Black Rain – Computer Soul (blackest ever black)

Το γεγονός ότι δεν βρίσκουμε αρκετή νέα μουσική που να μας ιντριγκάρει, ίσως να οφείλεται στην απροθυμία μας να της δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο και χώρο που της αναλογεί. Ίσως να φοβόμαστε το νέο, την αλλαγή, το άγνωστο τώρα, την παγωμένη στιγμή που είναι έτοιμη να λιώσει. Αρκεί όμως, ένα νέο άκουσμα που, έχοντας την αυτούσια δύναμη του, να σε κάνει να σκεφτείς ότι σε ένα κόσμο που όλα αλλάζουν, μοιραία, κάτι μένει. Μια υπόσχεση; Ένα ρήγμα στην καθημερινότητα ως μια ανάμνηση; Μια μελωδία να σφυρίζεις την ημέρα; Τι μένει, τελικά;

Δεν χρειάζονται πολλά δευτερόλεπτα από το άκουσμα του μπάσου της πρώτης σύνθεσης της νέας κυκλοφορίας των Black Rain για να σου εισχωρήσει η μουσική στον εγκέφαλο με ένα αόρατο χαμόγελο να σε τυλίγει. Λυτρωτικό και επίμονο σε οδηγεί σε ένα άλλο κόσμο, γεμάτο σκηνές από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μόνο που εδώ, δεν συνοδεύουν οι εικόνες το σενάριο, αλλά αυτές είναι το ίδιο το σενάριο. Οι ατμόσφαιρες, η κολασμένη φωνή της Star Jelly, το καλοχωνεμένο παρελθόν του Suart Argabright, μέλους των Ike Yard και η ιστορία των ίδιων των BR ως στάλες σε περιλούζουν τρυφερά, αλλά και με μια ένταση.

Πραγματικά, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα πλήρες άλμπουμ, είναι σαν να μη λείπει τίποτα από δω. Ακόμη και το σκότος είναι αρμονικά δοσμένο, διαπεραστικό και ευσυνείδητο, σαν μια βροχή που καθαρίζει τους βρώμικους δρόμους. Τα στοιχεία που διακόπτουν την αργή κίνηση των μοτίβων εδώ δεν είναι πολλά, αλλά θυμίζουν βαρύτονες αστραπές συναισθημάτων, στιγμές που διαρρηγνύουν το παρόν.

Το Computer Soul αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται πολλά για να φτιαχτεί κάτι που να σου τραβήξει την προσοχή. Η απλότητα του συνοδεύεται, μάλιστα κι από μια υπόσχεση, ότι έπεται δισκογραφική συνέχεια για το ίδιο το σχήμα, μέσα στο 2019. Εμείς προειδοποιήσαμε!

The fact that we don’ t find enough new music to intrigue us, is due to our reluctance to give the needed time and space to it. Perhaps, we are afraid of the new, the change, the unknown and that frozen moment that is ready to melt. It is enough, however, for a new sound, that holds its own power, to make you think, that in a world where everything changes, something remains. A promise? A rift in everyday life, as a memory? A melody you whistle during the day? What’ s left, after all?

It doesn’ t take many seconds, while listening to the bass of the first song of the new release of Black Rain to let this music enters in your brain with an invisible smile to enfold you. Reedeming and persistent, leads you in another world, full of scenes of a sci-fi film. Only, the scenes here are the scenario itself! The atmospheres, the sounds, Star Kelly’ s hellish voice, the past of Stuart Argabright, member of Ike Yard and the story of BR as raidrops splashes over you tenderly, but also, with an intensity.

Actually, if we exempt the fact that this is not a full – length album, it’s is like Computer Soul lacks nothing at all. Even its darkness is harmoniously given, permeable and conscientious, like a rain which cleans the dirty roads. The elements that interrupt the slow motion of the patterns here are not that many, but they are reminiscent of heavy thunders thunders of emotions and moments that rupture the present.

Computer Soul proves that it doesn’ t take much to create something to attract attention. Its simplicity comes with a promise that there are more BR releases to come in 2019. You ‘ve been warned!

Μπάμπης Κολτράνης

Screaming dEAD Balloons – L’Un Ar Id (Vault Relics/name your price)

Βιώνοντας μια υλιστική πραγματικότητα όπου η καθημερινότητά μας κινείται σε σχεδόν, ρομποτικά προγραμματισμένους ρυθμούς, αρκεί και μόνο το άκουσμα της λέξης ψυχεδέλεια να μας παραπέμψει σε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από το βίωμα αυτό καθεαυτό. Πόσο μάλλον όταν η ψυχεδέλεια ως κίνημα, από τη δεκαετία του 1960 είχε ως επιδίωξη την απελευθέρωση του ανθρώπου, παράλληλα με την επίτευξη της επιθυμητής και δυνατής ψυχικής ανάτασης, μέσα από μια διαδικασία πνευματικής άνθησης. Ειδικότερα στο μουσικό τομέα υπήρξε μια έντονη δημιουργική αύξηση, μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό για τη διεύρυνση των μουσικών οριζόντων. Οι διαφοροποιήσεις με το πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών υπήρξαν ωστόσο, η διάθεση για την ευχαρίστηση του νου και των αισθήσεων παρέμεινε αδιαπραγμάτευτη.

