Christos Asonitis – An Ode To The Light (timezone records)

Υπάρχει μια συνειρμικότητα στη λέξη ντεμπούτο. Το υποσυνείδητο θα αιχμαλωτίσει στιγμιαία την εντύπωση κάποιου παθιασμένου πιτσιρικά (ή γκρουπ πιτσιρικάδων), που με την ορμή της νιότης, την αδιαλλαξία της ημιμαθούς καλλιτεχνικής άποψης και με άγνοια κινδύνου είναι ικανός να αφήσει το στίγμα του. Σύμφωνοι, η μουσική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες θρυλικές στιγμές. Υπάρχουν όμως και τα άλλα ντεμπούτα, αυτά που πήραν τον χρόνο τους και περίμεναν, μέστωσαν κι ολοκληρώθηκαν πριν καν αποτυπωθούν. Ο γεννημένος το 1974 ντράμερ Χρήστος Ασωνίτης δεν βιάστηκε. Μελέτησε, έμαθε, ίδρωσε, τζάμαρε, δοκίμασε, συνεργάστηκε, έκανε τα πάντα στον χρόνο που τους έπρεπε. Το πρώτο του άλμπουμ ως bandleader, συνθέτη κι ενορχηστρωτή έπρεπε να βγει τώρα, όχι νωρίτερα. Μόνο έτσι ό,τι θα του “έλειπε’’ σε νεανική ορμητικότητα θα του περίσσευε σε σοφία. Δεν μπορείς να παίξεις αλλιώς όμορφη jazz, πόσο μάλλον να τραγουδήσεις για το Φως.

Με έδρα το Μόναχο, τo κουιντέτο του Ασωνίτη συμπληρώνεται από τους Bastian Rieser (τρομπέτα), Mark Pusker (σαξόφωνο), Maruan Sakas (πιάνο) και τον περιζήτητο Lorenz Heigenhuber (κοντραμπάσο). Τι είναι όμως αυτό που γεννάει η λαμπερή αυτή ομάδα; Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι κάθε τι γύρω από το An Ode to the Light βροντοφωνάζει “Ποιότητα’’. Από αυτήν την άποψη, το να χαρακτηρίσουμε τον δίσκο ως μοντέρνα jazz δεν μοιάζει αρκετό. Μοιάζει περισσότερο συνετό να μιλήσουμε για μια jazz “κλασική’’, με την έννοια ότι εμπεριέχει όλην τη διαχρονική αρχοντιά αυτού του στιλ. Για μια jazz πυκνή κι αδιαπέραστη, χτισμένη από εξαιρετική δεξιοτεχνία και έξοχη αξιοποίηση κάθε κενού χώρου. Ταυτόχρονα, για μια jazz διάφανη, ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες από την πλευρά του ακροατή, ευάλωτη σε συναισθήματα και γενναιόδωρη σε εικόνες.

Το άλμπουμ αποτελείται από 7 συνθέσεις που παρουσιάζουν μεγάλη ποιοτική ομοιογένεια και τα 55 λεπτά του κυλάνε με μια ήπια κι ευγενική ροή. Απουσιάζουν οι ακρότητες: τα ατμοσφαιρικά μέρη δεν προκαλούν χασμουρητό και οι αυτοσχεδιασμοί είναι πληθωρικοί, χωρίς να παρεκκλίνουν ποτέ από το συνθετικό πλάνο. Όλα μοιάζουν μετρημένα, όλα μοιάζουν να βαδίζουν στη αριστοτελική μέση οδό. Φυσικά, οι πολλαπλές ακροάσεις του άλμπουμ θα απογυμνώσουν κάποια patterns, κυρίως τους όμορφους δομικούς διαλόγους ανάμεσα στα δύο πνευστά, τον ενωτικό και ταυτόχρονα αφηρημένο χαρακτήρα του πιάνου και το ατίθασο μπάσο, που ώρες ώρες μοιάζει σαν το αγρίμι που βιάζεται να χιμήξει. Θα αποκαλύψουν επίσης τις συνθετικές αρετές του Ασωνίτη και τη δύναμη της μουσικής του στη διάπλαση εικόνων. Τα “Second day’’ και “Blue and gray’’, για παράδειγμα, μοιάζουν να εμπνέονται από δυϊστικά/διπολικά μοντέλα. Αντίθετα, το εναρκτήριο “Color en ol oscuro’’ είναι από εκείνα τα παράξενα κομμάτια που αδυνατείς να καταλάβεις τελικά αν η γεύση του είναι γλυκιά ή πικρή. Το επικό “Ancient Dance 490 B.C’’ είναι η φιλόδοξη σύνθεση που επιτυγχάνει να αποδώσει με καθαρά μουσική γλώσσα (συνδυάζοντας λαϊκούς δρόμους κι αφροκουβανέζικα groove) την κινηματογραφικότητα μιας ιστορικής στιγμής. Προσωπικά όμως βρίσκω συμπυκνωμένη την ουσία του άλμπουμ στο “Fos’’, μια ατόφια λυρική οδύσσεια, η οποία βουτάει να συναντήσει την ίδια της τη μοίρα με τόλμη, μια σύνθεση που μπλέκει τον χρόνο με το όνειρο, την ανάμνηση με τη φιλοδοξία. Για το τέλος άφησα τη διασκευή του “Τα ματόκλαδά σου λάμπουν’’. Είμαι σχεδόν ορκισμένος εχθρός των διασκευών, παρ’ όλα αυτά η μετάπλαση του λαϊκού anthem του Βαμβακάρη σε ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ήχων είναι σχεδόν συγκλονιστική, στον βαθμό που διαισθάνεται κανείς τη παγκόσμια δύναμη της μουσικής γλώσσας.

