Second Still – Cold Showers

Second Still – Violet Phase (sentimental)

Όταν οι Second Still είχαν εμφανιστεί στην Αθήνα πριν λίγα χρόνια, αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση, πέραν των ζωντανών τους επιδόσεων ήταν η ανεπιτήδευτη έκφραση τους που καμία σχέση δεν είχε με τα παρόμοια γκρουπ του είδους που υπηρετούν από τότε που εμφανίστηκαν. Αυτή η αυθεντικότητα τους αποκρυσταλλώνεται και δισκογραφικά στο νέο τους πόνημα. Τουτέστιν, ενώ κρατάνε το μουσικό τους dark/post punk στίγμα (βλ “Eternal Love”), καταφέρνουν να το εμπλουτίσουν με απλές συνταγές που όμως αποδίδουν τα μάλα! Απόδειξη είναι η ποικιλία στα ρυθμικά μέρη των νέων κομματιών τους, το μπάσιμο με δύο άκρως ηλεκτρονικά κομμάτια και η ανάδειξη πανέμορφων μελωδιών που σε πολύ λίγες στιγμές κάτι θυμίζουν. Κι όλα αυτά, σε λιγότερο από μισής ώρας υλικό!

Cold Showers – Motionless (dais records)

Από την άλλη, οι Cold Showers δεν δίνουν σημασία σε νεωτερισμούς και κοιτάνε να γράψουν άρτια τραγούδια με δοκιμασμένες συνταγές. Πάντα αυτό έκαναν εξάλλου, αλλά στο νέο τους πόνημα βλέπουμε μια διάθεση να ραφινάρουν τον post punk ήχο τους και μέσα από την απλότητα να φτιάξουν κάτι που θα μείνει στο χρόνο. Όχι πως δεν το καταφέρνουν αυτό σε ορισμένες στιγμές εδώ, αλλά συνολικά παρουσιάζουν έναν αργοκίνητο δίσκο που ακούγεται σαν να ανήκει σε άλλη δεκαετία. Αν συμβαίνει αυτή η δεκαετία που σας έχει σημαδέψει περισσότερο να είναι αυτή των 1980’s και ειδικά η ρομαντική πλευρά της, τότε το Motionless θα σας αφήσει ικανοποιημένους.


Second Still – Violet Phase (sentimental)

When Second Still appeared in Athens a few years ago, the main thing that impressed me, beyond their live performances, was their unpretentious expression that had nothing to do with similar groups of the music kind that they serve since they appeared. This authenticity is crystallized and recorded in their new work. So, while keeping their dark / post punk music mark (see “Eternal Love”), they manage to enrich it with simple recipes, efficiently! The proof is the variety in the rhythmic parts of their new tracks, the entrance with two highly electronic pieces and the emergence of beautiful melodies that in some points they remind us of something. And all this in less than half an hour!

Cold Showers – Motionless (dais records)

On the other hand, Cold Showers do not care about novices; they just want to write good songs with proven recipes. They have always done this, but in their new project we are noticing a mood to refine their post punk sound and through the simplicity of making something that will be preserved in time. It ‘ s not that they do not achieve it in some moments here, but they all show a slow-moving album that sounds like it belongs to another decade. If the decade that has marked you is the 1980’s and especially the romantic side of it, then Motionless will satisfy you.

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Billy Bio – Freedom’s Never Free (Bridge Nine)

Το να θέτεις στόχους, το να προσπαθείς και να αγωνίζεσαι για να τους επιτύχεις, το να δρας κατά βούληση και όχι με τον τρόπο που θέλουν να σου επιβάλλουν είναι ο ορισμός της ελευθερίας για κάθε άνθρωπο. Η εσωτερική – ατομική ελευθερία είναι ζητούμενο, ώστε να επιτευχθεί και η κοινωνική – συλλογική ελευθερία που αποτελεί επιδίωξη για όλ@ μας. Άλλωστε, σε κάθε μεγάλη στιγμή και καμπή του ιστορικού παγκόσμιου γίγνεσθαι η ελευθερία πρωτοστατεί ως αίτημα. Και δεν είναι τυχαίο. Η έννοια, απλή στη σύλληψη. Η απλότητα αυτή ωστόσο, δεν διακρίνει τους τρόπους ή την προσπάθεια για την εφαρμογή της…

