Dale Cooper Quartet & The Dictaphones – Ex Eye – Brandon Seabrook

Dale Cooper Quartet & Τhe Dictaphones – Astrild Astrild (Denovali Records) 

Όπως θα έκανε στη θέση μου κάθε παλαβός με τον David Lynch, βλέποντας το φανταστικό τους όνομα, ήθελα, πραγματικά ήθελα, να προκύψει ένα καλό album. Η κολεκτίβα από τη Γαλλία δεν με απογοήτευσε, θα έλεγα ότι το πήγε και λίγο παραπέρα. Υπάρχουν από το 2006 και αυτοπροσδιορίζονται ως dark jazz, ταμπελίτσα ελκυστική μα ταυτόχρονα γενικότατη, ασαφής και αμφίσημη, ως κοφτή Πυθίας απάντηση. Υπάρχει μια γερή δόση αλήθειας, αφού ναι, η μουσική τους είναι σκοτεινή και, ναι, τζαζίζει μελαγχολικά. Την ίδια στιγμή, χάνεται σε drone/ambient δρόμους, ορκίζεται στο όνομα του ύψιστου τζαμαριστού αυτοσχεδιασμού και διακοσμεί τη βιτρίνα της με τρεις εξαιρετικούς τραγουδιστές που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στα ‘50s. “Sinatra in ambience’’, σκέφτηκα σε στιγμές. Κι όμως, ναι. Ως βίωμα, το Astrild Astrild μοιάζει με το ατελείωτο νυχτερινό ταξίδι ενός τρένου μέσα σε μια ανύπαρκτη μητρόπολη.

 Τα απλωμένα πνευστά βουτάνε σε αβύσσους, απλώς αλλάζοντας ημιτόνια με μια θριαμβευτική less is more σιγουριά και το τρένο σφυρίζει με ανθρώπινες αναπνοές. Μεραρχίες από χλωμά πορτοκαλί φώτα, σπειροειδείς λεωφόροι και μαύρα τούνελ εναλλάσσονται τυχαία, ατέρμονα. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι, πας σε στιγμές να αποκοιμηθείς, πετιέσαι από όνειρο σε όνειρο κι οι σκέψεις σου δεν έχουν συνοχή. Αυτό το μέρος δεν είναι το Twin Peaks (αν και ως μπάντα τον Badalamenti τον έχουμε μελετήσει) και σίγουρα δεν είναι η γενέτειρα τους Brest, κάπου εκεί στη Βρετόνη. Είναι μια γιγάντια πόλη – μήτρα του μέλλοντος που χάνεται στις ζωντανές της ονειροπολήσεις. Ένα άλμπουμ στο οποίο δεν μοιάζει να συμβαίνουν πολλά. Αν του δώσεις όμως τη σωστή συνθήκη, επιταχύνει και ό,τι μοιάζει ως στατικό μετατρέπεται σ’ ένα παράξενο ψυχικό time-lapse.

Ex Eye – Ex Eye (Relapse)

 Το όνομα του Colin Stetson και το πλήρως ανένταχτο και μοναδικό bass saxophone του είναι το δόλωμα γι’ αυτήν την κυκλοφορία, κι αυτό όμως δεν θα μπορούσε να μας υποψιάσει για το πόσο λαμπρός θησαυρός κρύβεται εδώ. Είναι η τρίτη φορά φέτος (μετά από Exquirla και Igorrr) που αισθάνομαι ότι ακούω μουσική αγέννητη, τέχνη από το μέλλον. Το αμερικάνικο αυτό κουαρτέτο στο ομώνυμο ντεμπούτο του ίσως και να τους ξεπερνάει όλους. Τα βιογραφικά των Fox/ Summerfield/ Ismaily που πλαισιώνουν τον Stetson αρκούν για να καταλάβει κανείς ότι εδώ θα υπήρχε ένας πειραματικός οργασμός. Οι λέξεις όμως είναι κούφιες και δεν μπορούν να τον περιγράψουν: πρόκειται για ένα απίθανο post/metal/ prog/ jazz όργιο, που αιχμαλωτίζει σώμα και νου σε μια δαιδαλώδη κοσμική λούπα, όπου τίποτα δεν αποκλείεται και τίποτα δεν είναι βέβαιο. 

 Άκουσμα που σταδιακά σε εξαϋλώνει και καταλήγεις να πλανιέσαι ως ανώνυμος ήχος σε ένα άγνωστο βασίλειο, όπου κανένας γνωστός φυσικός νόμος δεν ισχύει. Το παίξιμο όλων είναι ανεπανάληπτο –ειδικά ο Shahzad Ismaily χαρτογραφεί με τα synth του το άγνωστο διάστημα– ακόμα όμως και αυτό μοιάζει σαν λεπτομέρεια που ωχριά μπροστά στο βάθος της συνολικής τους αισθητικής.

