Death And Vanilla – Are You A Dreamer? (Fire Records)

Μπορεί να ‘μαστε ενεργ@ οκτώ χρόνια και να προσπαθούμε να έχουμε ανοικτά τα ραντάρ μας προς πάσα κατεύθυνση, αλλά όλο και κάτι μας ξεφεύγει. Για την ακρίβεια, οι Σουηδοί D&V δεν μας ακούγονταν αδιάφοροι, μιας κι όλο και έβγαζαν φιλότιμες κυκλοφορίες, αλλά πάντα, κάπου, δεν έβρισκαν τον καίριο στόχο για την πρόκληση του απόλυτου ενδιαφέροντος. Αυτό έρχεται να αλλάξει με το νέο τους άλμπουμ και είναι έτσι, σαν να παίρνουν τη δική τους εκδίκηση!

Πιστοί στην πλούσια σουηδική παράδοση που θέλει οι εκεί μπάντες να αντιγράφουν, σε πρώτη φάση, αντίστοιχες (κυρίως) βρετανικές, οι D&V “πατάνε” πάνω στην παρακαταθήκη των Broadcast, αλλά εδώ και καιρό φαίνεται να απογαλακτίζονται από τη συγκεκριμένη επιρροή. Αυτό γίνεται αντιληπτό από το γεγονός ότι προσθέτουν ένα παραπάνω μυστήριο στον ήχο τους και στις ατμόσφαιρες που δένουν τις απλές μελωδίες τους, θυμίζοντας ηλιόλουστο τοπίο που κρύβει μικρούς φόνους! Κάθε σύνθεση εδώ, όσο λιτή κι αν ακούγεται, έχει κάτι το εμπνευσμένο που προκαλεί μια επιθυμία να ξανακούσεις όλο το άλμπουμ από την αρχή.

Το κρυφό χαρτί της μπάντας είναι ότι δεν ακούγεται ούτε σκοτεινή, ούτε χαρωπή, αλλά την ονειρική της διάσταση την κινεί προς μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συναισθηματικά αγεωγράφητα. Επίσης, παρ’ όλη την ξεκάθαρη ρετρό τεχνοτροπία, ακούγονται καθόλα φρέσκοι κι αυτό γιατί δουλεύουν αρκετά στο θέμα της παραγωγής και των ενορχηστρώσεων.

Τί γεύση, άλλωστε, έχει ένα όνειρο; Χαράς, λύπης, σύγχυσης, συγκρότησης, παλιού, νέου ή μήπως όλων αυτών μαζί; Κι αν αυτό ξεπερνά τα πλαίσια του ύπνου και διαχέεται στην ξύπνια καθημερινότητα μας; Κι όλο αυτό σε μορφή ενός χαμηλών τόνων σαραντάλεπτου άλμπουμ, αποδεικνύοντας εν τέλει, ότι η μπάντα έχει δίκιο που ρωτά, για να ζητήσει προφανώς τη συγκατάβαση μας… Are You A Dreamer? Η απάντηση δεν είναι δα δύσκολη να δοθεί!

Μπάμπης Κολτράνης

We may have been active for eight years trying to turn our radar to any direction but always something slips out of our observation. In fact, Swedish D&V never sounded indifferent to us, since they have been relentlessly releasing estimable records. However, they always missed the main vein to brisk the edge of our interest. Their new album puts an end to this in a way that feels retaliative!

Loyal to the rich Swedish tradition, which goes that local bands initially tend to copy corresponding British bands, D&V stand on the “Broadcast” deposition. Although, for a long time now, they seem to be weaned off this influence. This is perceived by the fact that they add an extra mystery to their sound and the atmosphere that bind their simple melodies, evoking sunny landscapes concealing petite bloodsheds. Each composition here, as smooth as it may sound, has something inspired that triggers you the will to listen to the whole record from scratch.

