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Amenra – Mass VI (neurot recordings)

Πολλές φορές η διατύπωση ενός ήχου, μιας μουσικής ή ενός δίσκου στο χαρτί είναι δύσκολη υπόθεση. Ειδικά αν την ώρα της συγγραφής, και ακούγοντας τον δίσκο, περνάνε χίλιες σκέψεις από το κεφάλι. Είναι δύσκολο το φρενάρισμα σε βρεγμένο δρόμο. Και ακόμη πιο δύσκολη η διαδικασία της τοποθέτησης σε μια εύλογη σειρά. Παρόλο που η μουσική των Amenra έχει φαινομενικά αρχή, μέση και τέλος, το βαθύτερο συναίσθημα που βγάζει είναι ένας μικρός στρόβιλος από χίλιες αρνήσεις. Και προστίθεται άλλη μια στη λίστα. Αυτή από το τελευταίο τους άλμπουμ με τίτλο Mass VI.

Ο δρόμος που έχουν χαράξει δεν παρεκκλίνει πολύ από την αρχή του. Εντάσεις και ξεσπάσματα, ηρεμία και σκοτάδι. Νομίζω πως αυτό που αλλάζει στους δίσκους τους είναι η σκοπιά του ακροατή κάθε φορά. Ανά κυκλοφορία δίσκου και με την πάροδο του χρόνου και τις χιλιάδες επιρροές που μπορεί να έχει ο κάθε ακροατής, επιστρέφει σε κάτι γνώριμο, αλλά κάθε φορά και λίγο διαφορετικό. Σε κάθε δίσκο, παλιό και καινούριο. Αυτό είναι και η μουσική. Έχει άπειρα στολίδια, και κάθε φορά μπορεί κανείς από την πλευρά του μουσικού να το ερμηνεύσει διαφορετικά και από την πλευρά του θεατή να το αφουγκραστεί διαφορετικά. Οπότε, μπορεί κάποιος να φανταστεί ότι μπορεί να βγουν άπειροι συνδυασμοί από την αλληλεπίδραση μουσικού-ακροατή.

Με την εισαγωγή του “Children of the Eye”, ακούμε και το πολύ αγαπημένο γνωστό ύφος των Amenra. Αλλά κάτι έχει αλλάξει. Ο προσδιορισμός αυτού είναι δύσκολος, αλλά νομίζω ότι με τη συγκομιδή λεπτομερειών μπορεί να προσδιοριστεί, ως ένα τουλάχιστον σημείο. Μια από αυτές είναι η επιστροφή της μπάντας στη Neurot για την κυκλοφορία. Και αυτό φαίνεται από τα αμιγώς καθαρότερα φωνητικά του Colin H. van Eeckhout, αλλά ταυτόχρονα την εκκωφαντική βρομιά της κιθάρας στο υπόβαθρο. Με εξαίρεση ίσως την αρχή από το “Plus Pres De Toi”, όπου οι εντάσεις φωνητικών και οργάνων είναι στο ίδιο σημείο. Μια ακόμα λεπτομέρεια, που ίσως μόνο με μια αυτιστική επανάληψη ακροάσεων μπορεί να διακριθεί. Ίσως το μόνο που μένει σταθερό και η ραχοκοκαλιά της μπάντας είναι ο πόνος. Και όλα να χτίζονται γύρω από αυτόν. Σαν ένα βαθύ πηγάδι που στον λασπωμένο πάτο του κάθεται μια σκοτεινή φιγούρα. Από επιλογή. Ένα είδος αυτοτιμωρίας για τις αμαρτίες του ανθρώπου.

Στο κομμάτι “A Solitary Reign”, διακρίνεται η προσαρμοστικότητα στο σκοτάδι με αυτοσκοπό την παράνοια. Τα μελωδικά κοψίματα έρχονται και κουμπώνουν άψογα με τα δαιμονισμένα ξεσπάσματα. Με την ίδια ικανοποίηση που τοποθετείς το τελευταίο κομμάτι στο παζλ. Χωρίς κόπο και δισταγμό. Μια τελευταία λεπτομέρεια είναι νομίζω και η ενασχόληση των μελών της μπάντας με side project τους. CHVE, Syndrome, Wiegedood κλπ. Οι επιρροές αχνοφαίνονται κατά τη διάρκεια του δίσκου από τα ήρεμα κομμάτια όπως το “Spjit” και το “Edeikroone” μέχρι και το “Diaken”. Νομίζω, το τελευταίο κομμάτι σηματοδοτεί την αρχή του κορεσμού. Τα διπλά φωνητικά ηχούν σαν τη χιλιοστή φωνή ενάντια στη κανονικότητα. Ο όμορφος κύκνος κείτεται άψυχα σε ένα κομμάτι ξύλου.

