February’s Gigs Report (Rafael Anton Irisarri & Abul Mogard, Ghostwoman/Calvin Love)

Η νύχτα είναι εκεί και σε μια πόλη που κοιμάται από νωρίς εξουθενωμένη, δεν είναι λίγοι αυτοί που δελεάζονται στα καλέσματα της. Σε αυτό το μήνα το ATS δήλωσε παρών σε δύο συναυλιακές βραδιές, λίγες σε σχέση με το γεμάτο πρόγραμμα που καταρτίζουμε κάθε μήνα, αλλά αρκετές για να πάρουμε μια γεύση του που βρισκόμαστε όσον αφορά τα live στη μητρόπολη. Πρώτο συμπέρασμα είναι ότι ο κόσμος, οι δυναμικές μειοψηφίες που παρακολουθούν τα μουσικά δρώμενα, συνεχίζει να δείχνει ενδιαφέρον και να στηρίζει ονόματα τα οποία δεν διακρίνονται για την εμπορικότητα τους. Κοινώς, μια παλαιότερη εμφάνιση ή μια δυνατή δισκογραφία μπορούν να προσελκύσουν ένα μουσικόφιλο κοινό που μπορεί να μη διατρανώνει τις επιλογές του στα social media, αλλά να ακολουθεί μια σταθερή και αυτόνομη πορεία ψαξίματος. Δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι μετά από σωρεία πλέον συναυλιών ο κόσμος που πηγαίνει σε χειμωνιάτικες συναυλίες, να τονιστεί η εποχή παρακαλώ, αρχίζει να ωριμάζει, να απαιτεί έναν καλό ήχο, ένα χορταστικό set, κάτι το φρέσκο και να μην ενθουσιάζεται εύκολα. Πάμε, όμως, να δούμε πιο συγκεριμένα αυτά που είδαμε, ακούσαμε και ζήσαμε.

Rafael Anton Irisarri & Abul Mogard στο Ωδείο Αθηνών

H drone ambient μουσική σε χτυπά υπόγεια, την γνωρίζεις στην αρχή και με αργά βήματα καταλαμβάνει μεγάλο μέρος των καθημερινών ακροάσεων σου. Χωρίς να είναι εύπεπτη, ούτε και «βολική», αποτελεί μέχρι και σήμερα μια χοάνη ακουσμάτων που βγάζει ενίοτε πλούτο και μυστήριο. Στην αφρόκρεμα του είδους τα τελευταία 10 – 15 χρόνια βρίσκονται οι δύο μαυροντυμένοι οικοδεσπότες που είχαμε οι περίπου διακόσιοι απέναντι μας σε μια όχι και τόσο κρύα χειμωνιάτικη βραδιά. Και οι δύο είχαν παίξει παλαιότερα στην Αθήνα αφήνοντας θετικές εντυπώσεις, όπως επίσης και οι δύο δεν είχαν μόνο φρέσκες κυκλοφορίες ή επανακυκλοφορίες να επιδείξουν, αλλά και την προπέρσινη τους δισκογραφική συνεργασία για την οποία είχαμε γράψει μια θετική κριτική.

Σε αυτήν την δουλειά βασίστηκε η μίνιμαλ και στα σκοτεινά εμφάνιση τους. Από τη μια ο Abul Mogard με τον εξοπλισμό του έδινε έναν πιο απλανές τόνο, από την άλλη ο Rafael Anton Irisarri χρησιμοποιούσε συχνά την ηλεκτρική του κιθάρα βγάζοντας έναν πιο post rock ή θορυβώδες και τελικά πιο ζωντανό ήχο (κάτι που εμπεδώνει και στο νέο του άλμπουμ για το οποίο θα γράψουμε στο επερχόμενο ATS τεύχος). Ο όλος ήχος ήταν καθαρός και επιβλητικός, υπήρχαν σημεία που ακούγονταν κάπως στατικά, αλλά και σημεία που τραβούσαν παραπάνω την προσοχή μας ως ιδιότυπες κορυφώσεις ενός συνεκτικού ωριαίου έργου. Στο τέλος υπήρξε και encore, κάτι που δεν συνηθίζεται σε αυτό το είδος, στο οποίο ορθώθηκε ένας drone αυτοσχεδιασμός που φάνταζε ιδανικός ως κλείσιμο της όλης βραδιάς. Η επίγευση της μπορεί να μην άφηνε κάτι το εντελώς πρωτοποριακό, αλλά σίγουρα η ικανοποίηση αυτών που περνούσαν την πόρτα της εξόδου του Ωδείου ήταν ολοφάνερη στα πρόσωπα τους.

