Wolves In The Throne Room

Diadem Of 12 Stars (Vendlus Records, 2006)

Αν το demo κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία κάθε μπάντας ως το απαύγασμα ενός ακατέργαστου ενθουσιασμού που με τα χρόνια θα υποστεί τη ζύμωση και την εκλέπτυνση που απαιτείται για να “αποδειχθεί” η καλλιτεχνική αξία των δημιουργών του, τότε η πρώτη full length κυκλοφορία δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο αναφοράς στο οποίο πάντοτε θα επιστρέφει ο ακροατής.

Στην περίπτωση των WITTR, τη θέση αυτή κατέχει το Diadem Of 12 Stars τόσο επάξια και διακριτά που ενδεχομένως η εισαγωγή να περιττεύει. Μια νεοφερμένη τότε μπάντα εισέρχεται στη black metal σκηνή της Αμερικής, με ξεκάθαρη πρόθεση να διακριθεί από την ωμότητα που καθιέρωσε το είδος στη μαμά Νορβηγία. Μέσα σε τέσσερις μακροσκελείς συνθέσεις, τα “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars”, συνολικής διάρκειας μίας ώρας, οι WITTR αναμειγνύουν doom ριφάκια με φολκ ιντερλούδια, γυναικεία μελωδικά φωνητικά με σπουδές στο growling, τον δοκιμασμένο πειραματισμό μπαντών όπως οι Εmperor και οι Enslaved και με τη δική τους συνθετική φαρέτρα. Ειδικά κατά τη διάρκεια του εξαιρετικού, κατ’ εμέ, δεύτερου μέρους του “Face in a Night Time Mirror”, η έξαψη που δημιουργείται στον ακροατή είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να προμηνύει την ήδη δεκαετή πορεία της μπάντας που έχει ήδη αποδειχθεί αντίστοιχα πολυεπίπεδη και εξελίξιμη.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

Η βροχή που πέφτει στην αρχή του δίσκου είναι σαν να εγκυμονεί το πρόσφορο έδαφος που άφησε το ντεμπούτο της μπάντας. Όπως πάντα κάθε γέννα κουβαλά την απόλυτη ελπίδα για αυτό που θα γεννηθεί, και το Two Hunters είναι η απόδειξη ότι το απόλυτο έργο ενός ονόματος δεν χρειάζεται πολλά χρόνια για να κυοφορηθεί. Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή το πού παραπέμπει κάτι και ας απολαύσουμε έναν δίσκο ανεπιτήδευτα άρτιο από όλες τις απόψεις.

Μια απίστευτη ισορροπία τέμνει τα μελωδικά μέρη με τα άγρια, κάνοντας τα θέματα να φτιάχτηκαν για να παίζουν αέναα σε έναν άλλο κόσμο. Μόνο που ο κόσμος του Two Hunters όσο γήινος στην αίσθησή του κι αν προσλαμβάνεται, άλλο τόσο απόκοσμος είναι. Ανήκει αλλού, στο επέκεινα, σε μια ουτοπία που φοβόμαστε, γιατί χρειάζεται θάρρος να την αγγίξουμε. Για αυτό οφείλουμε να διαβούμε τα ωμά και σκληρά του ίχνη, ώστε ακολουθώντας την καταστροφή να χτίσουμε κάτι σαν αυτό που περιγράφουν οι στίχοι που κλείνουν το άλμπουμ… “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Black Cascade (Southern Lord, 2009)

Για τους WITTR το black metal είναι η ωδή στην καταιγίδα και στο σκοτάδι που καλύπτει τα πυκνά δάση, δίπλα σε θάλασσες και ωκεανούς. Στο τρίτο άλμπουμ τους Black Cascade κυριαρχεί η σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, σε απόλυτη αισθητική αρμονία με τις μορφές που απεικονίζονται στο εξώφυλλο. Πριν ηχήσει η πρώτη νότα ακούς τον ήχο της βροχής και μπαίνεις κατευθείαν στην κατανυκτική και μυστικιστική ατμόσφαιρα των Λύκων. Κι αρχίζει αμέσως μετά, ο ηχητικός καταιγισμός ήχων απλών, ωμών και απογυμνωμένων από κάθε τι περιττό.