 Πραγματικά ένα άλμπουμ που αυτόματα τοποθετεί τους δημιουργούς του στην πραγματική πρωτοπορία του σκληρού ήχου. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι στα προσωπικά μου αγαπημένα της χρονιάς –δεν ξέρω πόσο ψηλά– και μάλλον η απόλυτη έκφραση της μουσικής προοδευτικότητας για το 2017. Να το πω αλλιώς. Ακούγοντάς το, ίσως νιώσεις σαν τους πίθηκους που χαζεύουν τον Μονόλιθο του Space Odyssey. Θα με βρεις κι εμένα εκεί να τον θαυμάζω και να τον τρέμω!

 

Brandon Seabrook – Die Trommel Fatale (New Atlantis Records)

 Ο Brandon Seabrook είχε ψηφιστεί πριν από λίγα χρόνια ως ο καλύτερος νέος jazz κιθαρίστας της Νέας Υόρκης. Η τιμή δεν είναι μικρή και υποδηλώνει ότι αυτός ο μυστήριος τύπος κάτι μάλλον κάνει καλά. Πραγματικά, η τεχνική του σε κιθάρα και μπάντζο αγγίζει τα όρια του υπερρεαλιστικού, πρέπει όμως να προειδοποιήσω ότι αυτή η jazz δεν είναι για τους πολλούς. Το Die Trommel Fatale βρίσκεται κοντά στα έσχατα άκρα της free jazz και των άγρια πειραματικών ορέξεών της, συνεπώς τα αυτιά που αναζητούν κάτι δομικά κατανοητό ας μείνουν μακριά.

 Το παρόν άλμπουμ βασίζεται ουσιαστικά πάνω σε μια αντιπαράθεση: η σαλεμένη κιθάρα του Seabrook ενάντια σε τσέλο, μπάσο, electronics και δύο ντραμς. Το σύνολο των αυτοσχεδιασμών χτίζουν πάνω στην προαναφερθείσα σύγκρουση, παράγοντας στιγμές συμπυκνωμένου θορύβου, αλλά και καθαρού κενού χώρου. Η σύγκρουση αυτή και η εξερεύνηση των ρυθμικών δυνατοτήτων της μοιάζει να είναι και ο απώτερος στόχος αυτού του μουσικού ταξιδιού. Όποιος αρέσκεται σε ακαδημαϊκές ακροβασίες και αυτοσχεδιασμούς ως το κόκαλο θα το βρει από ενδιαφέρον ως πολύ καλό, οι υπόλοιποι ίσως απλώς ανυπόφορο.

Αντώνης Καλαμούτσος

Queens Of The Stone Age – Villains (matador)

  Οι QOTSA είναι ένα συγκρότημα που έχει ήδη καταχωρηθεί στην ιστορία του rock, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν αυτό έχει γίνει για τους σωστούς λόγους. Κάπου ανάμεσα στο hype, τον μύθο των Kuyss, στον ωραίο τρόπο που “γράφουν’’ οι φάτσες τους και στην all American αλητεία που εκπέμπουν, παρατηρώ μια παρατεταμένη αδιαφορία/αποσιώπηση του γεγονότος ότι οι τύποι έχουν γράψει μερικά από τα καλύτερα rock τραγούδια της 20ετίας, αφομοιώνοντας πάμπολλα στιλ στον σοφά δομημένο ήχο τους. Ένας πραγματικός χαμαιλέοντας της California, διάσημος κι όμως ακόμα ξένος. Η ιδιοφυΐα του Josh Homme αποκαλύφθηκε και στον πιο δύσπιστο πέρσι, όταν κάτω απ’ το ηλεκτρικό του άγγιγμα ακόμα κι ο παππούλης Iggy Pop ξανάγινε τζόβενο που σε κουνάει από την καρέκλα.

 Το έβδομο άλμπουμ τους Villains είναι λοιπόν εδώ κι είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που σου ζητάει είναι να διασκεδάσεις. Πρόκειται άνετα για την πλέον “χορευτική’’ τους δουλειά και το σχετικό feeling δεν εκλείπει σχεδόν ποτέ στη διάρκεια του άλμπουμ. Το απολαυστικό “Feet Don’t Fail Me’’, που μας καλωσορίζει, δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρόκειται για δίσκο μονοδιάστατο – πότε κυκλοφόρησαν τέτοιο; Ο λυρισμός του “Fortress’’, οι ψυχεδέλειες του “Un-Reborn Again’’ , η σκοτεινιά του “Domesticated Animals’’ είναι κάποια από τα σημεία που τα νερά βαθαίνουν πολύ για να πεις ότι βρίσκεσαι σε ρηχή feel good παραλία. Θα έλεγα ότι τα παραπάνω tracks, παρέα και με το “Evil Has Landed’’, είναι και οι καλύτερες συνθέσεις ενός, έτσι κι αλλιώς ποιοτικά ισορροπημένου δίσκου.

 Πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι πρόκειται για το πρώτο τους άλμπουμ, χωρίς τις θορυβώδεις συνεργασίες του παρελθόντος. Ίσως αυτός να είναι κι ένας λόγος που το Villains ακούγεται λιγότερο συγκεχυμένο από τα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους. Μια από τις αρετές που αξίζει να αναφέρω επίσης είναι η φωνή του Josh. Το ότι πρόκειται για εξαιρετικό τραγουδιστή με ευρύτατη εκφραστική παλέτα είναι γνωστό  σε όποι@ έχει κάνει τον κόπο να το προσέξει. Αυτή τη φορά ξεγυμνώνει και μια σειρά από David Bowie επιρροές, σε στιγμές δε όπως το προαναφερθέν “Feet….’’ η ομοιότητα αγγίζει τα όρια του αναπάντεχου.

 Το Villains δεν είναι αριστούργημα. Είναι όμως ένα αδιαπραγμάτευτα ποιοτικό άλμπουμ από μια εξαιρετική μπάντα, της οποίας ο mastermind δεν δείχνει σημάδια κόπωσης. Το ότι είναι καταδικασμένο να πουλήσει δεν λέει απολύτως τίποτα για την ουσία του περιεχόμενου του. Ότι πρόκειται για rock που μπορεί να μπει στο σαλόνι ή να στροβιλιστεί με ντισκομπάλα, παράλληλα όμως κουβαλάει τη σκόνη της ερήμου, το αεράκι ενός επαρχιακού δρόμου, την ανάμνηση της μυρωδιάς ενός κομματιού της εφηβικής σου ψυχής.

Αντώνης Καλαμούτσος

Leprous – Malina (inside out)

 Ποτέ δεν αντιλήφθηκα ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα όταν, σύμφωνα με τους fan, ένα γκρουπ “μαλακώνει’’, λες και η “σκληρότητα’’ είναι μονάδα μέτρησης της ποιότητας. Νόμιζα ότι αυτή η ηλίθια αντίληψη έχει μείνει πίσω στο 1994. Κι όμως συχνά πυκνά συναντάμε ξανά άλμπουμ που καταδικάζονται από αρκετούς με αντίστοιχες κατηγορίες. Οι πρώτες αντιδράσεις γύρω από το Malina κινήθηκαν από διάφορους από το χλιαρό έως και το ανάθεμα. Και όπως πάμπολλες φορές στο παρελθόν, η πραγματικότητα αποκαλύπτει σπουδαία, εξαίσια άλμπουμ, συχνά τα κορυφαία των “ξεπουλημένων’’ δημιουργών τους. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι “μαλακότερος’’ ήχος σημαίνει ότι τα παιξίματα, οι ιδέες και οι ενορχηστρώσεις μιας μπάντας είναι περισσότερο εκτεθειμένα. Το πέμπτο full length των Νορβηγών prog rock/metallers αποτελεί το πέμπτο διαμάντι της δισκογραφίας τους. Ίσως και το λαμπρότερο.

 Η συνθετική λογική των Leprous βασίζεται στους ίδιους άξονες: στα κοφτά “σπαστικά’’ riff, το μηχανικό rhythm section, στα πλήκτρα που αντλούν από κλασικές έως electro επιρροές, και κυρίως στα μοναδικά σε ύφος κι έκφραση φωνητικά του Einar Soldberg. Εδώ όμως παρατηρούμε ότι η μπάντα εστιάζει σ’ έναν πιο ζεστό και ζωντανό ήχο, και κάτι από την παλιά τους τεχνοκρατική ψυχρότητα μοιάζει να ξεθωριάζει. Οι ιδιοφυείς και κρυστάλλινες φωνητικές γραμμές του Einar ήταν πάντα το highlight της μουσικής τους, στο Malina όμως το παλικάρι ξεπερνάει και τον εαυτό του. Με την εξαίρεση του βαριά soundtrack-ικού και κλασικότροπου “The last milestone’’ που κλείνει το άλμπουμ, οι υπόλοιπες 10 συνθέσεις πραγματικά σφάζονται για το ποια είναι η πιο κολλητική. Χωρίς υπερβολή, τα ίδια τα τραγούδια σε αναγκάζουν να τα βιώσεις/τραγουδήσεις πολύ περισσότερο από το να τα αναλύσεις στιλιστικά. Μιλάμε για αληθινό γλέντι μελωδικής ευφυΐας.