Ghostwoman/Calvin Love στο Arch Club

Κανονικά θα πήγαινε άπατη μια συναυλία σε βραδιά Champions League (μη γελάτε, παίζει ρόλο κι αυτό), μεσοβδόμαδα και χειμώνα σε περιοχή που άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως dark side of the town. Οι , όχι και τόσο άγνωστοι τελικά, Ghostwoman κατάφεραν πάντως να έχουν αρκετό κόσμο και μάλιστα με μια γλυκιά αναμονή μέσα τους, καθώς ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόντουσαν την Ελλάδα, ακόμη και σαν τουρίστες, οπότε ήταν λογικό να μας φανεί σαν μια συναυλία που καλό θα ήταν να ήμασταν εκεί, αλλά ταυτόχρονα να φανεί στη μπάντα ότι όλα είναι όμορφα εδώ (πρώτη φορά εξάλλου, τι να πρωτοδούν ένα Αμερικανάκι και μια Ολλανδέζα). Το ζήτημα, όμως, ήταν το τι συνέβη και τι έκανε το ντουέτο σε αυτό το πλαίσιο.

Πριν βγει στο πάλκο το σχήμα εμφανίστηκε ο Calvin Love ο οποίος στο πρώτο κομμάτι θύμιζε αρκετά Ryan Adams, αλλά στη συνέχεια δεν θύμιζε καθόλου ούτε τον ίδιο του τον εαυτό λόγω και των πολλών αναφορών! Μια μίξη καραόκε βραδιάς (βλ. προηχογραφημένο μουσικό πλαίσιο εκτός της αρχικής κιθάρας), ζεστού ταπεραμέντου (καθώς στα καραόκε αυτό ενίοτε λείπει) και μελωδικότητας έδωσε περιέργως έναν απρόσμενα χαρούμενο τόνο στη βραδιά. Μια ματιά στα πόδια που κουνιόντουσαν ρυθμικά και στην υποδοχή του κοινού μετά από κάθε κομμάτι αποδείκνυε του λόγου το αληθές.   

Στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι Ghostwoman αρχικά κάπως καταπονημένοι μιας και (σκεφτήκαμε ότι) ήταν η τελευταία μέρα της ευρωπαϊκής περιοδείας τους. Αυτό το κουρασμένο στυλ φάνηκε στη συνέχεια ότι ήταν τελικά το δικό τους ώστε να μεταδώσουν μια ψυχεδελική και ράθυμη αίσθηση που σίγουρα το Arch ως μέρος δεν μπορούσε να μεταδώσει ηχητικά παρά τις φιλότιμες προσπάθειες στην ηχοληψία. Κάπου στο πρώτο μισάωρο ξεκίνησε η βραδιά να ζεσταίνεται μιας και ανέβηκαν οι τόνοι με το “Yoko”, αλλά ένα μισάωρο σημαίνει το μισό σετ! Στη συνέχεια υπήρξαν αρκετές δυνατές στιγμές που παρέσυραν λικνίζοντα κορμιά με αυτόν τον γκαράζ ήχο τους και τα back to basics και σε στυλ βρώμικοι Allah Las “σουξέ” τους. Η αίσθηση, όμως, ότι στουντιακά η μουσική τους στέκεται πιο δυνατά από ότι στη συναυλία υπήρχε μέχρι το τέλος. Μια αίσθηση που μπορεί να μην υπήρχε καν, αν το ντουέτο το πλαισίωναν άλλα δύο άτομα, μπάσο και κιθάρα, και όχι κάποια προηχογραφημένα όργανα στη θέση τους. Ίσως, όμως, οι δύο τελευταίοι τους δίσκοι να είχαν ανεβάσει πολύ ψηλά τον πήχη αυτού που περιμέναμε, ακόμη και αυτού που η ίδια η μπάντα μπορεί να εκφράσει επί σκηνής. Ίσως!

Μπάμπης Κολτράνης

Leave a comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.