Τα drums του Aaron Weaver δίνουν τον ρυθμό, τα synthesizer εισβάλλουν στη μέση του “Wanderer Above the Sea of Fog”, οι κιθάρες δίνουν την απαραίτητη ένταση, ενώ η φωνή του Nathan Weaver προσδίδει στο τραγούδι απόκοσμες διαστάσεις. Και νιώθεις το σκοτάδι να σε αγκαλιάζει μελωδικά, την ιδιαίτερη πινελιά των WITTR, που προσδίδει στη black metal μουσική τη μεγαλοπρέπεια που της αξίζει. Το “Ex Cathedra” δηλώνει ακριβώς αυτήν τη μεγαλοπρέπεια χωρίς την υπεροψία και την επιβολή εξουσίας που δείχνει ο τίτλος, ενώ το “Ahrimanic Trance” ξεκινά δυναμικά και καταλήγει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σαν να ξεθωριάζουν οι κιθάρες σταδιακά, σαν να ξεφτίζουν. Ζεστό συναίσθημα σε κρύο μέταλλο η αίσθηση που δημιουργεί το “Crystal Ammunition”, στοιχειωμένες μελωδικές κραυγές που αναδεικνύουν την ομορφιά της αγριότητας ή την αγριάδα της ομορφιάς.

Ακόμα κι αν κυκλοφόρησε μετά το υπέροχο Two Hunters, το Black Cascade έχει τη δική του σκοτεινή γοητεία.

 

 

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage (Southern Lord, 2011)

Αν και τόσο χρονικά όσο και δημιουργικά βρίσκεται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο, μεταξύ των δύο πυλώνων Two Hunters και Celestite –κάτι που μου έφερε στο μυαλό εικόνες από τα δυο επιβλητικά αγάλματα των βασιλιάδων της Gondor (για τους γνώστες του κόσμου του Άρχοντα των δαχτυλιδιών, Argonath)– το Celestial Lineage καταφέρνει να κάνει τον ανυποψίαστο ακροατή να κοντοσταθεί. Ισορροπώντας μεταξύ των πιο “εμπορικών” riff του Two Hunters και την υποβλητική dark ambience του Celestite, ο εν λόγω δίσκος ξεκινά με αλλόκοσμα, κατανυκτικά γυναικεία φωνητικά που σε παρασύρουν σε μια θύελλα εναλλαγών μεταξύ δυνατού μπλακ μέταλ και καθαρτήριων διαλειμμάτων, αφήνοντας κάθε φορά μια αίσθηση καταιγίδας που κόπασε. Το ύφος αυτό συμπυκνώνεται στο “Astral Blood”, το κορυφαίο, ίσως, κομμάτι αυτού του δίσκου, τα ήρεμα σημεία του οποίου είναι απλώς αποχαυνωτικά.

Στο νοητό timeline πάνω στο οποίο καρφιτσώνονται αυτά τα τρία album, ο ακροατής καλείται να διαβάσει τα ίχνη της δημιουργικής πορείας του συγκροτήματος. Ίσως το Celestial Lineage να μην είναι ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν οι WITTR σε σύγκριση με τα εκατέρωθεν άλμπουμ, τουλάχιστον κατά την ταπεινή άποψη της γράφουσας, μα αξίζει να ακουστεί ως το αποτύπωμα της μετάβασης από τις κιθάρες στα synth. Από το πιο “καθαρό” στο πιο ατμοσφαιρικό/πειραματικό μπλακ.