The band’s hidden asset is that it sounds neither dark nor joyful, but navigates its dream dimension through places that could be deemed as emotionally uncharted. Additionally, despite the all clear retro style, they always sound fresh and this is because they work hard on the subject of the production and the orchestration.

After all, what’s the taste of the dreams? Joy, grief, confusion, composure, old, new – or all of them together? And what if it goes beyond our sleep context and diffuses into our awake everyday life? And all of this in the form of a low-key forty-minute album, proving eventually that the band is righteously asking – to plead our affirmation… Are You A Dreamer? The answer is not difficult to give.

Μετάφραση: Θάνος Θ.

Iceage – Beyondless (Matador Records)

Δέκα χρόνια μουσικής ύπαρξης μετρούν οι Δανοί Iceage. Προσωπικά, μου ήταν παντελώς άγνωστοι ως τώρα. Το τελευταίο τους άλμπουμ, τυχαία και καθυστερημένα έπεσε στην αντίληψή μου και με έκανε να απορήσω, πως είναι δυνατόν να μου έχουν ξεφύγει αυτοί οι τύποι. Το Beyondless είναι το 4ο LP της μπάντας, κυκλοφόρησε μέσα στο 2018 και τα τραγούδια του album παρουσιάστηκαν ένα – ένα, σταδιακά μέσα σε τέσσερις μήνες.

Στο δια ταύτα, έχουμε να κάνουμε με τέσσερις νέους ανθρώπους που εδώ μας παρουσιάζουν μια πολύ φρέσκια δουλειά. Καταπιάνονται με διάφορα μουσικά είδη το punk, post punk, jazz, pop, κάτι που δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο να συνταιριαστεί και να παρουσιαστεί με τέτοιο τρόπο που να είναι -το λιγότερο- αρεστός σε κάθε ακροατή/τρια.

Γενικά, μιλάμε για μια ποικιλία ήχων που δεν σε κάνει να βαριέσαι ούτε λεπτό μιας και το στοιχείο της έκπληξης είναι εμφανές στο Beyondless (ο τίτλος του album προέρχεται από τη νουβέλα Worstward Ho του Samuel Beckett), γιατί εκεί που περιμένεις -ενδεχομένως- να ακούσεις μια συγκεκριμένη μελωδία, εκεί ακριβώς, σου σκάει κάτι διαφορετικό. Ορισμένες φορές οι καλλιτέχνες δεν τολμούν να υπερβούν τις πεπατημένες και συνήθεις μουσικές τους οδούς διανθίζοντάς τες με νέα στοιχεία, φοβούμενοι την αποδοχή που μπορεί να έχει η δημιουργία τους και έτσι προτιμούν να διατηρήσουν το γνώριμο προσωπικό τους ύφος και στυλ. Ε λοιπόν, οι Iceage δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Κάνουν μίξεις, συνθέτουν, «παίζουν» με μουσικά είδη και ήχους και το αποτέλεσμα σε συνεπαίρνει αδιαμφισβήτητα.

Σαξόφωνα, τρομπέτες και τρομπόνια, βιολιά και πιάνο, μαζί με τις ηλεκτρικές κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς συνθέτουν μελωδίες που παίζουν σε μεγάλη γκάμα από σοβαρές και ατμοσφαιρικές έως παιχνιδιάρικες συνθέσεις, όπως στο “Thieves like us”. “Showtime” μας λένε και νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε καμπαρέ, περιμένοντας να δεις το μπαλέτο να χορεύει στο ρυθμό του can- can. Αντίθετα, στο “Cath it” που επέλεξαν να μας παρουσιάσουν ως πρώτο δείγμα της δουλειάς τους υπάρχει μια σκοταδιστική ατμόσφαιρα, με εναλλαγή ήρεμης μελωδίας και έντασης. Το “Pain Killer” με vintage αισθητική, που θυμίζει δεκαετία του ’60, δοσμένη με μια φρέσκια ματιά στην pop αισθητική και όλο αυτό εντείνεται από τη συνεργασία στα φωνητικά με τη Sky Ferreira. Άλλωστε, ο τραγουδιστής Rønnenfelt έχει δηλώσει πως «ένα μέρος του εαυτού μου θέλει να είναι pop star».

