Disequilibrium – Material Substratum (The Throat Productions)

Αν και συνολικά η Ολλανδία δεν φημίζεται για την παραγωγή της στα σχετιζόμενα με το black metal ηχοτοπία, είναι ωστόσο, γεγονός πως υπάρχει σε αυτή τη χώρα μια χρόνια παράδοση σε ό,τι αφορά μπάντες που επικεντρώνονται στη θορυβώδη, ακατέργαστη εκδοχή της εν λόγω φόρμας. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, επικρατεί ένας αναβρασμός στο underground, με νέους σχηματισμούς να εφορμούν στο έδαφος του υπο-ιδιώματος που συνηθέστερα ονοματίζεται ως raw black metal.

Στην πρωτοπορία αυτής της κίνησης, στέκουν συγκεκριμένα labels, τα οποία εμμονικά στηρίζουν την ύπαρξη τους στην δημιουργία κασετών, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Ανάμεσα σε αυτά, η ολλανδικήThroat ξεχωρίζει με την εκλεκτική επιμονή της, έχοντας ήδη σχεδόν, αναρίθμητες κυκλοφορίες στο ενεργητικό της.

Από τη φετινή προσφορά της, άνετα θα ξεχώριζα διάφορα σχήματα. Στην προκείμενη παρουσίαση, θα επικεντρωθώ σε μια νέα μπάντα, η οποία έκανε την εμφάνιση της αυτή τη χρονιά. Αν και τα ανώνυμα μέλη που την απαρτίζουν έχουν δεσμούς και με άλλες αντίστοιχες απόπειρες, το συγκεκριμένο demo αποτελεί την πρώτη κυκλοφορία των Disequilibrium. Οι οποίοι στη χρονιά που ολοκληρώνεται συντόμως, πρόλαβαν ήδη να κυκλοφορήσουν 4 κασέτες- η μία εκ των οποίων μάλιστα ήταν καταγραφή της συνεργασίας τους με τους Spiral Staircase. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου όμως, θα περιοριστώ αποκλειστικά στο Material Substratum.

Η λιτή και ολόμαυρη απεικόνιση του εξωφύλλου ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενο, τροφοδοτώντας το νου με έντονες εικόνες. Οι Disequilibrium επιλέγουν να ντύσουν τις δυσαρμονικές τους εκρήξεις με θεματολογία που στηρίζεται στην αλχημική παράδοση. Και αυτό με συγκινεί ευθύς εξ αρχής, ομολογώ. Είναι ιδιαίτερα δυνατή η αίσθηση που μου προξενεί ένας τίτλος, όπως ο ακόλουθος: “Ondine’s Curse, Morose Nights Of Paracelsus”. Η εκλεπτυσμένη αυτή προσθήκη τους διαχωρίζει άμεσα από τη μάζα των ανέμπνευστων που παροικεί σε αυτή τη σκηνή. Αποφεύγοντας τα εύκολα κλισέ, εμμένοντας όμως,άτεγκτα στο μυστικιστικό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο για να στηριχτεί μια τέτοια υφολογία, το ντουέτο που απαρτίζει τους Disequilibrium προβάλλει μια εξόχως ελκυστική πρόταση. Σε ό,τι αφορά στο ηχητικό μέρος κυριαρχεί η ίδια ρηξικέλευθη στάση. Έχοντας ως βάση τον σχετικά περιορισμένο καμβά της ακατέργαστης, αταβιστικής έκφρασης, απολήγουν εντούτοις σε μια σουρεαλιστική,σχεδόν avant-garde διάθεση. Αυτό είναι αποτέλεσμα άποψης: ο ήχος τους είναι τόσο ωμά ακατέργαστος που εκπλήσσει. Η δε, ηχογράφηση τείνει να συνδέει όλα τα ηχοχρώματα σε ένα αποτέλεσμα που θυμίζει απαράμιλλα συμπαγή τοίχο θορύβου. Η ακραιφνής συνοχή του οποίου παραπέμπει αβίαστα σε ambient και noise ακούσματα.Μολονότι η βάση τους – οργανικά μιλώντας- κινείται στέρεα στα πλαίσια του raw black metal. Επιπρόσθετα, η ακρόαση χρωματίζεται από μια οπωσδήποτε απρόσμενη ευφορική διάθεση. Κάτι που, εμφανώς, δεν θα περίμενα από μπάντα αυτού του χώρου.

Η τελευταία πρόταση δε σημαίνει βέβαια πως δεν θα βρείτε σκοτάδι εδώ. Απεναντίας, μάλιστα. Το ευρισκόμενο υλικό, σηματοδοτεί συντονισμένες επιρροές από τον Havohej, κυρίως. Αλλά και μια μικρότερη δόση εμβόλιμου πειραματισμού, όπως αυτός νοείται και ενσαρκώνεται στις απολήξεις τουMories (Gnaw Their Tongues, Aderlating, De Magia Veterum και άπειρα άλλα).Διαφοροποιούνται όμως, επαρκώς από το στριφνό στυλ του Havohej, παρουσιάζοντας έναν στέρεα δυσαρμονικό τρόπο αφήγησης. Γεγονός που τους χαρίζει άφθονη προσωπικότητα. Το δεύτερο κομμάτι, είναι εξόχως ενδεικτικό των προθέσεων τους, θαρρώ: όπου, ανάμεσα στο ερμητικό χάος της εκτέλεσης τους, αναδύεται σαφώς μια υποψία μελωδίας και επικά ψυχεδελικού συναισθήματος. Είναι αυτή ακριβώς η προδιάθεση, που τους διαχωρίζει από ανάλογες προσπάθειες, φετινές και μη. Και πιστοποιεί τον αυστηρά εσωτερικό χαρακτήρα που εδώ επικυρώνεται ως αποκορύφωμα της αυτοσχεδιαστικής υπερβατικότητας τους.

