Sudden Infant- Buddhist Nihilism (Harbinger Sound)

Η πρώτη μου επαφή με το ανάρμοστο ηχητικό σύμπαν του Sudden Infant έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν. Ήταν όμως μια μακροσκελής συνέντευξη του Joke Lanz στο Wire που μου έδωσε το έναυσμα να εντρυφήσω βαθύτερα στο Έργο του. Έργο πολυσχιδές και συμπαγές, με έναν μάλλον απρόσμενο τρόπο. Ακολουθώντας την ως τώρα πορεία του και σκάβοντας προς το παρελθόν, εύκολα διαπιστώνει κανείς πως πρόκειται για μια δαιδαλώδη διαδρομή, η οποία ως τώρα απαριθμεί αναρίθμητες κυκλοφορίες, πολλές εκ των οποίων ήσαν συνεργασίες με έτερες, ρηξικέλευθες φιγούρες του αυτοσχεδιαστικού και θορυβώδους ιδιώματος – ή ήχου, ακριβέστερα. Από αυτές αξίζει να αναφερθεί ο Bill Kouligas (Family Battlesnake, αλλά επίσης και ψυχή της τόσο εκλεκτής PAN), αλλά και πολλοί άλλοι, βεβαίως. Άλλωστε, η αφετηρία του, ως Sudden Infant, χρονολογείται πίσω στο μακρινό 1989. Έχοντας ξεκινήσει ως σόλο όχημα του Joke, στην πορεία μετατράπηκαν σε σχήμα, με διάφορες συμμετοχές ανά περίοδο. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο το ότι εκείνες οι αρχικές εξορμήσεις ήσαν εξόχως επιδραστικές, τυγχάνοντας μάλιστα διαφόρων επανεκδόσεων στα χρόνια που επακολούθησαν. Είναι επίσης εμφανές: στο πέρασμα του χρόνου, η ηχητική παλέτα των Sudden Infant δέχτηκε διάφορες χρωματικές επιρροές, κινούμενη όμως πάντοτε στο πλαίσιο του noise ηχοτοπίου.

Στο σήμερα, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με την πλέον πρόσφατη κυκλοφορία τους, την οποία, για άλλη μια φορά, ανέλαβε η εξαίρετη Harbinger Sound. Τι ακριβώς περιλαμβάνει λοιπόν –μα επίσης, πώς ορίζεται στην πράξη– ο βουδιστικός νιχιλισμός; Αρχικά, να τονίσω πως σε αυτή την απόπειρα ο Joke συνοδεύεται από μια παρέα μουσικών, η οποία, πέρα από τα συμβατικά ροκ όργανα και τις ηλεκτρονικές εκκενώσεις του Lanz, περιλαμβάνει και σαξόφωνο. Είναι υποθέτω αναμενόμενο: το τωρινό ηχητικό μονοπάτι των Sudden Infant είναι αρκούντως διαφορετικό από τις πρώτιστες μετα-βιομηχανικές αναζητήσεις τους, κάτι που για εμένα λειτουργεί σαφώς ως προτέρημα. Ήδη από το εναρκτήριο λάκτισμα, οι προθέσεις γίνονται εύκολα εμφανείς: έντονο κοντραμπάσο από τον άριστο Christian Weber, στιβαρά τύμπανα και η φωνή του Joke σε ύφος μανιφέστου. Οι punk και no wave στιγμές χρωματίζουν την πάντοτε καυστική, πολιτική χροιά των στίχων, ενώ τα φωνητικά αποκτούν κεντρικό ρόλο, ταξινομώντας διάφορες ακροβασίες στο συνολικό εποικοδόμημα. Συνακόλουθα, οι επιθετικές, εκτυφλωτικά ακριβείς γραμμές του μπάσου, δίνουν το έναυσμα. Ο ρυθμός είναι το κυρίαρχο διακύβευμα – και αυτό επιτυγχάνεται διαυγώς. Υπάρχουν σημεία που αναπολούν εικόνες και θραύσματα ενός δυστοπικού funk ήχου. Διακινδυνεύοντας να ακουστώ παράδοξος, τολμώ να πω πως σε φάσεις ένιωσα τις αναλογίες μιας πρόσμειξης του ύφους των Talking Heads με το αγχωτικό punk/funk υβρίδιο που μας χάρισαν οι Le Fly Pan-Am, στον δεύτερό τους δίσκο κυρίως. Όλα αυτά, βέβαια, ενυπάρχουν διανθισμένα με τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο “frontman” εδώ. Είναι παρήγορο, μα συνάμα απολαυστικό: η ίδια αναρχική κατεύθυνση που χαρακτήριζε ευθύς εξαρχής αυτό το σχήμα είναι σαφέστατα παρούσα και σε αυτό το ηχογράφημα. Η προσθήκη σαξοφώνου, δε, είναι εξόχως ταιριαστή. Ενώ, αποτολμώντας ακόμα μία, φαινομενικά παράταιρη, σύγκριση θα έλεγα πως ο τρόπος που εκφέρονται τα φωνητικά μού έφερε στον νου τις σχεδόν spoken word στιγμές καλλιτεχνών όπως ο Gil Scott-Heron και οι Last Poets.

Ιδιαίτερη έκπληξη μάλιστα μου προκάλεσε η σχεδόν math-rock διασκευή που επιχειρείται στο “Maybe You’ re Right” του Cat Stevens (!). Οι ρυθμικές αναταράξεις που προτιμήθηκαν για αυτήν την εκ νέου δοθείσα εκτέλεση, μου θύμισαν τις πολυσχιδείς εκρήξεις σχημάτων όπως οι Ruins και οι Boredoms. Οι φαινομενικές αυτές αναντιστοιχίες περιβάλλουν ζεστά το σύνολο αυτού του έργου, το οποίο βρίθει έντονης προσωπικότητας, άτεγκτα κατευθυνόμενης από την έντονη περσόνα του Joke. Μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ πως αγαπώ στιγμές όπως το “Tourists”. Bloody fucking tourists – δεν θα μπορούσα να το θέσω ορθότερα, θαρρώ!

Κατανοώ πως οι αρχαιότεροι ακόλουθοι της πορείας των Sudden Infant έχουν εδώ και καιρό διαπιστώσει τις ολότελα διαφορετικές κατευθύνσεις τους. Είναι άλλωστε οφθαλμοφανές πως οι μέρες του Radiorgasm, για παράδειγμα, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Σε αυτούς όμως –μεταξύ άλλων, βέβαια– απευθύνεται το Buddhist Nihilism. Ασχέτως προτιμήσεων, είναι αναντίρρητα σαφές : κανένα τέλμα δεν υφίσταται στο παρόν. Απεναντίας, ο Joke είναι πάντοτε αιχμηρός μα και αναλλοίωτα επίκαιρος. Το αυτό ισχύει και για την παρέα που τον συνοδεύει. Συνεπώς, ο δίσκος αυτός συνιστάται ανεπιφύλακτα. Τον βλέπω μάλιστα, προσωπικά, ως επιστέγασμα μιας σχεδόν αλάνθαστης διαδρομής. Μιας διαδρομής που αποτυπώνεται ευδιάκριτα στα ζωηρά χρώματα του εξωφύλλου.


My initial introduction to Sudden Infant’s irrational sonic firmament took place many years ago. It was actually a long and detailed interview of Joke Lanz that gave me the spark needed in order to dig deep and thoroughly into his Work. A Work that could be described as being pluralistic and compact, albeit in a rather unexpected manner. Following his route up to now, as well as digging towards his past, it is easy to realize that we are dealing with a truly rambling road, one that up to today recites to almost countless releases, many of whom had been collaborations with other, groundbreaking key figures of the improvisational and noise related spectrum – or genre, more accurately. Among the later, a special mention should be made for Bill Kouligas (Family Battlesnake, but also the driving force behind one truly special label, PAN). This list would include many others, as well. Something that should come as no surprise, if one considers that his starting point as Sudden Infant dates back to 1989. Having started as Joke’ solo vehicle, it took the form of a band as time passed by, leading to many different participations. It is an undeniable fact: these early recordings proved to be exceptionally influential having actually been re-released in various forms, in through all of these years. It is also plainly obvious: as time went by, Sudden Infant’s sonic palette allowed a variety of chromatic influences to come across.

