Voices – Frightened (Candlelight)

Ήρθε η ώρα για παράξενους συνειρμούς. Το Frightened, τρίτο άλμπουμ των Βρετανών Voices, αποτελεί την ιδανική ευκαιρία για να εξετάσουμε λίγο τα μεταβλητά πρόσωπα της έννοιας του λυρισμού. Η παραπάνω φράση ίσως μοιάζει οξύμωρο να γεννήθηκε στο σύμπαν μιας μπάντας που πρακτικά αποτελεί τη συνέχεια των black/death metallers Akercocke. Παραδοσιακά, η έννοια του λυρισμού συντάσσεται με την ανάδειξη του πάθους, του ωραίου, του συναισθήματος και, στην περίπτωση της μουσικής, με μια “έντεχνη” καλλιέργεια. Τώρα όμως περπατάς γερά μες στον 21ο αιώνα. Μπορεί να είναι ακόμα το ίδιο αυτό που θεωρούσες λυρικό;

Το Frightened είναι αδύνατο να καταταχτεί και αυτό είναι αδιάσειστο. Ας δούμε σε τι μπορούμε να συμφωνήσουμε. Όπως και αν χαρακτηρίσεις τη μουσική τους, είναι αδιαμφισβήτητο ότι πρόκειται για μουσική σκοτεινή. Το σκοτάδι όμως εδώ δεν αποτελεί μια φαντασιακή προσήλωση ή μια εμμονική θέαση της ζωής. Αποτελεί μια πραγματικότητα, το εδώ και το τώρα μιας βαριάς και μελαγχολικής πραγματικότητας. Πρόκειται τελικά για μουσική ελαφρώς δυστοπική. Οι αδιαπέραστες σκιές της σύγχρονης δυτικής μεγαλούπολης πέφτουν με ορμή πάνω στις νότες, όχι σαν θεατρικό background αλλά σαν παράγοντας συνδιαμόρφωσης. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη επιλογή της μπάντας: είναι σαν να λένε, “είμαστε οι Voices, έχουμε extreme metal υπόβαθρο κι επιθυμούμε να εξερευνήσουμε τα δημιουργικά μας όρια ως Λονδρέζοι”. Εξάλλου το Λονδίνο τούς ενέπνευσε ολοσχερώς στο London του 2014, έναν εξωφρενικά ποιοτικό δίσκο. Και, τέλος πάντων, μιλάμε για τη σπουδαιότερη ευρωπαϊκή μητρόπολη, δεν μιλάμε για κάτι παίξε γέλασε.

Σκοτάδι και σύγχρονη δυστοπία, λοιπόν. Και πώς εκφράζεται αυτό μουσικά; Εδώ θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι οι Voices σκαρώνουν ένα πλούσιο μουσικό αίνιγμα γεμάτο αντιθέσεις, όμως κι αυτό θα αποτελούσε μια γενικευμένη υπεραπλούστευση. Οι Voices περισσότερο εξερευνούν τον εαυτό τους και τις εκφραστικές τους ικανότητες με τρόπους παράδοξους: όσοι επιθυμούν να βρουν τη σύνδεση με το παρελθόν θα βρουν στον δίσκο για παράδειγμα μερικά blastbeats, όμως προσοχή, χωρίς riff από πάνω τους. Θα βρουν την αίσθηση των φωνητικών στριγκλιών, αλλά, αλίμονο, χωρίς ούτε μία βραχνάδα. Μια προσεκτική ματιά στα κιθαριστικά μέρη θα σε κάνουν να παρατηρήσεις με απορία ότι τα metal riff έχουν στην πραγματικότητα πολύ ήπια παραμόρφωση. Δεν νομίζω ότι η μπάντα έχει κατασταλάξει σε αυτές τις στιλιστικές ιδέες, όπως ήδη ανέφερα, διαισθάνομαι μια γνήσια ανάγκη εξερεύνησης και μια καλώς εννοούμενη ματαιοδοξία, σαν να προσπαθούν να φυτρώσουν ένα λουλούδι στο τσιμέντο. Μελωδικές δυσαρμονίες, φωνητικά που ενίοτε φαλτσάρουν επιτηδευμένα, στρυφνός λυρισμός —ναι— και γενικώς οτιδήποτε θα κουνήσει την μπάντα και τον ακροατή της ελαφρώς από τον άξονά τους.

Τα δύο πρώτα track ίσως σε κάνουν να νομίσεις ότι ο δίσκος θα αποτελέσει μια σύγχρονη σπουδή στο σύμπαν που κάποτε αποκάλυψαν οι Ved Buens Ende. Μην τσιμπάς! Ήδη από το τελικό μέρος του τρίτου track ‘’Evaporated’’, όταν κι εμφανίζεται το περήφανο drum groove που κάθε βρετανική indie rock μπάντα έχει δοκιμάσει, μια ακόμη διάσταση των Voices θα αποκαλυφθεί. Ότι περισσότερο από το Akercocke παρελθόν τους, θα σκύψουν συνολικά πάνω από τη βρετανική τους μουσική κληρονομιά, σκάβοντας indie, darkwave (‘’Funeral Day’’), gothic metal (‘’Manipulator’’) και μετά-Cure διαδρομές (‘’Dead feelings’’), που θα τολμήσουν να φτάσουν ως και την υπόνοια του dubstep (‘’Home movies’’). Είπαμε, το Λονδίνο συνδημιουργεί τον δίσκο. Το κλείσιμο του δίσκου με το ‘’Footsteps’’ θα τολμήσει να αφήσει τελικά να χυθεί και λιγοστό φως σε αυτό το ζοφερό δωμάτιο, λίγο χρώμα, λίγη ελπίδα. Είναι τυχαίο ή υπόσχεση; Ο χρόνος θα δείξει.