Αυτές οι σκέψεις περί κινημάτων αλλά και γενικότερα, περί ετικετών και ταμπελών στις καλλιτεχνικές δημιουργίες, ειδικότερα στη μουσική τριγύριζαν στο μυαλό μου κατά την ακρόαση του L’Un Ar Id, του δεύτερου άλμπουμ των Λαρισαίων Screaming Dead Balloons. Οι SDB δημιουργήθηκαν το 2012 κι έκτοτε έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία σε live εμφανίσεις τόσο σε underground χώρους όσο και σε χώρους καταλήψεων και διάφορα φεστιβάλ κλπ. Το νέο τους άλμπουμ αποτελεί ένα καλοδουλεμένο υλικό με συνθέσεις άλλοτε πιο μελαγχολικές κι άλλοτε πιο garage που διακρίνονται από έναν καλά στημένο και ισοσκελισμένο θόρυβο. Κινούνται στο φάσμα της noise, garage ψυχεδελική ροκ, με τα ίδια τα μέλη να αναφέρουν πως η μουσική τους αποτελεί τελικά, μια φασαρία χωρίς όρια, όπως κάνει ένα φουσκωμένο μπαλόνι όταν το αφήσεις ελεύθερο στον αέρα. Σαφή δείγματα αυτού του φάσματος αποτελούν η δυναμική αρχή του άλμπουμ με το “Y.O.L.A.” με τα “Nio Nio” και το πιο δυναμικό “Lion” να ξεχωρίζουν, ενώ το χωρίς στίχους “Mandolino” να διακρίνεται από μια post punk υποβόσκουσα διάθεση.

Η μπάντα προσεγγίζει τη νέα εποχή της ψυχεδέλειας θέλοντας να αναδείξει τη ανάγκη του ανθρώπου για διαρκή αναζήτηση μέσα από την πνευματική ελευθερία και αλλαγή προς νέες κατευθύνσεις και πτυχές, μουσικές ή μη.

Sylvia Ioannou

Objekt – Cocoon Crush (PAN)

Πλέον, το να ψάχνεις να βρεις νέα, αξιόλογη μουσική μέσα στον κακό χαμό θυμίζει οδήγηση σε δαιδαλώδη πόλη. Μόνο που εδώ δεν έχει GPS, γιατί ακόμη κι αν μια υπογραφή-πινακίδα μας λέει κάτι, αν δεν ακολουθήσεις την πορεία του, δεν βρίσκεις τίποτα. Για την ακρίβεια, ακόμη κι αν επιλέξεις να οδεύσεις προς την κατεύθυνση που σου υποδεικνύει, υπάρχει η περίπτωση οι πρώτες εντυπώσεις-ακροάσεις να μην είναι αρκετές ή να είναι ακόμη και παραπλανητικές. Κάτι τέτοιο μου συνέβη με το τελευταίο άλμπουμ του Objekt και οι δύο λόγοι που με εμπόδισαν να χωνέψω εύκολα το υλικό του, αποδείχθηκαν αυτοί που καθόρισαν το τελικό μου συμπέρασμα.

Αρχικά, το Coccon Crush είναι ένα άλμπουμ που απλώνεται στο χώρο, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την ακριβή διάρκεια του. Έχουμε την ίδια σύνθεση στην αρχή και στο τέλος, αντιστρέφοντας την λογική του φινάλε, καθώς στο κλείσιμο ακούμε την διευρυμένη έκδοση του “Lost & Found”, και ανάμεσα σε αυτά, ιδέες που ρέουν όχι γραμμικά, αλλά σχεδόν άναρχα. Κάπως σαν τα φυτά που ανθίζουν σε ένα περιβάλλον ελεύθερο, μόνο που εδώ το περιβάλλον είναι ο ήχος που παραμένει μέχρι τέλους αινιγματικός και πλούσιος σε αναγνώσεις. Γι΄ αυτό το λόγο δεν σου μένει στο τέλος κάποια συγκεκριμένη σύνθεση στο μυαλό, παρά μόνο η αίσθηση που σου αφήνει.

Έπειτα, είναι αυτή η φυσικότητα των συνθέσεων που μέσα από ρυθμικά ή σπασμένα ηλεκτρονικά μοτίβα κάνει την εμφάνιση της, μέσω απρόσμενων, μελωδικών και γήινα ρυθμικών εκφράσεων. Η ομορφιά του δίσκου κρύβεται ακριβώς σε αυτά τα σημεία που θυμίζουν άνθη που ξεφυτρώνουν μέσα από τσιμεντένιες χαραμάδες και τα οποία πάλλονται από ένα αεράκι το οποίο κανείς δεν καταλαβαίνει από που έρχεται.