 

 

phren

Celestite (Artemisia Records, 2014)

Ήρθε κάποτε η ώρα γι’ αυτήν την παράξενη αγέλη να πάψει να κοιτά ολόγυρα τα δάση, να υψώσει το κεφάλι και να κοιτάξει προς τον ουρανό. Κι ενώ η εξερεύνηση είχε ήδη ξεκινήσει 3 χρόνια πριν με όρους σύνθεσης των παραδοσιακών black και των space στοιχείων, το Celestite σηματοδότησε την ολική εγκατάλειψη όχι μόνο της black αλλά και της κιθαριστικής φόρμας συνολικά. Οι WITTR το είχαν πει καθαρά τότε: το Celestite θα αποτελούσε ένα πείραμα και τη συνέχεια/συμπληρωματική ματιά πάνω στο Celestial Lineage, ένα είδος αδερφικού άλμπουμ. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις, όμως, πολλοί metal fan βιάστηκαν να απογοητευτούν, ως και να πανικοβληθούν.

Τα αναλογικά synth που ντύνουν τις, ως επί το πλείστον, μακροσκελείς συνθέσεις χαράζουν μια ευθεία γραμμή με τα ’70s και τη μεγάλη κληρονομιά των Tangerine Dream και των space rock ατενίσεων μάλλον, παρά με την ambient/electronica, σε μια λεπτομέρεια που έχει τη σημασία της. Τα παραμορφωμένα drone ταυτόχρονα αποτελούν μια διαρκή υπενθύμιση των καταβολών της μπάντας και του γεγονότος ότι, ναι, κάπως, κάπου στο βάθος χτυπάει μια black metal καρδιά. Το Celestite δεν είναι ένα πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ, αλλά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι εμπλουτίζει σημαντικά την προσωπική μυθολογία των WITTR, κι αν το τοποθετήσει κανείς στο σύνολο της δισκογραφίας τους, πιθανόν θα του μοιάζει σαν τη Μεγάλη Κόκκινη Κηλίδα στην επιφάνεια του πλανήτη Δία – η μικρή σε κλίμακα απόκλιση από την κανονικότητα, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο και χαράζεται στο μυαλό του παρατηρητή.

 

 

Antonis Kalamoutsos


Diadem Of 12 Stars

If it were to be said that a demo holds a separate post in each band’s discography – being the result of raw enthusiasm that is set to be processed and refined through the course of years so as to stand as evidence of its creators’ artistic value – then it goes without saying that each band’s first full length release stands as the reference mark for the listener to return to.

In the case of Wolves In The Throne Room, it is Diadem Of 12 Stars that holds that position in such a worthy and distinct manner that perhaps an introduction was poorly needed. A then newcomer in America’s black metal scene, WITTR came out with a clear intent to distinguish themselves from the absolute crudeness that the kind’s homeland, Norway, introduced. The album’s four lengthy compositions “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars” manage, within a total duration of an hour, to mix doom riffs with folk interludes, melodic female vocals with a study on growling, the already established experimentation of band such as Emperor and Enslaved with WITTR’s own compositional quiver. Especially during the, in my opinion, exquisite second half of “Face in a Night Time Mirror”, the excitement created is such that one cannot but foresee the long-lasting presence of the band which has proven to be equally multilayered and evolving.

Viktoria L.

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

The rain that’s pouring down at the beginning of the album seems to be utilizing the fertile ground of the band’s debut. As always, a birth holds an absolute hope regarding that which is to be born. Baring that in mind Two Hunters proves us that the most distinct work of a band needn’t wait many years to come to life. Let us all forget for a second whatever references there may be involved and just enjoy an album that is unintentionally even in every way.

An incredible balance intersects the melodic parts from the raw ones making each composition seem like it’s destined to be incessantly played in another world. However, even though the world of Two Hunters feels so close to heart, it is equally outlandish. It belongs in another land, the land beyond, a eutopia that scares us because it needs a display of courage on our part. This is why we must follow its raw and tough tracks in order to build of the existing destruction just like the closing lyrics of the album suggest…. “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

Black Cascade

For Wolves in the Throne Room, black metal is the ode to the storm and the darkness, that covers the dense forests, next to seas and oceans. Their third album, Black Cascade, is dominated by darkness and claustrophobic atmosphere, in complete aesthetic harmony with the figures depicted on the cover. Even before the music begins, you can hear the sound of pouring rain and so you are entering directly into the devilish and mystical atmosphere of the Wolves. And it begins immediately, the sound burst of simple and raw sounds, stripped of everything that is unnecessary.