Για την ελευθερία μας μιλάει και ο William – Billy Graziadei γνωστός από τη συμμετοχή του στους Biohazard, στη νέα σόλο του δουλειά με τους Billy Bio. Ο καλλιτέχνης δημιούργησε τη νέα μπάντα του γιατί θέλησε να εκφραστεί ελεύθερα και η δημιουργία του να εκφράζει στο 100% αυτό που είναι ο ίδιος και μόνο αυτός, χωρίς επιρροές σε μια στιγμή που του φάνηκε ως η καλύτερη δυνατή για να το πράξει. Η ελευθερία δεν είναι ποτέ δωρεάν μας λέει, ούτε εκτιμάται πάντα από όλ@, όπως θα έπρεπε. Έτσι, στα τέλη του 2018 κυκλοφόρησε το single “Freedom’ s Never Free” και τον Απρίλη του 2019 το EP στο οποίο περιλαμβάνεται το εν λόγω τραγούδι, μαζί με την demo version του. Σε μορφή demo ακούμε και το “Feed the Fire”. Το λεκτικό μήνυμα ξεκάθαρο όσο και ο hardcore ήχος που το συνοδεύει.

Στο EP υπάρχει και η διασκευή του “Get Up Stand Up”, -ναι πρόκειται για το γνωστό τραγούδι- του Bob Marley, σε μια πιο σκληρή βερσιόν που, δεν το κρύβω, μου άρεσε πολύ. Δεν αρκεί να δηλώνεις την αντίθεσή σου με τα κακώς κείμενα που είναι και τόσα μα τόσα πολλά, σημασία έχει να πράττεις προς την κατεύθυνση της ανατροπής και καθαίρεσής τους. Ο Marley το έκανε με έναν πιο ήπιο τρόπο, ο δε Billy Bio μας έδειξε έναν δρόμο που προσωπικά, επιλέγω. Αυτή η hardcore αισθητική που δίνεται μέσα από τους ήχους του, είναι ευθέως ανάλογη με έναν τρόπο που πολλ@ από μας προτιμάμε να αγωνιζόμαστε και να δίνουμε τις μάχες για αλλαγή και κάθε απελευθερωτική διαδικασία.

Setting goals, trying and struggling to achieve them, acting the way you choose and not the way that others want to impose on you is the definition of freedom for everyone. Internal – individual freedom is required in order to attain the social – collective freedom which is the main goal for everyone. Besides, in every great moment and the turning point of the world’s history, freedom is a pioneer. And this is not by chance. The concept, is simple to conceive. This simplicity, however, does not distinguish the ways or the effort to implement it …

William – Billy Graziadei, known from his participation in Biohazard speaks for freedom in his new solo project, the Billy Bio band. The artist formed his new band because he wanted to express himself freely, without any influence from anyone, at a time that seemed to be the best to do so. This is why he says that freedom is never free nor it is always appreciated by everyone, as it should be. The single “Freedom’s Never Free” was released at the end of 2018 and the EP in April 2019, including the demo version of the song. In the demo version we are also listening “Feed the Fire”. The verbal message is clear as well as the hardcore sound that accompanies it.

In the EP, there is the cover song “Get Up Stand Up”, Bob Marley’s famous one, in a tougher verse that I loved. It is not enough to declare your opposition to the wrong texts, which are so many, it is important to act in the direction of their overthrow and removal. Marley did it in a more gentle way, and Billy Bio showed us a way that I personally prefer. This hardcore aesthetics given through its sounds is directly analogous to a way that many of us choose to struggle and to give battles for change and every liberation process.

Sylvia Ioannou

Caterina Barbieri – Ecstatic Computation (editions mego)

Κάθε πορεία συνιστάται από μια αφετηρία κι ένα τέρμα. Η Caterina Barbieri, ήδη έχει θέσει τις βάσεις με τα κατατεθειμένα μουσικά πεπραγμένα της, για μια πορεία γεμάτη από πολλές απόψεις. Πέρσι, στην προσπάθεια να τετραγωνίσει τον -όποιο- κύκλο συνθετικά, φάνηκε να περικυκλώνεται από τις μαθηματικές εξισώσεις των modulars που χρησιμοποιεί και να φτάνει σε ένα κάποιο αδιέξοδο. Το νέο της άλμπουμ έρχεται, όμως, σήμερα ως η λύση των εξισώσεων αυτών.