Καταλήγοντας λοιπόν στην αρχική σκέψη, το Frightened μοιάζει ανορίωτο, ασυμβίβαστο και ταυτόχρονα λυρικό μέχρι τέλους. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, αφού του λείπουν ακόμα αρκετά σε ενότητα και ισορροπία. Είναι όμως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και προκλητικούς δίσκους που μπορεί κάποιος φίλος της σκληρής μουσικής να ακούσει μέσα στο 2018, ένας δίσκος ικανός να δοκιμάσει τις σκέψεις και την καρδιά σου. Ένας δίσκος που θα τολμήσω να πω ότι για τον γράφοντα αποτελεί τελικά μια στιγμιαία έκφραση του λεγόμενου Art Rock, ενός όχι πολύ μακρινού μέλλοντος.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision)

Οι δίσκοι δεν χωρίζονται σε καλούς και κακούς, μιας και με αυτόν τον τρόπο θα έχαναν το νόημα όχι μόνο οι λέξεις για να τους περιγράψεις, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενό τους. Αυτό εξάλλου που μας μένει στο τέλος κάθε δύσκολης ημέρας/βδομάδας/χρονιάς/περιόδου που δεν χωρά σε κανένα ημερολόγιο είναι να βρούμε όχι ένα απλώς καλό άλμπουμ για την ίαση των όποιων παθήσεων που μας ξέμειναν στην πορεία, αλλά κάτι που στην αρχή να στερεύει τη γλώσσα για να το ορίσει και μετέπειτα η ίδια να πνίγεται, τρέχοντας να προλάβει τις σκέψεις που αυτό σου γεννά!

Το νέο άλμπουμ των τύπων αυτών από το New Jersey, που κυριολεκτικά ήρθε από το πουθενά (βλ. την ξηρασία νέων αξιόλογων σχημάτων από γνωστά και ιστορικά hc label όπως η E.V.), είναι από αυτά που εύχεσαι να συναντήσεις τέτοιες περιόδους για να βγει το καλοκαίρι! Είτε το ακούσεις προσεκτικά είτε απρόσεκτα, νιώθεις μια γήινη δύναμη να σαρώνει τα πάντα σαν να ήσουν εσύ που την εκφράζεις. Πάει πολύς καιρός που στον τομέα της αισθητικής συνοχής ενός δίσκου έχουμε τόσο υψηλού επιπέδου αλληλένδετα στοιχεία, ξεκινώντας από τον τίτλο του άλμπουμ, το εξώφυλλο, τον ορυμαγδό των απίστευτα καλογραμμένων συνθέσεων και πιστευτά ειλικρινών στίχων (για να μη μιλήσουμε για τα δύο αφοπλιστικά βιντεοκλίπ)! Η όλη μουσική θυμίζει το τέντωμα πριν το σπάσιμο, όχι μόνο ως προς το σύνολο του υλικού με βάση και το ήπιο ξεκίνημά του, ούτε κρίνοντας ορισμένες εξαιρετικές συνθέσεις που η αρχή τους είναι καθόλα ώριμη, αλλά ακόμη και με βάση ασήμαντα “χτυπήματα” ή περάσματα που συμπυκνώνουν τη συνολική ιδέα του δίσκου. Αυτήν που αναφέρεται στο πώς να αντιταχθούμε στη σκληρή καθημερινότητα των άλλων και τη δική μας. Τα όρια εξάλλου των δύο πλευρών εξαϋλώνονται, καθώς τα τραγούδια, αν και μιλάνε κυρίως για τ@ν δίπλα, είναι σαν να μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο ή μάλλον σε όλα τα πρόσωπα!