Aaron Weaver’s drums are setting the rhythm, the synthesizers invade in the middle of “Wanderer Above the Sea of ​​Fog,” the guitars are giving the necessary intensity, while Nathan Weaver’s voice gives the song a mysterious dimension. You can feel the darkness embracing you, the special touch of WITTR, which gives black metal music the grandiosity it deserves. “Ex Cathedra” reveals that sense of magnificence and dominion, free from arrogance, while “Ahrimanic Trance” starts dynamically and ends in a special way, as if the guitars were fading away gradually, as if they were breaking off. The sensation “Crystal Ammunition” leaves you with, is similar to that of the warmness embracing a cold metal· haunted melodic cries highlighting the beauty of savagery or the wildness of beauty.

Even though it was released after the superior Two Hunters, Black Cascade has its own dark charm.

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage

Although both chronologically and creatively Celestial Lineage finds itself among the two pillars of the band, named Two Hunters and Celestite – something that brought to mind images and visions of the two imposing statues at the borders of Gondor (to those familiar with the Lord of the Rings, the “Argonath”) – and succeeds in luring in its audience. Balancing between the more “commercial” riffs of Two Hunters and the evocative dark ambience that Celestite conjures, this album begins with enticingly eerie female vocals that swoosh you in a hurricane of interchanging black metal and cathartic intermissions, leaving each time a feeling or an image of a receding storm. The essence of all these is captured in “Astral Blood”, maybe the best track in this album, the calm/clean parts of which are simply captivating.

Through the mental timeline on which these albums are pinned, the listener can follow the trace of the creative process of the band. It may be the case that Celestial Lineage is not the best weapon in the WITTR’s inventory, at least according to the writer’s humble opinion, but it’s worth a listen as the footprint of the transition from guitar-dominated sounds to a more synth-endorsing sonic exploration. From norm-abiding black metal to the realms of atmospheric/experimental black metal.

phren

Celestite

There came finally a time for this strange wolf pack to stop wandering in the woods, to raise their heads and gaze at the skies. And while this new exploration had already begun 3 years before this, in terms of combining traditional black metal and space elements, Celestite signaled the detachment from all extreme – and generally guitar oriented – musical forms. WITTR had stated clearly that this album would be just an experiment, a sequel and an addition to Celestial Lineage, as a kind of a sibling. Despite the warnings, black metal purists were disappointed, panicked even.

A detail of great significance is that the analogue synths that dress the lengthy compositions draw a straight line with the ’70s and the great heritage of Tangerine Dream and other space rock observations of that era, rather than with ambient/electronica. At the same time, distorted guitar drones are there to remind the band’s origins and the fact that somehow, somewhere in the deep there’s a black metal heart beating. Celestite is not a truly exceptional album, but it is of great special interest and it enriches the personal mythology of WITTR significantly. And if it is to be appreciated relatively with their entire discography, it looks like that Giant Red Spot in Jupiter’s surface – the short scale divergence from normality that characterises the whole and is being intensively carved in the beholder’s mind.

Antonis Kalamoutsos

 

Against a silent 2017 – This year’s top records

Άλλη μια χρονιά έφτασε στο τέλος της και άλλη μια φορά φαίνεται ότι δεν πήγε στράφι η αναζήτηση νέων μουσικών εκ μέρους μας. Φέτος, περισσότερο από άλλη χρονιά και περνώντας διάφορες φάσεις ως συντακτική ομάδα του ats, φτάσαμε να ασχολούμαστε ενδελεχώς με πολλά και διαφορετικά μουσικά είδη, αφουγκραζόμεν@ τη μουσική πραγματικότητα γύρω μας. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την ποικιλία στα άλμπουμ που επιλέξαμε ως τα κορυφαία του 2017. Παρ’ όλες τις διαφορές μεταξύ των γούστων μας, κοινός τόπος των επιλογών μας είναι η σχεδόν καθολική έλλειψη δίσκων από τα επονομαζόμενα μεγάλα ονόματα. Αντιθέτως, βρέθηκαν στις σχετικές λίστες μας πολλά νέα ονόματα κυρίως από το underground, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, τα οποία έκαναν φέτος τα πρώτα τους δισκογραφικά βήματα, αν όχι το πρώτο τους. Εξάλλου, και στην ίδια τη φετινή ύλη του ats το κύριο βάρος δόθηκε στο νέο και όχι στο παλιό, το οποίο ως μια μορφή στείρας νοσταλγικότητας εμφανίζεται είτε σε μορφή νέων κυκλοφοριών παλιών συνταγών, είτε σε αυτήν επανεκδόσεων που πλέον αποτελούν και το τυράκι στη φάκα του εμπορίου.