Είναι ωραίο τελικά να εκπλήσσεσαι από την δημιουργικότητα και την ευφάνταστη παρουσίαση νέων μουσικών, με τη φρεσκάδα που τις διαπνέει και την καλή διάθεση που σου προκαλούν ακούγοντάς τες.

Sylvia Ioannou

Monocube – Zachary Paul – Sunn O)))

Monocube – Substratum (Malignant Records)


copyright:
sukkeret.og.pepper studio

Πιστός στην dark ambient παράδοση που εγκαθίδρυσε ο Lustmord, ο Ουκρανός αυτός δημιουργός απλώνει για άλλη μια φορά τα σκοτεινά, σχεδόν ακίνητα, ηχοτόπια του σε μορφή ολοκληρωμένου δίσκου. Ένας υπνωτισμός διαχέεται, μέσω των συνθέσεων του που ηχούν σαν ένα και το αυτό κομμάτι. Εδώ δεν έχουμε κάποιου είδους κορυφώσεις ή εκρήξεις, παρά μόνο μια δυστοπική απεικόνιση αυτών που θα επακολουθήσουν την επόμενη μέρα της καταστροφής. Ούτε κάτι παράταιρο βρίσκουμε στο όλο μουσικό οικοδόμημα, απλώς λείπει μια περιπετειώδη διάθεση, ώστε να ξεφύγουμε λίγο από τα σπουδαία μεν, αναμενόμενα δε μουσικά στάνταρντ.

Zachary Paul – A Meditation On Discord (touch)

Η τοποθέτηση μιας μισάωρης σύνθεσης στην αρχή ενός ντεμπούτου σίγουρα είναι μια τολμηρή κίνηση, αλλά ο βιολιστής Zachary Paul τα καταφέρνει περίφημα στο να δώσει από την αρχή ένα στίγμα, χωρίς να χαντακώσει την όλη δουλειά του. Είναι σαν να τον οδηγεί ένα αόρατο χέρι με την βοήθεια του οποίου η δύναμη συναντά την τρυφερότητα της, ο χρόνος την σχετικότητα του και η μελωδία την αποδόμηση της σε κάτι άλλο, θα λέγαμε, ουράνιο! Όντως, υπάρχει μια αίσθηση παραφωνίας ολούθε, όπως δηλώνει και ο τίτλος του άλμπουμ, μόνο που αυτή ηχεί περίφημα, όχι λόγω της βιρτουοζιτέ του, αλλά ως απαύγασμα της καλλιτεχνικής σφραγίδας του. Έχοντας μάλιστα, ως κλείσιμο ένα μαγευτικό άσμα, όπως το “A Person With Feelings”, μπορούμε να μιλάμε για υψηλή τέχνη ακόμη κι αν είναι ο δημιουργός της στην αρχή μιας πολλά υποσχόμενης πορείας.


Sunn O))) – Life Metal (southern lord)

Εισαγωγή από Blood Fire Death των γνωστών και σχεδόν αμέσως έχουμε αργούς κιθαριστικούς βηματισμούς προς μια άγνωστη βουνοκορφή που τελικά δεν είναι και τόσο άγνωστη γιατί εκεί στρογγυλοκάθεται η μουσική των Sunn O))). Εντελώς ψυχρή πάντως, αν και θα την περίμενες θερμή με τόση κιθαριστική ένταση, υπολογιστική αν και φάνταζε στην αρχή της κάπως αυθόρμητη, καταντά να αντιγράφει τον εαυτό της, ξανά και ξανά. Μήπως είναι η μοίρα όλων των πρωτοποριών του αιώνα μας να μην ξεφεύγουν από τις επαναλήψεις του εαυτού τους, όταν με μαθηματική ακρίβεια η λέξη έμπνευση εξαφανίζεται όσο ξεμακραίνει το παρελθόν τους;