Όλη αυτή η οργανικότητα δεν είναι άμεσα αντιληπτή κι όμως, είναι εκεί, σαν τις κρυμμένες θέες μια πόλης ξερής. Λόγου χάρη, αν κάποιο μεσημέρι σας φέρει ο δρόμος προς τα Προπύλαια στην Αθήνα, γυρίστε και κοιτάξτε απέναντι το γυάλινο κτίριο. Πάνω σε αυτό καθρεφτίζεται ο πράσινος Λυκαβηττός. Κοιτάζοντας το είδωλο του έχεις την εντύπωση ότι είναι ακριβώς από πίσω σου! Κάπως έτσι ηχεί το Cocoon Crush, κρυμμένο γύρω σου και περιμένοντας να εστιάσεις πάνω του, για να αντιληφθείς τον πλούτο του.

To search for a new and interesting music among chaos is like driving in a labyrinthial city. The difference is that there is no GPS here, because, even when a sign says something, if you don’t follow its guideline, you won’t find anything. In fact, even if you decide to take that specific path, the first impressions-listenings are not enough or even be misleading. This happened to me, while trying to understand Objekt’ s last album and the two specific reasons that prevented me from easily dive into it, became the ones that defined – in a positive way – my final conclusion.

At first, Coccon Crush is an album that is spreading into space, without realizing its exact duration. We have the same composition at the beginning and at the end, reversing the idea of reprise or finale, as the last song is an expended version of the first one “Lost & Found” and between them there are ideas that flow, not linearly but almost anarchically. Somehow like plants who blossom in a free environment, only here environment is the sound that remains enigmatic and grandiose, till the end. That’s why, you do not have a specific synthesis in mind, just a particular sensation that’s left of it.

Afterwards, there is this naturalness of the songs who occurs unexpected melodies and earthly beats among rhythmic or broken electronic patterns. The beauty of this record is hidden exactly in these points which resemble flowers that spring up among cement cracks and which are rattled by a soft breeze that no one knows where it comes from.

All this organic sense is not immediately perceived, but still it’s there like the hidden sights of a dry city. For example, if you pass through Propylaia in Athens at midday, turn and look across the glass building. Lykabettus is reflected on it. Looking at its reflection, you get the impression that the hill is right beside you! That’ s how Coccon Crush sounds, hidden around you and waiting for you to focus on it, just to discover, to sense its wealth.


Μπάμπης Κολτράνης

Zoé Zanias – Into The All (Candela Rising)

Μέσα στην υπαρξιακή σκοτοδίνη και τις νευρωτικές αυταπάτες που ενσαρκώνει το σύγχρονο εκμαγείο ονόματι δυτικός πολιτισμός, αναδύονται συχνά, άλλοτε ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες και άλλοτε ως συνειδητές επιλογές, προσωπικές εκλάμψεις διαύγειας που διαρρηγνύουν μια προκαθορισμένη πορεία βίου και έργου. Μια ανάλογη οικουμενική αλήθεια επικαλείται και αναδεικνύει το πρώτο ολοκληρωμένο LP άλμπουμ της Alison Lewis (Zoé Zanias), Into The All, και δεύτερη προσωπική δουλειά, μετά το ντεμπούτο EP της, To The Core (2016).

Γεννημένη στην Αυστραλία, μεγαλωμένη στη νοτιοανατολική Ασία και έχοντας σπουδάσει αρχαιολογία στο Λονδίνο, η -πλέον- Βερολινέζα κοσμοπολίτισσα Zoé Zanias μας συστήνει εκ νέου τη χαρισματική φωνή της, επιχειρώντας να επανεφεύρει ένα δυστοπικό μέλλον, μέσα από θραύσματα αρχαίας σοφίας, εξωτικά ethereal wave ηχοτόπια και φουτουριστικά cold synths οράματα.

Με εμφανείς avant-garde industrial επιρροές από SPK/Graeme Revell, πολυπολιτισμικές folk ενθυμήσεις από Dead Can Dance/Lisa Gerrard και experimental noise/techno ρυθμούς αλά Coil/Psychic TV, το Into The All μας εισάγει στον αιώνιο κύκλο “γέννηση – ζωή – θάνατος” μέσω υπνωτικών κυμβάλων, κατανυκτικών αλαλαγμών και διονυσιακών τελετουργικών από τα δύο πρώτα tracks, “Uroboros” και “Division”, αντίστοιχα. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πώς η ονοματοδοσία της tracklist καθεαυτή εμπεριέχει μια πλούσια φιλοσοφική σημειολογία και ενσταλάζει αρμονικά συνειρμικούς συμβολισμούς στο εκάστοτε κοινό. Με αυτό τον τρόπο ακριβώς, εκρήγνυται μπροστά μας μια μουσική κοσμογονία από coldwave πλήκτρα και dark techno beats τόσο στο “Aletheia” όσο και στο “Idoru”, δύο διαμαντάκια που αμέσως ξεχωρίζουν. Ακολουθεί η ηλεκτρονική εξιστόρηση της δεδομένης ανθρώπινης απόπτωσις με τα τρία επόμενα tracks του LP, “Rise”, “Atrophy” και “Thanatos”, στο οποίο συμμετέχει φωνητικά η Lynette Cerezo των Bestial Mouths. Το αποκαλυπτικό οδοιπορικό αυτογνωσίας και αισθητικότητας τερματίζει με ατμοσφαιρική lo-fi ambient/drone αισθητική, καθώς και με minimal σαμανικά κελεύσματα, μέσω του “Exuvia” και του ομώνυμου “Into The All”, όπου ωκεανός, ορίζοντας και ουρανός, ως ζωντανές αναπαραστάσεις, νοηματοδοτούν την αέναη αναγέννηση.