Υπό άλλες συνθήκες, ίσως να αποτολμούσα τη χρήση του αμφιλεγόμενου όρου “progressive”. Κάτι τέτοιο όμως, πασιφανώς δε θα ταίριαζε σε αυτή την περίσταση. Κι αυτό γιατί η ακατέργαστη υφή αυτής της ηχογράφησης οπωσδήποτε θα ξενίσει αρκετές/αρκετούς. Αντίστοιχα όμως, θα κεντρίσει το ενδιαφέρον ατομικοτήτων που κινούνται πέρα από τα πλαίσια αυτού του στυλ. Φρονώ πως όσοι αρέσκονται σε θορυβικά ατμοσφαιρικές αναζητήσεις, θα βρουν κάτι οικείο, εδώ. Προσωπικά μάλιστα, θα έλεγα ότι θαμπώθηκα από το αποτέλεσμα. Και χρειάστηκαν πολλαπλές, επαναλαμβανόμενες ακροάσεις, ώστε να το βιώσω απόλυτα. Ή σχεδόν απόλυτα, ορθότερα. Συνοπτικά, λοιπόν: μια εύμορφη μετατόπιση του κενού,με όχημα μια σειρά αντιθετικών εξάρσεων. Μια λάμψη αλχημικής σπουδής, που μετουσιώνεται σε Υλίαστρο.

Even though the Netherlands are not well known when it comes to producing black metal bands, it is a fact that a sort of tradition seems to exist in this country, regarding formations that specialize on delivering a noisy, raw version of said form. Furthermore, a genuine turmoil has taken over the underground in recent times, something clearly evident by the fact that countless new formations have been spawned, gathering around the sub-genre commonly referred to as raw black metal.

A handful of eclectic labels take place at the forefront of this movement. Obsessively, almost, these labels tend to prefer cassette as a format, exclusively. Among those, Throat Productions, a dutch label, easily stands out, mainly due to its selective persistence. A myriad of releases has already been unleashed by the Throat, so far.

Considering this label’s whole production during this year, I could easily find many worthwhile and recommendable bands. On this specific presentation though, I will focus on a newcomer band, that saw its first releases coming out during 2018. The unnamed members that constitute this group appear to have certain bonds to other, similarly inclined attempts. Yet, the demo presented here is their debut release under the moniker of Disequilibrium. During the course of the year that soon is coming to its end,they have managed to put forth 4 tapes-one of which was a documentation of their collaboration with Spiral Staircase. For this text’s sake though, I will gladly limit myself, strictly focusing on Material Substratum.

The austere and almost full on black drawing that has been chosen as cover art is a totally fitting choice to this content, unveiling a variety of related mind-inducing images to me. Disequilibrium prefer to cladtheir dissonant explosions to a concept that is firmly rooted back toal chemical tradition. That gesture deeply moved me, as a starting point. I could wholeheartedly declare that a truly strong emotion emerges to myself, upon seeing a song title such as the following one: “Ondine’s Curse, Morose Nights of Paracelsus”. This elegant stylistic addition drives them apart of the large maze of talentless and uninspired bands that literally pollute this scene. Avoiding the usual cliches, yet fanatically insisting on a mystical background that is absolutely necessary in order to support this kind of approach, the duo that Disequilibrium is comprised of, project a definitely attractive hypothesis. Moreover, the same entrepreneurial stance is at hand, concerning the sonic part of this release. The usually restricted canvas thatis mostly apparent of the raw and atavistic expression of this sub-genre, is solelyused as a basis, herein. Its conclusion though, is a kind of a surreal, avant-garde intention. This result comes off as being an intentional thesis: their sound is surprisingly harsh and chaotic. The chosen type of recording, seems to unite all pieces of sound forms into a complete whole, that in the end, largely resembles a wall of noise. The consistent purity of whom, pointsto ambient and noise related schemes. Despite the fact that the instrumentation used lies entirely on raw black metal terrain. Additionally, an unexpected sense of euphoria was prevalent during this listening session. A sense that isusually not associated to bands of this idiom, at all.

The later of course, does not mean that there is no darkness to be found, here. On the contrary, as a matter of fact. The material presented here, suggests a blackness that is not far apart from Havohej’s style, for example. A smaller dose of captive experimentation can be traced as well, bringing to mind the outer limits incarnations of Mories (Gnaw Their Tongues, Aderlating, De Magia Veterum and countless more). Somehow though, they are able to diverge from Havohej’s ill-tempered mode, by displaying a solidly inharmonious narrative mode. That fact alone, provides an aura of ingenious personality unto them. This tape’s second track, is clearly indicative of their directions, I guess: whilst, in between the hermetic chaos that is generated of their performance, a hint of melody, as well as a sense of an epic, even psychedelic sentiment, arise. It is this exact sort of disposition that differentiates this duo, from other, like-minded efforts that were released this year, or even before. Standing as proof of a draconian, esoteric nature that is sanctioned here, as a result of this band’s improvising transcendence.

Under different circumstances, I might be tempted touse a -rather – controversial term: “progressive”. By no means though, would this term be a fitting one, for this case. In fact, I am sure that the unpolished texture of this recording would seem too much for many people. On the other hand though, this element might potentially be of interest to certainin dividuals that move beyond the limits of this particular style. I suppose that entities that find pleasure in seeking noisy yet atmospheric soundscapes, will probably discover something vividly familiar, in here. Personally speaking, I dare to say that I was amazed by this demo. A series of multiple, repeated listens were needed in order to embrace this, unconditionally. Almost unconditionally, to be exact. As a synopsis on my behalf: a beauteous shifting of void, using a sequence of opposite outbreaks as medium. A glow of alchemical origins, that merges and transforms into Yliaster.