Which leads us up to today, of course, and their latest offering – which, again, is released by a remarkable label, Harbinger Sound. What exactly is Buddhist Nihilism contrived of? Also, how is it defined in action? To begin with, I must say that in this recording Joke is joined by a company of musicians, which besides the usual rock instruments and Joke’s electronic seizures, includes a saxophone. I assume that it comes as being expected that Sudden Infant’s sound trail has moved away from their early post-industrial noise emanations. I view this as a welcome approach, personally. Opening abruptly, their intentions easily shine through: a deeply intense double-bass, handled excellently by Christian Weber, pounding drum beats and Joke’s vocals in a manifesto type mode. Punk and no wave fragments tend to color the caustic, constantly political texture of these lyrics. Whereas vocals stand as a dominant factor, that sorts out a variety of seizures, proving to be so vital to the final outcome. Moreover, aggressive, solidly punctual bass lines provide the backbone, operating as a signal. Rhythm is the main target – and this is thoroughly achieved, herein. At certain moments I’m reminded of pictures and fragments of an utterly dystopian funk sound. At the risk of coming out as being paradox, dare I say that there were times when I felt the analogies of a mixture that includes Talking Head’s style along with the stressfully inclined punk/funk hybrid that Le fly Pan Am exemplified, especially during their second album, respectively. Of course, it should come as no surprise: the fact that all the aforementioned elements come together swiftly, led by the “frontman’s” dazzling words. It’s a comforting, yet at the same time delightful, state: the same, anarchist direction that defined this formation, ever since the day of its inception, is obviously still present at this specific recording. Also, adding a saxophone is a tremendously fitting idea. While, daring to make yet another seemingly absurd comparison on my behalf, I can honestly say that the way those vocal lines are pronounced, brought to mind the almost spoken word moments of grand artists, such as Gil Scott-Heron and The Last Poets.

I was greatly surprised by the inclusion of an almost math-rock cover version of Cat Stevens’ “Maybe You’re Right”(!). The rhythmic turbulences that were chosen for this newly spawned version, resemble the outer limits type of explosions, that were the core of bands such as Ruins, or Boredoms, for example. All these, at first sight inconsistent elements, warmly surround this work, which comes off as being strictly personal, firmly directed by Joke’s remarkably intense persona. In fact, I could go as far as saying that I honestly love moments like “Tourists”. Bloody Fucking Tourists – such a brilliant shout, I could not have said it better, for sure!

It is easy to understand that Sudden Infant’s early followers have long ago been aware of these entirely different directives. Besides, it is a clear fact: the days of Radiorgasm, for example, are long gone and never to come back. It is to this crowd though – among else, naturally – that Buddhist Nihilism is addressed to. Leaving preferences aside, it becomes painfully solid: no kind of stagnation is shown, at this present field. On the contrary, Joke is constantly sharp and totally up-to-date. Same implies for the group of friends that is accompanying him. Hence, this record comes as being a high recommendation by me. I tend to view this as a great achievement in the midst of a yet almost flawless path. A path that is distinctively reflected by the cover art’s shining colors.

 

George Kanavos

 

Oak – False Memory Archive (Karisma Records)

Μου ειπώθηκε πρόσφατα μια ιστορία κατά την οποία ένας δάσκαλος είπε στον μαθητή του: “Μην αφήνεις την προοπτική του Σπουδαίου να εμποδίζει το Καλό”. Σίγουρα μια τέτοια παρότρυνση μοιάζει παράταιρη στον όμορφο καπιταλιστικό μας κόσμο, όπου ο δημιουργός κάθε είδους οφείλει να είναι ανταγωνιστικός και να αποδεικνύει την υπεροχή του. Ο δάσκαλος προφανώς εννοούσε ότι το κυνήγι της υπεροχής απομακρύνει τον άνθρωπο από την απλή δημιουργικότητα και παραγωγικότητα που θα έπρεπε να χρωματίζει την καθημερινότητά του, και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω, προσθέτοντας ότι πολλοί στον κόσμο της μουσικής χάθηκαν μέσα σε κάποια υπερφίαλη φιλοδοξία. Ας συμφωνήσουμε στο ότι, για μια μπάντα, το να ξοδέψει πολύ χρόνο στο να δημιουργήσει κάτι ισοδυναμεί με ένα ρίσκο. Ρίσκο που πήραν και οι Νορβηγοί Oak, αλλά ευτυχώς τους βγήκε.

Σύμφωνα με το δελτίου τύπου, ξεκίνησαν ως ένα folk rock ντουέτο που τελικά εξελίχθηκε σε μια progressive pop/rock μπάντα, καταθέτοντας το ντεμπούτο τους Lighthouse το 2013. Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική καμπή τους, όμως , αντί να επενδύσουν στο όποιο momentum, προτίμησαν να πάρουν τον χρόνο τους, να δουλέψουν και να αναπτυχθούν. Ίσως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να δυναμώσει η προσωπική τους φωνή πάνω από τη φασαριόζικη πολυφωνία των επιρροών τους, που, κατά τα λεγόμενα των ίδιων, ξεκινάει από την κλασική και την electronica και φτάνει στο παραδοσιακό progressive και το heavy. Ακούγοντας προσεκτικά το False Memory Archive, μπορείς όντως να διακρίνεις την πολλαπλότητα των δημιουργικών τους καταβολών και να νιώσεις ανακουφισμένος που η δουλειά τους απέδωσε καρπούς. Το φιλτράρισμα των παραπάνω έχει γίνει με τρόπο καταπληκτικό και η προσωπική τους φωνή ακούγεται δυνατά και καθαρά.

Για να βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά, το υλικό που εμπεριέχεται στο False Memory Archive είναι το υλικό μιας σπουδαίας μπάντας. Ακριβολογώντας, οι πιο πολλές από τις μπάντες που θεωρούνται “μεγάλες” στον prog rock κόσμο του 2018, ΔΕΝ έχουν τόσο καλή μουσική όσο αυτό το άλμπουμ. Τόσο απλά. Με επιμονή, φαντασία κι ανοιχτό μυαλό, αυτός ο Δαυίδ υψώνει το μικρό του ανάστημα και η σκιά του φαντάζει πελώρια. Κινούμενοι στον χώρο του χαμηλόφωνου, λυρικού προοδευτικού rock –έναν χώρο που οι συμπατριώτες τους Gazpacho έμοιαζαν να διαφεντεύουν μόνοι τους τα τελευταία χρόνια– η καλλιτεχνική ποιότητα του False Memory Archive το τοποθετεί αμέσως σε περίοπτη θέση σε σχέση με τα συμφραζόμενά του. Να το πω αλλιώς, σε μια θαυμάσια χρονιά για τον χώρο, οι Oak παραδίδουν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του. Τόσο απλά.

Το στιλ των Oak δεν έχει απαραίτητα κάτι το ανανεωτικό και η προοδευτικότητά του έγκειται περισσότερο στις ατμόσφαιρες και στην εγκεφαλικότητα των συνθέσεων, οι ίδιες όμως οι συνθέσεις διαθέτουν τέτοιο μελωδικό κι ενορχηστρωτικό πλούτο που τελικά είναι ικανές να μετατραπούν σε πλημμύρα συναισθημάτων και χρωμάτων. Το False Memory Archive διαθέτει μια ευρεία γκάμα συνθέσεων που ποικίλλουν από ημι-μπαλάντες και τραγούδια σχετικά τυπικής κουπλέ-ρεφρέν δομής μέχρι πιο ελεύθερες μεγάλες συνθέσεις των 8 έως 11 λεπτών. Και οι δύο τρόποι λειτουργούν το ίδιο πετυχημένα και η ροή είναι εξαιρετικά φυσική, με πολύ εύστοχη διαδοχή φωτεινών και σκοτεινών μερών. Επίσης, εδώ δεν θα βρεις filler, ίσως με την ελαφριά εξαίρεση του “Transparent Eyes” που δεν με “πήγε” κάπου. Αναφέροντας το σκοτεινό στοιχείο, πρέπει να αναφέρω την απίστευτη δουλειά που έχει γίνει στις χαμηλές συχνότητες του άλμπουμ από και σε όλα τα όργανα, συχνότητες που παράγουν ένα συμπαγές και μοντέρνο έδαφος για να πατήσουν οι “από πάνω” μελωδικότερες φόρμες. Στην παραπάνω φράση κωδικοποιούνται τα μεγαλύτερα ατού του False Memory Archive, η φωνή και η παραγωγή.