Μπάμπης Κολτράνης

Kalpa – A Grand Misconception (name your price)

Tο hardcore δεν είναι ένα εύκολο ή εύπεπτο μουσικό είδος. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι είτε να μην αρέσει σε ορισμέν@ αυτή η μουσική, απλά και ξεκάθαρα (πράγμα απόλυτα σεβαστό) είτε η πλειοψηφία των ακροατών να αρέσκεται στις εύπεπτες μουσικές που σερβίρονται επαναλαμβανόμενα σε κάθε ραδιοφωνική συχνότητα, ανεξάρτητα από τους λόγους που οι άνθρωποι των εταιριών, του μάρκετινγκ και λοιποί κατέχοντες επιλέγουν να προωθήσουν συγκεκριμένα μουσικά προϊόντα. Το κριτήριο προώθησης στην πλειοψηφία των περιπτώσεων βέβαια, είναι πρωτίστως η κερδοφορία των εταιριών και έπεται η όποια καλλιτεχνική αξία του δημιουργού και του δημιουργήματός του.

Το συγκεκριμένο μουσικό είδος όμως, πέρα από προσωπικές προτιμήσεις είναι όντως ιδιαίτερο, γι αυτό και δεν το ακούμε ποτέ από τα ραδιόφωνα. Έντονο, δυναμικό, εκρηκτικό, με κοινωνικοπολιτικό στίχο, που σε κάνει να σκέφτεσαι πάνω σε διάφορα ζητήματα που θίγει κι όχι απλά να ακούς μια μουσική. Το νέο άλμπουμ των Αθηναίων Kalpa κινείται σε αυτές ακριβώς τις γραμμές. Κιθάρες που παίζουν σε γοργούς ρυθμούς, δυνατά drums, στοιχεία hardcore, sludge, sludgecore και post metalσυνθέτουν το A Grand Misconception που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, τρία χρόνια μετά το Dissociation.

Η εξέλιξη της μπάντας είναι εμφανής στο νέο άλμπουμ με κύριο χαρακτηριστικό τον τρόπο που συνταιριάζουν το -ωραίο- χάος του core ήχου με την -σχεδόν – μαθηματική δομή των τραγουδιών. Η ωριμότητά τους αναδεικνύεται με την ακρίβεια που σε κάθε τραγούδι τοποθετούνται και ακούγονται τα όργανα και με τον τρόπο που αλληλοσυμπληρώνονται. Τα ντραμς αγκαλιάζουν τις κιθάρες αναδεικνύοντας παράλληλα, την πλούσια θεματολογία των στίχων σε κάθε τραγούδι του δίσκου. Τα φωνητικά άγρια, οργισμένα, όπως άλλωστε, οφείλουν να είναι, αναδεικνύοντας παράλληλα την πλούσια κοινωνικοπολιτική θεματολογία των επαρκώς μεστών στίχων.

Στο “No Discount” μας προτρέπουν να μην δεχόμαστε άκριτα όσα μας σερβίρουν “What passes as normal doesn’t add up/ What passes as survival is denial of life/Don’t silence the voices/…/My wants will not fade/They will turn into curses to bear till the end”. Ενώ στο “Open Parties, Empty Streets” μας μιλάνε για την αυτογνωσία του καθεν@ “Self-awareness was murdered and we danced on its remains/ We had free drinks on the backs of rebelling and an open buffet to feed our misconceptions” προτρέποντάς μας στο “A Grand Misconception” να επαναπροσδιορίσουμε τα πάντα γύρω μας.