Επικίνδυνες μελωδίες που ξεπερνούν την πεπατημένη του _ (βάλτε όποια ταμπέλα θέλετε, έτσι κι αλλιώς δεν έχουν σημασία), κοφτεροί στίχοι που εμβαθύνουν ποιητικά στο θέμα της απόγνωσης, περίεργα κοιτάγματα σε αόρατους καθρέφτες και ένα θανατηφόρο φίδι που αλλάζει χρώματα,κινούμενο αργά στα αυλάκια ενός κουρασμένου εγκεφάλου. Αυτό είναι το We Are Alive… και είμαι σίγουρος ότι η ίδια η μπάντα κατάλαβε ηχογραφώντας το πόσα βήματα μπροστά έκανε σε σχέση με το προηγούμενο υλικό της. Αυτή η συναίσθηση δίνει μια σιγουριά όχι μόνο στα παιξίματα των μουσικών, αλλά πρωτίστως στη φωνή του τραγουδιστή, που όπως και να πει τους στίχους, με μελωδικό ή/και βίαιο ή/και τρυφερό τρόπο, αυτό που προσφέρει είναι αγνό συναίσθημα. Σκληρό κι όμως σωτήριο!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Soft Kill – Savior (profound lore)

“Όλοι είμαστε στον υπόνομο, αλλά κάποιοι από μας κοιτάζουν τ’ άστρα”, λέει ο Όσκαρ Ουάιλντ. Γι’ αυτό και όταν σου σκάει από το πουθενά η δυσκολία και αποφασίζει να έχει και διάρκεια, δύο είναι οι επιλογές σου: ή βουλιάζεις ή αντιδράς. Ή σε παίρνει η τραγωδία από το χέρι, για να σε ξαναπερπατήσει στα σκοτεινά δρομάκια του “ένδοξου” παρελθόντος σου, με σκοπό να σε βοηθήσει να ξαναχαθείς εκεί που βρίσκονται καλά κρυμμένοι οι εσωτερικοί σου δαίμονες, ή αποφασίζεις να αντιδράσεις και να τα αφήσεις όλα αυτά πίσω σου οριστικά, να κάνεις όλα τα δαιμόνια της ψυχής σου να εξαφανιστούν, μετουσιώνοντας όλον αυτόν τον πόνο σε δημιουργία και σε χάραξη καινούριας πορείας σε νέα και καθαρά μονοπάτια.

Κάπως έτσι ο Tobias Grave άρχισε την αυτοβιογραφική του εξιστόρηση. Ωμή, αλλά συνάμα συναισθηματική, σαν ψυχοθεραπευτικό ψυχογράφημα της απελπισίας του. Η πρόωρη γέννηση του γιού του στον 8ο μήνα της κύησης και η επικινδυνότητα που ενείχε τόσο για την γυναίκα του όσο και για το παιδί τους ήταν η πηγή της συγκεκριμένης δημιουργίας. Θεατής ο ίδιος στο θέατρο του παραλόγου και των αντιθέσεων, με γρήγορη εναλλαγή εικόνων και συναισθημάτων στο ήδη στημένο σκηνικό: ένα νοσοκομείο, μια ευθεία γραμμή που δείχνει την πορεία προς τον θάνατο, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό να αγωνίζονται για την επιβίωση ενός παιδιού που παλεύει για τη ζωή του.

Οι ατέλειωτες ώρες/μέρες της αναμονής, ήταν ένα προσωπικό στοίχημα για τον Grave, για το πώς θα αντεπεξέλθει, χωρίς να επιστρέψει στις εξαρτήσεις και τους εθισμούς του, αυτήν τη συνήθη, πρότερη πρακτική αποφυγής μιας δύσκολης και μη αποδεκτής πραγματικότητας. Ήταν η στιγμή της συνειδητοποίησης, της μετάβασης από τον εγωκεντρισμό στην ανιδιοτέλεια, από το εγώ στο εμείς που, στην προκειμένη περίπτωση, συνέβη βίαια και ξαφνικά. Εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις καμία επιλογή, παρά μόνο να παραμερίσεις κάθε προσωπική σου ανάγκη, να δοθείς απόλυτα στο πλάσμα που εξαρτάται εξ ολοκλήρου από σένα, που βρίσκεται εκεί αβοήθητο και απογυμνωμένο, χωρίς εφόδια για τη μάχη που καλείται να δώσει.

Με ένα μπάσο, μια κιθάρα, έναν φορητό υπολογιστή και τον εξοπλισμό που ήδη είχε μαζί του, μιας και η γέννα τούς βρήκε στον δρόμο της επιστροφής από περιοδεία, άρχισε να καταγράφει, να συνθέτει και να δημιουργεί. Το “bunny room”, που αναφέρεται στη νεογνική εντατική μονάδα και στην προσπάθειά του να επιστρέφει εκεί για να βλέπει το παιδί του, είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Grave μαζί με το “Savior” και σε αυτά καταθέτει την απελπισία που τη δεδομένη στιγμή είχε κατακλύσει κάθε κύτταρο της ύπαρξής του, γνωρίζοντας πως λυτρωτής και σωτήρας δεν υπάρχει κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Το “Trying not to die”, μια μελωδική μελαγχολία στην οποία προσπαθεί να διατηρήσει την ελπίδα για την επιβίωση, ξεφεύγοντας από τη μαύρη τρύπα που παραμένει και τον περιμένει εκεί, έτοιμη να τον ρουφήξει ξανά μέσα της. Η μουσική στο “Cry Now Cry Later” γίνεται πιο δυναμική, μιας και μας δηλώνει ότι προσπαθεί να μη μείνει στάσιμος, αλλά να προχωρήσει μπροστά. Υπάρχουν εύθραυστες ισορροπίες, όπως φαίνεται και στο “Dancing on glass”, που ολοκληρώνονται με το “Hard candy” και με μια δυναμική που δηλώνει με σαφήνεια ότι το να παλεύεις τελικά για οτιδήποτε στη ζωή είναι απλώς μονόδρομος.