Η φωνή. Ο Simen Johannensen μπορεί να είναι περήφανος ότι διαθέτει μια από εκείνες τις φωνές με το ιδιαίτερο χρώμα που ξεχωρίζουν αμέσως και ολοένα και σπανίζουν. Η ζεστασιά και το μέταλλο της φωνής του είναι ο Δούρειος Ίππος της μουσικής τους και η ταπεινή του ερμηνεία δεν συγκαλύπτει την ποιότητα μιας χροιάς που βρίσκει τον τρόπο να τρυπώσει στο μυαλό σου. Οι δικοί μου συνειρμοί συνδέουν τη φωνή του με τη νεότερη κληρονομιά των Leprous και των επίσης συμπατριωτών του Madrugada, στο ακριβώς ενδιάμεσο τονικό τους ύψος.

Η παραγωγή. Πολλοί καλλιτέχνες βλέπουν το studio διεκπεραιωτικά, οι Oak αντίθετα φαίνεται ότι έλιωσαν τα αυτιά και τις ιδέες τους στο στούντιο, εξερευνώντας τις όποιες ηχητικές δυνατότητες είχαν στη διάθεσή τους προς ένα εξαιρετικά άρτιο και τεχνοκρατικό αποτέλεσμα. Το studio, τα εφέ και η ιδανική χρήση τους σε κάθε όργανο και σε κάθε στιγμή του άλμπουμ, δεν είναι συμπληρωματικά στοιχεία. Θα έλεγα ότι συμπρωταγωνιστούν, κάνοντας τον ήχο πιο πυκνό, πιο απρόβλεπτο και πιο περιπετειώδη. Ένα κατεξοχήν άλμπουμ για να ακούς με καλά ακουστικά και να βουτάς στις μικρές του ηχητικές λεπτομέρειες.

Ξέρουμε καλά ότι ο κόσμος της μουσικής βιομηχανίας δεν είναι απαραίτητα δίκαιος και κανείς δεν μπορεί να ξέρει την εξέλιξη που θα έχουν οι Oak. Ξέρω όμως ότι αυτό το “Σπίτι” που αναφέρουν συχνά στους στίχους τους ότι ψάχνουν να βρουν, θα μπορέσουν να το βρουν εύκολα στις καρδιές των ακροατών τους. Κι ότι αυτή η “Polaroid που λέει ψέματα για καλοκαίρια που δεν τελειώνουν” θα μπορούσε να περιγράφει πολλά πράγματα, αλλά σίγουρα όχι το False Memory Archives. Αυτό αντίθετα λέει τη μικρή και θριαμβευτική αλήθεια μιας αληθινής ανάμνησης. Τόσο απλά.


I was recently told a story in which a teacher told his student: “Don’t let the potential of Great destroy what is already Good”. Naturally, an encouragement like this seems to be a bit discrepant in our beautiful capitalistic world, where creators of any sort have to be competitive and constantly prove their excellence. The teacher obviously meant that pursuing excellence may distract a creator from the simpler forms of creating/producing that should rule his/her everyday life and I can do nothing more than agree, adding to this that many creators in the world of music got lost into some extravagant ambition. We can agree that there are serious risks if a band decides to spend a lot of time in creating something unique. This is a risk that Oak from Norway took and thankfully succeeded.

According to the press release, they started as a folk/rock duo and eventually evolved into a progressive pop/rock band, releasing the debut Lighthouse in 2013. It was right then upon this creative curve that, instead of taking an advantage of the momentum, they decided to take their time to work and to grow. It was probably the only way to make their own personal voice rise above the noisy polyphony of their influences which, in their own words, range from classical and electronica to traditional prog or heavy music. Carefully listening to False Memory Archive indeed one can sense the multifaceted nature of their inspiring origins and feel relieved that their growing procedure and hard work was fruitful. Filtering their influences has been accomplished in an astonishing manner and their personal voice can be heard loud and clear.

To put things into place, the material included in False Memory Archive is that of a great band. To be more precise, most of the regarded as “big” bands within the 2018 prog rock cosmos, do not have such good music to offer. It’s as simple as that. Being consistent, imaginative and open minded, this David manages to raise his short height and cast an enormous shadow. Moving into a melodic and lyrical rock musical territory – dominated by their countrymates Gazpacho in recent years –, the artistic quality of False Memory Archive instantly puts Oak in a very prominent place among their context. Let me rephrase: it has been a marvelous year for prog rock and Oak deliver one of the finest albums of the genre. As simple as that.

Oak’s style is not necessarily innovative and its progressiveness lies mostly in the atmospheres and the intellectuality of their compositions. Still, it is the exact same compositions that consist of such melodic and arranging richness that can actually be experienced as a flood of colours and emotions. False Memory Archive includes a very wide range of songwriting, from semi-ballads and verse/chorus traditional type of songs to freer, longer, 8 to 11 minutes compositions. Both types are equally successful, contributing to the album’s very natural flow and the remarkable sequence of lighter and darker parts. Also, you won’t find any fillers here, maybe with the slight exception of “Transparent Eyes” that didn’t particularly trip me. Having referred to the dark element, I have to point out the incredible work that has been done to the album’s low frequencies in every instrument, frequencies that build a concrete and modern ground for the melodic lines to stand upon. In the above sentence, False Memory Archive’s greatest advantages are being encoded: vocals and production.

Vocals. Simen Johannensen can be proud to own one of those instantly recognizable voices with the very unique timbre, voices that become increasingly rare to find. The warmth and intimacy of his voice is the Trojan horse of Oak’s music and his modest performance doesn’t disguise the tone quality of a voice fully capable of creeping into one’s mind. My personal free associations connect him with the recent legacy of Leprous and of his other countrymen Madrugada, precisely in the middle of their tonal pitch.

Production. Many artists treat studio as an unavoidable obligation but Oak instead have worked their heads off exploring any sonic resources at their disposal, in order to achieve an exquisite and technocratic result. All mixing/processing tools and the perfect use of effects in every instrument at all times make the sound experience a co-star of the album and the music sounding thicker, unpredictable and adventurous. An ideal album to be experienced through good quality headphones so one can dive into its tiny sound details.

We all know very well that music industry is not necessarily fair and no one knows how Oak will develop. What I know though is that the often mentioned “Home” in their lyrics, the Home they seek can be easily found in the hearts of their listeners. I know also that this “Polaroid that’s telling a lie about endless summer” may describe many things but not False Memory Archive. For this album tells a small, triumphant truth of a real memory. As simple as that.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

Toby Driver – They Are The Shield (Blood Music)


“Μπορεί η πρωτοπορία να είναι προσβάσιμη;” ρωτάει μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου, καθώς παίζει η μουσική. “Όχι, δεν μπορεί”, απαντάει κοφτά ο φανταστικός κος Πιουρίστας. “Ναι, μπορεί και πρέπει”, απαντάει ο φανταστικός κος Ρομαντικός.

Ο Toby Driver πάντως σίγουρα το προσπαθεί. Έχοντας αποδείξει πολλάκις τον ηγετικό του ρόλο στη στριφνή πειραματική μουσική της τελευταίας 20ετίας, ο Αμερικανός συνθέτης-τραγουδιστής-πολυοργανίστας επιστρέφει με τον πιο προσιτό δίσκο της καριέρας του και δείχνει απολύτως έτοιμος να γίνει αναγνωρίσιμος για κάτι παραπάνω από το να είναι ο ιθύνων νους των Maudlin of the Well / Kayo Dot. Κι αν το περσινό Madonnawhore μάζεψε εξαιρετικές κριτικές για λόγους οικείους στο experimental σινάφι, το They Are The Shield θα σηματοδοτήσει καινούριους.