Συνοψίζοντας, η Alison Lewis, ξεφεύγοντας και συγχρόνως υιοθετώντας μουσικά μοτίβα από τα προηγούμενα σχήματά της (Linea Aspera και Keluar), τολμάει να πειραματιστεί και να συνδυάσει τα κρυστάλλινα φωνητικά της με πιο παραδοσιακά όργανα, με ένα πρωτόγονο μυστικισμό σε σχέση με τη φύση. To Into The All χαρτογραφεί απόκρυφες επιθυμίες και απελευθερώνει τις αισθήσεις, πετυχαίνοντας μια συμφιλίωση με την ανθρώπινη κατάσταση. Αναμφίβολα καθηλωτική, συγκινησιακή, γήινη synthwave performance.


Death Disco, Athens 2016

From the existential vertigo and the neurotic illusions which embody the modern cradle called western civilization, personal flares of clarity often emerge, either as self-fulfilling prophecies or as considered choices, changing a predetermined course of life and work. A similar universal truth invokes and highlights first solo LP album of Alison Lewis (Zoé Zanias), Into The All, after her EP debut, To The Core (2016).

Born in Australia, raised in South-East Asia and lived as an archeology student in London, most cosmopolitan Berliner Zoé Zanias introduces afresh her charismatic vocals to us, attempting to re-invent a dystopian future, through shards of ancient wisdom, exotic ethereal wave soundscapes and futuristic cold synths visions.

Likewise with evident avant-garde industrial influences from SPK/Graeme Revell, multitribal folk remembrances of Dead Can Dance/Lisa Gerrard and a Coil/Psychic TV experimental noise/ techno tempo, Into the All enters us into the eternal circle of birth – life – death via hypnotic cymbals, worshipping calls and dionysian rituals from the first two tracks, “Uroboros” and “Division” respectively. It is noteworthy how the tracklist’s naming itself involves abundant philosophical semantics and harmoniously instills coherent symbolisms to the audience. In such way, a musical cosmogony of coldwave synths and dark techno beats explodes both in “Aletheia” and “Idoru”, two diamonds that right away stand out of the album. An electronic narration of the given human descent follows with the next three LP tracks, “Rise”, “Atrophy” and “Thanatos”, in which Lynette Cerezo, vox of Bestial Mouths, also features. The revealing journey of self-sentience and sensuality ends with atmospheric lo-fi ambient/drone aesthetics, as well as with minimal shamanic invocations, through “Exuvia” and homonymous “Into The All”, where ocean, horizon and sky as vivid representations mean perpetual rebirth.

In summary, Alison Lewis, escaping from and simultaneously adopting music patterns from her earlier career (Linea Aspera and Keluar), dares to experiment and mix her crystal vocals with more traditional instrumentation and a primitive mysticism in peace with nature. Into The All cartographes inner desires and releases the senses by achieving a reconciliation with the human condition. Undoubtedly immersive, empathetic, earthly synthwave performance.

Pantelis Daskalakis

Tommy Guerrero – Road To Knowhere (Too Good)

Την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο με ράθυμους ρυθμούς και ευμετάβλητη διάθεση βρισκόμαστε για ακόμα μια χρονιά στο μεταίχμιο της αλλαγής μιας χρονιάς – στην αφετηρία ενός κύκλου 365 ημερών με τον τριψήφιο αυτό αριθμό να αποτελεί ακόμα κίνητρο για αλλαγές κι όχι μία ανυπέρβλητη πρόκληση.

Σίγουρα στο πέρας μιας χρονιάς σαν το 2018 τίποτα δε φαντάζει απίθανο ή απρόβλεπτο. Τα απώτατα ύψη και τα απώτατα βάθη της ανθρώπινης δράσης έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους πάνω μας και το βάρος της επεξεργασίας του δεν ήταν ποτέ άλλοτε βαρύτερο (εικάζουμε).