Ένα post punk άλμπουμ, λίγο διαφορετικό από ό,τι μας έχουν συνηθίσει ως τώρα οι Soft Kill, που αφορά την προσωπική εμπειρία του Tobias και υποστηρίχθηκε πλήρως από τα μέλη της μπάντας. Κι αυτό έγινε γιατί η αναφορά στη δύναμη που εκλύεται από τον άνθρωπο σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και γεμάτη αντιφάσεις στιγμή —που είναι το κυρίαρχο μήνυμα του άλμπουμ— είναι κάτι που αφορά πολλ@ από μας. Ο πόνος που μετασχηματίζεται σε δημιουργία, το πένθος σε χαρά, η αδυναμία σε δύναμη. Μια αδυναμία που, όταν εκφραστεί, βρίσκει συνοδοιπόρους. Aνθρώπους να μοιραστείς αυτό που βιώνεις, να ζητήσεις συμπαράσταση και βοήθεια, όπως ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει και στο εξώφυλλο του άλμπουμ, που φέρνει στον νου τον στίχο του Λειβαδίτη “δώσε μου το χέρι σου να κρατήσω τη ζωή μου”.

 

 

Sylvia Ioannou

 

God Is An Astronaut – Sonar with David Torn – Toundra

God is an astronaut – Epitaph (Napalm records)

Με δεδομένο ότι το post rock που αντιπροσωπεύουν οι God is an astronaut είναι αρκετά ξεπερασμένο στιλιστικά και τελματωμένο ποιοτικά, οι πιθανότητες για έναν εξαιρετικό δίσκο έμοιαζαν λιγοστές. Σε μια από αυτές τις εκπλήξεις/ανατροπές που καμιά φορά επιφυλάσσει η μουσική όμως, οι Ιρλανδοί μάστορες δεν κυκλοφορούν απλώς την πιο γεμάτη τους δουλειά από το All is violent, all is bright του 2005, αλλά πιθανόν και τον πιο ποιοτικό δίσκο της καριέρας τους, τουλάχιστον κατά το ταπεινό γούστο του γράφοντα. Επίσης, έχοντας ποντάρει όλα μου τα λεφτά στο τελευταίο Primordial, έμεινα πανί με πανί στην παρτίδα “υποψήφιο ιρλανδικό άλμπουμ της χρονιάς”.

Ενώ από το ντεμπούτο τους το 2002 οι συνθέσεις έχουν σταθερό χαρακτήρα, κάποια πράγματα δείχνουν να έχουν αλλάξει. Τα περιγράμματα της μουσικής παραμένουν ανοιχτά, τουλάχιστον ως προς τον ηχητικό τους προσανατολισμό κι η μουσική ροή γραμμική, όπως θυμάσαι από πάντα. Παρ’ όλα αυτά, η post αντίληψή τους καταφέρνει παραδόξως να ακούγεται μελωδικότερη, βαρύτερη και πλουσιότερη ταυτόχρονα. Μελωδικότερη ως προς το ότι τα πιάνα και τα σύνθια αποτελούν την εμπροσθοφυλακή των συνθέσεων, βαρύτερη γιατί οι κιθάρες σε έξυπνα τοποθετημένα σημεία-καθάρσεις ακούγονται σκληρότερες, ακουμπώντας ίσως φευγαλέα μεταλλικές επιφάνειες, και πλουσιότερη γιατί η κινηματογραφικότητα των συνθέσεων είναι αδιαμφισβήτητη ως προς την ποιότητα και την ευγένεια της αισθητικής της. Τελικά επιτυγχάνεται μια σπάνια ισορροπία στη συγκρότηση ενός άλμπουμ που χρησιμοποιεί στο έπακρο τα ατού του, χωρίς να τα καταχράται ούτε στιγμή. Αυτό δεν είναι που λέμε ωριμότητα; Κάθε μία από τις 7 συνθέσεις είναι ένα φιλμ από μόνο του, ένα φιλμ γεμάτο από εκείνες τις leitmotif ονειροπολήσεις που εύκολα ξεχνάς αλλά υποσυνείδητα βιάζεσαι να ξαναζήσεις. Το post rock μπορεί να πέθανε, κάποιοι θαρραλέοι του ήρωες όμως προελαύνουν ακόμα.