Το “κλειδί” βρίσκεται στην κατεύθυνση που παίρνει η δημιουργός – κι αυτό είναι μια λέξη- η καρδιά της δημιουργού και ακολούθως και η δική μας. Όλη η ως τώρα εμπειρία της, οδηγεί την κάθε στιγμή του άλμπουμ αυτού σε ένα είδος βουτιάς σε ένα κόσμο γεμάτο συναισθήματα. Η πρώτη επαφή με το υλικό αυτό αποτελεί μια καθαρτική εμπειρία, με τη συνέχεια να επιφυλάσσει την αποκωδικοποίηση των σημάτων, για την αποσαφήνιση αυτών που ακούς. Το Ecstatic Computation δεν απαιτεί απλώς την προσήλωσή μας, την εκμαιεύει κιόλας, χωρίς κόπο με την μελωδικότητα του που ωθεί σε συνάντηση το βαθυστόχαστο με το αυθόρμητο!

Οι αργές ταχύτητες και τα μεγαλόσχημα κομμάτια έχουν μείνει εκτός πλάνου και μπροστά έχει βγει μια αποδόμηση που δεν ξεχνά να μαζεύεται όταν πρέπει και μια ευστοχία που σοκάρει, σε μια εποχή που, πλέον, το ρήμα αυτό τείνει να χάσει την αξία του. Το άλμπουμ αυτό δύσκολα μπορεί να αναλυθεί, γιατί ακούγεται άκρως μαγικό και το γεγονός αυτό έρχεται να αποτελέσει μια αντίσταση σε αυτό τον απομαγικοποιημένο κόσμο που ζούμε. Πέραν του τι και του πώς, υπάρχει το βίωμα και τη νέα μουσική της Caterina Barbieri (που θα απολαύσουμε και στο Sonar της Αθήνας), δεν την ακούς απλά, αλλά τη βιώνεις με έναν – θα έλεγα – τυφλό και ερωτικό τρόπο. Το τέρμα της πορείας της αργεί να φανεί κι αυτό είναι ευλογία!

Each course has a starting and an ending point. Caterina Barbieri has already laid the foundations for her musical performances, for a course full of aspects. Last year, while trying to square the cycle synthetically, it seemed to be surrounded by the mathematical equations of the modulars she uses and reaching a dead end. Her new album, however, comes today as the solution to these equations.

The “key” is in the direction that the creator takes – and this is a word- the heart of the creator and therefore ours. Ηer experience so far, leads the listener of this album to a dive in a world full of emotions. The first contact with this material is a laxative experience, with the consequence of decoding the signals in order to clarify what you hear. Ecstatic Computation does not simply require our attachment, it emanates it, effortlessly with its melodicity that brings closer the deep-hearted and the spontaneous!

Slow velocities and great bits have been left out of plan, and a deconstruction comes in front that does not forget to gather when it needs a shock that shocks, at a time when this verb tends to lose its value. It’ s not easy to analyze this album, because it sounds extremely magical and this is a resistance to this degraded world we live in. Beyond all these, there is the experience and the new music of Caterina Barbieri (which we will enjoy at the Sonar of Athens), you do not just hear it, but you experience it -I would say- in a blind and erotic way. The end of her course still far, and that’s a blessing!

Μπάμπης Κολτράνης

Awenden – Self-titled (name your price)

Η σκηνή της μικρής πόλης (αλλά πρωτεύουσας) Olympia στην πολιτεία της Washington αποτέλεσε μια πηγή αντίστασης απέναντι στην σκατίλα των ακροδεξιών και ρατσιστικών τάσεων του black metal, από την εποχή που οι Wolves in the Throne Room κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους. Ή τουλάχιστον, τότε έγινε παγκοσμίως γνωστή, καθώς υπήρχε μία ομάδα από μπάντες η οποία, προερχόμενη από τις αναρχίζουσες σκηνές του punk/hardcore, ασχολήθηκε με τον ήχο του black metal, φέρνοντας -επιτέλους- μία εναλλακτική νοηματοδότηση σε ένα είδος το οποίο είχε φτάσει στο απόλυτο τέλμα. Οι Wolves (αλλά και οι Fauna, Εchtra, Threnos) δεν ακύρωσαν τις εξωκοσμικές αναφορές του  είδους, αλλά τις επαναπροσδιόρισαν σε ένα πλαίσιο που ομοιάζει στην αναρχοπριμιτιβιστική αντίληψη, αντιπροτείνοντας την επιστροφή στο συλλογικό ασυνείδητο της οργανικής/πνευματικής επανένωσης ανθρώπου και φύσης, από το β’ διαλογής μυστικισμό και τη θανατολαγνεία της οποίας το φυσικό τέλος ήταν ο φασισμός. 