(download here)

Giorgos Kanavos

Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression Records)

Πλησιάζοντας στο τέλος του έτους νιώθεις σαν να κλείνει ένας κύκλος πριν ανοίξει ένας επόμενος. Βέβαια -για να είμαι ειλικρινής- δεν ξέρω πως ανοίγει ένας επόμενος, πάντα είχα την αίσθηση πως οι κύκλοι δεν κλείνουν ποτέ. Αν οπτικοποιούσα τη σκέψη αυτή, θα της έδινα το σχήμα του ελατηρίου, εκεί που οι εύκαμπτες καμπύλες γραμμές δεν κλείνουν, αλλά η επόμενη είναι συνέχεια της προηγούμενης, χωρίς να είναι ξεκάθαρο που ξεκινά η μία και που τελειώνει η άλλη. Το μόνο ξεκάθαρο είναι η αρχή και το τέλος. Η τελευταία σταματά απότομα απομένοντας ανολοκλήρωτη, ακριβώς όπως και η πρώτη που ξεκινά το σχήμα εξίσου απότομα, σαν να ξεκινά από τη μέση. Μόνο αν ενώσεις τις δύο άκρες θα σχηματισθεί ένας κύκλος ολοκληρωμένος. Επιβεβαιώνοντας συμβολικά πως κάθε νέα αρχή ξεκινά εκεί που κάτι άλλο τελειώνει, με προσδοκίες άμεσα εξαρτώμενες από τις βαθύτερες επιθυμίες μας.

Αναζητώντας και προσδοκώντας, λοιπόν, κάτι που θα μου αφήσει μια ωραία αίσθηση για το κλείσιμο της χρονιάς, ώστε να πάμε στην επόμενη με αισιόδοξη διάθεση, βρέθηκα αντιμέτωπη με το Dances On Walls των Ghostland, που γνωρίσαμε από εμφανίσεις τους σε underground κυρίως, σκηνές. Έχοντας ήδη ως ATS μια πρόσφατη καλή εμπειρία από το ημεδαπό σχήμα άκουσα το άλμπουμ με ομολογουμένως θετική προκατάληψη.

Το ντεμπούτο τους διακρίνεται από σκοτεινές,ατμοσφαιρικές συνθέσεις. Το μπάσο κάνει αισθητή την παρουσία του και αλληλοσυμπληρώνεται αρμονικά με τα πλήκτρα, με απόγειο τα “Wind Of Knives” και “Sway”. Η φωνή της Μακρίνας απογειώνει τη μουσική και συμπυκνώνει το θυμό και την απελπισία, και τη θλίψη, χωρίς ψήγματα μιζέριας, αλλά με μελωδικές κραυγές αγωνίας, όπως στο “The Dancing Crowd” όπου είναι κυρίαρχη η αίσθηση της απώλειας του εαυτού. Στο “Lifeblood” με τον επαναλαμβανόμενο στίχο “I don’t know how to fall” μας παρουσιάζουν μια διαφορετική οπτική της απελπισίας, εκείνης που δεν λειτουργεί κατασταλτικά, αλλά ενδυναμωτικά, για την- κατά μέτωπο- αντιμετώπιση του φόβου και του πόνου και την υπέρβαση των δυσκολιών και των εμποδίων που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Οι ατμοσφαιρικές post punk/new wave συνθέσεις τους που αλληλοσυμπληρώνονται με την υπέροχη φωνή της Μακρίνας στο Dances On Walls είναι ο καλύτερος επίλογος για τη χρονιά που τελειώνει σύντομα. Θεωρώ πως αφήνουν μια πολλά υποσχόμενη παρακαταθήκη για το μέλλον.

Approaching the end of the year, you feel like a circle is closing while another opens. Of course – to be honest – I do not know how the latter one opens – I always had the feeling that circles never close. Had I visualized this thought, I would give it the shape of a spring, whose flexible curved lines do not close, one being the continuation of the other, without it ever being clear which preceeds the other. The only thing that is clear is the beginning and the end. The one at the end stops abruptly, remaining incomplete, just like the one at the beginning takes its shape equally abruptly as if starting from the middle. Only if you join the two endings a complete cycle will be formed. Confirming symbolically that every new beginning starts at the end of something else, with expectations directly dependent on our deepest wishes.

Looking for and hoping for something that will leave a nice aftertaste of the year and set an optimistic mood for the next, I faced Dances On Walls of ghostland, which we met from their performances in underground scenes mainly. As Against The Silence we’ve already had a recent good experience from the native group, so I listened to the album with a positive prejudice.

Their debut album is distinguished by dark, atmospheric compositions. The bass has strong presence and is complementary to the keyboards, with “Wind Of Knives” and “Sway” topped. Makrina’s voice takes off music and condenses anger, despair, and sorrow, without a shred of mizery but with melodious screams of anguish, as in “The Dancing Crowd” where the sense of self-loss is dominant. In “Lifeblood” with the repeated lyrics “I do not know how to fall”, they show us a different perspective of despair, of the one that does not work suppressively but empowers us to face fear and pain and overcome the difficulties and obstacles that we should deal with.

The atmospheric post punk/new wave compositions that complement each other with Makrina’s wonderful voice on Dances On Walls are the best closure for the soon-to-be-gone year. In my opinion they offer us a promising “deposit” for the future.

Sylvia Ioannou

Mogwai live in Athens 1.12.18

Οι Mogwai είναι μεγάλη μπάντα, όπως οι νύχτες της Αθήνας είναι μεγάλες, με ή χωρίς εμάς. Χωράει τόσα η μουσική τους, χωρίς να χρειαστεί τη βοήθεια κανενός κλασικού άλμπουμ, κανενός εμπορικού τρικ, καμιάς περιττής ή απέριττης κίνησης. Αν και έχουν κλείσει τις δύο δεκαετίες συνεχούς παρουσίας, δεν καταγράφουν καμία καθοδική πορεία ως προς την αποδοχή τους,καθώς η μπάντα χαράσσει μια ευθεία βολή που γεννά ακόμη αξιομνημόνευτα κομμάτια και βραδιές σαν κι αυτήν που παραβρεθήκαμε το περασμένο Σάββατο.