 

 

Sonar with David Torn Vortex (RareNoise records)

Ο καθένας κάτι κυνηγάει, γούστο του και καπέλο του. Εγώ ας πούμε, δυόμισι δεκαετίες ψάχνω να βρω μια μέτρια ελβετική μπάντα, κάτι που ακόμα δεν κατάφερα. Ας το ξεκαθαρίσουμε αμέσως: το Vortex είναι άλμπουμ που αφορά λίγους και ψαγμένους ακροατές και ιδιαιτέρως εκείνους που αρέσκονται σε ένα prog που επιθυμεί την εξερεύνηση καινούριων ηχητικών τόπων. Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμα: σε ό,τι αφορά την ηλεκτρική κιθάρα ως όργανο, τα όρια, τις δυνατότητες και την ξεχωριστή της ταυτότητα, αυτό εδώ αποτελεί σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ που μπορεί κανείς να ακούσει. Από τη μία οι Ελβετοί Sonar, των οποίων οι κιθάρες είναι tritone (παίζουν μόνο με τις τρεις λεπτές χορδές), και από την άλλη ο Αμερικάνος τζαζ/πειραματιστής David Torn, ένας από τους καλύτερους “γονατάκηδες’’ του πλανήτη. (Γονατάκιας= ο μουσικός, συνήθως κιθαρίστας, που στα live του περνάει περισσότερο χρόνο σκυμμένος στα γόνατα πειράζοντας τα εφέ του παρά όρθιος.)

Ό,τι κι αν θα ήλπιζε κανείς από μια τέτοια σύμπραξη κορυφής θα το βιώσει στο έπακρο. Mid-tempo μακροσκελείς και πολυπρισματικές συνθέσεις, που αποτελούνται ισόποσα από ακραιφνή κιθαριστικό/τεχνολογικό πειραματισμό και ένα rhythm section πραγματική πανδαισία, που τελειοποιεί το δόγμα “εύκολο να το ακούς, πανδύσκολο να το μετρήσεις”. Οι 6 σοφές σπαζοκεφαλιές που θα παρουσιαστούν εδώ μοιάζουν με φευγαλέες ματιές σε ένα αχαρτογράφητο βασίλειο, όπου ηγεμονεί η αιώνια κληρονομιά του instrumental μέρους του “Starless” (King Crimson) πριν αυτό μολυνθεί και βιαστεί (ανεπανόρθωτα;) από τις χολιγουντιανές κιθάρες των βαρβάρων (Tool). Άνετα από τους εξυπνότερους δίσκους εκεί έξω, σε περιμένει για ένα μουσικό trip ικανό να σου ανανεώσει την πίστη σε αυτή τη ρημάδα και γεμάτη κουρέλια κιθαριστική μουσική.

 

 

Toundra – Vortex (Inside out)

Το πέμπτο άλμπουμ των Ισπανών Toundra δικαιολογεί απόλυτα την ολοένα και αυξανόμενη φήμη τους και την εκτίμηση του κοινού. Το ότι αντιμετωπίζονται ως post rock με βρίσκει να διαφωνώ ριζικά βέβαια, αφού στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πλούσια ηχητικά γκρουπ στον ευρύτερο χώρο του σύγχρονου rock. Το πνεύμα της περιπέτειας, της συνεχούς εναλλαγής σε θέματα και ατμόσφαιρες και το στοιχείο του απρόβλεπτου χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων. Να το πω διαφορετικά, εκεί που τα περισσότερα instrumental συγκροτήματα επιλέγουν να χτίζουν συνθετικά πάνω σε κάποιο είδος ατμόσφαιρας, αποσπώντας το ενδιαφέρον του ακροατή από την έλλειψη φωνητικών, οι Toundra μοιάζουν να φτιάχνουν ένα αρκετά περίπλοκο περιβάλλον, που είναι υπέρ το δέον αρκετό για να σου κρατάει το ενδιαφέρον. Από αυτήν την άποψη, οι Toundra συγκλίνουν όλο και περισσότερο με την κοσμοθέαση του progressive rock και μάλιστα ενός prog μοντέρνου και heavy.

Εξαντλώντας την αυστηρότητά μου, εδώ βρίσκω και το μόνο μειονέκτημα. Λείπει κάποιο κέντρο βάρους, κάποιο τεχνητό ζύγισμα, μια οριστική ισορροπία. Νιώθω σαν να κοιτάζω έναν εντυπωσιακά όμορφο σαν ολότητα πίνακα, αλλά αφού τον κοιτάξω πολλή ώρα παρατηρώ ότι το βλέμμα μου δεν ξεκουράζεται κάπου. Ίσως αυτή η παραξενιά μου μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το περσινό τους project των Exquirla (οι Toundra σε συνεργασία με τραγουδιστή…) ήταν ένα ημι-αριστούργημα, στα απολύτως top της χρονιάς. Ο πήχης είναι πολύ ψηλά από τους ίδιους, λοιπόν. Ας μην κολλάμε όμως στους περφεξιονισμούς. Το Vortex είναι παρακαταθήκη κι ένα τρανταχτό επιχείρημα για όσους πιστεύουν ότι το instrumental rock έχει τον τρόπο να είναι ακόμα συναρπαστικό.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

The Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (thrill jockey records)

Στη διάδραση των τεχνών συχνά παρατηρείται μια αμφίδρομη παραδοχή – ο λογοτέχνης θα θεωρήσει την τέχνη του φτωχή να αποδώσει την όποια πραγματικότητα τόσο πιστά όσο ο κινηματογραφιστής, ενώ ο κινηματογραφιστής θα θελήσει να ενσωματώσει τον γραπτό λόγο στην αναπαράστασή του για να μιμηθεί όσο το δυνατόν ακριβέστερα τη νοητή πραγματικότητα που πλάθει ο αναγνώστης διαβάζοντας.