Σε ένα τέτοιο χωροχρονικό πλαίσιο, η νέα δουλειά του Tommy Guerrero είναι τόσο παράταιρη όσο και αναγκαία. Όπως προείπαμε, θα ήταν πλέον αναχρονιστικό να επιμείνει κανείς στην παραδοξότητα της σύνθεσης των ιδιοτήτων του κ. Guerrero. Τι το περίεργο στο να συνθέτει μουσική ένας επαγγελματίας sκateboarder; Μήπως οι ρίζες του από τη Χιλή και τις Φιλιππίνες μάς βοηθούν να φτάσουμε πιο ομαλά στην πηγή των jazz και afrobeat μελωδιών του ή δυσκολεύουν ακόμα πιο πολύ το νοητικό μας ταξίδι;

Αυτά τα ερωτήματα είναι εκτός τόπου και χρόνου σήμερα, κενά κάθε περιεχομένου. Ο κ. Guerrero μετρά ήδη είκοσι χρόνια επαγγελματικής πορείας τόσο στον χώρο του skateboarding όσο και της μουσικής, ώστε να είναι δύσκολο για τον παρατηρητή να ξεχωρίσει τις δύο αυτές ασχολίες του σε κύρια και παρεπόμενη.

Το Road To Knowhere μαρκάρει αυτή την εικοσαετή διαδρομή, διαδεχόμενο του Perpetual του 2015. Δεκατρείς μαγευτικά καταπραϋντικές συνθέσεις – κινούμενες κυρίως σε jazz διαδρομές τις οποίες διακόπτουν μικρές funk και afrobeat παρεκβάσεις – συναποτελούν έναν από τους πιο θεραπευτικούς δίσκους της χρονιάς.

Είναι δύσκολο για εμένα προσωπικά να προχωρήσω σε μία – κομμάτι ανά κομμάτι – αποδόμηση του Road To Knowhere. Βρίσκω ότι μια τέτοιου είδους προσέγγιση θα απέκδυε την ολότητα του δίσκου από την ομαλότητα των μεταβάσεων μεταξύ των συνθέσεων και από την εν γένει φυσικότητα της ροής του.

Θα ήθελα μόνο να κλείσω αυτή τη μικρή λεκτική εισαγωγή στο Road To Knowhere με τη διαπίστωση ότι το μυστικό στο να παραμένεις «relevant», όπως συνηθίζεται να λέγεται στην πομπώδη μεριά της δισκοκριτικής, δε βρίσκεται στις δοκιμασμένες φόρμουλες (sic) και στις κοπιώδεις εναλλαγές αλλά στη σύνθεση ενός όλου μεγαλύτερου από τον εαυτό σου που μοιάζει πιο αυθύπαρκτο και λειτουργικό από τα μέρη του.

Moving on with a sneaky rhythm and a changeable mood we find ourselves yet another time at a year’s turning point – the beginning of a 365-day circle whose three-digit number sets a motive for us to change rather than a challenge.

Undoubtedly, at the end of a year such as 2018 there is nothing considered as unlikely or unforeseeable. The highest reaches and the deepest lows of mankind have already stigmatized us. The burden of processing all this information has never been so overwhelming (or has it? We can only speculate).

In a time and a place such as the aforementioned, Tommy Guerrero’s new album proves itself to be as discrepant as it is needed. It’s already been stated that it would be anachronistic to maintain the notion that Mr. Guerrero’s qualities as a professional are mismatched. Who would (at the present time and era) marvel at the fact that a professional skateboarder composes music at the rate and with the intensity that he does? Would it help to consider his Chilean and Filipino roots in order to track the source of his jazz and afrobeat melodies or would it intervene with our spiritual journey?

Such questions are simply out of place, should they be asked nowadays, completely devoid of meaning. Mr. Guerrero holds a career that spans for twenty years – both as a professional skateboarder and as a musician. This fact makes it difficult for the observer to tell his two qualities apart and discern which one should be called “primary” and which one is the “secondary”.

Road To Knowhere marks this twenty-year old journey, following the album Perpetual (2015). Thirteen majestically soothing compositions – set on jazz premises mainly with a taste of funk and afrobeat intervals – form together one of the most therapeutical albums of 2018.

Personally, I find it pretty hard to move on and deconstruct each individual track of Road To Knowhere. Such an approach would deprive the album of its well-tempered transitions and harm the natural flow of its melodies.

I would like to conclude this tiny introduction to Road To Knowhere with an ascertainment: the key to staying “relevant” (as usually mentioned in contemporary journalism) cannot be found in well thought-out past formulae or in the strenuous alternations of style. It’s the ability to create a whole which extends to reaches further than your own self. A whole that is way more autonomous and functional than its parts.

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Poisoning Seraphs – Dead Congregation/Rapture/Soulskinner live

Η αρχική ανακοίνωση σχετικά με το επερχόμενο live των Dead Congregation επί αθηναϊκού εδάφους, αναμενόμενα διέσπειρε ενθουσιασμό σε ικανότατο αριθμό μυημένων και μη. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν η προσθήκη μιας ακόμα συναυλίας τους, πέραν αυτής που είχε αρχικά ανακοινωθεί. Η συγκεκριμένη μάλιστα, θα επικεντρωνόταν στο “Grave Of Archangels”, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν δέκα έτη από την κυκλοφορία του. Και αυτό αποτελούσε ακόμα έναν πόλο έλξης, προσωπικά μιλώντας.