 Η αλήθεια είναι ότι το δραματικό αριστουργηματάκι που ονομάζεται “Bonneville’’ και ανοίγει απρόσμενα το άλμπουμ ακολουθείται από δύο ιδιαιτέρως radio friendly tracks (“Stuck’’, “From the flame’’), που χωρίς να είναι καθόλου μα καθόλου άσχημα, αρχικά σε κάνουν να φυλάς τα νώτα σου. Από εκεί κι έπειτα όμως το πράγμα απογειώνεται και δεν ξαναπατά ποτέ στο έδαφος. Δεν μπορώ να μην αναφέρω το μνημειώδες “Leashes’’, ένα από αυτά τα σπάνια τραγούδια που αποφασίζεις να το λες παντοτινό σου φίλο. Ή το κυριολεκτικά εκτυφλωτικό “Mirage’’, όπου η ερμηνεία του Einar μοιάζει ικανή να σηκώσει το βάρος σου. Τα falsetto του, ναι, είναι ισχυρότερα από τη βαρύτητα.

 Διανύουμε μια χρονιά όπου οι εξαιρετικοί προοδευτικοί δίσκοι σχηματίζουν διψήφιο αριθμό, είναι όμως οι Leprous πιθανότερο να κόψουν πρώτοι το νήμα στο είδος τους. Ο λόγος είναι ότι το prog rock τους μπορεί να είναι σύγχρονο αλλά και μεστό ταυτόχρονα, χωρίς να φλυαρεί, να παλιμπαιδίζει ή να πουλάει μούρη. Είναι κοφτό, στιβαρό και άμεσα κατανοητό. Αλλά περισσότερο απ’ όλα, γιατί, διάολε, έχει μόνο κομματάρες.

 Δεν ξέρω τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους Leprous κι αν ποτέ θεωρηθούν ΟΙ κορυφαίοι. Η πορεία τους όμως είναι σταθερή κι ανοδική, κάθε δουλειά τους έχει τον δικό της χαρακτήρα και η έμπνευση δεν δείχνει ότι θα τους εγκαταλείψει. Όχι ακόμα. Σίγουρα όχι τώρα. Απολαύστε το Malina για το παρόν του, γι’ αυτό που είναι και για τίποτα άλλο. Δεν αποθεώνω, αλλά, να, πώς να το πω; Τραγουδάω μαζί του. Τραγουδήστε λίγο κι εσείς, ας μη γερνάμε ακόμα!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Rafael Anton Irisarri – The Shameless Years (umor rex)

 Αν ψάχνετε μουσική για να περνά η ώρα ευχάριστα και στο τέλος να μη μένει τίποτα, παρακαλώ ακολουθήστε τα βήματα προς την έξοδο ακίνδυνου. Αν όχι, έχειν καλώς. Από επιλογές άλλο τίποτα. Μόνο που λίγες περιπτώσεις ονομάτων είναι αυτές στις οποίες υπάρχει μια σιγουριά ότι αυτό που θα ακούσεις θα σου διαλύσει με διάφορους τρόπους το μέσα σου. Μια από αυτές είναι ο Rafael Anton, ο οποίος, αν και παίζει κατά μόνας αυτό το drone/ambient είδος, το οποίο είχα ορκιστεί να μην ξανακούσω μέσα στο καλοκαίρι, σε πιάνει ειδικά στο νέο του άλμπουμ από τα πρώτα τριάντα δευτερόλεπτα..

 Καμιά πρωτοπορία, κανένας νεωτερισμός, μόνο συναίσθημα. Ως εκ τούτου η ερμηνεία που μπορεί να αποδοθεί στο The Shameless Years επαφίεται σε καθαρά υποκειμενικά και όχι αυστηρά κριτήριά. Ευτυχώς, γιατί κάπου έχει κουράσει όλη αυτή η περιγραφή των μουντών κοινωνικών συνθηκών που ζούμε με τη βοήθεια εξίσου μουντών μουσικών. Οπότε, αν και ο τίτλος του άλμπουμ μπορεί να υποδηλώνει μια σαφή δήλωση περισσότερο εξωστρεφή, η επίδρασή του είναι εκ βαθέων εσωτερική. Τουτέστιν, ακούγοντάς τον, μια χυμώδης σκοτεινιά μετατρέπεται σε νοσταλγία και μετά σε φως αναμνήσεων, θαμπό αλλά κατακλυσμιαίο.