Η παραδοχή αυτή είναι ενδεικτική του ότι η τέχνη είναι ένα ενιαίο πλαίσιο στο οποίο υπάρχει χώρος για κάθε επιμέρους έκφανσή της, ένα μωσαϊκό το οποίο γίνεται ολοένα και πλουσιότερο όσο του προσθέτεις ποικίλες ψηφίδες.

Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται άμεσα από την ίδια μας την εμπειρία και, συγκεκριμένα, από τις υποσυνείδητες συνδέσεις που αντιλαμβανόμαστε τον νου μας να πραγματοποιεί μεταξύ δύο ή περισσότερων χωριστών έργων σε ανύποπτο χρόνο.

Να το δικό μου παράδειγμα.

Μόλις τελείωσα την ακρόαση του φρεσκοκυκλοφορήσαντος (sic) δίσκου των The Body, I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για την επιτυχημένη αντίθεση μεταξύ του παγερού ήχου του ντουέτου των Chip King και Lee Buford και της καθησυχαστικής φωνής της Chrissy Wolpert, για την καθηλωτικά αποπνικτική αίσθηση που μου δημιούργησαν οι άναρθρες κραυγές του King και τη δραματική σχεδόν μετάβαση από τη μία σύνθεση στην άλλη, αλλά αντ’ αυτού θα προτιμήσω να σας μιλήσω για τον Ανδαλουσιανό Σκύλο του Luis Bunuel.

Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος (Un Chien Andalou) είναι από τις ταινίες-σταθμούς, όπως έχει καθιερωθεί να αποκαλούνται οι ταινίες που εισήγαγαν πρωτοποριακά στοιχεία στην κινηματογραφική σύλληψη – κι αυτό γιατί διακατέχεται από υπερρεαλιστική έκφραση τόσο πηγαία και απρόσμενη που ακόμα και σήμερα είναι ικανή να αγγίξει το θυμικό ως και του κατ’ επάγγελμα θεατή.

Μια γυναίκα στέκει παραδομένη, βωβή και με ψυχρή σταθερότητα, καθώς ένα ζευγάρι αντρικά χέρια τής κρατούν τα βλέφαρα του αριστερού ματιού λίγο πριν της κόψουν το μάτι με μια λεπίδα. Αυτή η γυναίκα, η Γαλλίδα ηθοποιός Simone Mareuil, και αυτό το πλάνο μού ήρθαν στον νου με το που ακούστηκε η φωνή της Chrissy Wolpert στο εναρκτήριο κομμάτι “The Last Form Of Loving”, και το sample του χτύπου της καρδιάς έμοιασε σαν να προδίδει την καταχωνιασμένη αγωνία της πρωταγωνίστριας μπροστά στον επικείμενο τεμαχισμό της.

Οι κραυγές του “Can Carry No Weight” έδωσαν φωνή στην έκπληξή της μπρος στην εικόνα του ποδηλάτη, που, ενώ διέσχιζε τον δρόμο κάτω από το σπίτι της, λοξοδρόμησε και στέκεται τραυματισμένος κάτω από το περβάζι της. Με τη βιαιότητα του “Party Alive” παρακολουθούμε μια γυναίκα να τσιγκλάει με μια βέργα ένα τεμαχισμένο χέρι, ενώ όχλος την περιτριγυρίζει κοιτάζοντας με έξαψη το αποτρόπαιο θέαμα. Η φιλήδονη αντίδραση του όχλου μπροστά στην ωμότητα της βίας δεν παύει διαχρονικά να κάνει την εμφάνισή της και η ένταση του tempo των The Body προσφέρει το απαραίτητο θεμέλιο για την έγερση του οικοδομήματος της αποτρόπαιας φύσης μας.

Ο παραμορφωμένος ήχος του “The West Has Failed” μάς εισάγει στο αυτοκαταστροφικό κρεσέντο του απατημένου (;) συζύγου, από το οποίο δεν θα ξεφύγουμε πριν βυθιστούμε στην παράνοια, την αυτολύπηση και εντέλει την κάθαρση. Με το “Nothing Stirs”, οι The Body ξεκινούν μια σταθερή πορεία προς το τερματικό καθαρτικό σημείο του “Ten Times A Day, Every Day, A Stranger”.