Από πολλές απόψεις, η contemporary ματιά του TATS σχεδόν αγγίζει μια μεταμοντέρνα pop κουλτούρα, της οποίας βέβαια σκοπός δεν είναι τα chart αλλά η ομοιογενής ένωση των αντιθέτων του ακραίου και του οικείου. Τέτοιου είδους ισορροπίες μπορούν να ανιχνευτούν στις ενορχηστρώσεις του άλμπουμ, όπου η φαινομενική πρωτοκαθεδρία των εγχόρδων ζυγίζεται από βαθιά ambient synth και τα νωχελικά jazzy τύμπανα, αλλά και στις ίδιες τις 6 συνθέσεις: κάθε φορά που κάποιο track τείνει να ανήκει σε έναν κόσμο, το αμέσως επόμενο θα προσπαθήσει να αναιρέσει την κίνηση αυτή με την εισαγωγή κάποιου νέου και ανεπαίσθητου στοιχείου. Στην κορυφή αυτών οι Gilmour-ικές ερμηνείες και μελωδικές γραμμές του Toby Driver, που φέρνουν σε στιγμές τη μουσική κοντά στα σύνορα του προοδευτικού rock. Δεν μπορώ εδώ να μην αναφέρω ότι ενώ ο άνθρωπος έχει μια χαρά φωνή, δεν σταματάω να σκέφτομαι ότι ο δίσκος θα ανέβαινε αισθητά αν πίσω από το μικρόφωνο βρισκόταν κάποιος εθιστικότερος performer. Για να ακριβολογώ, αυτός είναι ο δίσκος που περιμένω εδώ και 20 χρόνια να κυκλοφορήσει ο Kristoffer Rygg. Αρκετά όμως με τις προσωπικές φαντασιώσεις.

Παρά την ωραιότατη ροή του και τον βατό του χαρακτήρα, το TATS δεν αποβάλλει τις avant του τεχνοτροπίες. Το εναρκτήριο “Anamnesis Park” κάνει πρώτα μια διαδρομή 5 λεπτών πριν καταλάβεις ότι πρόκειται για κανονικό τραγούδι, ενώ το “470 Nanometers” είναι ένα track με electronica ψυχή, που ποτέ όμως δεν αποδίδεται ως τέτοιο. Το καλύτερο παράδειγμα όμως είναι το κορυφαίο “Glyph” με την εμφανώς “λάθος” αρμονία. Το αίνιγμα έγκειται στο αν η δυσαρμονία προέρχεται από τα έγχορδα ή την αρμονική τους συνοδεία, αυτές όμως οι αποκλίσεις που κρατάνε μόνο στιγμιαία περιγράφουν και το σύνολο του άλμπουμ: το μη κανονικό μεταμφιέζεται σε κανονικό και δρα ως τέτοιο, χωρίς να απαλλάσσεται πλήρως από τους μη κανονικούς ανέμους που κλονίζουν τον νοητό τους άξονα, τον άξονα της μουσικής, του πλανήτη, της λογικής. Το TATS είναι τελικά ο εξωγήινος που προέρχεται από κόσμους με άλλους νόμους, κυκλοφορεί ανάμεσα μας όμως με ανθρώπινη μορφή.

Το νέο άλμπουμ του Toby Driver μπορεί να γίνει λοιπόν κατανοητό και να εκτιμηθεί από ένα ευρύτατο ακροατήριο. Παρά τη ζεστασιά του όμως, διατηρεί μια κάποια συναισθηματική απόσταση από τον ακροατή –ίσως με την εξαίρεση του “The Knot”– και μια σχεδόν επιστημονική προσέγγιση, τουλάχιστον στις δικές μου κεραίες. Χωρίς όμως κανέναν ελιτισμό, κυκλοφορεί με ελεύθερο αντίτιμο στο Bandcamp και δεν σου αφήνει καμιά δικαιολογία να μην το ακούσεις.

“Μπορεί λοιπόν η πρωτοπορία να είναι προσβάσιμη;” επιμένει η φωνή. “Μπορεί να προσπαθεί και, αν είναι πραγματική πρωτοπορία, κομψά να αποτυγχάνει”, απάντησε ο φανταστικός κος Ρεαλιστής.


“Can avant-garde be accessible?” I hear a voice in my head asking, while the music plays. “Definitely not” is the strict answer of imaginary Mr Purist. “It can and it must” replies imaginary Mr Romantic.

Well, Toby Driver certainly tries. Having already proved several times his leading role in the weird experimental music of the last 2 decades, this American composer-multi instrumentalist-singer returns with the most amiable album of his career and he seems absolutely ready to start being recognizable for something more than being the mastermind of Maudlin of the Well/Kayo Dot. And if last year’s Madonnawhore gained excellent reviews for all the obvious reasons of being an experimental album, this year’s They Are The Shield will signify many new ones.

From many aspects, TATS’ contemporary glance can almost touch a postmodern pop culture, of which the ultimate goal is not the charts but the homogeneous unification of the contraries: the extreme and the familiar. Such an equilibrium can be detected in the arrangements, where the apparent paramountcy of the stringed instruments gets evenly balanced by deep ambient synths and indolent jazzy drums and additionally within the very core of the 6 compositions: for every track that appears ready to belong somewhere by surrendering to a musical territory, the following one will try to cancel this movement by introducing a new and subtle element. On the top of all, Toby Driver’s Gilmour-like performance and vocal melodies bring the music closer to an unseen progressive rock border, at times. At this point, I can’t help but mention that despite his absolutely fine voice, I think the record would reach other heights with a more addictive performer holding the mic. To be even more precise, this is the kind of album that I am waiting Kristoffer Rygg to create for 20 years now. But enough with the personal fantasies.

Despite its beautiful flow and its smooth charismas, TATS doesn’t overall expel its avant nature. For example, opening track “Anamnesis Park” has to complete a 5 minute route before you actually realise that you are dealing with a “regular” song, or “470 Nanometers” is a track with an electronica soul that is never delivered as such. Still, the best argument hides in “Glyph”, probably the album’s best moment, with the evidently “wrong” harmony. Now, the enigma lies in the question if this disharmony comes from the strings or from the accompanying notes, what is actually important though is that these elusive diversions describe TATS as a whole: the non-ordinary disguises itself and acts as ordinary, without being entirely relieved from the non-ordinary winds that unsettle the imaginary axis of reason, of the planet, of music itself. TATS is ultimately like an alien that comes from worlds ruled by different laws, still lives among us in a human form.

Toby Driver’s new album can be understood and appreciated by a very broad audience. In spite of its warmth though, it still maintains some amount of emotional distance from the listener – maybe with the exception of “The Knot” – and some sort of scientific approach, at least to my perception antennas. Without any arrogance or elitism, it is a name-your-price release on Bandcamp, leaving you with no excuses for not listening to it.

“So, can avant-garde be accessible?” the voice insists. “It is free to try and, if it is true avant-garde, it will elegantly fail”, calmly replies imaginary Mr. Realist.

 

 

Antonis Kalamoutsos

 

The Cyclothymics- Self-titled (είσοδος κινδύνου/name your price)

Σε μια κίνηση αναπάντεχης –μα ταιριαστής– συγχρονικότητας, βρίσκομαι στην εξής ευχάριστη θέση: αμέσως μετά την παρουσίαση του εξαιρετικού πονήματος των Moonshine Effect, ακόμα μια κυκλοφορία που σχετίζεται με έναν αγαπημένο φίλο παίρνει σειρά. Μάλιστα, θα μπορούσε να βρει κάποιος μερικές εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στα δύο αυτά εγχειρήματα, ο κοινός παρονομαστής των οποίων είναι η φαινομενικά ανεξάντλητη πηγή της ψυχεδέλειας. Στο σημείο αυτό, βέβαια, σταματούν οι όποιες ομοιότητες κι αυτό γιατί, ενώ στην περίπτωση των Moonshine Effect ήταν ξεκάθαρη η indie στόχευσή τους, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ολοκάθαρη σπονδή στον αρχέγονο βωμό του ψυχεδελικού ήχου, η οποία ευτυχώς αποτινάσσει τον χαρακτηρισμό του “ρετρό”, πατώντας όμως στέρεα σε ήχους περασμένων δεκαετιών.