 Η συνεισφορά του Siavash Amini στη β’ πλευρά είναι καταλυτική ως προς την αποψίλωση όσων θέριεψαν μέσα σε ένα δάσος επικίνδυνων μονοπατιών πριν. Οι ταχύτητες πέφτουν και εκρέει η ενέργεια σε ένα αχαρτογράφητο νεκρό τοπίο. Καθόλου τυχαία δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτή η συνεργασία, καθώς οι δύο αυτοί δημιουργοί είχαν βγάλει πρόπερσι δίσκους οι οποίοι έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους. Το “Karma Krama” μπορεί να ακούγεται ως τυπικό κομμάτι του Siavash, αλλά το επικό “The Faithless” το οποίο κλείνει το δίσκο αποτελεί την απόλυτη επιτομή των δύο συμβαλλόμενων μουσικών χαρακτήρων.

 Βεβαίως θα μπορούσαν όλα αυτά να εγκλωβίζονται σε φορμαλιστικά μοτίβα του στιλ “σκοτεινή μελωδία->ζόφος καθημερινότητας”, “συνεργασία με Ιρανό μουσικό->κίνηση ενάντια στην ισλαμοφοβία”, αλλά η ίδια η μουσική τα καταφέρνει να ξεπεράσει τους σκόπελους θα λέγαμε όλης της σύγχρονης τέχνης, στο πλαίσιο της οποίας το συγκεκριμένο θαυμάσιο άλμπουμ κινείται.

Μπάμπης Κολτράνης

Artificial Brain – Infrared Horizon (profound lore)

  Ζούμε στην εποχή που οι δυστοπίες πουλάνε και πουλάνε πολύ. Δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία να καταλάβει κανείς το γιατί, μπορούμε να ανοίξουμε όμως μια ενδιαφέρουσα κουβέντα για το πόσο καλά το επιτυγχάνει η τέχνη της μουσικής – και χρησιμοποιώντας ποια αισθητικά εργαλεία. Προεκτείνω το αφηρημένο ερώτημα στο αν μπορεί το death metal να παίξει ισότιμα αυτό το παιχνίδι. Το ότι το συγκεκριμένο είδος έχει διακεκριμένη sci-fi ιστορία δεν σημαίνει ότι η απάντηση είναι προφανής ή εύκολη. Το δεύτερο και πολυαναμενόμενο άλμπουμ των Νεοϋορκέζων Artificial Brain θωρακίζει ιδιαίτερα την κατάφαση σ’ αυτό το ερώτημα. Κι αυτό συμβαίνει από μια μπάντα της οποίας το όνομα και το εξώφυλλο θα με δυσκόλευαν να τους δοκιμάσω ακόμα κι αν ήταν το τελευταίο μου cd στο ερημονήσι. Κι αν δεν τους δοκίμαζα, θα έχανα πολλά, αλίμονο μου.

 Η περιγραφή tech death metal αρκεί να τραβήξει αυτιά και βλέμματα από τους πολυάριθμους φίλους του είδους. Τους περιγράφει αυτό όμως ικανά; Όχι. Στην πραγματικότητα, οι Artificial Brain μοιάζουν να στέκονται εξίσου μακριά τόσο από το death της αλάνας όσο και από αυτό του σαλονιού. Η ήχος τους είναι μεν μηχανικός, χωρίς όμως να χτίζουν ξεκάθαρες space ατμόσφαιρες. Είναι τεχνικότατοι χωρίς όμως ούτε στιγμή να μοιάζει αυτό σαν ζητούμενο. Με μεγάλη μου έκπληξη διαπιστώνω ότι δεν τους θεωρώ καν ιδιαίτερα σκοτεινούς, στοιχείο που μοιάζει αδιανόητο, και όμως λείπει. Διαθέτουν όμως δύο χαρακτηριστικά που εντυπωσιάζουν. Καταρχάς, ο εκλεκτικισμός τους. Πέρα από τα φανερά black και core σημειάκια εδώ κι εκεί, υπάρχει κι ένα πολύ καλά συγκαλυμμένο post metal υπόβαθρο, το οποίο τελικά ίσως και να είναι υπεύθυνο για τον τόσο ιδιαίτερο ήχο τους. Τολμώ να πω, ακούγοντας προσεκτικά διάφορα σημεία του άλμπουμ (όπως το επικό πρώτο λεπτό του ομώνυμου track), ότι θεωρώ τη μελλοντική προέκταση αυτών των στοιχείων ως υποχρέωσή τους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ένταση των παιξιμάτων τους. Η μπάντα είναι πραγματικά στην τσίτα και παίζει δίχως αύριο, κάθε δευτερόλεπτο του Infrared Horizon θα μπορούσε να είναι το τελευταίο του. Η εκπληκτική παραγωγή αναδεικνύει το οργιώδες παίξιμο των μουσικών. Κι αν είναι εύκολο να ψαρώσεις με τις κιθάρες που χρησιμοποιούν εκτεταμένα όλη την ταστιέρα τους κι όχι μόνο το 30% αυτής, το rhythm section είναι εξίσου πολύχρωμο, αν όχι περισσότερο. Κοίτα πίσω από τα οργασμικά blasts: υπάρχει η έκφραση της έντασης, όχι μόνο η απόδοσή της. Ειδικά το μπάσο του Samuel Smith είναι από μόνο του ένα κοσμικό θηρίο.