Θα κλείσω αυτήν την παρουσίαση με το στοιχείο που με κέρδισε περισσότερο και αφορά την παρουσία του ίδιου του Ασωνίτη. Με την αυτοπεποίθηση ενός δημιουργού που γνωρίζει καλά την καλλιέργεια της ίδιας του της δουλειάς, μένει σταθερά μακριά από το προσκήνιο, απολαμβάνει τη σύμπραξη των ταλαντούχων μουσικών γύρω του και χαίρεται με τη δική τους έκφραση στα δικά του βιώματα. Χαϊδεύει τα τύμπανά του σταθερά και μεθοδικά, ευχαριστιέται το ταξίδι και δεν ζητάει να τον προσέξεις υπερβολικά. Ένα ταξίδι προς το Φως, ένα φως πάντα μακρινό και ακαθόριστο κι όμως πανταχού παρόν. Ένα φως που δεν αναζητείται με φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά με ήρεμους κραδασμούς, με γλυκούς κυματισμούς και χωρίς βιασύνες. Ένα φως που τελικά δεν βιάζεσαι να συναντήσεις. Θα έρθει κι αυτό στην ώρα του, όπως αυτό το σοφά αργοπορημένο ντεμπούτο.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Summoning – With Doom We Come (napalm records)

Πάντα με γοήτευε η απορία τι κάνει έναν μουσικό, μια μπάντα, έναν καλλιτέχνη, μυστηριώδη, αινιγματικό, ποθητό ως και λατρεμένο. Είναι το παρελθόν του που έχει χτιστεί όπως το ήθελες; Είναι το στωικό περίμενε της κάθε επόμενης δισκογραφικής δουλειάς; Είναι αυτό το λίγο με σταθερή αργοπορία που σου προσφέρει; Η αλήθεια είναι πως όταν κάτι σου προσφέρεται αδιάκοπα και συνεχόμενα δεν έχεις τη λαχτάρα. Δεν περιμένεις και δεν μετράς τον χρόνο.

Οι Αυστριακοί Summoning άργησαν για άλλη μια φορά να εμφανιστούν και κατά τα λεγόμενα των πιστών οπαδών τους είναι και αυτό που τους λείπει. (Για μένα πάντως σαν μαγικό λειτουργεί όλο αυτό με την αναμονή.) Σταθεροί από το 1993 στο black metal γέννημά τους, παίζει να είναι από τα λίγα σχήματα που δεν έχασαν τον δρόμο τους. Πιστοί και στο έργο τους σαν γνήσιοι κληροδότες . Το 1995 εμφανίζονται πια και επίσημα δισκογραφικά με το Lugburz κάτω από τις φτερούγες της Napalm Records. Η lo-fi παραγωγή και η ωμή ακουστική έβαλαν τα θεμέλια. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν συνοδεύουν προβλήματα, αργοπορίες και καθυστερήσεις. Αυτό όμως όχι μόνο δεν βάζει σε κίνδυνο τη φήμη τους, που ήδη έχει αρχίσει να ανεβαίνει με πολλούς φανατικούς οπαδούς, αλλά η διαρκής αναμονή καινούριου υλικού συναρπάζει. Ταγμένοι στη φαντασία, στις ιστορίες και στους μύθους, πλάθουν τις μουσικές τους όπως θέλουν και σαν ιππότες συνοδεύουν ίσως μια από τις μεγαλύτερες μορφές μυθοπλασίας και φαντασίας, αυτή του Μεγάλου J.R.R. Tolkien. Αμέσως ακολουθεί το Minas Morgul, με τους πρώτους ατμοσφαιρικούς πειραματισμούς να ηγούνται χωρίς όμως να χάνουν κάτι από την πρωταρχική ταυτότητά τους. Και κάπως έτσι σμιλεύτηκε η κορώνα των Summoning δημιουργιών.

Demos, split albums, compilation albums, singles, EPs και 7 studio album είναι ο δισκογραφικός απολογισμός τους. Σήμερα πια, Ιανουάριος του 2018, έρχεται το With Doom We Come να γίνει το όγδοό τους (και διαδέχεται το Old Mornings Dawn – 2013). Δεν απευθύνομαι σε φανατικούς ή περίεργους, πολύξερους ή είρωνες. Δεν με ενδιαφέρουν. Απευθύνομαι πραγματικά σε φιλόμουσους, ανοιχτόμυαλους και δεκτικούς ανθρώπους που μπορούν απλώς ή να απολαύσουν κάτι ή να το βάλουν στην άκρη.