Εν κατακλείδι, οι διαφορές του Mass VI είναι μικρές συγκριτικά με τους προηγούμενους δίσκους, χωρίς όμως αυτό να είναι απαραίτητα κακό. Δεν σημαίνει ότι είναι απλώς άλλος ένας δίσκος Amenra, ίδιος με τους παλιούς. Αυτό που δείχνει, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι ότι η πορεία τους είναι σταθερή, σκοτεινή και οφείλουμε να δώσουμε μια σημασία στη λεπτομέρεια.

 

 

 

ichie

 

Elodie – Manos Milonakis – Orchard

Elodie – Vieux Silence (ideologic organ)

 Πολλές φορές ξεχνώ ότι ένας απλός τρόπος για να εισχωρήσεις αμέσως στο μουσικό σύμπαν ενός δίσκου είναι να κοιτάξεις προσεκτικά το εξώφυλλό του. Βέβαια, μια εικόνα μπορεί να μη λέει τίποτα όταν δεν θέλει να πει κάτι και να αφήσει την ίδια τη μουσική να μιλήσει από μόνη της. Συνήθως όμως τα εξώφυλλα απεικονίζουν την πύλη και τους κώδικές της για να την ξεκλειδώσεις περνώντας στα ενδότερά της. Προς την τελευταία κατηγορία γέρνει ο νέος δίσκος των Elodie καθώς στο εξώφυλλο στέκει ένα ακατάληπτο, σκούρο και τρυφερό σχέδιο. Αυτό παραπέμπει άμεσα στη μουσική που καλέστηκε να ντύσει.

 Η συγκεκριμένη δεν μπαίνει σε νόρμες ή κανόνες, ρέει γάργαρα χωρίς απώτερο σκοπό, παρά μόνο για να φέρει τις αισθήσεις μας στα νερά της. Υπάρχει μια χαλαρότητα σε όλη τη ροή του δίσκου, καταπραϋντική, χωρίς να κουράζει η ambient υφή της. Τα όρια μεταξύ των συνθέσεων ξεκουράζονται κι αυτά πάνω στις όχθες ενός αρχέγονου λυρισμού και στο τέλος όλα καταλήγουν σε μια παλιά σιωπή. Σαν αυτή που ακολουθεί μια ταινία που βυθίστηκες εντός της.

Manos Milonakis – Festen (moderna records)

 Για τον Μάνο Μυλωνάκη έχουμε γράψει από την εποχή που ήταν στους Your Hand In Mine, ακολουθώντας τον στην μετέπειτα προσωπική του πορεία, οπότε δεν χρειάζεται κάποιου είδους εισαγωγή. Αυτό ισχύει και για τη νέα του δουλειά, μιας και διακατέχεται από τα ίδια λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά του προηγούμενου έργου του. Υπάρχουν όμως δύο βασικά στοιχεία που δυσχεραίνουν ελαφρώς την επαφή με το Festen. Πρώτον, έχουμε να κάνουμε με μουσική που χρησιμοποιήθηκε για την ομότιτλη θεατρική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, οπότε μην έχοντας τη συνολική εικόνα του έργου (ήχος και εικόνα) μας μένει μια λειψή γεύση. Κάτι που συνέβη αντίστοιχα και στην περίπτωση του δεύτερου άλμπουμ των Sancho 003. Δεύτερον, αυτού του είδους η μουσική έχει κορεστεί πια, οπότε χρειάζεται να γράψεις κάτι πάρα πολύ αξιόλογο για να ξεχωρίσεις.