Κανένα από τα δύο έργα δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες ερμηνείες, κανένα δεν προσφέρει στιγμιαία χαρά ή παροδική ανάταση. Και τα δύο χωνεύονται σε βάθος χρόνου, μετά από επαναλήψεις, είτε μαζί είτε χωριστά. Κι αν η σύγκρισή μου είναι ατυχής, αβάσιμη ή βεβιασμένη, να σας ομολογήσω ότι καθόλου δεν πρόκειται για σύγκριση. Μόνο για ένα νοητικό πάντρεμα, που από καθαρή τύχη είχα τη χαρά να βιώσω, και μόνο να ελπίζω μπορώ για τα ανέλπιστα δικά σας.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Second Still – Equals (weyrd son records)

Το ότι οι νέες μπάντες δύσκολα προξενούν έναν πάταγο συγκινήσεων και ενθουσιαστικών σχολίων το έχουμε καταλάβει. Η εμμονή στην αναβίωση παλαιών και διαφόρων τάσεων μόδας (άραγε έχει μείνει καμία ακόμη αναξιοποίητη, κουφάλα καπιταλισμέ;) και οι καταραμένες νοσταλγίες σε συνάρτηση με την συμπίεση του χρόνου μεταβάλλει τη σχετική όρεξη για ψάξιμο νέων ακουσμάτων σε μια εξωτική πολυτέλεια. Μιλάμε όμως για μια αδικία έναντι των νέων ονομάτων που ορισμένα εξ αυτών αξίζουν την προσοχή και τη στήριξη μας, μιας και χωρίς αυτές δεν θα έχουν τα φόντα να συνεχίσουν.

Οι Second Still κέρδισαν το στοίχημα της πρώτης γνωριμίας με το περσινό ντεμπούτο τους και με το νέο τους EP όχι απλώς φαίνεται να αντέχουν, αλλά πάνε και για το ένα βήμα παραπάνω. Τι μπορεί αυτό να σημαίνει; Αρχικά, τα πέντε συν ένα μπόνους κομμάτια αποπνέουν μια μουσική αυτοπεποίθηση. Η μπάντα γνωρίζει ότι έχει πάρει τον σωστό δρόμο με βάση αυτό που έχει να εκφράσει. Οι ρυθμοί είναι πιο Drab Majesty και λιγότερο post punk τυποποιημένοι, οι μελωδίες αναπτύσσονται με έναν ευάερο τρόπο και υπάρχουν σαφή δείγματα απαγκίστρωσης από ξεκάθαρες επιρροές του παρελθόντος, αν και το ντεμπούτο των Chameleons κάπου χαμογελά στο βάθος! Απόδειξη της καλής δουλειάς τους είναι ότι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι, το εξάλεπτο “Ashes”, αποτελεί και την κορυφαία και πιο αφοπλιστική στιγμή του δίσκου (ή της κασέτας αν προτιμάτε, μιας και διατίθεται και σε αυτή τη μορφή).

Συνολικά μιλάμε για συνθέσεις που κάθε μια έχει τη δική της ταυτότητα χτίζοντας μια κυκλοφορία που άνετα χαρακτηρίζεται ως ένα ολοκληρωμένο δισκογραφικό βήμα, ένεκα και της σχεδόν 30λεπτης διάρκειας της. Το που θα οδηγήσει στο μέλλον αυτό είναι άγνωστο, αλλά αξίζει να πορευθούμε μαζί. Η μοναξιά σε τέτοιες περιπτώσεις σκοτώνει (τις μπάντες)!

 

ΥΓ: Οι Second Still θα εμφανιστούν στις 2 Ιούνη στην Αθήνα!

Μπάμπης Κολτράνης

 

Porter Ricks/Serafim Tsotsonis Live

 

Υπήρχε κάποτε μια εποχή που κρυφοκοιτάζαμε συναυλίες που γινόντουσαν έξω και σχεδιάζαμε είτε στο μυαλό, είτε στην πράξη ταξίδια και τρόπους να μην τις χάσουμε. Πλέον η συχνότητα και η ποιότητα των συναυλιών εδώ είναι τέτοια που δεν θα μου έκανε εντύπωση αν κόσμος απέξω σχεδίαζε με τον ίδιο προαναφερθέντα τρόπο την επίσκεψή του στα μέρη μας (αναθεματισμένο airbnb θα τα πούμε για σένα σε άλλο κείμενο). Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος όλο αυτό να αποκτήσει χαρακτηριστικά βιομηχανίας, με την ουσία να χάνεται ανάμεσα σε σπόνσορες και lifestyle. Αυτό είναι ήδη μια πραγματικότητα στις μουσικές πρωτεύουσες του κόσμου και πιθανόν να συμβαίνει και εδώ το ίδιο, απλώς να μην το έχουμε πάρει χαμπάρι, αν και θα έπρεπε να έχουμε ψυλλιαστεί τις όποιες αλλαγές έχουν συμβεί, παρατηρώντας τον “άσχετο” κόσμο που κάθεται δίπλα μας σε κάθε σχεδόν συναυλιακό δρώμενο στην Αθήνα.

Αν αυτό δεν συνέβαινε και το τελευταίο Σάββατο στο κλείσιμο της σεζόν για την Αγγλικανική Εκκλησία με τον ερχομό των Porter Ricks, κάτι δεν θα πήγαινε καλά. Παρ’ όλ’ αυτά, το γεγονός ότι οι παραγωγοί των συναυλιών τηρούν πιστά τη γραμμή να φέρνουν ποιοτικά ονόματα της σύγχρονης ηλεκτρονικής και πειραματικής σκηνής δημιουργεί ένα δεδομένο ότι ο κόσμος ξέρει τι θα δει ή μάλλον τι δεν θα δει. Άρα, αν προσθέσουμε το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με έναν χώρο λίγων θέσεων και με ένα όνομα τη συγκεκριμένη βραδιά το οποίο ανήκει στον ευρύτερο χώρο της techno (του είδους που και δεν έχει μεγάλη πέραση στα μέρη μας και απευθύνεται σε άλλου είδους χώρους), δημιουργήθηκε ένα πλαίσιο όπου ήταν λογικό να μην έχουμε το συνηθισμένο σολντ άουτ που κάνει το μέρος. Για καλό θα έλεγα!