 Το Infrared Horizon θεωρείται από πολλ@ς εκ των κορυφαίων death κυκλοφοριών της χρονιάς. Δεν θα διαφωνήσω καθόλου. Όμως, εδώ έχει περισσότερο σημασία να σας συστήσω σε μια μπάντα που είναι ισόποσα έξυπνη και ακραία. Η επίγευση του άλμπουμ κρύβει μια νότα απόγνωσης και η ακρόασή του μοιάζει με την προσπάθεια του εγκλωβισμένου ατόμου που προσπαθεί να ανοίξει με το χέρι του δρόμο κάτω από τόνους συντριμμιών σ’ ένα post apocalyptic τοπίο. Πέτρα πέτρα, το χέρι ψάχνει να βρει μια μικρή χαραμάδα φωτός. Το φως εδώ δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να τρυπώσει ακόμα, όμως ο θόρυβος του κόσμου περνάει μέσα από τις πέτρες κι η ελπίδα ακόμα δεν πέθανε.

Αντώνης Καλαμούτσος

Fragile Vastness – Uneven Structure – Sikth

Fragile Vastness – Perception (Self released)

 Σε μια χρονιά που ρίχνει καταιγίδες εξαιρετικών prog κυκλοφοριών, οι Fragile Vastness βγαίνουν ξανά στις αγορές. Όταν κυκλοφορούσε το A Tribute To Life δώδεκα χρόνια πριν, η μπάντα φάνταζε –και ήταν– ως μια από τις πιο πρωτοκλασάτες εγχώριες προτάσεις στον χώρο τους. Μοιάζει να χάθηκε πολύτιμο έδαφος, ευτυχώς όμως για τους οπαδούς του είδους, το τεχνοκρατικό/ fusion τους κατάγεται από μια άχρονη πατρίδα. Η αισθητική τους είναι γερά στηριγμένη στην Dream Theater/Rush πλευρά του progressive rock, όπου το ζητούμενο είναι ο συνδυασμός “καθαρής” τραγουδοποιίας κι εξαιρετικών τεχνικών μερών. Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, η μπάντα παραδίδει πολλές στιγμές ανόθευτης μουσικής απόλαυσης, ειδικά προερχόμενες από το σοφιστικέ rhythm section των Γιαλαμά/Τσολάκη. Η νεοεισελθούσα Έλενα Στρατηγοπούλου στα φωνητικά δίνει έναν διαφορετικό τόνο σε σχέση με το παρελθόν κι ερμηνεύει το πολύ cinematic και διάφανο concept με ιδανικό τρόπο.

 Παρόλα αυτά κάτι λείπει στον συνθετικό τομέα. Η αρτιότητα της δουλειάς τους είναι αδιαμφισβήτητη σε όλα τα επίπεδα, θα ήθελα όμως κάτι λίγο πιο χαρακτηριστικό ή κολλητικό, κάτι που να μπορεί σε στιγμές να με αγκιστρώσει χωρίς να μπορώ να ξεφύγω. Ψιλά γράμματα; Πιθανόν. Δεν υπάρχει πάντως κάτι που να μπορεί να με αποτρέψει από το να το προτείνω σε κάθε φίλο του καλού λυρικού progressive. Εδώ μπορεί να βρει την ευγένεια και την ανάταση που ψάχνει.

Uneven Structure – La Partition (Long Branch Records)

 Η επιλογή των Γάλλων Uneven Structure να κάνουν έξι χρόνια να κυκλοφορήσουν το “κρίσιμο’’ δεύτερο άλμπουμ τους –ειδικά τη στιγμή που το ντεμπούτο τους Februus τράβηξε πολλά βλέμματα– είναι σαφώς πιο επικίνδυνη. Στα όρια της ανοησίας ίσως, για όσους σκέφτονται με όρους βιομηχανίας. Λίγα δευτερόλεπτα του εισαγωγικού “Alkaline throat’’ και δεν θα δίνεις δεκάρα για κάθε τι μη μουσικό. Υπάρχει κάτι εκπληκτικά μοναδικό στο ύφος αυτού του γκρουπ. Υποτίθεται ότι βρίσκονται στις παρυφές του djent και μπορώ να δεχτώ τη συγγένεια, δεν γνωρίζω όμως άλλες djent prog μπάντες με τόσο βαθιά στρώματα από ambient περιβάλλοντα. Κοφτές κιθάρες και μεσουγκισμοί ναι, με ένα όμως space-post πρόσωπο, που, όσο κι αν σπας το κεφάλι σου, δεν μπορείς να θυμηθείς αν το έχεις συναντήσει ξανά. Κι έχεις από πάνω έναν Matthieu Romarin για τραγουδιστή να σου θυμίζει κάτι από παλιό καλό grunge. Για τους μυημένους, μπορώ να πω ότι οι Uneven Structure είναι αντίστοιχοι για το σύγχρονο prog με το πώς ακούγονταν οι Black Symphony στα μέσα των 90s: άκουσμα περίτεχνο, κατανοητό, ελαφρώς ροκάδικο και πλήρως ανεξερεύνητο ταυτόχρονα.