Φτάνοντας στο Temple σχετικά νωρίς, παρατήρησα πως υπήρχαν κάποιες/κάποιοι ήδη εκεί. Η είσοδος των Soulskinner έγινε σε σχετικά ζεστό κλίμα, λοιπόν. Σχεδόν παρεϊστικο, κάτι στο οποίο συνέβαλε και η απόδοση τους. Το παλαιών αρχών, κατά βάση αμερικανικής υφής death metal τους, ηχούσε οικείο στα περισσότερα παρευρισκόμενα πρόσωπα. Ενώ και η σκηνική τους παρουσία απέδιδε μια χαλαρή, μα συνάμα μεστή, διάθεση. Έχω ωστόσο την αίσθηση ότι κάτι έλειπε, συνολικά. Ίσως οι συνθέσεις τους να χρειάζονται περισσότερες χαοτικές ανατροπές, ώστε να αναπνεύσουν; Εκτελεστικά πάντως, ήταν επαρκέστατα δεμένοι και είχαν θετική ανταπόκριση από το κοινό. Τίμιους, θα τους χαρακτήριζα. Δεν ξέρω αν αυτό αρκεί όμως.

Μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, οι ως τότε άγνωστοι σε εμένα Rapture εφορμούν στη σκηνή. Το αναφέρω κυριολεκτικά, καθώς ήταν όντως εκρηκτική η είσοδός τους! Σκηνικά, μα και όχι μόνο. Από το πρώτο κομμάτι ήδη, μου ήρθαν στο νου οι τεράστιοι Demolition Hammer. Αυτό μόνο ως θετικό δύναται να προσμετρηθεί, κατά τη γνώμη μου. Κι αυτό γιατί οι συγκεκριμένοι Αμερικανοί ήταν η αγαπημένη μου thrash μπάντα- ή death/thrash, ακριβέστερα. Σε αυτά τα μονοπάτια κινούνται και οι Rapture, με ιδιαίτερα πειστικό μάλιστα τρόπο. Και απόλυτα παθιασμένη εκτέλεση και παρουσία, θα προσέθετα. Το set τους ήταν λίαν χορταστικό-και έδειχνε να κινητοποιεί τους παρευρισκόμενους. Το ίδιο θα έλεγα πως ίσχυε και για την περίπτωσή μου. Θα τους έχω κατά νου μελλοντικά, συνεπώς.

Σταδιακά, ο ναός γεμίζει από κόσμο, που προσέρχεται για να δει τους headliners. Οι οποίοι μετά από κυριολεκτικά αναρίθμητες συναυλίες σε όλον τον κόσμο, εμφανίζονται στην Αθήνα, με την ιδιαίτερη μα και επετειακή συνθήκη που προανέφερα. Τα banners, στις 2 άκρες της σκηνής, λειτουργούν ως ένδειξη, μα και ως προειδοποίηση: “Pray For Total Death”. Με την ολοκλήρωση του “Hell Awaits” που εδώ καταλάμβανε την θέση της εισαγωγής, η μπάντα καταλαμβάνει τη σκηνή. Με άμεσα επιθετική διάθεση και έναν σφιχτό αέρα αυτοπεποίθησης. Ο τελευταίος πηγάζει προφανώς από την έντονη συναυλιακή τους εμπειρία. Αλλά επιπρόσθετα, είναι και αποτέλεσμα της κυρίαρχης ποιοτικά θέση τους, σε ό,τι αφορά το death metal του σήμερα. Ήταν το “Graves Of The Archangels” ο δίσκος που επέβαλε, τρόπον τινά, την αναβίωση του συγκεκριμένου ιδιώματος. Και συνεπώς, λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο ένδοξα νεκρικό παρελθόν και στο σπηλαιώδες metal του θανάτου, που επακολούθησε. Έχοντας επίγνωση της σημασίας του, οι Dead Congregation το εκτελούν με στόμφο και πάθος. Η ολικά βορβορώδης ατμόσφαιρα δημιουργεί την εντύπωση μιας συμπαγούς μάζας. Δε θα ξεχώριζα τραγούδια, καθώς συνολικά το ηχητικό αποτέλεσμα με ρουφούσε, λειτουργώντας ως μια αδιάσπαστη, Τυφώνεια μάζα. Μέσα στο στροβιλιζόμενο χάος αυτής, διακρίνει κανείς τα δυσαρμονικά riffs, τα απολύτως εύστοχα leads, τα καταπληκτικά φωνητικά του Αναστάση. Η σκηνική τους παρουσία είναι λιτή και αυστηρή, προσθέτοντας πολλά στον σχεδόν μυστικιστικό άνεμο αυτής της εμφάνισης. Αξίζει βέβαια και μια αναφορά στα καταιγιστικά τύμπανα, που αποτέλεσαν τη ραχοκοκκαλιά σε αυτό το ηχητικό σύνολο. Η κατανυκτική μείξη ψαλμωδιών σε αντιπαράθεση με πηχτά riffs, οδηγεί σε ένα απλά ψαρωτικό αποτέλεσμα. Λίγο αργότερα, η μπάντα αποχωρεί. Για να επιστρέψει, για το μόνο ταιριαστό κλείσιμο: το “Vomitchrist” δονεί τον Ναό, οδηγώντας σε ένα αβίαστα βάρβαρο αποκορύφωμα.