Στο With Doom We Come δεν θα ανακαλύψεις το απρόβλεπτο, θα πέσεις όμως στη μυσταγωγία της μυθοπλασίας. Το υλικό έρχεται από τα έγκατα της Μέσης Γης. Μοιράζει ατμόσφαιρες γεμάτες υγρασία. Αγωνίες και φόβους. Περιπέτειες. Οι επικές και υπνωτικές συνθέσεις ισορροπούν μεταξύ προοδευτικού black metal, και μεσαιωνικών παραδόσεων. Τα φωνητικά βγαίνουν καθαρά με την προσθήκη χορωδιακών φωνητικών. Το βάρος πέφτει στις κιθάρες, που σε σημεία βγαίνουν απόκοσμες και μάλλον έτσι πρέπει. Τα πλήκτρα (dungeon synth στο μεγαλύτερο ποσοστό) έχουν αναλάβει περισσότερους ρόλους από αυτούς που τους πρέπει, δίνοντάς σου την παραπλανητική εντύπωση ότι συμμετέχουν στην ηχογράφηση πολλά περισσότερα όργανα –πνευστά και έγχορδα– από αυτά που πιστεύεις. Το ότι τα πραγματικά τύμπανα δεν έχουν θέση –για άλλη μια φορά– σε άλμπουμ μού προκαλεί μια μικρή θλίψη (που και η επίπεδη παραγωγή μού προκαλεί επίσης), αλλά αντισταθμίζεται όμως με τη συγκίνηση που μου προσφέρουν οι συνθέσεις, οι ιστορίες και το μοναδικό ηχοτοπίο.

Ίσως και για αυτόν τον λόγο οι δημιουργοί θεωρούν τους εαυτούς τους συνθέτες και όχι μουσικούς. Μάλιστα, δεν κάνουν ποτέ πρακτική/πρόβα πριν τις ηχογραφήσεις (!). Ο κιθαρίστας Protector δεν διαθέτει δική του κιθάρα και χρησιμοποιεί δανεικές για κάθε ηχογράφηση από το Dol Guldur και μετά και αν θες να έχεις κάποια επικοινωνία με τον Silenius μπορείς να του γράψεις… γράμμα (πάλι ένα “!”). Προσδοκία για live εμφανίσεις υπαρκτές.

Αφέσου στο ονειρικό, απόλυτο φανταστικό ταξίδι των Summoning. Ξέρεις πού θα σε πάνε.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

 

Live Arcturus/Diablery/Bordeline Syndrome

Ο ανθρώπινος νους λειτουργεί θέτοντας σημεία αναφοράς. Νέα χρονιά, νέος μήνας, νέα ημέρα. Η ίδια η χρήση της λέξης “νέα” σηματοδοτεί την επανεκκίνηση, την ευκαιρία να μας να ξεκινήσουμε για ακόμα μία φορά από μια καινούρια αρχή που υπόσχεται (τουλάχιστον) διαφορετικά λάθη και (σίγουρα) διαφορετικές εμπειρίες.

Αν δεχθούμε, όμως, ότι ο χρόνος είναι μια κοινωνική σύμβαση που βιώνεται από τον καθένα σχετικά, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε ότι πράγματι δεν υπάρχει “σωστός” χρόνος για το οτιδήποτε παρά μόνο ο χρόνος κατά τον οποίο βίωσες κάτι “σωστά” στο πετσί σου.

Παρασκευή, 12.01.2018, 20:00 μ.μ., στις ακόμα κλειστές πόρτες του Temple μια πενηνταριά μαυροντυμένα τυπάκια σχηματίζουν ουρά και σχολιάζουν πως ο χώρος θα ’ναι πολύ μικρός για να φιλοξενήσει μια μπάντα όπως οι Arcturus, ενώ αυτοκίνητα περνάνε σχεδόν ξυστά από δίπλα τους αναθεματίζοντας.

20:30 μ.μ. και έχουμε ήδη πιάσει θέσεις, ποτάκια στο χέρι και κεφάλια-περισκόπια ψάχνουν να βρουν γνωστούς προκειμένου να κοινωνηθεί όσο περισσότερο γίνεται η εμπειρία μέχρι τις πρώτες νότες του “Internalize” από τον τελευταίο δίσκο SYNAPSES των Bordeline Syndrome.

Η τετράδα έχει πάρει θέσεις πάνω στη σκηνή και γεμίζει τον χώρο με μουσική αναρχία, κέφι και μελωδίες που στην αρχή ξεχύνουν ρυθμικά ρυθμούς του progressive, έως ότου εισβάλλουν μέσα τους math ριφάκια. Μια δεμένη παρέα που έχει έρθει να διασκεδάσει όπως θα έκανε κλεισμένη σε ένα studio για πρόβα και μια μπάντα που θα άξιζε να έχουν ακούσει πολύ περισσότερα αυτιά τριγύρω μας.

Γρήγορο ξεστήσιμο, διάλειμμα για ανασυγκρότηση και τη σκυτάλη παίρνουν οι Diablery. Μαύροι μανδύες, ασπρόμαυρα βαμμένα πρόσωπα και γνωριμία με ορεξάτο εγχώριο black metal. Η μετάβαση από την τεχνικότητα των Bordeline Syndrome είναι αρκετά αμήχανη και μέχρι να βρει ο σβέρκος μας ρυθμό να κινηθεί έχουν περάσει γρήγορα γρήγορα οι δύο πρώτες λιτανείες των Diablery. Δεν αργούμε, όμως, να συντονιστούμε και να συντροφεύσουμε το growling με σκουντήματα και συγγνώμες στον διπλανό, που έχασε προσωρινά τα πλευρά του στον αγκώνα μας.