Σίγουρα δεν έχουμε καλύψει ολόκληρη την γκάμα του νέου ήχου σήμερα, αλλά (και) αυτές οι λίστες είναι μέρος μιας συνεχούς προσπάθειάς μας να τον αντικατοπτρίσουμε όσο γίνεται πιο πιστά και χωρίς παρωπίδες. Επίσης, εκφράζουν όχι μόνο τις προσωπικές μας μουσικές αδυναμίες για φέτος, αλλά παράλληλα και την προσπάθεια ανίχνευσης των προμηνυμάτων που θα καθορίσουν το αύριο στη μουσική. Ένα αύριο που δεν είναι τελικά τόσο μακρινό όσο νομίζουμε και που στηρίζεται στις συμπράξεις (βλ. χαρακτηριστικά την ύπαρξη πολλών γκρουπ και συνεργασιών σε αντιδιαστολή με τα προσωπικά άλμπουμ στις λίστες), το πάντρεμα ιδεών και την εξωτερίκευσή τους. Ας αφήσουμε λοιπόν να παίξει δυνατά μουσική απέναντι σε ένα φιλήσυχο 2017 και ας ευχηθούμε, ευχαριστώντας σας για τη στήριξη, για ένα πλούσιο σε συγκινήσεις 2018, από μουσικής και όχι μόνο άποψης.

 

1. Ex Eye – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Exquirla – Para Quienes Aun Viven (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Leprous – Malina (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. 1476 – Our Season Draws Near (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Junius – Eternal Rituals For The Accretion Of Light

Kudos: Alfa Mist – Antiphon (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

1. Wolves in the Throne Room – Thrice Woven (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godspeed You! Black Emperor – Luciferian Towers (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Amenra – Mass VI (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. Converge – The Dusk In Us

5. Ulver – The Assassination Of Julius Caesar

Kudos: Rope Sect – Personae Ingratae (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

ichie

 

1. Kevin Morby – City Music

2. Rhiannon Giddens – Freedom Highway

3. Nadine Shah – Holiday Destination

4. Feist – Pleasure

5. Priests – Nothing Feels Natural (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Vagabon – Infinite Worlds (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Φανή Κ.

 

1. Throane – Plus Une Main à Mordre (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Godflesh – Post Self

3. Bell Witch – Mirror Reaper

4. Taake – Baktanker

5. Thantifaxath – Void Masquerading As Matter

Kudos: Wormwood – Mooncurse

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

1. Arca – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

2. Drab Majesty – The Demonstration (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Demen – Nektyr (διαβάστε την κριτική εδώ)

4. James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (διαβάστε την κριτική εδώ)

5. Bagarre Générale – Tohu-bohu (διαβάστε την κριτική εδώ)

Kudos: Second Still – Self-titled (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

1. Sollertia – Light

2. Amplifier – Trippin’ With Dr. Faustus

3. 1476 – Our Season Draws Near

4. DooL – Here Now There Then

5. Leprous – Malina

Kudos: Lör – In Forgotten Sleep (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Wolves In The Throne Room – Deafheaven – Altar Of Plagues

Σε μια χρονιά που αρκετά είδη του ακραίου metal επανήλθαν στην επιφάνεια με βάση επιστροφές, δισκογραφικές ή μη, επιφανών εκπροσώπων τους, όπως π.χ. Carcass, Entombed κ.α., είχαμε μια ξεχωριστή αναζωπύρωση του άσωτου αυτού είδους που ονομάζεται black metal. Αν όντως πρόκειται για ένα νέο κύμα που κουβαλά τον δικό του νεωτερισμό ή απλά μιλάμε για μια υπερπροβολή ενός ταλαιπωρημένου ύφους, θα προσπαθήσουμε να το απαντήσουμε με βάση τρεις σχετικές κυκλοφορίες που κρίναμε ως ενδιαφέρουσες την χρονιά που μας πέρασε.