 Το La Partition οικοδομεί σε έναν άγνωστο υπνωτιστικό ρυθμό. Μια περίπλοκη αρμονία ντύνει τα πάντα, τα tracks αλλάζουν χωρίς να το καταλαβαίνεις κι όλα μοιάζουν με ένα γιγάντιο prog χταπόδι που σε έχει γραπώσει από παντού. Χειροκροτώ μέχρι να πονέσουν οι παλάμες μου τη συνθετική ανωτερότητα ενός προοδευτικού δίσκου που ξέρει πώς να είναι σκληρά ατμοσφαιρικός, καθώς και την ολιστική τους προσέγγιση και να μην ξεχάσω να τους τικάρω ως υποψήφιους για τη λίστα των καλύτερων του 2017.

Sikth – The Future In Whose Eyes? (Victor Entertainment)

 Οι Βρετανοί Sikth, από την άλλη, έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν δισκογραφικά, 11 χρόνια μετά το Death Of A Dead Day του 2006, ως ηθικοί θριαμβευτές: Τα δυο πρώτα τους άλμπουμ θεωρήθηκαν, έπειτα από τη διάλυση τους το 2008, ως σημαντικότατα στην συνδιαμόρφωση του djent κινήματος μαζί με τους Meshuggah. Για να ακριβολογήσουμε, ήταν η επιτυχία των Periphery –και οι δηλώσεις τους– που οδήγησε μια νέα γενιά ακροατών στην ανακάλυψη των Sikth. Κι από τη γενική αδιαφορία της διάλυσής τους φτάσαμε στο σημείο η επιστροφή τους να θεωρείται ένα πολύ ενδιαφέρον γεγονός. O tempora, o mores. Φυσικά οι Sikth ήταν και είναι μια πάρα πολύ καλή μπάντα και το hype ελάχιστη σημασία έχει. Το δικό τους prog είναι επιθετικό κι επιδέξιο, φλερτάρει με το χάος, το techno thrash, το death – ωραία πράγματα!

 Κάτω από την επιφάνεια όμως, απανωτές ακροάσεις αποκαλύπτουν μια αρκετά εμπορική προσέγγιση, μια safe διάθεση του “να διασφαλίσουμε την κατάκτηση όσων εξαρχής αξίζαμε’’. Η πορεία της προσωπικής μου σχέσης με το άλμπουμ είναι φθίνουσα. Αρχικά ενθουσιάστηκα, μα, όσο περνάει ο κοινός μας χρόνος, το άλμπουμ σταδιακά ξεθωριάζει. Στα συν του ο μοντερνισμός του, τα έξυπνα φωνητικά από τους δύο τραγουδιστές –ειδικά τα Korn κολπάκια και οι εντελώς sci-fi απαγγελίες– και το επικό εναρκτήριο “Vivid’’. Στα μείον, οι απίστευτα μέτριοι στίχοι, είχα πολύ καιρό να δω δουλειά επιπέδου παλιού ελληνικού demo. Οι Sikth είναι μια φοβερά αξιόλογη μπάντα και το άλμπουμ στέκει ως τέτοιο, είναι μόνο μέτριο σε σχέση με τις προσδοκίες που θα μπορούσαμε να έχουμε.

Αντώνης Καλαμούτσος

Igorrr – Savage Sinusoid (Metal Blade Records)

  Καλώς ήρθατε στο φουτουριστικό μπαρόκ. Η κριτική παγκοσμίως ξύνει αμήχανα το κεφάλι της και σπαταλάει εκατοντάδες λέξεις προσπαθώντας να περιγράψει το ηχητικό φαινόμενο των Igorrr. Αναπόφευκτα θα μπω κι εγώ στο παιχνίδι με την υποσημείωση όμως ότι πιστεύω ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο απλά από τα φαινόμενα. Ξεκινάω όμως με την σκέψη ότι, έχοντας αφιερώσει μια ζωή ακούγοντας ‘‘παράξενα’’ πράγματα, οι Igorrr φαντάζουν ως οι βασιλιάδες του παράξενου. Ίσως αρκεί να πω ότι μπροστά τους οι παλιοί καλοί Mr Bungle μοιάζουν προβλέψιμοι…