Μέχρι που η άκρη του ματιού μας εντοπίζει τους Arcturus να περιμένουν υπομονετικά στην άκρη της σκηνής για να μπουν στον μικρό διάδρομο πίσω από αυτή, όπου θα έκαναν το απαραίτητο refill στις μπίρες τους μέχρι να στηθούν τα όργανά τους και να πέσει η έντασή μας αρκετά ώστε να τσιτωθεί η τρίχα μας στο έπακρο στο άκουσμα του “Evacuation Code Deciphered”.

Η υπόλοιπη μιάμιση ώρα (μια μικρή δίνη στην οποία χάθηκε η στερεοτυπική αντίληψη περί χρόνου και χώρου) έμελλε να είναι γεμάτη από την επική μελωδικότητα του La Masquerade Infernale και ένα χορταστικό πέρασμα τόσο από το πλέον πρόσφατο Arcturian όσο και από το αλλοτινό Aspera Hiems Symfonia. Με κίνδυνο δε να αδικηθούν όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας που έχουν μουσική πορεία τέτοια ώστε καθόλου να μη χρειάζονται τη δική μου μνεία, θα κλείσω αυτή την τόσο φτωχή ανταπόκριση με την εκτίμηση ότι δίχως τη θεατρικότητα, την άνεση και τον σχεδόν εξωκοσμικό μαγνητισμό του Simen “ICS Vortex” Hestnæs θα ήταν εξίσου φτωχή και η εμπειρία.

 

(ΥΓ. Οι φωτογράφοι είναι οι Διονύσης Παρθενιάδης και Χριστίνα Αλώση για το Temple)

 

Λαμπροπούλου Βικτώρια

 

Shining – X-Varg Utan Flock (season of mist)

Η συνεχής και παρατεταμένη ώσμωση του black με κάθε άλλο πιθανό κι απίθανο είδος μπορεί να μας γεμίζει ενθουσιασμό αλλά κάπου έχουν μπουκώσει τα αυτιά μας από την πολλή “τέχνη”. Η γυαλάδα που αποπνέει το Varg Utan Flock ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο μια ευχάριστη έκπληξη και μια καλή ευκαιρία να εστιάσω λίγο στη δουλειά των, γνωστών-αγνώστων για μένα, Shining. Μια μπάντα που αν και γνωρίζω τον ρόλο που βαράει στη σκηνή χρόνια τώρα κι έχω ρίξει σκόρπιες ακροάσεις, δεν είχα επενδύσει ποτέ μέχρι να χαράξει το 2018. Ως μη οπαδός τους, δεν μπορώ να τοποθετήσω το album στο σύνολο της δισκογραφίας τους. Σίγουρα όμως το δέκατο τους πόνημα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την άγνοιά μου.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες θα σου πουν ότι πρόκειται για black metal δίσκο. Μην τις πιστέψεις. Το metal των Shining είναι περισσότερο black-ίζον παρά πραγματικά black. Υπάρχουν πολλών ειδών στιλιστικές επιρροές εδώ πέρα, πολλά ατμοσφαιρικά ημι-ηλεκτρικά σημεία, πολλά απλωμένα μέρη (όχι, δεν θέλω να πω post), μελωδικά παραδοσιακά σόλο, προοδευτικά περάσματα κι ούτω καθεξής. Φυσικά μια χούφτα από black riffάρες θα τις βρεις, ξέρεις, από αυτές που διατηρούν έναν τσαμπουκά που διδάσκει ή υπενθυμίζει στους νεότερους ότι οι μουσικές ρίζες του black βρίσκονται στο punk.

Οι Shining έχουν χτίσει τον μουσικό τους μύθο ως η μπάντα του προβοκάτορα Niklas Kvarforth που προωθεί suicidal ιδέες. Μην τον πιστέψεις. Υπάρχει εδώ υπερβολικά πολλή έκφραση για να είναι το αποτέλεσμα μηδενιστικό. Η γεύση της μουσικής τους είναι φυσικά πικρή σαν στάχτη, όμως συμβαίνουν τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που η όποια αρνητικότητα του μηνύματος αδυνατίζει. Οι δομές των συνθέσεων είναι αληθινά εντυπωσιακές, με απλά υλικά ο Kvarforth χτίζει πραγματικά απρόβλεπτες μικρές τραγωδίες, με πλοκή, με πόνο, κάποιες φορές με κάθαρση. Το ίδιο εντυπωσιακά και τα φωνητικά του, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από ήπιες δραματικές γραμμές μέχρι βίαια γαβγίσματα. Κάτι στις ερμηνείες του με κάνει να υποπτεύομαι ότι η πραγματική του επιρροή είναι ο Thomas Gabriel Fischer. Και τα πόδια που πατάνε σε χώμα που όργωσαν οι Celtic Frost πατάνε χώμα άγιο. Θα σου πουν να επικεντρωθείς στις ερμηνείες του. Μην τους πιστέψεις. Όλοι οι παίχτες κάνουν σπουδαία δουλειά με σύμμαχο την παραγωγή, το drumming δε του Jarle Byberg –κι ειδικά στο “Jag Ar Din Fiende’’– αγγίζει την τελειότητα.