Πιο συγκεκριμένα: ο ήχος των Cyclothymics στηρίζεται στη συνύπαρξη έντονων κιθαριστικών παλμών και ριπών από το όργανο, με το τελευταίο να χρωματίζει άνετα και εύηχα το όλο αποτέλεσμα. Πραγματικά, είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητος αυτός ο αναλλοίωτα ζεστός ήχος που βγαίνει από το όργανο της Ίριδας, εν προκειμένω. Ιδιαίτερη εντύπωση, επίσης, μου έκανε το στιβαρό rhythm section που φροντίζει για τις τόσο έντονες εναλλαγές, που διατηρούν το ενδιαφέρον αμείωτο σε κάθε τους ακροβασία. Θα μπορούσε άνετα να πει κανείς πως το συγκεκριμένο ύφος ανήκει στην garage τεχνοτροπία. Πέρα από αυτήν την κατεύθυνση όμως –και αφήνοντας κατά μέρος τις ως άνω αναφερθείσες ψυχεδελικές πινελιές– διαπιστώνω επίσης κάποια ηχητικά στοιχεία που παραπέμπουν στο punk, όπως και μια ανάρμοστα διονυσιακή διάθεση που αποσαφηνίζεται από τον άμεσα “ζωντανό” αέρα της ηχογράφησης αυτής. Εντοπίζω σημεία που εύκολα θα χαρακτήριζα ως χορευτικά, όχι προφανώς με την τυπική έννοια του όρου. Σημειολογικά μιλώντας, η ένταση είναι κυρίαρχη εδώ, κάτι που με εξέπληξε με έναν ενθουσιώδη τρόπο.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα των παραπάνω είναι το “Vampers”: η εισαγωγή με το όργανο, οι ορμώμενες κιθάρες, ο εκρηκτικός συνδυασμός του μπάσου με τα τύμπανα, η σχεδόν ψιθυριστή, βελούδινη χροιά των φωνητικών. Ο έντονα νοσταλγικός τόνος, συνολικά. Στις άλλοτε μειλίχιες και άλλοτε πολυσχιδείς συνθέσεις, τα φωνητικά του Πέτρου λειτουργούν ως παράγοντας ισορροπίας, προσθέτοντας μάλιστα κι έναν ελαφρά σκοτεινό δρόμο στο ήδη υπάρχον αφήγημα. Και όταν οι κιθάρες αγκαλιάζουν αυτόν τον αγαπημένο, “καμπανιστό” ήχο… συγκινούμαι, κυριολεκτικά!

Δρομολογώντας έναν θρίαμβο, οι Cyclothymics διαθέτουν τόσο την απαραίτητη ποικιλία, όσο και τον συναισθηματικό ορυμαγδό που είναι απαραίτητος για να ολοκληρωθεί αυτό το αμάλγαμα ηχοχρωμάτων, το οποίο κινείται οπωσδήποτε στα συνήθως ασφυκτικά πλαίσια του ροκ, γενικολογώντας – ξεφεύγει όμως από το τέλμα του βαρετού αναμασήματος, χαρίζοντας στο διηνεκές απαράμιλλες στιγμές όπως το “Surfbolah”, επί παραδείγματι.

Το αισθητικό παζλ συμπληρώνεται με το άριστο εξώφυλλο. Το τελευταίο ίσως αρχικά φανεί παράταιρο σε σχέση με το ύφος της μπάντας – απεναντίας όμως, φρονώ πως είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για αυτόν τον δίσκο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο αισθητικό κομμάτι αναμείχθηκε ο τεράστιος Putsum – αυτό αρκεί για εμένα, σαφώς.

Αντί σύνοψης: το ομώνυμο αυτό ντεμπούτο των Cyclothymics είναι από τις αρτιότερες προσεγγίσεις που έχω ακούσει πρόσφατα. Πρόκειται για εμφανές κατόρθωμα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως αυτός ο ήχος έχει πια περάσει στη ναφθαλίνη της στειρότητας.

Αντίθετα μάλιστα, το εν λόγω ηχογράφημα δείχνει να εμφορείται από μια ατέρμονη ενέργεια, η οποία οδηγεί το όλο οικοδόμημα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ξεδίπλωσής του. Η δε επιλογή του βινυλίου ως format είναι απλώς τέλεια. Δεν νομίζω προσωπικά ότι θα ταίριαζε κάτι άλλο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ήδη φλυάρησα αρκετά όμως – είναι εξάλλου πασιφανές ότι η ακρόασή του ήταν και είναι μια απολαυστική εμπειρία για εμένα. Και όχι μόνο για εμένα, βεβαίως. Αφήνοντας τη νοσταλγία να με καταβάλει, παραδίνομαι στις ενθυμίσεις. Εγώ και ο Πέτρος, σε απροσδιόριστο χρόνο να διαβάζουμε Φρανσουά Βιγιόν και να ανταλλάσσουμε απόψεις επ’ αυτού. Κάποτε, στα “μαγευτικά” Εξάρχεια.

Ό,τι παρήλθε δεν είναι ποτέ μακρινό…


In an unexpected – yet fitting – sign of synchronicity, I find myself in the following, awkwardly pleasing position: immediately after presenting Moonshine Effect’s fascinating album, yet another release that is connected to a dear friend, takes its turn for presentation. In fact, someone could find certain, eclectic similarities between those two ventures, the common denominator of which, is the seemingly endless source of psychedelia. That is the point where similarities end, though. I am saying this because, in Moonshine Effect’s case, there was an obvious aiming towards the indie pop genre, while here we are dealing with a totally clear libation directed to the primal altar of psychedelic sounds. One that fortunately defies the standard retro characteristics, while still solidly stepping onto sounds reminiscent of past decades.

Specifically speaking: Cyclothymics’ sonic vocabulary finds itself strongly based on the coexistence of guitar palms and organ related gusts. The later instrument holds a key position here, effortlessly painting the outcome in an ear-pleasing mode. Indeed it is impossible for the sound that comes out of Iris’ organ to go unnoticed, respectively. I was also equally impressed by the firm and solid rhythm section, that takes good care of mood and tempo drifts and alternations. Thus, managing to maintain a certain level of interest for the listener, in through each and any of their ongoing variations. Obviously, one could insist that this specific texture sits comfortably into garage territory. Yet, behind this direction – and, leaving aside the aforementioned psychedelic brushes – I can also discover certain audio elements that resemble punk. As well as an unapologetically Dionysian mood which defies itself in through the utmost “live” character that this recording possesses. Moreover, I detect points that could easily be viewed as dance-able, not in the typical sense of this word, of course. Speaking of semiotics, dare I say that tension is the dominant force herein.

A pretty much indicative example of the above stated phrase would be “Vampers”: the organ induced introduction, the sweeping guitar presence, the explosive nature of bass and drums combined, the almost whispered, velveteen vocal tint. The intensely nostalgic tone, in general. At other times sounding smooth, while at others being manifolding, it is a fact that these compositions rely a lot unto Petros’ vocals, that actually serve as a balancing factor, here. Additionally providing a slight touch of darkness to the whole narrative. And when guitars embrace this lovely, bell-like sonic aura, I am honestly touched.

Initiating a triumph, Cyclothymics provide an absolutely necessary sense of variation, as well as the emotional din needed in order to complete this amalgam of chromatic tonal phrases. That definitely moves along the usually frustrating boundaries of what we have come to identify as rock music, generally speaking – yet manages to escape the burden of being yet another boring copycat. Gifting the infinite with unparalleled moments such as “Surfbolah”, for example. This aesthetic puzzle is also complimented by a flawless cover artwork. At first sight, the later could somehow seem out of place in regards to this band’s style. On the other hand though, I personally sense that it is exactly what was needed for this record. Regarding this, I should note that the whole aesthetic piece was handled by the mighty Putsum – and that alone, is enough guarantee in my book.