Φτάνοντας στο σημείο της συναυλίας, έγινε προφανές ότι τα παραπάνω εκφράζουν πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο νόμιζα. Τουτέστιν, ακόμη κι αν βγάλουμε εκείνο το ποσοστό που πάει σε live μόνο για τη φάση, ο κόσμος που παστώθηκε στον συγκεκριμένο old school συναυλιακό χώρο ήταν πολύς (ας όψεται και η υπερπροσφορά εισιτηρίων από τους “έξυπνους” διοργανωτές). Δεν ήταν, όμως, η ουρά που μας έκανε να χάσουμε τους Afformance που άνοιγαν τη βραδιά, αλλά το γεγονός ότι αυτοί ξεκίνησαν δέκα λεπτά πριν την αναγραφόμενη ώρα εμφάνισης στην αφίσα! Αν η απάντηση στην αργοπορία σε παρόμοια σκηνικά είναι αυτή, μάλλον είμαστε καταδικασμέν@ να μη βρίσκουμε ποτέ το μέτρο. Πάντως,σύμφωνα με τα λεγόμενα των μελών της μπάντας μετά, η ίδια το ευχαριστήθηκε παίζοντας εκεί.

Για τους Mogwai, κάθε περιγραφή μιας εμφάνισής τους τείνει να φαντάζει γραφική ως προς αυτό που βγάζει η μπάντα. Ήταν η τέταρτη φορά που τους έβλεπα και, όπως σε κάθε άλλη, ένιωσα να με συγκινούν παίζοντας με το συναίσθημα, χαλιναγωγώντας το και αφήνοντάς το στις κατάλληλες δοσολογίες. Κακά τα ψέματα, αν ήθελαν να κλαίμε κυριολεκτικά για ενενήντα λεπτά, θα το είχαν καταφέρει πανεύκολα, επιλέγοντας κάμποσα θανατερά τους κομμάτια. Δεν το έκαναν όμως, καθώς δεν είναι η μπάντα που θα χαϊδέψει αυτιά, αλλά μια μπάντα που συνεχώς ανανεώνει τον χαρακτήρα της – αν και μιλώντας για τον τελευταίο τους δίσκο, τον βρήκα τόσο μέτριο που δεν μπήκα καν στον κόπο να γράψω μια κριτική για αυτό.

Οπότε, εκπλήξεις δεν είχαμε στην επιλογή των τραγουδιών (πολλά από τα τελευταία άλμπουμ, διάφορα από –σχεδόν– όλα τα παλαιότερα), πέραν του γεγονότος ότι στη σύνθεση της μπάντας είχαμε τον original ντράμερ και όχι την τύπισσα που τον έχει αντικαταστήσει, λόγω θεμάτων υγείας του. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν ο ήχος να ’ναι πιο Mogwai, δηλαδή λιγότερο τεχνικά αψεγάδιαστο παίξιμο στα ντραμς, περισσότερο, όμως, πάθος (βλ. λαθάκια στο “Don’t Believe The Fyfe” και την έκρηξη στο “Hi, I ’m Jim Morrisson, I ’mdead”). Με εξαίρεση μια κοιλιά στις συνθέσεις που επιλέχθηκαν, κάπου στη μέση του σετ, η μπάντα επεδείκνυε τέτοια συνοχή που ο φίλος στην παρέα που δεν τους είχε τσεκάρει ποτέ είπε το αμίμητο “Αυτή είναι η μουσική που χρόνια έψαχνα να ακούσω, αλλά δεν την έβρισκα ποτέ”!

Για μένα, που σε κάποιο βαθμό μου έχουν καθορίσει τα μουσικά μου γούστα, υπήρξαν στιγμές που, αν και δεν βοηθούσε ο χώρος,καταλάβαινα πιο καθαρά από ό,τι παλιά ορισμένα σημεία στα κομμάτια τους και μαγευόμουν από κάποιες ατέλειές τους που τα κάνουν να μη μοιάζουν μεταξύ τους και να μη μοιάζουν και οι στιγμές που τα αγκαλιάζουν μεταξύ τους. Τέλος, όμως, με τις περιγραφές, το βίωμα είναι το παν και οι Mogwai θα το υπηρετούν, όπως φαίνεται, για κάμποσο καιρό ακόμη.

Μπάμπης Κολτράνης

Bloom Offering – Episodes (Helen Scarsdale Agency)

 Η σεξουαλικότητα υπήρξε ανέκαθεν θέμα ταμπού που οι περισσότεροι αρέσκονται και αρκούνται να παρακολουθούν χαμογελώντας πονηρά μέσα από την κλειδαρότρυπα. Ο ερωτισμός και ο αισθησιασμός είναι βασικά ζητούμενα για τον άνθρωπο, αλλά η κυρίαρχη (ψευτο)ηθική δεν επιτρέπει την ελεύθερη έκφρασή τους. Γι’ αυτό και είθισται να εκδηλώνεται κρυφά, με μια δόση ενοχής και μια αίσθηση διαπραχθέντος εγκλήματος. Όταν, δε, η σεξουαλικότητα και το πάθος εκφράζονται από γυναίκα, τότε η επικριτική διάθεση εντείνεται, με πλείστα “κοσμητικά” επίθετα να τη συνοδεύουν. Κι αυτό συμβαίνει επειδή οι ερωτικές επιλογές και η αποδοχή τους πλαισιώνονται από μια κοινωνικά επιβεβλημένη ανδρική κυριαρχία, βασισμένη στο αφήγημα περί μιας φύσει ανισότητας των φύλων.