Κάποι@ υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να αμβλύνει τις οξείες και δύσκολες συνιστώσες της ζωής του τις λειαίνει, λειαίνοντας ταυτόχρονα και τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις του. Κάτι αντίστοιχο υποστηρίζουν ότι συμβαίνει και στη μουσική και τις επιλογές μας. Πως δεν αντέχεις οτιδήποτε ακραίο (χωρίς να διευκρινίζεται τι θεωρείται ακραίο) είτε στον ήχο είτε στα φωνητικά. Προφανώς, προσωπικά δεν ανήκω σε αυτήν την κατηγορία ανθρώπων. Το hardcore όσο περνάν τα χρόνια και οι καιροί ανεβαίνει στην λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, παράλληλα με την παράθεση στίχων που οξύνουν το νου και τη σκέψη. Και οι Kalpa αποτελούν ακριβώς αυτό, μια μουσικά ενσυνείδητη επιλογή.

Sylvia Ioannou

Echo Basement – No Form Of Human Government (Rudu Records)

Πριν από περίπου δυόμισι χρόνια οι Echo Basement έδωσαν μια συνέντευξη με ενδιαφέρουσες ερωταποκρίσεις. Σε μια από τις ερωτήσεις του δημοσιογράφου για το τι είναι αυτό που τους ωθεί να ασχοληθούν με τη μουσική, απάντησαν πως ο λόγος είναι η ανάγκη τους για έκφραση, ειδικά σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μειωμένη δημιουργικότητα και ακόμα λιγότερο ελεύθερο χρόνο για όλους μας, λόγω των κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων που συμβαίνουν γύρω μας. Εκεί, τόνιζαν τη βαρύτητα που έχει ο ρόλος του πομπού – καλλιτέχνη που κοινωνεί τη δημιουργία του στον κόσμο, σε αντιδιαστολή με τον απλό δέκτη ερεθισμάτων από κάθε μορφή τέχνης, η οποία δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό λόγο ύπαρξης το να μας κάνει να νιώσουμε καλά, άβολα ή στενάχωρα, αλλά είναι σημαντικό να μπορεί να ευαισθητοποιεί και να αφυπνίζει το κοινό της.

Ανυπομονούσα λοιπόν, να ακούσω τη νέα τους κυκλοφορία, έχοντας ήδη θετική προδιάθεση από το debut album τους Placid με το – αγαπημένο- “Our Mondays Apart”, το οποίο είχε συμπεριληφθεί και στη συλλογή Against The Silence V.b το 2016.

Το No Form Of Human Government πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό άλμπουμ με 6 κομμάτια, ένα εκ των οποίων έχει στίχους στην αγγλική γλώσσα, όπως συνηθίζουν. Η μπάντα κινείται σταθερά στα μονοπάτια του post rock, του progressive και του indie, ενώ εντάσσει στους ήχους της και μερικά post metal στοιχεία. Η δουλειά που έχουν κάνει τα μέλη της μπάντας είναι παραπάνω από εμφανής στο δίσκο αυτό. Είναι ξεκάθαρες οι εναλλαγές ανάμεσα στα μέρη των τραγουδιών, όλα τα στοιχεία είναι τοποθετημένα με, σχεδόν, μαθηματική ακρίβεια και κάθε ήχος καταλαμβάνει τη δική του θέση. Κάθε όργανο της  βασικής τριάδας ντραμς- κιθάρας- μπάσου ξεχωρίζει μέσα από τον συμπαγή συγχρονισμό τους, ενώ στην βασική αυτή τριπλέτα προστίθενται τα πλήκτρα και το φλάουτο που αποτελεί το διακριτικό στοιχείο της μπάντας και στα δύο LP τους, παρουσιάζοντας έτσι ένα ομαδοποιημένο σύνολο.