In place of a summary: Cyclothymics’ same titled debut is most certainly among the finest approaches that I have listened to, in recent times. It comes off as being an obvious achievement, especially more so if one considers that this style of sound has long ago passed itself into a certain stage of sterility. Thankfully, that is not the case here. Quite the opposite, actually, as this specific recording seems to manifest a kind of relentless energy, which functions as a driving force throughout the whole duration of its unfolding process. As for the decision that led to its release on vinyl format, it simply is a perfect choice. Personally, I do not think that any other format would be suitable, in this case.

I have already said enough, though – after all, it probably is crystal clear: this listening session was – and still is – a pleasure to me. And not to me exclusively, of course. As nostalgia is taking over me, I let myself loose into the firmament of memories. Myself and Petros reading Francois Villon and passionately discussing on that matter. In a state of time undefined, at Exarhia.

Anything that passed, is never far away…

 

 

Γιώργος Καναβός

Vouna – Self-titled (Artemisia Records)

Είναι στιγμές που δεν χωράς πουθενά. Δεν θες να περιοριστείς σε τέσσερις τοίχους, δεν σου αρκούν οι δρόμοι της πόλης, αναζητάς κάτι διαφορετικό, κάτι που σε παίρνει μακριά από την καθημερινή σου ρουτίνα. Αναζητάς ανοιχτό ορίζοντα, ανοιχτό ουρανό, ανοιχτές θάλασσες, δάση και βουνά. Θες να περιπλανηθείς στη φύση, εκεί που δεν σου επιβάλλεται κανένας περιορισμός. Παρέα με τη νεφελώδη ατμόσφαιρα και το σούρουπο να παίζει με το φως και τις σκιές.

Συγκερασμός διαφορετικών όψεων που συνθέτουν μια εικόνα μυστικιστική. Δέντρα, βράχια, μονοπάτια, ουρανός και μια ομίχλη που τα αγκαλιάζει, χωρίς να θέλει να τα κρύψει. Το τοπίο αφήνεται στη ματιά σου, αποκαλύπτεται όσο η ομίχλη σού το επιτρέπει, σαν κάτι που είναι απαγορευμένο και θα το δεις όταν εκείνη σου επιτρέψει και όταν είσαι εσύ έτοιμ@ να το δεις πραγματικά. Κάποιες φορές, η ομίχλη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να ξεκαθαρίσει ό,τι δεν είναι ξεκάθαρο (όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό).

Αυτό είναι το σκηνικό που στήνει ο νους, ακούγοντας τις πρώτες κιόλας νότες του debut album από τα Vouna. Η Yianna Bekris (υπήρξε μέλος και στις μπάντες Vradiazei, Eigenlicht και Sadhaka) αποτυπώνει τη μυστικιστική ατμόσφαιρα, την ομιχλώδη αίσθηση του black Cascadian metal με funeral doom και folk στοιχεία. Το άλμπουμ είναι ένα one-woman show, μιας και όλα τα όργανα παίζονται από την ίδια και, παράλληλα, στίχοι και μουσική αποτελούν δικές της δημιουργίες. Η ηχογράφηση, δε, του άλμπουμ πραγματοποιήθηκε στο στούντιο των Wolves In The Throne Room, ενώ ο Nathan Weaver συνεργάστηκε με τη Yianna και στο εξώφυλλο του δίσκου.

Τα στοιχειωμένα, πένθιμα και μελαγχολικά φωνητικά της πλαισιώνουν τη μελωδία και τις νότες των μουσικών οργάνων. Το μαύρο μέταλλο κυριαρχεί στη σχεδόν επιθανάτια ατμόσφαιρα που δημιουργείται, κυρίως από τα synth, σαν μια αίσθηση λιτανείας, στο “Drowning City”. Η έναρξη του άλμπουμ με το “A place to rest” δίνει το στίγμα της μπάντας, με το ορχηστρικό “Castle” να ακολουθεί. Τα “Last Dream” και “You took me” σε παρασύρουν στην καθηλωτική ατμόσφαιρα των Βουνών.

Στο άκουσμα του άλμπουμ συνθέτεις το σκηνικό. Η φύση σού δίνει τα στοιχεία της απλόχερα. Απομένει να επιλέξεις πώς θα τα συνθέσεις. Αντιπαραθετικά, αρμονικά, ομοιόμορφα ή αντίρροπα, εσύ επιλέγεις και φτιάχνεις τη δική σου ισορροπία. Παρέα σου στην περιπλάνηση αυτή οι νύμφες, τα πλάσματα του δάσους που κινούνται σαν αερικά ανάμεσα στα στοιχεία της φύσης αγκαλιάζοντάς τα, δίνοντάς τους πνοή και ανάσα ύπαρξης. Η διαφορά είναι πως στο συγκεκριμένο σκηνικό, με μουσική υπόκρουση τα Vouna, οι νύμφες φοράνε μαύρα. Και η μουσική τους απογειώνει το τοπίο με όλα όσα αυτό περιλαμβάνει.


Sometimes you feel like you don’t fit anywhere. You do not want to be confined to four walls, you feel that the city streets are not enough for you, you are looking for something different, something that will take you away from your daily routine. You are looking for an open sky, open seas, forests and mountains. You want to wander in nature, where no restrictions are imposed on you. Together with the cloudy atmosphere and the dusk, playing with light and shadows.

A combination of different images that create a mystical picture. Trees, rocks, paths, the sky and a fog that embraces them all, with no need to hide anything. The landscape shows itself before your eyes, it is revealed as long as the fog allows it, as if it were something forbidden. Something that you ‘ll see when the fog permits you to and when you are ready to actually see it. Sometimes, the fog creates the conditions under which whatever is not clear is being clarified (paradoxical as it may sound).

This is the setting that the mind creates, listening to the very first notes of the debut album from Vouna. Yianna Bekris (also a member of the bands Vradiazei, Eigenlicht and Sadhaka) portrays the mystical atmosphere, the muddy sense of black Cascadian metal with funeral doom and folk elements. The album is a one-woman show, since she is the one that plays all the instruments and, at the same time, lyrics and music are her own creations. The album was recorded in Wolves In The Throne Room’s studio and Nathan Weaver collaborated with Yianna on the cover of the album.

Her haunted, mournful and melancholic vocals surround the tune and notes of musical instruments. Black metal dominates the almost-deathly atmosphere created mainly by the synths, making you feel like you’ re in a procession, in “Drowning City”. The opening song of the album “A place to rest” leaves the band’s mark, and then, the instrumental “Castle” follows. “Last Dream” and “You took me” drift you away, into the vibrant atmosphere of the mountains.

While listening to the album, you can imagine the scenery. Nature offers its elements generously. You only have to choose the way to compose them. Confrontationally, harmoniously, evenly or in the opposite direction, you choose and create your own balance. Your nymphs, creatures of the forest, with their ethereal moves among the elements of nature, embrace them, giving them breath and life. The difference is that, in this particular scene, with the music of Vouna playing in the bagkground, the nymphs are dressed in black. And the music helps the scenery take off, including everything this may involve.

 

 

Sylvia Ioannou

 

Siavash Amini /& Umchunga

 

Η αργή αλλαγή των εποχών επιβραδύνει το πέρασμα του χρόνου. Κοινώς, το καλοκαίρι καλά κρατεί ακόμη τα μεσημέρια και τα βράδια, όταν η ενατένιση του ουρανού είναι πραγματικά χαλαρωτική, μακριά από την έννοια των διακοπών, του επιβεβλημένου αυτού τρόπου ξεκούρασης σε προκαθορισμένες δόσεις. Κάπως έτσι, οι μουσικές που βγήκαν το κατακαλόκαιρο μπορούν τώρα να κερδίσουν τη δέουσα προσοχή χωρίς τον άπλετο χρόνο να τις στοιβάζει σε must-listen λίστες.