Η Nicole Carr είναι η δημιουργός πίσω από το όνομα Bloom Offering με πολλά δείγματα δημιουργικότητας στο παρελθόν (κυρίως σε μορφή κασέτας και digital albums). Το LP Episodes είναι η πρώτη της κυκλοφορία σε βινύλιο, μέσα στο οποίο ξεδιπλώνει την άποψή της για τον γυναικείο ερωτισμό και την ελεύθερη έκφρασή του, με σαφείς αναφορές κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης και εκμετάλλευσης γυναικών, η οποία εξυπηρετεί και συγκροτείται πάνω σε ένα ολόκληρο σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Ο τρόπος της ιδιαίτερος, όπως και η ίδια άλλωστε. Με μια διάθεση ανατρεπτική, μιας και μόνο με ανατροπές αλλάζουν όλες οι καθεστηκυίες θέσεις και στάσεις. Το σκοτεινά ατμοσφαιρικό ηχοτοπίο αναδεικνύει μια pop-goth συνθήκη, με το κύμα των συνθεσάιζερ να μας παρασέρνει σε μια σκοτεινή και νεφελώδη ατμόσφαιρα. Τα φωνητικά της Carr είναι σταθερά, κοφτά,παγωμένα και συναισθηματικά αποστραγγισμένα. Στίχοι που επαναλαμβάνονται, ώστε να καταστεί σαφές το μήνυμα που θέλει να περάσει.

Μέσα από τα Επεισόδιά της αμφισβητεί την κυρίαρχη κοινωνική κατάσταση και την ανδρική σεξουαλική εξουσία, προκρίνοντας ως κινητήρια δύναμη την αδιαπραγμάτευτη αυτοδιάθεση κάθε γυναίκας όπως και όπου η ίδια επιθυμεί, στα “Venus Shrugged”, “Swallow meWhole” και “Fishbowl”. Παράλληλα, μιλά για την τριβή που προκαλεί στις σχέσεις η –αδυσώπητη πολλές φορές– καθημερινότητα και η ερμηνευμένη κατά τρόπο που δεν επιδέχεται θετική χροιά οικειότητα. Ενώ στο “Out 2 get U”, με την επιθετική της ερμηνεία, παρουσιάζει τη γυναικεία αντίσταση ενάντια στους εξουσιαστές της και στην πατριαρχία, αλλά και τη διεκδίκηση των θέλω της.

Η Αφροδίτη (Venus) είναι η προσωποποίηση του έρωτα,του πάθους και της σεξουαλικότητας, μιας και οι άνθρωποι, μην μπορώντας να εξηγήσουν το συναίσθημα του έρωτα, το πάθος και την επιθυμία, προσέδωσαν σε αυτά θεϊκές διαστάσεις. Η Nikole Carr χρησιμοποιεί τον συμβολισμό της θεάς του έρωτα για να δώσει τη δική της ερμηνεία πάνω στο αρχέγονο ένστικτο και στη σύγχρονη απελευθερωμένη έκφρασή του, παρουσιάζοντας μέσα από το έργο της μια γυναίκα που αναπτύσσει ανθεκτικότητα και δυναμισμό και που διεκδικεί εκείνο που επιθυμεί.

Sexuality has always been a taboo issue, which most people like to watch smiling cunningly through the keyhole. Eroticism and sensuality are basic prerequisites for humans, but dominant ethics does notallow their free expression. That is why it is customary to express them secretly, with a sense of guilt, as if committing a crime. When sexuality and passionare expressed by a woman, judgemental attitudes are intensified, often times accompanied with the use of offensive adjectives. And this is because erotic choices and their acceptance are framed by a socially imposed male sovereignty, based on the narrative about gender inequality.

Nicole Carr is the creator behind the name Bloom Offering, with many samples of her creativity in the past (mainly in cassette format and digital albums). The LP Episodesis her first vinyl release in which she unfolds her view of female eroticism and freedom of expression, with clear references to sexual harassment and exploitation of women, which serves and assembles on a whole system of the exploitation of man by man.

Her way is as special as she is, with a subversivemood, since all entrenched positions and attitudes can only change through suversions. The dark atmosphere echoes a pop-goth condition, as the wave of synthesizers carries us away into a dark and cloudy atmosphere. Carr’s vocals are steady, sharp, icy and emotionally drained. The lyrics are repeated in order to emphasize the message that she wants to deliver.

Through her Episodes, she challenges the dominant social status quo and male sexual power, as the driving force of the unchangeable self-determination of every woman, in “Venus Shrugged”, “Swallow Me Whole” and “Fishbowl”. At the same time, she speaks about the friction caused in relationships by everyday life and by the negative aspects of intimacy. While in “Out 2 get U”, through her aggressive interpretation, she presents female resistance against those in power and against patriarchy, and she also claims what she wants.

Venus is the personification of love, passion and sexuality, since people, not being able to explain the emotion of love, passion and desire, have given a divine dimension to them. Nikole Carr uses the symbolism of the goddess of love to give her own interpretation of her primordial instinct and her contemporary liberated expression, portraying through her work a woman who develops resilience and dynamism and who claims her own desires.

Sylvia Ioannou

Chaos Control Vol. 1 by ENDROPI

Τι κάνει μια συναυλιακή βραδιά πετυχημένη; Η προσέλευση του κόσμου; Οι επιδόσεις των συγκροτημάτων; Η πολιτική χροιά της; Οι κοινωνικές περιπτύξεις που αναπτύσσονται εντός της; Όλα αυτά μαζί; Αν κάτι,πέραν αυτών, μας διαφεύγει, είναι μάλλον γιατί κρύβεται καλά (και ολίγη μεταφυσική στον πρόλογο για την ατμόσφαιρα). Οπότε η απάντηση είναι προφανής και περικλείει όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, τα οποία και υπήρχαν σε έντονο βαθμό στη βραδιά που διοργάνωσε η ομάδα ENDROPI στη Νομική την περασμένη Παρασκευή.