Με μια βαθιά ανάσα ξεκινά το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ “Jones County, Mississippi” ενώ ήχοι που θυμίζουν ανατολή δίνουν μια ιδιαίτερη νότα στο “Komplex#A”. Ακολουθεί το “Klov”, στην εισαγωγή του οποίου θαρρείς πως ακούς τον ήχο από το εκκρεμές να μετρά τα δευτερόλεπτα με αγωνία και ένταση, σαν κάτι απειλητικό να πλησιάζει. Στο “Post Dance” εμφανίζεται πιο ηλεκτρονικός ήχος με τα synths να κυριαρχούν, ενώ το “Days of Retreat” χαρακτηρίζεται από post metal στοιχεία. Και για το τέλος, είναι το “Free State” το μόνο τραγούδι του άλμπουμ με στίχους που αναφέρονται στο κατά πόσο επιθυμούμε να διατηρούμε τον έλεγχο σε κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας και στους ανθρώπους που μας περιβάλλουν. 

Το No Form Of Human Government είναι ένα τεχνικά άρτιο άλμπουμ. Ορισμένες φορές βέβαια, δεν αρκεί ένα άρτιο τεχνικά αποτέλεσμα για να μας κάνει να αγαπήσουμε μια καλλιτεχνική κατάθεση. Αντίθετα, κάποιες φορές οι αρτιότητες μπορεί να αποβούν σε βάρος του συναισθηματικού φορτίου που κουβαλά μια μουσική σύνθεση. Χρειάζεται να ακούσεις μια δουλειά αρκετές φορές πριν αρχίσει να σου «μιλάει». Αυτό συνέβη και σε μένα με το συγκεκριμένο άλμπουμ.



Sylvia Ioannou

Anemone Tube, Jarl & Monocube – The Hunters In The Snow (The Epicurean)

Τι κάνει ένα καλλιτεχνικό έργο να ξεχωρίζει; Ποια επιθυμία μας προβάλλεται σε αυτό; Πόσες λέξεις αρκούν για να το περιγράψουν; Οι απαντήσεις ή οι ερωτήσεις νικάν στο τέλος; Ερωτήματα που είτε μένουν στο κενό όταν οι ρυθμοί της καθημερινότητας μας συνθλίβουν, είτε μας κάνουν να αιωρούμαστε περιγελώντας την αθανασία των ψυχών, αλλά και θαυμάζοντας την αθανασία της τέχνης.

Το έργο του Φλαμανδού Bruegel, Hunters In The Snow, ήταν από αυτά που μένουν αθάνατα αναπαριστώντας τη ζωή και το θάνατο, το χειμώνα και το άγνωστο που πάντα το ακολουθεί. Πάνω σε αυτό το έργο πάτησαν αισθητικά και θεματικά, μετά τον Lars Von Trier στο Melancholia, οι Anemone Tube, Jarl και Monocube, ώστε να εκφράσουν με τα δικά τους καλλιτεχνικά μέσα αυτή την αίσθηση της ζωής που, όσο παγωμένη μας φαίνεται, τόσο ρέει κάθε στιγμή προς το επέκεινα.

Πώς όμως, αναπαρίσταται ένα έργο ζωγραφικής με τη μουσική; Άγνωστο, πέραν του ότι οι ήχοι προσπαθούν να ξεπεράσουν την στατικότητα της εικόνας. Εδώ όμως, έχουμε μια εικόνα γεμάτη κίνηση, γεμάτη ζωή, αν και το περιβάλλον που απεικονίζεται εντός της είναι βαρύ και σκούρο. Αυτή η αίσθηση διατρέχει το υλικό που έγραψαν μαζί, ή σε δυάδες, ή κατά μόνας οι τρεις συνοδοιπόροι, καθώς τα μουσικά τους μοτίβα αν και μονόχρωμα, συνθέτουν ένα άλμπουμ που κυλά αέναα και γόνιμα προς ένα τέλος που δεν είναι τέλος. Αυτή η κυκλικότητα της καθημερινής ζωής που αναπαρίσταται στο έργο του Bruegel μεταφέρεται εδώ, με τη μορφή κυκλικών μουσικών θεμάτων και τη σύνδεση του τέλους με την αρχή του δίσκου.