Αυτό που τελικά μένει είναι η αίσθηση ενός εξαιρετικού metal δίσκου, η προσωπικότητα του οποίου είναι πολύ σπουδαία για να την αγνοήσεις. Κι αν αυτός ο λύκος ξέμεινε χωρίς κοπάδι, μη νομίσεις ούτε λεπτό ότι τα δόντια του είναι λιγότερο κοφτερά. Το 2018 ξεκίνησε με μια δυνατή κλοτσιά στο σκοτάδι. Μέσα στη χρονιά θα σου “πουλήσουν’’ πολλούς metal δίσκους ως πολύ ανώτερους αυτού εδώ. Μην τους πιστέψεις.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

The Matter Of A – Αnomalous (schizomous records)

Σχεδόν έναν μήνα πριν τη λήξη του έτους (που μας άφησε), έλαβα αυτό το debut album για ακρόαση και κατ’ επέκταση την αποτύπωση των ακουστικών μου εντυπώσεων. Η επίσημη κυκλοφορία του το θέλει στις 19 Ιανουαρίου να εμφανίζεται παντού. Δεν θα μπορούσα να κάνω την πρώτη μου γραπτή εμφάνιση με κάτι λιγότερο από περίεργο, underground, σκοτεινό αλλά πάνω από όλα πολωνικό. Η μουσική σκηνή που έχω λατρέψει όσο καμιά άλλη. Μουσικές κατευθύνσεις Anathema, Fields Of The Nephilim, Alternative 4, Katatonia για να ξέρεις αν θα πατήσεις το play ή όχι. Για να διαλέξεις αν θα πέσεις μαζί του ή θα κρυφτείς σε κάποια γωνιά.

O συνιδιοκτήτης του avant black metal σχήματος Misanthropic Rage βάζει στην άκρη για λίγο τη μισανθρωπία του και βγάζει μπροστά το νέο του project The Matter of A με νέους πειραματισμούς και ποικιλόμορφους ήχους. Ένα album που αφήνει πίσω τις home-made studio δουλειές του, αφού βγαίνει μέσα από το Serakos Studio, επίσημα και επαγγελματικά. Ο Artur Jankowski θα ανοίξει τη μουσική χρονιά μου. Ένα ταλέντο που εξωτερικεύει τον ψυχισμό του με μουσικές συνθέσεις, lyrics, παίξιμο όλων των μουσικών οργάνων και τοποθετώντας τα φωνητικά σε μια υψηλότερη βαθμίδα σύγκρισης. Πότε ψιθυριστές εξομολογήσεις, πότε απεγνωσμένα ουρλιαχτά και άλλοτε υπνωτικοί μονόλογοι. Ακροβατεί σε γοτθικούς ρυθμούς, μεταλλικούς ήχους και industrial feeling. Όλα αυτά τα κάνει μόνος του. Μια διαδρομή επτά κομματιών που σε πετάει από τη μιαν άκρη στην άλλη χωρίς να λογαριάσει πόσο θα σε σκίσει. Μεγάλη στιγμή στο Anomalous το “Deeply Inside”, που μου έφερε κατάφατσα τη μελαγχολία και την απόγνωση των παλιών καλών Anathema εποχών.

Στο album αυτό θα έχεις πολλά να ανακαλύψεις. Ξεφεύγει από τα τυπικά στιλ και είδη μουσικών ιδιωμάτων. Δεν χαρακτηρίζεται εύκολα με μία λέξη. Συλλέγει στοιχεία από αρκετές μουσικές σκηνές. O προοδευτισμός είναι διάχυτος. Θα ακούσεις metal (death – black) στοιχεία. Post rock/metal στιγμές με πραγματικά υπέροχες κιθάρες, όπως συμβαίνει στο “My Vibe Today”. Ο Jankowski καταφέρνει να κάνει ένα άλμπουμ πολύ διαφορετικό. Να ξεπεράσει ίσως και τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από τα ηλεκτρονικά σκοτάδια του, όπως συμβαίνει στο “When Possibilities Αre Exhausted”. Στο “The Third Eye” πάλι θα έρθεις αντιμέτωπος με ένα americana θορυβώδες κομμάτι, με ένα εκπληκτικό κιθαριστικό σόλο και τα φοβερά φωνητικά του Jankowski, που εκτός του ότι είναι χαρακτηριστικά βγάζουν το είναι του σε όποια κατάσταση κι αν είναι αυτό. Κρατάω όλα αυτά και βάζω πάνω από όλα το βαρύ συναίσθημα που διέπει το άλμπουμ, παρέα με την καταπληκτική παρουσία του σαξόφωνου.