 Όχι βέβαια ότι το Festen δεν είναι αρκούντως καλογραμμένο ώστε να ασκήσει τη δική του γοητεία στα ευπαθή με τη neoclassical άτομα. Μάλιστα, συμβαίνει το υλικό να μπορεί να χαρακτηριστεί νυχτερινό, με την έννοια ότι υπερισχύει κάτι το μυστηριώδες, χωρίς όμως την αλλόφρονα πίεση του μεσημεριού. Έχουν προστεθεί μάλιστα αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία, τα οποία εμπλουτίζουν τον όλο ήχο. Ως εκ τούτου, χωρίς να διαθέτει συνθετικές κορυφώσεις ή κάποιου είδους ξεσπάσματα, το Festen είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση με αρχή, μέση και τέλος.

Orchard – Serendipity (Ici D’ailleurs)

 Ο Ουμπέρτο Έκο, θέλοντας να ξεμπερδέψει με τ@ς κακ@ς αναγνώστ@ς του Ονόματος του Ρόδου, έκανε να διαβάζονται δύσκολα οι πρώτες εκατό σελίδες του. Μάλλον η τεχνική αυτή είχε επιτυχία αν δούμε την ευρεία αποδοχή του βιβλίου, οπότε είναι λογικό και στη μουσική να είναι πάμπολλα τα αντίστοιχα παραδείγματα. Να, εδώ, το νέο σχήμα του Aidan Baker με τους Gaspar Claus, Franck Laurino και Maxime Tisserand προσφέρει τρία εικοσάλεπτα κομμάτια από την αρχή του ντεμπούτου τους, ώστε να μας βάλει σε ένα ψυχεδελικό κλίμα όπου τα είδη να περιπλέκονται, οι εντάσεις να μην ακολουθούν μια προδιαγεγραμμένη πορεία κι όμως όλα να φαίνονται στην εντέλεια τοποθετημένα.

 Ο κόσμος που γνωρίζει το έργο του Aidan, ή τουλάχιστον έχει μια μικρή ιδέα, δεν θα εκπλαγεί με την εγκεφαλικότητα των συνθέσεων εδώ. Από την άλλη, το φιλτράρισμα που έχει γίνει στις διάφορες επιρροές των μουσικών τους οδηγεί σε έναν ήχο, θα έλεγα πρωτότυπο, εφάμιλλο ενός πρωινού όπου σηκώνεσαι και σου φαίνονται όλα σαν να ξύπνησαν κι αυτά γύρω σου από βαθύ λήθαργο. Μεταξύ λοιπόν ενός υπόγειου σκοταδιού και μιας ηλιοκεντρικής ανάτασης, το Serendipity αναδεικνύεται ως ένα γήινο άκουσμα και σε στιγμές αρκούντως ανθοφόρο.

Μπάμπης Κολτράνης

Afformance – Music For Imaginary Film #1/Pop Nihilism (United We Fly)

 Οι Afformance επιστρέφουν με δύο δίσκους που σίγουρα αξίζουν προσοχή και που θα συνοδεύσουν ωραία τα επερχόμενα μουντά Κυριακάτικα μεσημέρια. Πρόκειται για δύο project, το Music for Imaginary Film#1 και το Pop Nihilism, που ξεδιπλώνουν μια πολύπλευρη προσωπικότητα της μπάντας, η οποία καταφέρνει να βγάλει δύο πολύ ξεχωριστά album, χωρίς ωστόσο να χάνει το κεντρικό της ύφος και χαρακτήρα.

Music for Imaginary Film #1:

Το Music For Imaginary Film #1 , όπως φανερώνει και ο τίτλος, είναι στην πραγματικότητα η μουσική που τυλίγει μια ιστορία, ένα παραμύθι που θέλουν να διηγηθούν οι Afformance χωρίς στίχους, αλλά μόνο μέσα από τη μουσική τους.

Όπως περιγράφει και το ίδιο το συγκρότημα:

Είναι η ιστορία ενός άντρα, ο οποίος προσπαθεί να δραπετεύσει από ένα μεγάλο δάσος στο οποίο είναι παγιδευμένος και, κατά την απόδρασή του από αυτό, λύνει αρκετά μυστήρια σχετικά με τον εαυτό του, αλλά και τον ανεξερεύνητο κόσμο που τον περιέβαλλε. Πρόκειται για τη μεταφορική ιστορία ενός ατόμου, το οποίο απομονωμένο στον μικρόκοσμό του, αδυνατεί να καταλάβει ή να σκεφτεί το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή. Τα 8 τραγούδια που περιέχονται στο album ξεδιπλώνουν ψυχικά και φυσικά στάδια από τα οποία περνάει ο χαρακτήρας για να πραγματοποιήσει το πέρασμα από τη λήθη στη συνειδητοποίηση της ασθένειάς του”.