Ο φεμινιστικός χαρακτήρας της σχετικά νεοσύστατης ομάδας δεν έντυσε απλώς τον χώρο με τον αντίστοιχο λόγο, αλλά με έναν μαγικό τρόπο φρόντισε ο πολύς κόσμος που προσήλθε να είναι “καλής πάστας”. Κοινώς, έλειπαν οι ματσό γραφικές περσόνες και οι τσαμπουκαλεμένες συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν αντίστοιχα diy σκηνικά. Από την άλλη, οι κοινωνικές συναναστροφές που αναπτύχθηκαν στον χώρο, εντός του live και στο προαύλιο, ήταν έντονες και, φαντάζομαι, εποικοδομητικές. Αυτό, άλλωστε, χαρακτηρίζει τέτοιου είδους βραδιές που αποτελούν μια σημαντική νότα στον ευρύτερο α/α χώρο και, προσωπικά, μου θύμισε κάποια καλά σαββατόβραδα στη Βίλα Αμαλίας – αν κι εκεί το βάρος έπεφτε περισσότερο στα πηγαδάκια έξω, παρά στο live μέσα. Εδώ, όμως, πιστεύω πως η ισορροπία που τηρήθηκε ήταν η ιδανική, καθώς δεν έλειψε το έντονο ενδιαφέρον και για τις μπάντες, που ούτως ή άλλως δίνουν τον ξεχωριστό τόνο της εκάστοτε βραδιάς.

Ως προς αυτές, θα προσπαθήσω να ’μαι σύντομος, γιατί, όσο να ’ναι, πέντε μπάντες δεν είναι και λίγες, όπως δεν είναι λίγες και οι μπίρες που τις συνόδεψαν (εξαιρούνται οι παρευρισκόμεν@). Οι Αρχή του Τέλους έκαναν την αρχή, με το τέλος να φαντάζει μακρινό εκείνη τη στιγμή. Παντελώς λογικά, ο ήχος δεν ήταν ακόμη αυτός που θα έπρεπε, εξάλλου ο χώρος δεν βοηθά και πολύ σε αντίστοιχα live σκηνικά. Πέραν αυτού, η μπάντα απέδωσε στα γνωστά στάνταρ της σε έναν ήδη γεμάτο χώρο.

Οι Ghostland, στη συνέχεια, είχαν την τιμητική τους, γιατί η εμφάνισή τους συνέπεσε χρονικά με την παρουσίαση του πρώτου εθιστικού δείγματος–σε μορφή βίντεο κλιπ– από τον επερχόμενο δίσκο που θα βγάλουν στην Manic Depression. Αν κρίνουμε από τη μεστότητα της εμφάνισής τους, καθώς και το υλικό που ακούσαμε και το οποίο θα πλαισιώνει το ντεμπούτο τους, πιθανόν να μην έχουμε δει τίποτα ακόμη, για το πού μπορεί να φτάσει το σχήμα αυτό.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν οι Ιταλοί Horror Vacui, οι οποίοι μπορεί να κουβαλούσαν ένα ρετρό image και ήχο, αλλά το πάθος που είχαν τους έδινε πολλούς πόντους υπέρ! Προσωπικά, με κούρασαν λίγο με τα μονοδιάστατα κομμάτια τους και βγήκα να πάρω αέρα, μιας και η βραδιά είχε συνέχεια. Οι cold i, λοιπόν, αντιμετώπισαν κάποια τεχνικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να μην τους βοηθήσει ο ήχος καθ’ όλη την εμφάνισή τους. Μιας και ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα, νομίζω ότι θα χρειαστώ κι άλλη βραδιά για να αντιληφθώ τη συναυλιακή πλευρά τους, καθώς για τη δισκογραφία τους έχω γράψει πρόσφατα την άποψή μου.

Όσο για τους Chain Cult, αυτό που είδα ήταν μια πολύ δεμένη μπάντα που χρειάζεται να δουλέψει περισσότερο πάνω στο προσωπικό της στίγμα. Το πέρασμα της ώρας, όμως, δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια στο να μείνω μέχρι τέλους, καθώς δημιουργούνταν ένα άγχος ως προς την ώρα που θα πέρναγε το κίτρινο νυχτολούλουδο των Πατησίων με το μίνιμαλ όνομα “11”, για να μας πάει σπίτι. Κάποια στιγμή πέρασε κι αυτό, και η βραδιά επισήμως έλαβε τέλος. Αλλά η συνέχεια για την ομάδα ENDROPI και των ημεδαπών μπαντών που διάνθισαν το φεστιβάλ μένει ανοιχτότατη!

ΥΓ. Ευχαριστούμε τις Koproskilo Prodatsun για τηνευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών από τη βραδιά!Μ

Bob Coltrane

Pale Divine – Vanishing Kids – Witchthroat Serpent

Pale Divine – Pale Divine (Shadow Kingdom)

Οι Pale Divine από την Pennsylvania είναι κλασικοί πρεσβευτές του παλιού, ανόθευτου και μπαρουτοκαπνισμένου doom metal, εκείνου που γεννήθηκε στην γκριζαδούρα του Birmingham, ανδρώθηκε σε αμερικάνικες υπόγες και δεν γνώρισε παρά μόνο δόξες με cult χαρακτήρα. Στο πέμπτο τους άλμπουμ κάνουν καλά ό,τι έκαναν και στα προηγούμενα, αρκετά καλά για να κουβαλούν μια ακέραια φήμη. Κολλημένοι στα “χρόνια του Ozzy” και γνήσιοι απόγονοι των Pentagram και των Vitus, ο doom ήχος τους κρατάει ζωντανή την ευρύτερη συγγένεια με το rock ’n’ roll –χωρίς να μοιάζει με stoner τραγέλαφο–, ροκάρει ή βαραίνει κατά το δοκούν, ωραία, αστόλιστα και αναλογικά. Εγγυημένα θα περάσεις καλά και σίγουρα δεν υπάρχει λόγος να λιώσεις τον δίσκο. Τώρα το να αναφέρω ότι υπάρχουν και φαλτσάκια και, τέλος πάντων, όχι και κάποια πολύ σπουδαία τεχνική στα παιξίματα θα με κάνει γκρινιάρη, αλλά ελπίζω να μην κρύψει το γεγονός ότι μια χαρά τα περάσαμε.