Υπάρχουν λόγοι που θα μου σταθεί αυτό το άλμπουμ σε μια από τις πιο δύσκολες διαδρομές μου τον καιρό αυτό. Βγάζοντας ό,τι κατακάθι πίκρας, αρνητισμού, θλίψης έχει απομείνει, δίνει στο “δηλητήριο” μια άλλη υπόσταση. Ο νεαρός Jankowski ανοίγει τη χρονιά περίφημα (αν μπορεί κάποιος να το πει κι έτσι). Ο ρομαντισμός εκπνέει εκεί που οι δύσκολες στιγμές παίρνουν κεφάλι και απλά έρχεσαι αντιμέτωπος με ό,τι σε διαλύει, σε καταστρέφει, σε φτάνει στον πάτο και από κει πρέπει να πάρεις –για ακόμα μια φορά– δύναμη και κουράγιο και να βγεις στην επιφάνεια και να αναπνεύσεις. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, αλλά σίγουρα όχι και η τελευταία.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

One Step From The Edge – Mother Of Millions – Chronoboros

One Step From The Edge – Beneath The Surface (self-released)

Αξίζουν συγχαρητήρια στους Γιαννιώτες OSFTE και μόνο για το γεγονός ότι μας παραδίδουν το ντεμπούτο τους μόλις ένα χρόνο από τη δημιουργία τους. Από την πρώτη ακρόαση του Beneath The Surface καταλαβαίνει κανείς ότι η μπάντα δεν έχει βιαστεί αλλά ότι έχει χρησιμοποιήσει εποικοδομητικά την ορμή της για τη συγκρότηση μιας δυναμικής και συγκεκριμένης μεταλλικής πρότασης. Από το εξώφυλλο ακόμα – παραπέμποντας σε 90’s Dark Tranquility και Darkane – υπάρχει η υπόσχεση ενός κάποιου είδους μοντέρνου thrashy metal. Η υπόσχεση τηρείται.

Η αισθητική των Nevermore και η πιο γκρουβάτη πλευρά του thrash είναι τα βασικά στοιχεία που διαμορφώνουν το στιλ τους, επιπλέον όμως η προσεκτική ακρόαση των κομματιών μπορεί να αποκαλύψει διάφορες επιρροές, ακόμα κι εκτός metal. Στο ρυθμικό της κομμάτι η μπάντα σχεδόν αριστεύει. Εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα σε επιθετικότητα, τεχνικότητα και γκρούβα, διάσπαρτες ριφάρες και λιωμένο rhythm section πείθουν ότι η μπάντα έχει μελετήσει εκτεταμένα το παρελθόν και το παρόν του επιθετικού ήχου. Ο Αλέξης Σερέτης και τα πολλαπλά του φωνητικά χτίζουν υφολογικά layers, μελωδικά- ακραία- επικίζοντα. Η πρόθεση είναι αγνή, η εκτέλεση όμως δεν είναι ισοδύναμη. Προσωπικά νιώθω ότι τα extreme μέρη πείθουν περισσότερο από κάποια άλλα που συνορεύουν με το power. Νομίζω ότι αν εστιάσουν στην ακραία τους πλευρά κι απομονώσουν ή ελέγξουν τα πιο μελωδικά τους μέρη οι OSFTE θα καταθέσουν ακόμα αρτιότερα πράγματα στο μέλλον. Συνολικά ως ντεμπούτο κρίνεται ως πολύ αξιόλογο κι ιδιαιτέρως ελπιδοφόρο, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι σωστή διαχείριση κι ελαφρύς εκλεκτικισμός. Αν σου αρέσει thrash και τα ξαδέρφια του, τσέκαρέ το οπωσδήποτε. Συμβουλή: Μελλοντικά ας μη γυαλίσουν υπερβολικά τον ήχο τους. Εδώ το in your face attitude συνυπάρχει με μια ανεπαίσθητη underground φρεσκάδα που κάνει καλό στα πνευμόνια μας.

 

 

Mother of Millions – Sigma (ViciSolum Productions)

Όπως μυστηριωδώς συμβαίνει κάποιες φορές, είχα επενδύσει στους Mother of Millions πριν καν ακούσω νότα από αυτούς. Έκανα την πρώτη απόσβεση με το Human του 2014, με το νέο τους άλμπουμ όμως είμαι ήδη προκλητικά κερδισμένος. Σε μια χρονιά που το ελληνικό prog έκανε υπερβάσεις, το Sigma στέκεται στην ίδια κορυφή με το Hegaiamas των Need.

Μοντέρνο prog rock/metal λοιπόν που εστιάζει στην ατμοσφαιρικότητα και στο επιδιωκόμενο συναίσθημα με σοφιστικέ αέρα και όχι με τεχνοκρατική λογική. Για την ακρίβεια, οι MoM ανήκουν στο κλειστό club των πραγματικά καλών γκρουπ που γνωρίζουν ότι η ουσία βρίσκεται στο ότι γράφουν τραγούδια με την αληθινή έννοια του όρου. Τα όμορφα παιξίματα όλων των παιχτών υπάρχουν εκεί μόνο για να υπηρετήσουν τις συνθέσεις. Στο κέντρο στέκεται ολόλαμπρη η εκπληκτική φωνή του Γιώργου Προκοπίου, οι καλοδουλεμένες μελωδικές γραμμές του οποίου διαμορφώνουν και το κυρίαρχο στίγμα της μουσικής τους. Η παραγωγή δεν βαραίνει, αλλά δίνει χώρο στα όργανα και κάθε τι που ακούγεται είναι απλώς ακόμα ένα χρώμα στην παλέτα. Η αφηγηματικότητα, η θεατρικότητα, πού και πού η επιθετικότητα αλλά και ethnic φωτοσκιάσεις επιστρατεύονται σε σοφές δόσεις μόνο και μόνο για να αναδείξουν όλες τις πτυχές της μουσικής τους. Εξαιρετικό άλμπουμ από μια μπάντα που αξίζει κάθε δευτερόλεπτο του χρόνου σου και δεν μπορώ παρά να μοιραστώ την υποψία μου ότι το επόμενό τους άλμπουμ θα είναι σχεδόν αριστούργημα. Οι MoM ήρθαν για να μείνουν, τα υπόλοιπα είναι στο χέρι σου.