Οι Afformance καταφέρνουν μέσα από αυτά τα 8 τραγούδια-πέρασμα να μας μεταφέρουν μια έντονη ανησυχία που σίγουρα αναζητάει διαφυγή, σαν τον ήρωα της ιστορίας τους, που, παγιδευμένος μέσα στο δάσος (αλλά και τον εαυτό του), αναζητάει επίμονα την έξοδο προς την ελευθερία του.

Το Music for Imaginary film #1 απευθύνεται τόσο σε εκείνες κι εκείνους που επίμονα αγαπούν το post rock αλλά και σε όσους/ες πιστεύουν ότι τα post ακούσματα έχουν στερέψει γι’ αυτούς/ές. Οι Afformance επιδιώκουν μέσα από τους ήχους τους έντονες στιγμές ενδοσκόπησης, αλλά και την εξερεύνηση του κόσμου-δάσους που μας περιβάλλει.

Με το πρώτο τραγούδι του δίσκου (“Intro”) νιώθεις αυτομάτως το άγχος να σε καταβάλει, το οποίο, καθώς περνάνε τα στάδια-τραγούδια, γίνεται συνειδητοποίηση, όπως αναφέρει και η μπάντα, που συνοδεύεται από μια γλυκιά ηρεμία. Το ουρλιαχτό γίνεται αγώνας για αναζήτηση διαφυγής και φωτός και o αγώνας γίνεται λύτρωση. Το τραγούδι “619” που κλείνει τον δίσκο (αναφορά σε κάποιο λεωφορείο-γραμμή προφανώς;) μεταφέρει ένα αίσθημα γαλήνης, αλλά και κυνισμού.Σαν ό,τι προηγήθηκε να ήταν μια ιδέα, μια φαντασίωση (ή η αλήθεια;) και ο επιβάτης ψάχνει να βρει δικές του απαντήσεις σε ένα καθημερινό δρομολόγιο με πορεία κυκλική…

Οι Afformance έφτιαξαν έναν δίσκο-soundtrack που ντύνει όχι μόνο τη φανταστική ταινία τους, αλλά και το κλειστοφοβικό καθημερινό μας τοπίο.

Pop Nihilism:

Ενώ τo Music For Imaginary Film#1 αποπνέει μια έντονη ανησυχία και μυστήριο, στο Pop Nihilism, από τα πρώτα λεπτά του υπέροχου “Perspectivism” που ανοίγει τον δίσκο, προσφέρεται μια αίσθηση πιο ανάλαφρη και ξεκούραστη, αλλά μόνο φαινομενικά! To Pop Nihilism είναι ένας δίσκος που “απαιτεί” περισσότερες ακροάσεις για να σου πει όσα θέλει.

Οι Afformance αποδεικνύουν ότι μπορούν να πειραματιστούν και να συνδέσουν ήχους και επιρροές τους χωρίς να φανούν γραφικοί ή να τους λείψει το συναίσθημα. Post rock μελωδίες και λυρισμός αναμειγνύονται με μια pop, electro και πιο εναλλακτική αφήγηση. Τα γυναικεία φωνητικά που συνοδεύουν τα τραγούδια “Open Mind”, “No Point Return” και “Here, Now, A million years” (από τις δυνατές στιγμές του δίσκου) προσδίδουν μια ονειρική διάσταση στο σκοτεινό και μελαγχολικό ύφος της μπάντας. Το ηχητικό κράμα των Afformance ξετυλίγει έναn βαθύτερο κυνισμό και μια αίσθηση κούρασης που αποδίδουν πετυχημένα το νόημα του τίτλου… Pop Nihilism!

Το Music for Imaginary Film #1 και το Pop Nihilism είναι δύο ολοκληρωμένα και διαφορετικά project. Ωστόσο, οι Afformance καταφέρνουν να φανερώσουν το στίγμα τους και στους δύο δίσκους, αλλά και να δημιουργήσουν τη σύνδεση τους που ίσως αναζητήσουμε.

Φανή Κ.