Το σημαντικότερο όμως, ήταν πως το black metal της Κασκαδίας (όπως ονομάστηκε) ήταν η πρώτη τοπική σκηνή του black η οποία εξέφρασε απερίφραστα προοδευτικά πολιτικά προτάγματα, προτάσσοντας ως δεδομένο τον αντιφασισμό, ενώ επίσης, προσπάθησε να αποδομήσει καλλιτεχνικά/μουσικά τα ματσό στοιχεία της κουλτούρας (η μουσική “έχασε” σε επιθετικότητα, αλλά κέρδισε σε ατμόσφαιρα με πολλές επιρροές από post rock, folk, ambient, ενώ ενδεικτικά, στο στοιχείο της περφόρμανς οι Wolves in the Throne Room έλεγαν ότι προτιμούν ο κόσμος  να κάθεται κάτω και να κλαίει στα λάιβ τους, παρά να χτυπιέται).

Παρ΄ότι υπήρχε μία άμεση επιτυχία και γρήγορη εξάπλωση του ήχου και των ιδεών σε μέρη πολύ πιο μακριά από την Κασκαδία, η παραγωγικότητα της σκηνής αυτής έπεσε σχετικά τόσο γρήγορα όσο ανήλθε. Τους λόγους δεν μπορούμε να τους γνωρίζουμε επακριβώς, όμως πέρα από την πιθανολογούμενη “εμπορευματοποίηση” των Wolves η οποία αναφερόταν από ανθρώπους της σκηνής, ίσως και να έπαιξε λόγο και ο φασιστικός εισοδισμός, καθώς η περιοχή έχει, δυστυχώς, δυνατό πυρήνα από φασίστες που αρέσκονταν να μπλέκονται στα αναρχοπριμιτιβιστικά πράγματα, (τα οποία έχουν αντίστοιχα τα προβληματικά θεματάκια τους βέβαια, όπως μας πληροφορεί σε άρθρο του ο Brian Oliver Sheppard https://www.provo.gr/anarchism-primitivism/).

Παρ’ όλα αυτά, μιλάει για την επιτυχία αυτής της τάσης ότι χρόνια μετά αφ’ ότου “έφυγε από τη μόδα”, συνεχίζουν να βγαίνουν εξαιρετικά νέα πρότζεκτ από αυτή τη μικρή πόλη των 50 χιλιάδων κατοίκων. Οι (?) Awenden είναι μία νέα μπάντα η οποία κυκλοφόρησε  το ομώνυμο ντεμπούτο πέρυσι, το οποίο μάλλον αγνοήθηκε εντελώς, αν κρίνω από τα 22 like στη σελίδα του facebook της, αυτή τη στιγμή. Πιστοί απ’ ότι φαίνεται στην αισθητική του black metal, δεν υπάρχει καμία πληροφορία για τα μέλη της μπάντας ούτε και στίχοι. Παρ’ όλα αυτά όμως, στο instagram υπάρχει μια δήλωση στην οποία είναι εμφανή τα αντιφασιστικά πιστεύω τους. Οπότε, δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνουμε από το πούμε κάποια πράγματα για τη μουσική.

Οι απαρχές στους Wolves in The Throne Room (όπως σχεδόν σε κάθε μπάντα που ανήκει στο στυλ) είναι εμφανείς, όμως δεν υφίσταται θέμα αντιγραφής, καθώς διαφαίνεται μία προσπάθεια δημιουργίας προσωπικού στυλ. Η ατμοσφαιρικότητα είναι το βασικό μέλημα, με ambient θορυβώδη πλήκτρα και ποστ-ροκίζοντα leads να πλαισιώνουν το μελωδικό, μελαγχολικό black metal των Awenden, το οποίο όμως, δε χάνει καθόλου σε ταχύτητα και επιθετικότητα, σε αντίθεση με ένα μεγάλο μέρος των Cascadian μπαντών που τείνουν να “ηρεμούν” όσο περνάει ο καιρός. Ο μικρός σε διάρκεια όμως συνεπής δίσκος δεν περιορίζεται στη γνωστή κυριαρχία των lead κιθάρων, αλλά προσφέρει και αρκετό “παχύρρευστο” death metal riffing, καθώς οδεύει προς το κλείσιμο του. Προτείνεται αδιαμφισβήτητα στους θιασωτές του ήχου των Wittr αλλά και των Mare Cognitum που ενδιαφέρονται να υποστηρίξουν μία αντιφασιστική μπάντα. Το μόνο που θα ήθελα για τον επόμενο δίσκο, ο οποίος απ΄ό,τι διάβασα έρχεται σύντομα και θα είναι το κανονικό full length ντεμπούτο, είναι πραγματικά ντραμς, ή έστω λίγο καλύτερο drum programming.