 

 

Chronoboros – No Dirt Or Silver Will Have Us Sated (self-released)

Πέρσι τέτοιες μέρες ήταν το Education των Ruined Families. Τη θέση του για το παράξενο ’17 παίρνουν οι Chronoboros και το No Dirt Or Silver Will Have Us Sated, ο νέος δυναμίτης της ελληνικής σκηνής που θα βάλει φωτιά στις νύχτες σου και θα στοιχειώσει τα underground όνειρά σου. Κι αν τίτλος-εξώφυλλο μύριζαν από μακριά Neurosis, πέσαμε λίγο έξω. Η γεύση είναι πιο τραχιά και πιο πικάντικη.

Hardcore ναι, αλλά τι hardcore; Με punk και sludge πινελιές ολούθε. Με δυσαρμονίες στο φουλ από μια μπάντα που μοιάζει να λοξοκοιτά την πειραματική σκηνή της Νορβηγίας. Με αλλόκοτα περάσματα με καθαρά φωνητικά και παράξενες κιθαριστικές μελωδίες. Με σπαστικά mathcore μετρήματα. Με ένταση που χτίζεται πραγματικά απροσδόκητα κι όχι με post-ιλίκια. Με τρίλεπτες συνθέσεις που κρύβουν γνήσια περιπέτεια που δεν βρίσκεις σε 70λεπτα άλμπουμ. Και όλα αυτά ενώ το υλικό τους μοιάζει να σέβεται απολύτως τις καταστατικές αρχές του hardcore ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει καλά τι συνέβη στον χώρο της ακραίας μουσικής κατά την προηγούμενη δεκαετία. Αν η μουσική των περισσότερων γκρουπ σχηματίζει γραμμές ή κύκλους, οι Chronoboros κατασκευάζουν ασύμμετρα πολύγωνα. Το καλύτερο; Όλα αυτά μπουκάρουν στα ευτυχισμένα αυτιά σου, ενώ νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε πρόβα τους. Ιδιοφυές. Ίσως ο καλύτερος υπόγειος δίσκος που άκουσα φέτος, το No Dirt… είναι ο φαινομενικά αλητάμπουρας που δύσκολα θα τα βγάλεις πέρα μαζί του αν ανοίξετε συζήτηση.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

James Holden & The Animal Spirits – Machinefabriek – Snow Palms

James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (border community)

Τι άραγε συνδέει μεταξύ τους όλα τα τρία βασικά άλμπουμ του μπιρμπιλομάτη James Holden, τις αρκετές συνεργασίες του, τα υπεραρκετά χορευτικά dj set του και τα remix του σε ένα κάρο ονόματα (βλ. Britney Spears, Depeche Mode μεταξύ άλλων); Πιθανόν τίποτα και ταυτόχρονα κάτι το άμεσα αναγνωρίσιμο, που είναι μια συνεχής προσπάθεια ξεπεράσματος του ίδιου του μουσικού εαυτού του. Το νέο του άλμπουμ αποδεικνύει πανηγυρικά ότι το πάλαι ποτέ παιδί θαύμα της dance σκηνής πλέον κόβει τις γέφυρες με το παρελθόν του, καθώς το νέο του υλικό απέχει κατά πολύ από κάτι που θα μπορούσε έστω να ρεμιξαριστεί κάπως.

Με την μπάντα που πλέον υποστηρίζει τις ιδέες του, απότοκο της τουρνέ του για το The Inheritors, μπήκαν στο στούντιο και λειτούργησαν ως κυνηγοί της έμπνευσης των στιγμών μακριά από λογικές περαιτέρω επεξεργασίας του αυτούσιου υλικού. Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, καθώς δεν έχουμε ένα απλό τζαμάρισμα, αλλά μια ολοκληρωμένη αισθητικά πρόταση που θυμίζει παγανιστικές λειτουργίες σε αφρικανικό έδαφος και spiritual jazz σε πάρτι στο δάσος. Ok, αυτό μπορεί να ακούγεται κάπως προβλέψιμο τη σημερινή ανάκατη εποχή, αλλά είναι τέτοιο το φιλτράρισμα που γίνεται σε βαθμό να μιλάμε για κάτι το πρωτοποριακό. Μάλιστα, θα έλεγα ότι το άλμπουμ αυτό στέκει βήματα μπροστά από τον κάπως στρυφνό προκάτοχό του, όπως κι επίσης από άλλες φετινές δουλειές που συγγενεύει μουσικά (βλ. Floating Points). Αν μάλιστα οι όμορφες συνθέσεις εδώ κρατούσαν τον ψηλό πήχη του “Each Moment Like The First”, το οποίο μάλιστα ηχογραφήθηκε ξέχωρα από τα άλλα και ακούγοντάς το σε κάνει να κλείνεις τα μάτια και να σκέφτεσαι αυτές τις συγκεκριμένες πρώτες δικές σου στιγμές, θα μιλάγαμε άνετα για τον δίσκο της χρονιάς σε άποψη μουσικής αξίας.