Vanishing Kids – Heavy Dreamer (Svart Records)

Οι Vanishing Kids δηλώνουν ευθαρσώς ότι είναι παιδιά που μεγάλωσαν με metal, prog, psych, punk, goth και όλα τα καλά του κόσμου. Λοιπόν, επειδή κι εμείς τέτοια παιδιά είμαστε, θα τεντώσουμε με προσοχή τα αυτιά μας και προς μεγάλη μας έκπληξη θα διαπιστώσουμε ότι η εισαγωγική τους δήλωση στέκει. Αυτό το εκλεκτικό κουαρτέτο (με τον Jason Hartman, κιθαρίστα των Jex Thoth) κατορθώνει πραγματικά να κατακτήσει έναν προσωπικό ήχο, που αναλύεται κυρίως σε αιθέρια πλήκτρα που πατούν σε υποστρώματα από ήπια doomrock fuzz-αρίσματα και στεφανώνεται από τα θαυμάσια, τριπαριστά φωνητικά της Nikki Drohomyreky.

Προφανώς, το σχήμα λατρεύει κάθε τι ψυχεδελικό, στις πιο εξευγενισμένες του μορφές, αλλά εξίσου και τα σχεδόν dream pop περιβάλλοντα – ο όρος shoegaze δεν προκρίνεται εδώ. Το αποτέλεσμα είναι αρκούντως ομοιογενές και συνεκτικό και τα διάφορα μουσικά στρώματα είναι απολαυστικά στη διακριτότητά τους. Αυτό που όμως κυρίως μένει είναι ο καθαρά ονειρικός χαρακτήρας της μουσικής τους, όπως εύστοχα προειδοποιεί ο τίτλος του άλμπουμ και το όμορφο εξώφυλλο. Μόνο μειονέκτημα του άλμπουμ ότι το πρώτο κομμάτι “Creation”, ένα θλιμμένο έπος, δεν ξεπερνιέται ποτέ. Κατά τ’ άλλα, το Heavy Dreamer είναι βαριά και ονειρικά προτεινόμενο!

Witchthroat Serpent – Swallow The Venom (Svart Records)

Το όνομα της μπάντας και το εξώφυλλο υπονοούν ίσως κάτι πιο μαύρο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το doom τους είναι ελαφρύ ή φωτεινό. Κι ενώ οι κιθάρες και ο συνολικότερος ήχος τους ακροβατεί ανάμεσα στο παλιό και το νεότερο (=stoner), τα φωνητικά παραπέμπουν στον αμερικάνικο early ’90s ήχο,θυμίζοντας λίγο τον τεράστιο Rob Lowe, χωρίς όμως τα επικά του στοιχεία. Είναι προφανές ότι επιθυμούν να δώσουν μια ψυχεδελική πνοή μυσταγωγίας στη μουσική τους και σε στιγμές τα καταφέρνουν –για παράδειγμα στο “Pauper’s Grave” όπου ακούγονται απελευθερωμένοι– σε γενικές γραμμές όμως αισθάνομαι ότι μπορούν να κάνουν πολλά περισσότερα και ότι χαλιναγωγούν τους εαυτούς τους. Σε κάθε περίπτωση, οι Witchthroat Serpent από τη Γαλλία παραδίδουν ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ, χωρίς καν να μοιάζουν σαν να εκπληρώνουν τις δυνατότητές τους. Στο μυαλό μου αχνοφέγγει και αιωρείται ένα “to be continued”, με την ελπίδα οι υποσχέσεις του intro “Feu Sacre” να γονιμοποιηθούν.

Pale Divine – Pale Divine

Pale Divine from Pennsylvania, USA, are typical ambassadors of the old-school, unspoiled, forged-in-fire doom metal, the kindthat was born under Birmingham’s grey skies and became an adult in American basements, without ever gaining great popularity but lots of dedicated cultfollowers. In their same titled 5th album they continue doing well as they did before, well enough to have been established as an integral and well-respectedband. Obviously addicted to the “Ozzy years” and as original Pentagram/Vitus descendants, their doom sound keeps the relationship with the broad rock ’n’roll alive – without degrading into a cheap stoner act –, as it rocks out orgets heavier by will, in a natural, analogue and unadorned manner. It’sguaranteed that you’ll have a good time and definitely there’s no need tolisten to this many times, since you’ve heard it all before. Countless times. Now, if I was to point out some off-tune notes and the fact that the playing skills are not incredible would make me look like a grump, but I hope I won’tbe misunderstood – I had a good time with this one, authentically.

Vanishing Kids – Heavy Dreamer

Vanishing Kids audaciously state that they grew up listening to metal, prog, psych, punk, goth and all the goods music has tooffer. Well, we are exactly this kind of kids too, so we suspiciously focus ourattention to surprisingly find out that their introductory statement is spoton. This eclectic quartet (featuring Jex Thoth’s Jason Hartman) truly forms apersonal sound, mainly consisted of ethereal keyboards that tread on underlays of smooth fuzz guitars and crowned by the wonderful, trippy voice of Nikki Drohomyreky.   Apparently, this band adores anything from the gentlest forms of psychedelic music and dream pop ambiences equally – the term shoegaze doesn’t qualify here. As a result, their sound is homogeneous and cohesive enough andall textures are delightful in their distinctness. But the main aftertaste isthe dreamy character of their music, as the album’s title and cover aptlysuggest. The only “disadvantage” is that the melancholic, epic opening track “Creation” is never surpassed by any other. Besides that, Heavy Dreamer is heavily and dreamily recommended!