Οι χρονικές διάρκειες των συνθέσεων συνθλίβονται, όλα έρχονται σε ένα σώμα. Οι συνεισφορές των τριών μουσικών συνιστούν ένα κοινό μυαλό, μια κοινή ανάσα. Τίποτα επικό ή μεγαλόστομο, μόνο αυτή η αίσθηση της κίνησης των εποχών. Όλα σε ήχους, όλα ξεκάθαρα!

What makes an artistic work stand out? What desire is depicted in it? How many words are enough to describe it? Answers or questions win in the end? Questions that either remain in the void when the rhythm of our everyday life crushes us, or make us hover around mocking the immortality of souls, but also admiring the immortality of art.

The work of Flemish Bruegel, Hunters In The Snow, was one among those that immortally represent life and death, winter and the unknown that always follows. By this work, Lars Von Trier in Melancholia, Anemone Tube, Jarl and Monocube, have been aesthetically and thematically inspired to express with their own artistic means a sense of life that, as frozen as it may seem, so flows every moment to the next.

But how can a painting be represented through music? It is unknown, apart from the sounds trying to overcome the staticity of the image. Here, however, we have a picture full of motion, full of life, even though the environment depicted in it is heavy and dark. This sensation runs through the material they wrote all together, or a pair, or only one of the three companions, as their musical motifs, even monochrome, make up an album that rolls endlessly and fertile to an end that is not the end. This circularity of everyday life depicted in Bruegel’s work is transported here, in the form of circular musical themes, and the connection of the end to the beginning of the record.

The time durations of the compositions are crushed, everything comes as one. The contributions of the three musicians are a common mind, a common breath. Nothing epic or grand, just that sense of motion of the seasons. Everything in sounds, all clear!

Μπάμπης Κολτράνης

Μετάφραση: Θάνος Θ.

Live Zu/s̶i̶s̶t̶e̶r̶

Συνήθως, όταν κάθομαι μέσα λόγω κρυολογήματος (και όχι μόνο) για κάποιες ημέρες, με το που βγαίνω από το σπίτι, εντυπωσιάζομαι με τα πάντα. Μια πόλη για ελάχιστο χρόνο μακρινή μου φαντάζει, νέα και γεμάτη περιπέτειες. Αυτήν τη βραδιά όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αδιάφορες εικόνες, αδιάφορος κόσμος, αδιάφορη εποχή που δεν ξέρει αν αξίζει να φέρει την τρέλα της άνοιξης ή την σοβαρότητα του χειμώνα. Ως εκ τούτου, η διάθεση μου δεν ήταν η ιδανική για να παρακολουθήσω μια συναυλία με την όρεξη ενός αμούστακου έφηβου, αλλά τελικά, όλα αυτά στο τέλος δεν είχαν καμία σημασία παρά μόνο για να αποτελέσουν μια βιωματική και -παραλίγο- λογοτεχνική εισαγωγή στη συγκεκριμένη συναυλιοκριτική, όπως εξάλλου, αρμόζει να πράττουμε σε όλες.