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε πως κρίνεται σκόπιμο να εστιάσουμε σε νέα αναθεωρητικά σχήματα ενός είδους που εκ φύσεως εξελίσσεται συνεχώς και όχι να γράψουμε για τον νέο δίσκο των Satyricon, το πρόσφατο best of των Darkthrone και το παγανιστικό group που συμμετέχει ο Gaahl με το όνομα Wardruna. Πριν από όλα αυτά όμως θα χρειαζόταν ένας απλός ορισμός του τι εστί black metal, καθώς πολλά έχουν ειπωθεί για αυτό το σκοταδιστικό είδος που ριζοσπαστικοποίησε εν τέλει το metal στα 90’s. Επειδή όμως το ζήτημα αυτό είναι τόσο περίπλοκο, παραθέτουμε απλά ένα ντοκιμαντέρ που αποσαφηνίζει αρκετά τους μύθους που θα ακολουθούν για πάντα αυτό το αιματοβαμμένο, με σάλτσα ή χωρίς, μουσικό κύμα. Ίσως έτσι αποκαλυφθεί πως πέρα από την ακραία αισθητική, τους σατανάδες και το καταραμένο σκότος, υπήρξαν ενδιαφέρουσες και καινοτόμες μουσικές εκφράσεις οι οποίες κάτι είχαν να δηλώσουν.

 

Wolves In The Throne Room – BBC Session Anno Domini 2011 (southern lord)

wolvesinthethroneroom

Δεν έχουμε ’90 και δεν βρισκόμαστε στην μέση κάποιου πυκνού σκανδιναβικού δάσους. Είμαστε στο σήμερα, στην Olympia της αμερικάνικης πολιτείας Washington και έχουμε στα χέρια μας την τελευταία κυκλοφορία των WITTR. Μιας μπάντας που ενώ δικαιολογεί μουσικά τον ορισμό του black metal, δεν χρησιμοποιεί νεκροφιλικά βαψίματα, αποκριάτικα ονόματα και πεντάλφες, αλλά έχει ως θεματολογία των στίχων της την αποξένωση από τη φύση, τελεολογικές αγωνίες και την αέναη αναζήτηση νοήματος στον σύγχρονο κόσμο. Αποτελείται βασικά από τα αδέρφια Weaver που ζουν σε μια φάρμα χρησιμοποιώντας ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Όλα αυτά μεταφέρονται και στη μουσική που φτιάχνουν καθώς ναι μεν σε αυτήν υπάρχει αυτή η σκοτεινή απόγνωση, αλλά σαν κάτι αόρατο να σε γλυτώνει από έναν ολοκληρωτικό μηδενισμό. Σαν να βρίσκεται κάτι το υπερβατικό που σε ωθεί να σηκώσεις το σταθερό βλέμμα σε αόρατες ή ορατές βουνοκορφές. Εδώ σε αυτό το ep έχουμε τις ηχογραφήσεις των δυο πιο δυνατών συνθέσεων του προπέρσινου Celestial Lineage που τους έκανε γνωστούς πέρα από τα στεγανά του ακραίου ήχου, φτάνοντας να καλεστούν από τους Godspeed! You Black Emperor για να τους συνοδεύσουν στο δικό τους All Tommorow’s Parties Festival. Είναι σύνηθες να περνάνε τα συγκροτήματα από τα διάσημα στούντιο του BBC, καθώς κάνουν την ευρωπαϊκή τους περιοδεία για να αποτυπώσουν έναν ίσως πιο ωμό ήχο από τον πρότερο ηχογραφημένο τους βίο. Δεν είναι όμως πάντα τα αποτελέσματα επιτυχημένα, καθώς ο χρόνος για τις μπάντες δεν επαρκεί πάντα για να νιώσουν άνετα στα εκεί στούντιο. Λοιπόν, εδώ οι ενορχηστρώσεις είναι πιο λιτές και όλα ταιριάζουν απόλυτα με το όμορφα άγριο υλικό που εκτελεί άψογα η μπάντα.