Witchthroat Serpent – Swallow The Venom (Svart Records)

Their name and album cover may insinuate somethingblacker but this doesn’t mean that their doom metal is something light, insound or atmosphere. While the guitar work and their sound in general balances between the old and the new (=stoner), the vocals refer to the early ’90s American scene, especially reminding the mighty Rob Lowe – without the epicelements of his voice. It is rather obvious that they intend to infuse theirmusic with a psychedelic and mystified aura and sometimes they succeed –“Pauper’s Grave” for example, where the band sounds freer – but generally Ithink they could do a lot more and that they curb themselves. In any case,Witchthroat Serpent from Toulouse, France, deliver a very interesting album,without even reaching their full potential. The phrase “To Be Continued”shimmers and hovers in my mind, with the hope that the promises of the intro“Fau Sacre” will be kept and fulfilled.

Antonis Kalamoutsos

Crooked Ghost – Skeleton House (Palomino Records)

Η ζωή δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, ούτε προχωράμε πάντα χαμογελώντας και χορεύοντας εύθυμα, σαν να είμαστε πρωταγωνιστές σε διαφημίσεις ή σε παραμύθια με happy end. Οι δυσκολίες παραμονεύουν και εμφανίζονται πολλές φορές με κρότο. Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξή τους, αλλά ο τρόπος αντιμετώπισης και διαχείρισης, είτε αφήνοντάς τες να μας κατακλύσουν και να μας καταβάλουν είτε μετουσιώνοντας όλο αυτό το συναίσθημα της ανικανότητας και της αρχικής αδράνειας –αυτό το μούδιασμα– σε πράξη και δράση.

Το Skeleton House των Crooked Ghost, το δεύτερο άλμπουμ της μπάντας, περιλαμβάνει 8 τραγούδια που διαπραγματεύονται αυτές τις απροσδόκητες δυσκολίες, την απώλεια, τον θάνατο, τον εθισμό, την προσπάθεια αποκρυστάλλωσης του εαυτού, μέσα από την αδιάκοπη εσωτερική πάλη. Κυριαρχείται από την εσωτερικότητα που χαρακτηρίζει τέτοιου είδους ζητήματα, στα “Only Nightmares”,“Sleepwalker”,“Roadkill” και “Skeleton House”, αλλά καταφέρνει παράλληλα να δώσει και μια –σχεδόν– παιχνιδιάρικη διάθεση, θυμίζοντάς μας πως, ακόμα και μέσα από τέτοιες καταστάσεις, μπορούμε να εξορύξουμε το θετικό στοιχείο.

Η απώλεια σε πυρκαγιά αγαπημένου προσώπου ήταν η κύρια πηγή έμπνευσης για τον Ray Clark, κυρίως στο στιχουργικό μέρος των τραγουδιών. Ο δίσκος των Crooked Ghost διακρίνεται από σκοτεινές και μελαγχολικές postpunk/dream pop μελωδίες, με μια οργή που δεν είναι ούτε κραυγαλέα ούτε εμφανώς διακριτή. Είναι υφέρπουσα οργή, ήρεμα εκπεφρασμένη, αναμεμειγμένη με λύπη και έντονη λυρικότητα. Είναι η ανθεκτικότητα ως ζητούμενο και η εκλυόμενη δύναμη ως προϋπόθεση για ανασύνταξη μιας προσωπικά καθορισμένης πορείας.

Ένα άλμπουμ που θυμίζει έντονα ηχητικά μοτίβα που επικράτησαν στη δεκαετία του 1980 (Smiths, Cure, Echo & the Bunnymen, κ.λπ.), αίσθηση που ενισχύεται και από τη δυναμική που διαθέτουν τα φωνητικά του Clark, με το στίγμα της ήρεμης αλλά σίγουρης δύναμης. Μουσικές που η συνάφειά τους με παρελθοντικούς ήχους σού δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας, δοσμένες ωστόσο μέσα από μια νέα οπτική. Μουσική για να σπάσει τη δεισιδαιμονία και τις προλήψεις, να ομορφύνει τη μελαγχολία και να φορτίσει τη μοναξιά και τη μοναχικότητά μας.

Life is not a path paved with roses nor do we always walk smiling and dancing cheerfully, as if we were protagonists in some advertisement or in a fairy tale with a happy ending. Difficulties lurk andappear often times with a wham. The issue is not their mere existence but theway we deal with them, either by letting them flood and overwhelm us or by transfiguring all this feeling of impotence and initial inertia – this numbness– into action.

Skeleton House of Crooked Ghost, the band’s second album, includes eight songs that look at these unexpected difficulties, such as loss, death oraddiction, the attempt to crystallize the self through the unceasing internal struggle. It is dominated by the inwardness that characterizes such issues in “Only Nightmares”, “Sleepwalker”, “Roadkill” and “Skeleton House”, but it also manages to give a playful mood, reminding us that even throughout such situations, we can extract positive elements.

The loss of a loved one in a fire was the main source of inspiration for Ray Clark, especially in the lyrical part of the songs. The Crooked Ghost album is distinguished by dark and melancholic post punk/dream pop melodies, and with an anger that is neither blatant nor visibly distinct. It is a creeping rage, calmly expressed, mixed with regret and intense lyricism. It is the resilience and the emission of power, which are required for re-structuring a personally defined course.

The album is reminiscent of the intense sonic motifs that prevailed in the 1980s (Smiths, Cure, Echo & the Bunnymen, etc.), a feeling that is enhanced by the dynamic of Clark’s vocals, characterized by a calm, yet powerful force. The musical relevance to sounds of the past creates a sense of intimacy, although given through a new perspective. This is the music that breaks superstitions down, embellishes melancholy and electrifies our loneliness.

 

 

Sylvia Ioannou