 Igorrr πρακτικά σημαίνει το προσωπικό όραμα του Γάλλου Gautier Serre και κουβαλάει ήδη μια δεκαετία αλλόκοτης δημιουργικότητας. Το project σταδιακά ανοίγει και εξελίσσεται σε κολεκτίβα και κάτω από την (κουφή) αιγίδα της Metal Blade, μοιάζει τώρα περισσότερο κανονικό από ποτέ. Αυτό είναι και το τελευταίο στοιχείο κανονικότητας γύρω από το Savage Sinusoid. Πλήρως ακατάτακτο, εμπεριέχει μέρη από σχεδόν κάθε γνωστό είδος μουσικής, τεμαχισμένο σε απολύτως μαθηματικά μετρήσιμες ψηφιακές λωρίδες μουσικής. Για να το κάνω λιανά, θα συναντήσεις, για παράδειγμα, άριες μαζί με ‘’πριόνια’’ και ακορντεόν με blastbeats ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ. Πολλοί πιστεύουν ότι πρόκειται για ανέκδοτο, άλλοι για ύψιστη καλλιτεχνική πρωτοπορία. Διαβεβαιώνω ότι δεν πρόκειται για τίποτα από τα δύο. Η πανταχού παρούσα ψηφιακή καρδιά του άλμπουμ διατηρεί μια industrial/black/electronic αόρατη κλωστή που κρατά τα πάντα δεμένα. Ουσιαστικά, βρισκόμαστε στο βασίλειο του editing: κάθε σύνθεση ακολουθεί μια βασική πορεία, η οποία τεμαχίζεται σε μικρά αλλοπρόσαλλα κομμάτια και ντύνεται, αποδομείται ή μεταμφιέζεται αναλόγως. Είναι σαν να βλέπεις από πολύ κοντά λεπτομέρειες ενός πίνακα. Απομακρύνσου λίγο, και ο πίνακας δεν μοιάζει τόσο ξεκάρφωτος.

 Οφείλω να βγάλω το καπέλο μου στον Serre για τους εξής λόγους: Πρώτον, για την ασύλληπτη, αδιανόητη ΔΟΥΛΕΙΑ που έχει ρίξει, μιλάμε για λεπτομέρεια και μαεστρία που τρομάζει. Δεύτερον, για την ελευθερία και την τόλμη των ιδεών του. Τέλος, για το ότι το Savage Sinusoid είναι από τα λίγα άλμπουμ που η χρονολογία 2017 δίπλα του είναι ταιριαστή. Από εκεί κι έπειτα, το άλμπουμ αποτελεί έναν θρίαμβο του μουσικού νου έναντι της μουσικής ψυχής. Θεωρώ ότι ο ακροατής θα το βιώσει αναλόγως, το μυαλό του θα μείνει ικανοποιημένο, μα η ψυχή του διψασμένη. Ο κόσμος που πλάθουν οι Igorrr είναι ένας κόσμος όπου η μαγεία και η τεχνολογία συνυπάρχουν. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να θαυμάσει αυτές τις δυνάμεις, μπορεί όμως και να νιώσει ασφυκτικά το βάρος τους.

 Για να μην παρεξηγηθώ, εδώ μέσα υπάρχουν εξαιρετικές ιδέες: πχ το εισαγωγικό ‘‘Viande’’ είναι ένας nu industrial ύμνος από τους λίγους, το ‘’Opus Brain’’ θυμίζει την πιο ρηξικέλευθη πλευρά των Arcturus, το ‘‘Probleme d’ emotion’’ συντάσσει ένα abstract-satie ονειρικό τοπίο. Οι ιδέες αυτές όμως τελικά ίσως χάνονται ‘‘όπως τα δάκρυα στη βροχή’’ – θα έλεγα ως άλλος Roy Butty. Θεωρώ την αποσπασματικότητα ως το μέλλον της τέχνης και οι Igorrr είναι από τους ελάχιστους που προσφέρουν μια ματιά σε αυτό τον μελλοντικό κόσμο. Εκτός όμως από μια καταιγίδα σκέψεων, αυτός ο κόσμος θα χρειαστεί και γερές δόσεις καρδιάς για να γίνει πραγματικότητα.

 Εν κατακλείδι, προτρέπω κάθε μουσικόφιλο να ακούσει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Οι Igorrr προσφέρονται για δημιουργικό debate. Και μόνο γι’ αυτό, θα τους θεωρήσω υπερεπιτυχημένους. Για όσους βρίσκονται σε αθηναϊκό έδαφος, η επικείμενη εμφάνισή τους σηματοδοτεί μια γιγαντιαία αναμέτρηση του παλιού (ΑΝ Club) με το μελλοντικό!

Αντώνης Καλαμούτσος