Η πρωτοκαθεδρία τους στο είδος πιστοποιείται εμφατικά με τελετουργίες όπως η συγκεκριμένη, ομολογώ. Τα αυτιά μου βούιζαν από τις βαρύτατες κιθαριστικές παραμορφώσεις, ενώ εγκατέλειπα χαμογελώντας τα ερείπια του Ναού.

ΥΓ. Ευχαριστούμε την Χαρά Ξάρχου για την παραχώρηση των φωτογραφιών.

Giorgos Kanavos

Thomas Ankersmit – Homage To Dick Raaijmakers (shelter press)

Ως έκφραση στο ηχητικό πεδίο- μα και όχι μόνο σε αυτό-ο μινιμαλισμός θα μπορούσε να νοηθεί ως μια χειρονομία Αγάπης. Μια χειρονομία άδολη και άχρονη, υποβλητική στη σύλληψη μα και στην πραγμάτωσή της. Φυσικά, συχνότατα ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας ψυχρά ακαδημαϊκής προσέγγισης, που στερεί το αποτέλεσμα από την αρχική του ποιότητα. Είναι ήδη γνωστό, εξάλλου: η άνιση υπέρβαση της αυστηρότητας οδηγεί στη στειρότητα, Ενώ, αντιστοίχως, η άμετρη προσφορά του ελέους απολήγει στη μαλθακότητα. Ετούτες είναι λοιπόν οι συμπληγάδες, ανάμεσα στις οποίες το παρόν έργο οφείλει να πορευτεί.

Το γεγονός ότι πρόκειται για έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Dick Raaijmakers με προϊδεάζει ιδιαιτέρως θετικά. Το γεγονός δε πως ο εν εξετάσει φόρος τιμής αποδόθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ένα μουσείο, ας μην γίνει δεκτό ως ενδεικτικό κάποιας νοσηρά ιδωμένης ακαδημαϊκής ροπής, προερχομένης από το μέρος του συνθέτη. Ας αρκεστούμε στο απλό γεγονός: το υλικό που βρίσκεται εδώ, εκτέθηκε πρωταρχικά μπροστά σε κοινό, στο Stedelijk Museum του Amsterdam, το 2016. Και φέτος κυκλοφορεί και η καταγραφή του σε ψηφιακό δίσκο.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η ολότελα αναλογική αυτή ηχητική σύνθεση είναι εμπνευσμένη από τα έργα όπως ακόμα και από τα θεωρητικά κείμενα του Dick Raaijmakers. Η συνολική προσφορά του κορυφαίου αυτού δημιουργού δε δύναται να αποτυπωθεί εδώ. Σε ό,τι μας αφορά άμεσα, η σύνδεση είναι άρρηκτα έκδηλη, καθώς η παρούσα συμφωνία αφιερώνεται σε αυτόν. Αφιερώνεται επίσης στον πατέρα του Ankersmit, ως κίνηση ανταπόδοσης και ευγνωμοσύνης. Για το γεγονός ότι μέσω αυτού ο Thomas ήρθε σε επαφή με το feedback για πρώτη φορά. Μια συγκινητική αποκάλυψη, τολμώ να προσθέσω, καθώς το feedback είναι ένα από τα ομορφότερα επιτεύγματα που έλαβαν χώρα στο ηχητικό στερέωμα.

Έχοντας αυτές τις βάσεις ως σημεία αναφοράς, ο Ankersmit ξεδιπλώνει αβίαστα τις όποιες αρετές του. Οι οποίες μάλιστα είναι ουκ ολίγες, ένα στοιχείο που δε συνιστά αντίφαση, σε σχέση πάντα με τον αυστηρά λιτό χαρακτήρα του περιεχομένου.Έχοντας ήδη επιδώσει τα διαπιστευτήρια του, μέσα από μια σειρά συνεργασιών με εξαιρετικούς καλλιτέχνες, όπως ο Jim O’Rourke και ο Valerio Tricoli, διατρανώνει εδώ περίτρανα τη φύση της εμμονής του. Η οποία επιστεγάζεται σε μια διάδραση καθάριων θορύβων και βόμβων, που καθοδηγούν την εγκόσμια κίνηση. Η αφοσίωση στην αναλογική υφή, αποτελεί τρόπον τινά μια ευκαιρία συνομιλίας με το παρελθόν αυτού του χώρου. Είναι βέβαια αναμενόμενο πως αυτή η προσέγγιση ενδέχεται να φανεί ανάλογη με την αντίστοιχη των Eleh. Η βάση αυτής της ηλεκτρονικής ιερουργίας όμως θα μπορούσε να ψηλαφηθεί στο απώτερο κενό του χρόνου-όπως αυτό μετουσιώθηκε στα έργα οντοτήτων όπως ο Tony Conrad, ή και ο Terry Riley.