Στην κατηγορία αυτή είναι δύο δίσκοι του Siavash Amini, πιο συγκεκριμένα του τελευταίου προσωπικού του και ενός που είναι ο καρπός της στουντιακής συνεργασίας του με τον Umchunga. Μιλώντας για τον Siavash, αν δεν γνωρίζετε ήδη το μουσικό ποιόν του, θα σας συνιστούσαμε να ακούσετε ως πρώτη επαφή τη συμμετοχή του στην τέταρτή μας συλλογή, η οποία αποτελεί τη σύνθεση με τη μεγαλύτερη απήχηση από όλες τις συλλογές μας! Όχι ότι οι ολοκληρωμένες κυκλοφορίες του πάνε πίσω, κάτι που αποδεικνύεται από τις ποιητικές ή μη, διθυραμβικές κριτικές που του έχουμε χαρίσει. Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά ένας πολλά υποσχόμενος πρόλογος και μένει το νέο υλικό να αποδείξει ότι η νέα μουσική δεν (πρέπει να) είναι στατική.

 

 

Αυτό δείχνει ο διττός χαρακτήρας των δύο αυτών άλμπουμ που παρ’ όλες τις διαφορές τους δεν μπορούν παρά να αντιμετωπιστούν ως οι δύο πλευρές ενός θέματος. Δεν θέλω εδώ να υποτιμήσω τη δουλειά του επίσης Ιρανού Umchunga, αλλά να σημειώσω την επιτυχία του να βγάλει κατά μια έννοια τον alter ego εαυτό του Siavash, που στέκεται απέναντι στο έτερο Foras. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε να κάνουμε με δύο ορχηστρικά drone ambient άλμπουμ, αλλά ενώ εκ πρώτης όψεως όλα στέκουν μουσικά ακίνητα, εντούτοις ρέουν με καθαρές δυναμικές προς μια πηγή ήχων!

Αν το The Brightest… αποδομεί κλασικά λυρικά θέματα περασμένων αιώνων αφήνοντας νησίδες να πλέουν στο βάθος ενός παγωμένου τοπίου, το Foras αποτελεί μια δυστοπική απεικόνιση του μέλλοντος. Από τη μία, μια αχτίδα νοσταλγίας μάς πάει προς τα πίσω, απ’ την άλλη μια ματιά προς τα μπρος κρύβει εφιάλτες. Ακόμη κι έτσι, βρίσκουμε εντός των δύο άλμπουμ τις αντίρροπες δυνάμεις που τα εξισορροπούν ως ακούσματα. Ίσως αυτό να συμβαίνει σε πιο ικανοποιητικό βαθμό στη συνεργασία των δύο τους, μιας και εκεί είναι που δεν επιβάλλεται καμία από τις ακραίες και υπαρκτές αποχρώσεις των μουσικών τους κόσμων. Το Foras, βέβαια, αν και ανά στιγμές δυσπρόσιτο, έχει μια πιο σύγχρονη ταυτότητα από το έτερο άλμπουμ, καθώς με τόλμη ο δημιουργός του καταπιάνεται με την αγνή έννοια του θορύβου.

 

 

Εν κατακλείδι, δεν νομίζω να είναι τυχαίο που αυτοί οι δίσκοι βγήκαν μαζί προς το τέλος του καλοκαιριού. Πέραν αυτών που περιέγραψα πριν, υπάρχει και ένα βασικό κοινό τους γνώρισμα στο ότι δεν ενδιαφέρονται να εμφανίσουν κάτι άλλο από αυτό που είναι. Αυτή η ανεπιτήδευτη ειλικρίνεια τους τους κάνει αφοπλιστικά αληθινούς, είτε όταν αγγίζουν με τα χέρια τη φωτιά, είτε όταν γλείφουν τον πάγο!


The slow changing of the seasons makes time pass even slower. Thus, summer is still here at noons and at nights, when the contemplation of the sky is really relaxing, far away from the sense of holidays, as the imposed way of relaxation in predefined doses. So, the music that was released in midsummer can now earn the appropriate attention without letting abundant time stowing them in future must-listen lists.

In this category, there are two albums involving Siavash Amini, more specifically his last personal album and his studio cooperation with also Iranian Umchunga. Speaking about Siavash, in case you don’t know his music, we would suggest that you firstly listen to his participation in our fourth compilation, which is the composition with the largest appeal amongst all of our compilations. This doesn’t mean that his complete works are inferior, something that is evident in our poetic or not, dithyrambic reviews on them. Of course, all these are nothing but a well promising prologue, so the new material is here to prove that new music must not stay static.

This is shown through the dual character of these two albums, which, despite their differences, can only be seen as two sides of the same subject. I don’t want to underestimate the importance of Umchunga’s contribution in their common album, instead I want to point out his success in helping Siavash release his “alter ego”, which stands opposite to Foras. It’s not only that we have two instrumental drone ambient albums, but, even if at first all things stand still musicwise, they somehow flow with clear dynamics towards a source of sounds!

If Brightest… takes classic lyrical themes of previous centuries apart, leaving islets floating in a frozen place, Foras is a dystopic display of the future. On the one hand, a ray of nostalgia takes us way back, on the other hand a glance ahead can hide nightmares. Still, in these two releases we can find the reversed powers, which balance them as listenings. This is most likely happening in a more satisfying way in their collaboration, since none of the extreme, existing shades of both music worlds try to prevail here. Foras, for sure, even if it sounds raw at moments, it has a more contemporary approach, since its creator boldly deals with noise in its purest sense.

In conclusion, I don’t think that these albums were released at the same time during the last days of summer by accident. Apart from all mentioned above, they share another common feature. Neither of them is interested in showing something different than what they really are. Their unpretentious honesty makes them disarmingly true, either when they touch fire with their bare hands, or when they lick ice!

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Methexis – Topos (Self Released)

Τα μοναχικά και δύσκολα μονοπάτια είναι αυτά που οδηγούν στα ωραιότερα μέρη.

Ο καθημερινός άνθρωπος στην καθημερινή του ζωή προσπαθεί να κρατήσει μακριά του τις δυνάμεις του χάους, αυτές που υποδηλώνουν την τυχαιότητα, την απρόβλεπτη και εύθραυστη φύση της ίδιας της ύπαρξης, μένοντας προσκολλημένος αντίστοιχα στις δυνάμεις της τάξης. Λοιπόν, ο καθένας δικαιούται να έχει την άποψη του περί τέχνης και η δική μου είναι ότι αυτή θα έπρεπε να λειτουργεί αντίθετα: να αναγκάζει τον καλλιτέχνη να αποφεύγει την τάξη και τη γραμμική συντήρηση, αλλά να επιδιώκει το χαοτικά φευγαλέο και τη δημιουργική του ορμή.

Οι παραπάνω σκέψεις γεννήθηκαν με την ακρόαση του Topos. Ο λόγος είναι ότι δεν θα μπορούσα να εξηγήσω διαφορετικά την πλήρη ανατροπή της γραμμικότητας που επιχειρεί ο Νικήτας Κίσσωνας με το δημιουργικό του όχημα που ονομάζεται Methexis. Το Suiciety του 2015 πήρε πολύ καλές κριτικές, όντας ένα φιλόδοξο concept που συνδύαζε κοινωνικό λόγο με “κανονική” progressive rock μουσική. Μουσική με φωνητικά, εκλεκτικές jazz, funk και rock πινελιές. Αντί όμως οι Methexis να πατήσουν πάνω στα κεκτημένα, επιλέγουν στο Topos να σαλπάρουν για νέες και απροσδόκητες κατευθύνσεις.