Έπειτα από αυτό, προτείνεται το επίσης, εξαιρετικό ντεμπούτο των With The End In Mind “Unraveling; Arising” τους οποίους νιώθω υποχρεωμένος να αναφέρω, μιας και έρχονται επίσης, από την Olympia και ο δίσκος τους κυκλοφόρησε επίσης πέρυσι. Μακάρι να βρισκόμαστε μπροστά σε μία επικείμενη αναγέννηση του ήχου, αλλά κυρίως, των προοδευτικών και αντιφασιστικών προταγμάτων που πρώτος αυτός έφερε στο black metal.

The scene of Olympia, Washington has becοme a site of resistance towards racist and right-wing black metal since the time that Wolves in The Throne Room had released their first album. Or at least, that’s when it become known globally, founded by a bunch of bands that were coming from a punk/hardcore background with anarchist leanings. These bands decided to take up the black metal sound, offering at last an alternative take in a genre that had reached stagnation. Wolves (but also Threnos, Fauna, Echtra) didn’t throw away the otherwordly aesthetic references of the genre, but they redefined them in a context that was influenced by anarchoprimitivism, bringing in front the spiritual rejoining of man and nature, over c rate mysticism and death worship that is bound to eventually end up in fascism.

The most important thing is that Cascadian black metal though (as it came to be known) was the first local scene that expressed political sentiments of a progressive nature, bearing the banner of anti-fascism as a standard, while also attempting at the same time to deconstruct the machoist elements of the genre (the music itself has lost some of its aggressive elements, while it gained in the atmospheric factor, incorporating post rock, ambient and folk influences).

Even though there was an overwhelming success and spreading of both the sound itself and the ideas related to it in places quite far away from Cascadia, the output of the scene eventually fell as fast as it had risen. Some people hinted that it could be related to Wolves in the Throne Room being co-opted by the mainstream, but it could be also that there is an unfortunately strong fascist current in the area (as I’ve heard) that enjoys dabbling with anarchoprimitivism in an entryist manner.

Yet, it says a few things about the sucess of the scene that years after its ‘trendiness’ had been evaporated, there are still great new projects coming out from this small, 50 thousand people city. Awenden is a new band which had released its debut EP last year, an album which seems to have generally gone off the radar. The band seems to be faithful to black metal aesthetics as there is absolutely no info on its members and also no lyrics. However, there’s a clearcut anti-fascist statement in one of their instagram posts. What’s left then is simply to say a few things about the music itself.

Some basic influences from Wolves in the Throne Room as obvious, however the band doesn’t copy their sound and there is an attempt in forging a personal sound. The atmospheric intention comes first in the priorites of the band, ambient noisy keys and post-rockish guitars contributing to the base of melodic, melancholic black metal, which however does not go amiss in speed in agression, on contrary to a large percentage of bands in this style that tend to “calm down” as time goes. The album is small in length but consistent quality-wise and offers some solid death metal-ish riffing as it reaches its last tracks. I can suggest it without second thoughts to Wiitr and Mare Cognitum fans and also those that wish to support an anti-fascist band. Perhaps the only thing I’d wish for in the next album (I’ve read it’s coming shortly and that it’ll be a full-length) is real drums, or perhaps a slightly better programmed drum machine.

I also would like to suggest the fantastic debut of With The End In Mind, “Unraveling; Arising” which I feel obliged to mention since it’s also a new band from Olympia that released their debut album last year. It would be fantastic to witness a rebirth of the style, but most importantly of the progressive and anti-fascist ideas that it introduced into black metal.

Χρήστος Δαρίτσης

VR SEX – Human Traffic Jam (Dais Records)

Τα τεχνολογικά επιτεύγματα είναι αναρίθμητα στις μέρες μας. Ανάμεσα σε αυτά, υπάρχουν εκείνα που έχουν καταφέρει να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις, περιορίζοντας τα εμπόδια στην ανθρώπινη επικοινωνία, ώστε η αλληλεπίδραση μεταξύ μας να είναι ευκολότερη και σε παγκόσμια μάλιστα, κλίμακα. Η επικοινωνία πρακτικά διευκολύνεται, γίνεται αμεσότερη· διαπνέεται όμως, από ειλικρίνεια και αλήθεια; ή ορισμέν@ καλύπτονται πίσω από την έλλειψη της φυσικής παρουσίας και φυσικής αλληλεπίδρασης με τους υπόλοιπους και δημιουργούν περσόνες που ελάχιστη ή μικρή σχέση έχουν με τον πραγματικό χαρακτήρα τους;