Η βραδιά δεν άργησε να εισέλθει στο κομμάτι για το οποίο είχαμε προσέλθει, με τον Σεραφείμ Τσοτσώνη να ξεκινά την επίδειξη των ικανοτήτων του πάνω σε αυτό που λέγεται σύνθεση στην ηλεκτρονική μουσική. Δυστυχώς, το σετ αρχικά ήταν τόσο αδιάφορο όσο η σκόνη που πηγαινοερχόταν σχεδόν παγιδευμένη στις λωρίδες του φωτισμού. Στη συνέχεια, το αδιάφορο μετατράπηκε σε κακό, καθώς ο ήχος μπορεί να μην ήταν δυνατός, αλλά είναι έτσι φτιαγμένος ο χώρος που σε βάζει να προσέχεις και την κάθε λεπτομέρεια της εκάστοτε συναυλίας. Αυτό δεν βοηθούσε τον δημιουργό, μιας και έκαναν μπαμ οι αδυναμίες του ασύνδετου υλικού του και πρωτίστως δεν βοηθούσε εμάς να καταλάβουμε γιατί τραβά τόσο πολύ αυτή η πομπώδης επίδειξη που αγνοούσε τα βήματα που έχει κάνει η ηλεκτρονική μουσική εδώ και πολλές δεκαετίες (και ναι, το νέο βίντεο του OPN κολλούσε τέλεια στην ερμηνεία της περίστασης). Κάπως έτσι φτάσαμε στο γεγονός να ακολουθηθεί και encore μετά τη λήξη του 50λεπτου (και βάλε) σετ μετά και τον ενθουσιασμό μιας μερίδας του κόσμου, με αποτέλεσμα (εδώ μπαίνει spoiler) να έχουμε το πρωτοπόρο για τα ήθη γεγονός να παίζει το “support” περισσότερο από το όνομα για το οποίο και ήρθαμε!

Χωρίς καμία σχεδόν παύση, οι Porter Ricks, το ντουέτο των Andy Mellwig και Thomas Köner, ανέλαβε να μας συνεφέρει κάπως, και ομολογουμένως το κατάφερε εξαίσια. Συνήθως λέγεται ότι οι τάδε είναι πρωτοπόροι με περίσσια ευκολία, αλλά εδώ είναι αλήθεια ότι το σχήμα αυτό έβγαλε έναν πρωτοποριακό δίσκο το ’96 εγκαθιδρύοντας το είδος του dub techno. Το δύσκολο επίτευγμα της υπόθεσης βέβαια δεν ήταν να μας πείσουν για την αξία της ιστορίας τους, αλλά για το σήμερα, και έχοντας ως βάση τον ήχο που εκφράζουν στις δύο αξιοπρεπείς τελευταίες τους κυκλοφορίες στην ιστορική Tresor, μετά και την επανεμφάνισή τους στο στερέωμα, το κατάφεραν με χαρακτηριστική άνεση. Ήχοι που περιπλέκονταν ανάμεσα στο techno, το ambient και το dub μεταφραζόντουσαν σε μια γλώσσα εξωγήινη, αλλά και γοητευτική, εγκεφαλική, αλλά και ευδιάκριτη. Οι ίδιοι προσπάθησαν να ταιριάξουν τη μουσική τους στον χώρο και σε ένα βαθμό κρίνω ότι το κατάφεραν με το σχεδόν 50λεπτό τους σετ να κυλά ως μια μεγάλη σύνθεση με συνοχή, αλλαγές και πηγαία αισθητική. Encore βέβαια δεν είχε, και ο λόγος ήταν ότι χρόνος δεν υπήρχε, όπως μας έδειξε με την κίνηση των χεριών του ο Thomas. Το γιατί το είδαμε πριν.

Η επιτυχία μιας βραδιάς για κάποιο κόσμο έγκειται στο γεγονός της προσέλευσης ή του ενθουσιασμού που αφήνει πίσω του το όνομα του σχήματος, αλλά αυτό δεν λέει κάτι. Το νόημα βρίσκεται στην αίσθηση που αφήνει και στην ονειροπόληση που αφυπνίζει η εν λόγω μουσική, και με αυτόν τον τρόπο η βραδιά χάρις στους PR ήταν πετυχημένη. Ελπίζουμε αυτή η επιτυχία να καθορίσει τη συνέχεια αναλόγων βραδιών στον συγκεκριμένο χώρο.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Alexandra Katsarou για την παραχώρηση της φωτογραφίας από τη συναυλία.