 

 

Machinefabriek – Becoming (self-released)

Όλες οι μουσικές κάνουν τον κύκλο τους. Όσο δεν βρίσκουν διεξόδους αλλαγής και ξεπεράσματος των αρχικών φορμών τους, μένουν να στέκουν αμήχανες στο ανηλεές πέρασμα του χρόνου. Το όνομα του Machinefabriek συγκαταλέγεται στα εξέχοντα του drone/ambient/experimental χώρου που βγάζουν σωρηδόν νέες δουλειές μεταξύ των οποίων βρίσκουμε συχνά διαμάντια. Έρχεται όμως η στιγμή που κάπου όλα ακούγονται το ίδιο. Τα ίδια μοτίβα, οι ίδιες νότες, τα ίδια συναισθήματα παραμονεύουν για να εξαφανίσουν τελικά το στοιχείο της έκπληξης και βεβαίως της ουσίας της μουσικής αυτής, που είναι ο πειραματισμός.

Θεωρώ ότι με το Becoming, το οποίο αποτελεί τη μουσική επένδυση της ομότιτλης φετινής χορευτικής παράστασης του Ivan Perez, ο εν λόγω Ολλανδός δημιουργός προσπαθεί κάπως να ξεφύγει από τον ίδιο του τον φορμαλισμό. Ξεκινώντας η σύνθεση με μιας ιδιαιτέρως χαμηλής έντασης ηχοκύματα, σε βάζει από την αρχή σε ένα κλίμα αναμονής προς κάτι το αχαρτογράφητο. Εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά μια γυναικεία φωνή, η οποία είναι σαν να μεταφέρει σινιάλα από έναν ορίζοντα που σιγά σιγά ξεμακραίνει. Η σύνθεση παίρνει μια πιο συμπτυγμένη μορφή στη συνέχεια, με τον θόρυβο να μη δίνει το οριστικό τέλος, παρά μόνο μια υπόσχεση ότι μετά το πέρασμά του η φωνή θα επανεμφανιστεί πιο ζεστή και οικεία αυτήν τη φορά. Η αλήθεια είναι ότι η ζωντανά ηχογραφημένη εκτέλεση της ίδιας σύνθεσης, λόγω της μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας από την προαναφερθείσα, ακούγεται πιο άνευρη. Οπότε επιστρέφουμε στα τριανταεννιά λεπτά ενός ταξιδιού προς το άγνωστο ακόμη και για τον ίδιο τον δημιουργό του ως προς τη συνέχεια της πορείας του.

 

 

Snow Palms – Origin & Echo (village green)

Το ζήτημα που τέθηκε πριν για την αξία του σημερινού βομβαρδισμού νέων μουσικών θα μπορούσε να μπει και για τα ονόματα που δεν κυκλοφορούν πολύ συχνά νέο άλμπουμ. Ο Snow Palms είχε πέντε χρόνια να βγάλει νέο υλικό και τα δύο από αυτά χρειάστηκαν για να το ολοκληρώσει. Σε αυτό διακρίνουμε τη λεπτομερειακή δουλειά που έγινε πάνω στην ανάδειξη μιας φυσικότητας στους ήχους και έναν κρυφό μινιμαλισμό στην ανάδειξη ορισμένων σχεδόν post rock μελωδιών, αλλά ως σύνολο δεν παρατηρείται κάποια εμβάθυνση ή κάποια στόχευση κάπου.

Αρχικά, η ακρόαση οφείλει να γίνει με υψηλή την ένταση, καθώς κάθε σύνθεση εύκολα χάνεται στο σκοτάδι παράλληλων σκέψεων ή ασχολιών. Με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα αναδειχθεί το καλοδουλεμένο υλικό του δίσκου αυτού, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για την ποικιλότητα στις ιδέες του. Είναι σαν η ραχοκοκαλιά των συνθέσεων να είναι ίδια και απαράλλαχτη, και απλώς αυτές να αναπτύσσονται η καθεμία με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο. Σαφώς με την τοποθέτηση στον πυρήνα του οργάνων όπως τα γκλοκενσπίλ, μαρίμπα και μεταλλόφωνα, διακρίνουμε μια πρωτοτυπία στο όλο αποτέλεσμα και οφείλω να παρατηρήσω πως για φέτος δεν άκουσα κάτι άλλο παραπλήσιο του Origin & Echo. Εντούτοις, καθώς αυτό κυλά, νιώθεις ότι κάτι πολύ δυνατό θα έρθει χωρίς τελικά να εμφανίζεται, αφήνοντας στην όλη ακρόαση τη γεύση του απλώς συμπαθητικού ακούγοντάς το.

 

Μπάμπης Κολτράνης