Πέρα από την παράθεση όμως προσχηματικών συγγενειών, το κομβικό σημείο αυτού του έργου βρίσκεται αλλού: είναι η διπλή όψη αυτών των ήχων, που λειτουργεί ωσάν κέλυφος. Η φαινομενική μα και ουσιώδης ψυχρότητα κυριαρχεί ως περίβλημα. Ψηλαφώντας ωστόσο κάτω από την επιφάνεια, ανακαλύπτει κανείς ένα άφοβο βάθος, ο πυρήνας του οποίου αποκαλύπτει μιαν εμβριθή θερμότητα. Ο συντονισμός με αυτή την παλλόμενη γοητεία, είναι το ζητούμενο αυτής της σπουδής. Η οποία, δονούμενη ως μελέτη, συνταιριάζει τον πλούτο της εμπειρίας, με τη στοργή του αεικίνητου. Όσες και όσοι κατορθώσουν να συμπορευθούν με τον νόστο αυτής της εμπειρίας, θα ανακαλύψουν μια μαγευτική, μα και συνάμα, μαγεμένη, κατάβαση. “Κάθε εικόνα είναι καθαυτή ύπνος”, άλλωστε- για να χρησιμοποιήσω τα, παραδόξως ταιριαστά εδώ, λόγια του Walter Benjamin.


Treated as an expression, when it comes to the sonic field -yet not exclusively, may I gladly add- minimalism could be viewed as a gesture of Love. A gesture that is genuine and timeless, evocative in its conception as well as in its course of fulfillment. Naturally though, it is quite often that the danger of a clinical, relentlessly academic approach lurks. An approach that, in the end, strips off the result of all its initial qualities. It is an already well known fact: the uneven transcendence of strictness will ultimately lead to sterility. Whilst, simultaneously, a severe offering of mercy will likely culminate into limpness. Thus, these appear to be the milestones, in through which this present piece needs to walk among. The fact that this is a homage to the magnificence of Dick Raaijmakers, provides me with a certainly positive inclination. Moreover, the fact that this specific homage which I am examining here, was at first presented in a museum, should not be addressed as a testimony of a morbidly addressed academic tendency, on the artist’s behalf. For the time being, let us simply attest to the occasion: the material presented herein, had its initial projection in front of an audience, back in 2016, its place of exhibition being Stedelijk Museum, in Amsterdam. Hence, this year sees the release of the recorded output, in the form of a compact disc.

It is relatively easy to understand that this completely analog audio composition is greatly inspired by the works, as well as the theoretical texts of Dick Raaijmakers. The essential character of the latter’ s legacy cannot be fully acknowledged, within the limits of this text. Focusing exclusively on what is of immediate concern to us, a connection is inseparably forged, something definitely evident from the beginning, since this symphony is dedicated to him. At the same time, this is also dedicated to Ankersmit’s father. A rather gentle and rewarding gesture of recognition to the man that firstly introduced Thomas to the joys of feedback. This had probably been a deeply moving revelation, dare I add, since feedback is one of the finest achievements that ever took place on sonic terrain. Using these foundations as pillars of reference, Ankersmit effortlessly unfolds his obvious merits. Quite a lot of the latter can be detected at once, something that does not constitute a contradiction, or even a form of antinomy, in relation to the strictly austere mode that this work possesses.

Having already displayed his credentials in a series of collaborations with well respected artists around the globe, such as Jim O’ Rourke and Valerio Tricoli, on this occasion he gloriously demonstrates the inner nature of his obsession. An obsession that is materialized into a transaction of brightly visible noises and drones, that seem to navigate towards the cosmic current. His dedication to analogue texture can be regarded as an opportunity to communicate directly to the past endeavours of this genre. It is reasonably expected that this type of approach will be compared to Eleh’ s equivalent efforts. The actual basis of this electronic ritual, however, would indeed be traced back to the utter void of time-and the motives that this had been transmuted in the works of entities such as Tony Conrad and Terry Riley.

Aside from citing eclectic relations to former monuments though, I need to point out that the crucial element of this recording lies elsewhere: into the dual aspect of these sounds, that seemingly embrace a function similar to that of a shell. An apparent, yet essential, sense of coldness is effectively dominant, providing a space equal to that of a tender shield. Reaching out under its surface though, one can come across to a fearless depth, the core of whom unveils a profound sense of warmth. Tuning to this spinning charm, is the actual desideratum of this study. Imagine the latter, vibrating spontaneously as a survey, functioning as a connection between the wealth of experience and the tenderness of a restless force. Those that will manage to merge into the wistfulness of said experience, will be rewarded by discovering a truly magical, but also enchanted, descent. “Each image is sleep by its nature”, certainly-quoting here the paradoxically fitting words that Walter Benjamin once used.

Giorgos Kanavos