Τέτοιου είδους σκέψεις για το πώς αναπτύσσονται τελικά, οι διαπροσωπικές σχέσεις, κυρίως μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα απασχόλησαν τον Noel Skum, τον Andrew Clinco των Drab Majesty. Το απόσταγμα των σκέψεων καταγράφηκε σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας το χειμώνα του 2017, όπου δημιούργησε το υλικό για το άλμπουμ Human Traffic Jam των VR SEX. Και μόνο το άκουσμα των ονομάτων που αποτελούν τους VR SEX, δηλαδή οι Noel Skum, Z. Oro -ο Aaron Montaigne των Antioch Arrow, Heroin και DBC- σε φωνητικά και ντραμς και Mico Frost -Brian Tarney- σε synths και μπάσο σε προδιαθέτει να ακούσεις το υλικό τους.

Μεγάλη μουσική εμπειρία και δημιουργικότητα στην πλάτη των μελών της μπάντας κάτι που αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, «εγγύηση» για το αποτέλεσμα. Μια πρόγευση της δουλειάς τους μας έδωσαν τον περασμένο Μάρτιο με την κυκλοφορία του EP Horseplay. Ακούγοντάς τους, δεν μπορείς παρά να διαπιστώσεις την ομοιότητα που υπάρχει με τους Drab Majesty· Στο LP τους Human Traffic Jam μας παρουσιάζουν μέσα από ποικιλία ήχων death rock, synth – post punk και ambient μια πιο σκοτεινή και ρεαλιστικά σκληρή θεώρηση των πραγμάτων.

Αυτό είναι ολοφάνερο στο “Maiden China” που αποτυπώνει μια ψεύτικη εικόνα που ορισμέν@ δίνουν στα κοινωνικά δίκτυα θέλοντας να εκμεταλλευτούν κάποιους εύπιστους, παρασέρνοντάς τους σε μονοπάτια που δεν έχουν καν φανταστεί δίνοντας ξεκάθαρα το μήνυμα αυτό με ένα δυνατό και σκληρό video. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το αφηγηματικό “Cheek Detritus”. Στο “Surrender” ο στίχος “…and you beg for attention to surrender” για να ακουστεί τελικά η προτροπή “sleep, go to sleep” . Στο “Sacred Limousine” στηλιτεύουν τα ΜΜΕ και την επίπλαστη εικόνα της ευτυχίας που μας σερβίρουν και αφορά το «φαίνεσθαι» και καμία σχέση με το «είναι» δεν έχει.

Και ο επίλογος του album έρχεται με το “Corridor (Epilogue)”. Χωρίς στίχους, σου δίνει τη δυνατότητα, μετά την ακρόαση του LP, να επιλέξεις τελικά, το διάδρομο που θα σε οδηγήσει μακριά από ψεύτικες εικόνες φαινομενικής χαράς και επιτυχίας στα μέρη μιας ειλικρινούς και αληθινής διαπροσωπικής επαφής με πρόσωπα που καμία σχέση δεν έχουν με την πλαστική και illustration αισθητική.


Technological achievements are innumerable nowadays. Among them are those who have managed to nullify distances, by limiting the obstacles to human communication, so that interaction between us is easier, even on a global scale. Communication is facilitated, becoming more direct, but is it inspired by sincerity and truth? or some people are covered behind the lack of physical presence and physical interaction with the others and create personas that are not related to their true character?

Such thoughts about the development of interpersonal relationships, mainly through social networks have occupied Noel Skum, Andrew Clinco of Drab Majesty. The distillation of thoughts was recorded in an apartment in Athens during the winter of 2017, where he created the material for VR SEX’s Human Traffic Jam album. The members of VR SEX, Noel Skum, Z. Oro – Aaron Montaigne of Antioch Arrow, Heroin and DBC – on vocals and drums and Mico Frost -Brian Tarney – on synths and bass, predisposes you to pay attention to their material.

Their great musical experience and creativity, is – in a way – “guarantee” of the outcome. A preview of their work was given to us last March with the release of their EP Horseplay. By listening, you can only notice the similarity with Drab Majesty. In their Human Traffic Jam, they present a darker and realistically cruel perspective through a variety of death rock, synth – post punk and ambient sounds.

