Υπάρχουν βραδιές που δεν περιγράφονται, αλλά απλώς μένουν ως αποτύπωμα στη μνήμη. Όχι τόσο ως αναπόσπαστο μέρος νυχτερινών αναμνήσεων στη μητρόπολη, αλλά κυρίως ως αυτόνομη αποκαλυψιακή εμπειρία όπου βιώνεις τη μουσική να διαπερνά δεκαετίες αισθητικής αποτύπωσης φτάνοντας στο τώρα. Παρ’ όλ’ αυτά η βραδιά της συναυλίας των Clock DVA είναι από αυτές που αξίζει να καταγραφούν οι εντυπώσεις που άφησε, ακόμη και για ιστορικούς λόγους μιας και μιλάμε για μια μπάντα που όχι μόνο καθόρισε τον σκοτεινό και industrial ήχο, αν και ξεκίνησε το 1978 ως post-punk/darkwave, αλλά και επηρέασε την σύγχρονη ηλεκτρονική idm και το techno στη γέννηση του πηγαίνοντας την κληρονομιά των Kraftwerk ένα σημαντικό βήμα προς τα σκοτεινά υπόγεια.
Για άνοιγμα της συναυλίας επιλέχθηκε δικαίως ο ημεδαπός Doric. Με το στερεοτυπικό του darkwave και το videowall έπιασε το ένα νήμα της βραδιάς το οποίο χαρακτηριζόταν από σκοτεινά και μηχανοποιημένα ηλεκτρονικά μοτίβα με στίχους. Μάλιστα, υπήρχε και μια δόση της εκρηκτικότητας του punk με την δυνατή φωνή να καταλαμβάνει κεντρικό ρόλο στις συνθέσεις του.
Η συνέχεια, όμως, περιείχε πολλά περισσότερα νήματα για να πιαστείς και να χαθείς σε δαιδαλώδη μονοπάτια. Οι Clock DVA στην τρίτη τους εμφάνιση στην Αθήνα κατάφεραν σε μιάμιση ώρα να απλώσουν μια ευρεία γκάμα αισθητικών προτάσεων, αν και φαινομενικά τα κομμάτια τους δεν είναι τόσο περίπλοκα ή τόσο διαφορετικά μεταξύ τους. Εντούτοις, το τέλειο ηχητικά live τους μπορεί κατά μια έννοια να χωριστεί στη μέση, με το πρώτο μισό να αποτελείται από την πιο εγκεφαλική και εσωτερική πλευρά τους, ενώ το δεύτερο από την πιο έντονη και ευθεία. Το αξιοθαύμαστο είναι ότι και στα δύο μέρη βρίσκονταν κομμάτια και από την περίοδο του Buried Dreams, ενός ιστορικού δίσκου του 1989, και λίγο μετά αλλά και από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες τους. Μπορεί δηλαδή το στακάτο ”The Act” να χώρισε τα δύο αυτά μέρη, αλλά ήταν σε τέτοιο βαθμό έντονη η ριζοσπαστική μετάλλαξη των παλιών συνθέσεων τους, όπως οφείλει να κάνει κάθε κλασσικό ηλεκτρονικό σχήμα που σέβεται τον εαυτό του, ώστε να υπάρχει μια ομοιογένεια όλου του υλικού παρόλη την διαφορά δεκαετιών στην επιμέρους συγγραφή του.
Ίσως αυτό να ήταν το κλειδί που ξεκλείδωσε νέα συναισθήματα μέσα (και) από παλιά μονοπάτια, καθώς αυτή η εθιστική φωνή του Adi Newton (του ηγετικού στελέχους της μπάντας) η οποία συνδυάζει ένα μπάσο τόνο με μια σχεδόν ψιθυριστή απαγγελία, έβγαινε μέσα από τα επαναλαμβανόμενα cyber punk ηλεκτρονικά μοτίβα τα οποία ενώ παλαιότερα θα ακούγονταν φουτουριστικά, στο τώρα δεν ακούγονταν καθόλου ρετρό. Οι εικόνες που έπαιζαν κι αυτές σε επανάληψη πίσω έδεναν σε ιδανικό βαθμό με τη σύζευξη παραμορφωμένων κλασσικών σκηνών με σύγχρονα δυστοπικά τοπία. Ως βροντερός επίλογος, το “The Hacker” αποτέλεσε το σημείο που περιέκλειε όλα αυτά που μας μετέδωσε τόσο έντονα η παρουσία τους από μουσική, αλλά και πολιτική άποψη, την συνωμοτική δήλωση από το παρελθόν για ένα απασιόδοξο μέλλον που ήδη το ζούμε!
Μπάμπης Κολτράνης