Το Topos αποτελείται από δύο 20λεπτες instrumental συνθέσεις που αδυνατούν να χωρέσουν σε όρους δημοφιλούς μουσικής. Τα πρώτα δύο λεπτά του “Topos I” παρουσιάζουν ένα παραδοσιακό prog riff, με τα παράξενα μετρήματα, τις άρσεις του και τα όλα του, για να αποδειχθεί όμως σύντομα ότι αυτό ήταν απλώς μια εισαγωγή. Αυτό που ακολουθεί είναι ένα “κινηματογραφικό” όργιο με εναλλασσόμενους ηχητικούς ορίζοντες και ασταθείς διαθέσεις, ένα επικό ταξίδι όπου φως και σκοτάδι αδυνατούν να εξοντώσουν και να εξοντωθούν αλλά πορεύονται μαζί, σφιχτά αγκαλιασμένα. Μου έρχεται έντονα στο μυαλό μου η έννοια του χρώματος: πρόκειται για μια σύνθεση με ιδιαίτερα πολύχρωμη και ανοιχτή ενορχήστρωση, απόδειξη του γεγονότος ότι ο Κίσσωνας χρησιμοποιεί άριστα τους συνεργάτες του Θ. Χριστοδούλου (Τύμπανα), Ν. Νικολόπουλο (Φλάουτο), Κ. Κεφαλά (Τρομπέτα) και Π. Κραμπή (Πιάνο) . Το “Topos II” έχει την ίδια νοηματική αφετηρία, αποτελεί όμως μια ελαφρώς πιο πυκνή σύνθεση, με περισσότερα μέρη, λίγο πιο σύνθετα ηχωστρώματα και σαφώς πιο κιθαριστική διάθεση. Και τα δύο track είναι αφηγηματικά και όσο αποσπασματικά πρέπει, αν και οι φίλοι του παραδοσιακού prog ίσως προτιμήσουν την πιο fusion διάθεση του “Tops II”. Ο Κίσσωνας προσφέρει στον ακροατή την επιλογή να ακούσει τις συνθέσεις τεμαχισμένες (σε 8 και 5 μέρη αντίστοιχα), δεν θα πρότεινα όμως σε κανέναν αυτήν την εύκολη οδό, κατά την οποία η μεγάλη εικόνα θολώνει και τρεμοπαίζει. Συνιστώ ανεπιφύλακτα την ολοκληρωμένη εμπειρία της ενιαίας ακρόασης.

Θα σταθώ σε δύο σημεία που έχουν επίσης ιδιαίτερη σημασία, αρχίζοντας με την παραγωγή. Αν η μπάντα διάλεγε έναν ελαφρώς vintage και λίγο πιο “ζεστό” ήχο, θα δημιουργούσε ίσως μια σχετική σύνδεση με πράγματα που έκαναν στο παρελθόν γίγαντες του prog όπως οι ELP ή οι King Crimson, άρα θα ήταν ίσως και λίγο πιο αρεστοί, τουλάχιστον σε ένα συγκεκριμένο κοινό. Αντίθετα όμως, επιλέγουν μια μεγάλη και μοντέρνα παραγωγή, χτίζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα περιβάλλον που συγγενεύει ισότιμα με το prog, την contemporary classical ή την κινηματογραφική μουσική.

Το καλύτερο όμως είναι μια καλά κρυμμένη λεπτομέρεια. Κάθε δημιουργός στη θέση του Κίσσωνα θα προτιμούσε να κατευθύνει τον ακροατή προς την εννοιολογική και θεματική ρίζα του album, μασώντας για αυτόν τα γιατί και τα διότι αυτού του περιγραφόμενου “τόπου”. Στα credit notes όμως, ο Κίσσωνας λέει καθαρά “Φαντάσου τον δικό σου τόπο, ο δικός μου δεν έχει σημασία”, σεβόμενος με αυτόν τον τρόπο μια πρωταρχικά χαοτική λειτουργία της τέχνης, κατά την οποία ο δημιουργός δεν έχει κανέναν απολύτως έλεγχο στο δημιούργημα όταν αυτό φτάνει στις αισθήσεις του δέκτη. Ηθελημένα ή άθελα του, το Topos είναι ελεύθερο να γίνει δικό σου, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς αυθυποβολές, χωρίς τάξη.

Όπως ανέφερα και κάπου αλλού λοιπόν, “οι Methexis συνεχίζουν να κυκλοφορούν τη μία αλμπουμάρα μετά την άλλην κάτω από τα ανυποψίαστα αυτιά μας”. Άσχετα από το πώς θα το αξιολογήσει κανείς τελικά, το Topos είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να τσεκαριστεί από οποιονδήποτε θεωρεί ότι η μουσική πρέπει να είναι μια περιπέτεια και κάτι παραπάνω από διασκέδαση, απλή ή ραφιναρισμένη. Ο μεγαλύτερος θρίαμβος των Methexis, όμως, δεν είναι ένα θαυμάσιο άλμπουμ, αλλά η δικαιωματική μας περιέργεια για το τι θα κάνουν μετά. Ευπρόσδεκτο το χάος της τέχνης στις καλά τακτοποιημένες μας ζωές.

Πάρε, λοιπόν, αν το θες εκείνο το μοναχικό, δύσκολο μονοπάτι και δες από μόνος σου αν ο τόπος που βρήκες είναι όμορφος ή όχι. Ταξίδεψε ελαφρά.


The lonely and difficult paths are the ones that lead to the most beautiful places.

Regular humans in their everyday lives try to keep the forces of chaos at bay, those forces that indicate randomness and the unpredictable and fragile nature of existence itself, remaining closely attached to the forces of order. Well, everyone is entitled to have an opinion about Art and mine is that art should function the other way around, forcing the creator to avoid Order and its linear conservatism and to pursue the fleeting, the chaotic and his/her creative momentum.

The thoughts above came to my mind after listening to Topos, since I can’t explain or describe differently the total twist of linearity attempted by Nikitas Kissonas and his creative vehicle Methexis. Their 2015 album Suiciety gained excellent reviews by being an ambitious concept that combined social sensitivities with “normal” progressive rock, music with vocals and eclectic jazz, funk and rock influences. Nevertheless, instead of safely leaning on their achievement, they set sail with Topos to new and unexpected directions.

Topos (translated as “place”) is consisted of two 20 minutes long instrumental tracks that cannot be easily described with popular music terms. “Topos I” kicks off with a traditional prog rock riff, with its odd time signature, off beat dynamics and everything, but it is soon proved that it was just an intro. What follows is a “cinematic” orgy of alternating sound horizons, an epic journey where Light and Dark fail to eliminate or to be eliminated but travel together, tightly held to one another. The sense of colour intensively comes to mind: this is a composition with very colourful and wide arrangements and instrumentation, demonstrating the fact that Kissonas gets the best out of his bandmates, T. Christodoulou (Drums), N. Nikolopoulos (Flutes), K. Kefalas (Trumpets) and P. Krabis (Piano). “Topos II” has the same conceptual roots but feels a bit more dense as a composition, with more parts, a bit more complicated textures and obviously being more guitar oriented. Both tracks are as recitative and fragmentary as they should, though prog rock fans may prefer the fusion mood of “Topos II” a bit more. Kissonas offers the listener the option of listening the tracks in “slices” (in 8 and 5 parts respectively), I wouldn’t suggest this easy road to anyone though, a road in which big picture gets blurry and shimmering. I recommend the experience of the undivided, cohesive listening.

One needs to focus on two points of great significance, starting with the production. If Methexis had chosen a slightly more vintage and “warm” sound, they would build a bridge with music released in the past by prog giants like ELP or King Crimson, thus they could sound a bit more likeable, at least to a specific audience. By choosing a wide and modern production instead, they construct an environment that equally relates to prog, contemporary classical and cinematic music.

But the best feature of all is a well-hidden detail. Almost any creator in Kissonas’ place would rather guide the listener to the conceptual and thematic roots of the album, chewing up the “whys” and “becauses” of the described “place” for him/her. On the contrary, in the credit notes he clearly states “Imagine your own place”, respecting in this way the primary and chaotic function of art, in which the creator should have no control over the creation when it reaches the senses of the receiver. Willingly or not, he lets Topos free for the listener to make it his own, with no guidance, no self-suggestions, no Order.

As I have written elsewhere, “Methexis keep releasing one amazing album after the other under our unsuspicious noses”. Regardless of the final evaluation, Topos is an album that has to be checked out by everyone who believes that music has to be an adventure and something more that simple or refined fun. Methexis’ greatest triumph though is not the release of a remarkable album, but leaving us righteously eager to see what they will do next. We should welcome the chaos of art upon our well settled lives.

So follow, if you will, that lonely and hard path and discover for yourself if it will lead you into a beautiful place. Travel light.

 

 

Antonis Kalamoutsos