This is obvious in “Maiden China”, which depicts a fake image that some people are giving for themselves to social networks with the will to exploit witty people, dragging them to paths they have not even imagined, and VR SEX are giving this message clearly with a loud and hard video. Τhe same issue goes in the narrative “Cheek Detritus”· in “Surrender” the lyric “… and you beg for attention to surrender” to hear the final phrase – prompt “sleep, go to sleep”. In “Sacred Limousine” they condemned media fake images of happiness that represent only the appearance and not the actual existence.

And the epilogue of the album is “Corridor (Epilogue)”. Without lyrics· it gives you the opportunity to choose the corridor that will take you away from false images of apparent joy and success in the parts of a sincere and real interpersonal contact with people who have no connection with the plastic and illustrated aesthetics.

Sylvia Ioannou

Death And Vanilla – Are You A Dreamer? (Fire Records)

Μπορεί να ‘μαστε ενεργ@ οκτώ χρόνια και να προσπαθούμε να έχουμε ανοικτά τα ραντάρ μας προς πάσα κατεύθυνση, αλλά όλο και κάτι μας ξεφεύγει. Για την ακρίβεια, οι Σουηδοί D&V δεν μας ακούγονταν αδιάφοροι, μιας κι όλο και έβγαζαν φιλότιμες κυκλοφορίες, αλλά πάντα, κάπου, δεν έβρισκαν τον καίριο στόχο για την πρόκληση του απόλυτου ενδιαφέροντος. Αυτό έρχεται να αλλάξει με το νέο τους άλμπουμ και είναι έτσι, σαν να παίρνουν τη δική τους εκδίκηση!

Πιστοί στην πλούσια σουηδική παράδοση που θέλει οι εκεί μπάντες να αντιγράφουν, σε πρώτη φάση, αντίστοιχες (κυρίως) βρετανικές, οι D&V “πατάνε” πάνω στην παρακαταθήκη των Broadcast, αλλά εδώ και καιρό φαίνεται να απογαλακτίζονται από τη συγκεκριμένη επιρροή. Αυτό γίνεται αντιληπτό από το γεγονός ότι προσθέτουν ένα παραπάνω μυστήριο στον ήχο τους και στις ατμόσφαιρες που δένουν τις απλές μελωδίες τους, θυμίζοντας ηλιόλουστο τοπίο που κρύβει μικρούς φόνους! Κάθε σύνθεση εδώ, όσο λιτή κι αν ακούγεται, έχει κάτι το εμπνευσμένο που προκαλεί μια επιθυμία να ξανακούσεις όλο το άλμπουμ από την αρχή.

Το κρυφό χαρτί της μπάντας είναι ότι δεν ακούγεται ούτε σκοτεινή, ούτε χαρωπή, αλλά την ονειρική της διάσταση την κινεί προς μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συναισθηματικά αγεωγράφητα. Επίσης, παρ’ όλη την ξεκάθαρη ρετρό τεχνοτροπία, ακούγονται καθόλα φρέσκοι κι αυτό γιατί δουλεύουν αρκετά στο θέμα της παραγωγής και των ενορχηστρώσεων.

Τί γεύση, άλλωστε, έχει ένα όνειρο; Χαράς, λύπης, σύγχυσης, συγκρότησης, παλιού, νέου ή μήπως όλων αυτών μαζί; Κι αν αυτό ξεπερνά τα πλαίσια του ύπνου και διαχέεται στην ξύπνια καθημερινότητα μας; Κι όλο αυτό σε μορφή ενός χαμηλών τόνων σαραντάλεπτου άλμπουμ, αποδεικνύοντας εν τέλει, ότι η μπάντα έχει δίκιο που ρωτά, για να ζητήσει προφανώς τη συγκατάβαση μας… Are You A Dreamer? Η απάντηση δεν είναι δα δύσκολη να δοθεί!

Μπάμπης Κολτράνης

We may have been active for eight years trying to turn our radar to any direction but always something slips out of our observation. In fact, Swedish D&V never sounded indifferent to us, since they have been relentlessly releasing estimable records. However, they always missed the main vein to brisk the edge of our interest. Their new album puts an end to this in a way that feels retaliative!

Loyal to the rich Swedish tradition, which goes that local bands initially tend to copy corresponding British bands, D&V stand on the “Broadcast” deposition. Although, for a long time now, they seem to be weaned off this influence. This is perceived by the fact that they add an extra mystery to their sound and the atmosphere that bind their simple melodies, evoking sunny landscapes concealing petite bloodsheds. Each composition here, as smooth as it may sound, has something inspired that triggers you the will to listen to the whole record from scratch.