Πριν όμως, από κάθε τέλος υπάρχει η αρχή κι αυτή έγινε με τους ημεδαπούς s̶i̶s̶t̶e̶r̶ που αποτελούνται από συνομήλικους μου, οι οποίοι έχουν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους πριν κάτι μήνες και εμφανίστηκαν ως το κλασσικό κιθαριστικό τρίο συν έναν τρομπετίστα. Ο δε κιθαρίστας τύχαινε να είναι γνωστή φυσιογνωμία και το γεγονός ότι τον είχα δει με μια παλιά του μπάντα σε ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ να παίζει σε encore μια διασκευή σε Fugazi, με προδιέθετε για κάτι πολύ καλό με το νέο του σχήμα. Όπερ και συνέβη, καθώς οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶ αποδείχθηκαν μια μεστή μπάντα, με απλές και όχι απλοϊκές ιδέες στις συνθέσεις τους, οι οποίες είχαν στοιχεία από διάφορες δεκαετίες και είδη (surf, indie, noise rock) συμπυκνωμένες σε ένα δικό τους ορχηστρικό ήχο. Η προσφορά του τρομπετίστα ήταν ιδανική, σε τέτοιο βαθμό που, με το που αποχώρησε για να παίξουν τα κομμάτια στα οποία δεν τον είχαν συμπεριλάβει, θα έλεγες ότι άκουγες μια άλλη μπάντα που κάτι της έλειπε! Την άλλη Παρασκευή παρουσιάζουν στο Underflow το δίσκο τους συν νέο υλικό, δηλαδή ένα μεγαλύτερο των 45 λεπτών σετ που μας παρέδωσαν εδώ, οπότε η στήριξη μας μένει αδιαπραγμάτευτη.

Για τους Ιταλούς Zu τώρα, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πω πολλά για τον ήχο τους, όχι γιατί είναι γνωστοί (μα σχεδόν όλ@ οι φίλ@ να μην τους ξέρουν;!), αλλά γιατί ο ήχος τους είναι απίστευτα δύσκολο να προσδιοριστεί. Το ξέρουν εξάλλου και οι ίδιοι, οπότε θα αρκεστώ στο ότι είναι μια hardcore μπάντα, με την ευρεία έννοια, που πιάνει τα σχήματα που ξεπερνούν τον ήχο που θεωρούμε εμείς καθιερωμένο. Ευτυχώς, τους είχα ήδη δει άλλη μια φορά, οπότε ήξερα τι θα δω και τι θα ακούσω, δηλαδή ένα τρίο μπάσο-ντραμς-βαρύτονο σαξόφωνο που θα έπαιζε το Carboniferous ολόκληρο, μιας και το είχαν βγάλει πριν δέκα χρόνια. Αλλά και πάλι, αυτή η μπάντα έχει το μαγικό ραβδάκι να σε εντυπωσιάζει με τις δυνατότητες της, καθώς είναι τέτοιες οι δυναμικές της, οι ιδέες και το δέσιμο της, που νομίζεις ότι τζαμάρουν οι Converge με τον Colin Stetson! Απλώς να σημειώσω, ότι πέραν της μαγικής αρχής τους είχαμε και ένα μαγικό φινάλε, με την μπάντα να έχει μια διαολεμένη όρεξη και να μας δίνει ένα λόγο να πείσουμε τον μουσικό μας κύκλο να καταλάβει πόσο λάθος έκανε που δεν μας συνόδεψε στη συναυλία τους.

Κάποιο -ελαφρώς- λογοτεχνικό φινάλε στο κείμενο; Μπα, έξω επανήλθε η αδιαφορία με μιας και έμεινε μόνο το σουρεαλιστικό γεγονός ότι δύο από τις ελάχιστες παρέες που πέτυχα μέχρι να φτάσω στο σταθμό του τρένου μίλαγαν ιταλικά! Σαν να έπαιζαν στα μέρη τους, σκέφτηκα, αλλά μήπως οι Zu, μιας και κατάγονται από μια γειτονική χώρα, θα μπορούσαν να είναι από τα μέρη μας; Βλέποντας τι έχουν πετύχει και σε τι επίπεδο βρίσκονται ακόμη και τώρα, ομολογώ ότι δύσκολα μια τόσο ανοιχτόμυαλη και τολμηρή μπάντα, όπως οι Zu, να έβρισκε κάποιο χαμένο διδυμάκι εδώ που ζούμε. Το γιατί, ξεπερνά ακόμη και τα όρια ενός ολόκληρου λογοτεχνικού πονήματος.


Μπάμπης Κολτράνης