The band’s hidden asset is that it sounds neither dark nor joyful, but navigates its dream dimension through places that could be deemed as emotionally uncharted. Additionally, despite the all clear retro style, they always sound fresh and this is because they work hard on the subject of the production and the orchestration.

After all, what’s the taste of the dreams? Joy, grief, confusion, composure, old, new – or all of them together? And what if it goes beyond our sleep context and diffuses into our awake everyday life? And all of this in the form of a low-key forty-minute album, proving eventually that the band is righteously asking – to plead our affirmation… Are You A Dreamer? The answer is not difficult to give.

Μετάφραση: Θάνος Θ.

Iceage – Beyondless (Matador Records)

Δέκα χρόνια μουσικής ύπαρξης μετρούν οι Δανοί Iceage. Προσωπικά, μου ήταν παντελώς άγνωστοι ως τώρα. Το τελευταίο τους άλμπουμ, τυχαία και καθυστερημένα έπεσε στην αντίληψή μου και με έκανε να απορήσω, πως είναι δυνατόν να μου έχουν ξεφύγει αυτοί οι τύποι. Το Beyondless είναι το 4ο LP της μπάντας, κυκλοφόρησε μέσα στο 2018 και τα τραγούδια του album παρουσιάστηκαν ένα – ένα, σταδιακά μέσα σε τέσσερις μήνες.

Στο δια ταύτα, έχουμε να κάνουμε με τέσσερις νέους ανθρώπους που εδώ μας παρουσιάζουν μια πολύ φρέσκια δουλειά. Καταπιάνονται με διάφορα μουσικά είδη το punk, post punk, jazz, pop, κάτι που δεν είναι ούτε απλό ούτε εύκολο να συνταιριαστεί και να παρουσιαστεί με τέτοιο τρόπο που να είναι -το λιγότερο- αρεστός σε κάθε ακροατή/τρια.

Γενικά, μιλάμε για μια ποικιλία ήχων που δεν σε κάνει να βαριέσαι ούτε λεπτό μιας και το στοιχείο της έκπληξης είναι εμφανές στο Beyondless (ο τίτλος του album προέρχεται από τη νουβέλα Worstward Ho του Samuel Beckett), γιατί εκεί που περιμένεις -ενδεχομένως- να ακούσεις μια συγκεκριμένη μελωδία, εκεί ακριβώς, σου σκάει κάτι διαφορετικό. Ορισμένες φορές οι καλλιτέχνες δεν τολμούν να υπερβούν τις πεπατημένες και συνήθεις μουσικές τους οδούς διανθίζοντάς τες με νέα στοιχεία, φοβούμενοι την αποδοχή που μπορεί να έχει η δημιουργία τους και έτσι προτιμούν να διατηρήσουν το γνώριμο προσωπικό τους ύφος και στυλ. Ε λοιπόν, οι Iceage δεν ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Κάνουν μίξεις, συνθέτουν, «παίζουν» με μουσικά είδη και ήχους και το αποτέλεσμα σε συνεπαίρνει αδιαμφισβήτητα.

Σαξόφωνα, τρομπέτες και τρομπόνια, βιολιά και πιάνο, μαζί με τις ηλεκτρικές κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς συνθέτουν μελωδίες που παίζουν σε μεγάλη γκάμα από σοβαρές και ατμοσφαιρικές έως παιχνιδιάρικες συνθέσεις, όπως στο “Thieves like us”. “Showtime” μας λένε και νιώθεις σαν να βρίσκεσαι σε καμπαρέ, περιμένοντας να δεις το μπαλέτο να χορεύει στο ρυθμό του can- can. Αντίθετα, στο “Cath it” που επέλεξαν να μας παρουσιάσουν ως πρώτο δείγμα της δουλειάς τους υπάρχει μια σκοταδιστική ατμόσφαιρα, με εναλλαγή ήρεμης μελωδίας και έντασης. Το “Pain Killer” με vintage αισθητική, που θυμίζει δεκαετία του ’60, δοσμένη με μια φρέσκια ματιά στην pop αισθητική και όλο αυτό εντείνεται από τη συνεργασία στα φωνητικά με τη Sky Ferreira. Άλλωστε, ο τραγουδιστής Rønnenfelt έχει δηλώσει πως «ένα μέρος του εαυτού μου θέλει να είναι pop star».

Είναι ωραίο τελικά να εκπλήσσεσαι από την δημιουργικότητα και την ευφάνταστη παρουσίαση νέων μουσικών, με τη φρεσκάδα που τις διαπνέει και την καλή διάθεση που σου προκαλούν ακούγοντάς τες.

Sylvia Ioannou