Αν είναι να ακούσετε μια μπάντα από όλο αυτό το black metal κύμα, παλαιό ή νέο (το οποίο παρεμπιπτόντως ονομάζεται cascadian διαφοροποιούμενο από τα προηγούμενα κατατεθειμένα ρεύματα του ήχου), ας είναι αυτό οι WITTR.

 

 

Deafheaven – Sunbather (deathwish)

deafheaven.againstthesilence

Αυτός είναι ο πιο πολυσυζητημένος κιθαριστικός δίσκος που βγήκε από το underground την χρονιά που μας πέρασε, καθώς, ενώ υμνήθηκε σχεδόν από όλα τα μουσικά sites, μεταλλικά ή μη, δίχασε όσ@ς το άκουσαν. Παραδεχόμεν@ όλοι την εκτελεστική αρτιότητα και πρόοδο που σημείωσε η μπάντα από το ντεμπούτο της μέχρι αυτό εδώ το πόνημα, δημιουργήθηκε ένα χάσμα απόψεων όσον αφορά τον black metal ή μη χαρακτήρα του Sunbather. Προσωπικά δεν διαβλέπω κανένα σκότος στα γεμάτα ένταση φετινά τους κομμάτια, αν και σαφώς η φωνή που φαντάζει σαν να αντιστέκεται εκκωφαντικά απεγνωσμένα σε αυτούς που θα ήθελαν να την πνίξουν ακούγοντας την, όπως και τα drums σε αρκετά μέρη, κάνουν χρήση της τεχνοτροπίας του bm. Θα έλεγα πως η γεύση που αφήνει το υλικό φέρνει στο νου περισσότερο screamo μπάντες με έμφαση στους Envy, παρά τον τυπικό μισανθρωπικό ήχο των νορβηγικών bm σχημάτων από τα 90’s.

Όσο για το shoegaze, που υποστηρίζουν οι ίδιοι πως βρίσκεται ως στοιχείο στην μουσική τους, υπάρχει αλλά πολύ αμυδρά και σίγουρα όχι σε αυτό το βαθμό που να επιβάλλεται μια ράθυμη ονειροπόληση σε έναν τόσο ευθύ ηχητικά δίσκο. Επίσης αρκετοί έκαναν ιδιαίτερη μνεία στα ήπια μέρη που δίνουν μια ενδιαφέρουσα ροή στο album, στα οποία όμως δεν ακούμε δα και κάτι πρωτότυπο, εφόσον έχουμε ήδη τσεκάρει το emocore των 90’s και το ορχηστρικό rock των 00’s. Τι μένει λοιπόν στο τέλος; Ένα σίγουρα καλοπαιγμένο υλικό και μια προσεγμένη όλη αισθητική που όμως δεν δικαιολογεί το σούσουρο που προκάλεσε ακόμη και σε έντυπα όπως το Rolling Stone. Αξίζει πάντως να του ρίξετε μια προσεκτική ακρόαση.

 

 

Altar Of Plagues – Teethed Glory & Injury (profound lore)

altarofplagues.againstthesilence

Άλλη μια μπάντα που δεν χωρά στα στεγανά του τυπικού black metal, καθώς χρησιμοποιεί αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία που στηρίζουν τον ογκώδη, σχεδόν ορχηστρικό ήχο τους. Ο τρίτος δίσκος των Ιρλανδών AOP κυκλοφόρησε στις αρχές περίπου του 2013 και αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μπάντας, αφού τον Ιούνη που μας πέρασε ανακοινώθηκε το τέλος της. Νεκροί λοιπόν με την μεταφορική έννοια του όρου, εμφανίστηκαν με το Teethed Glory & Injury σε αρκετές λίστες με τα εξέχοντα album του 2013 και κέρδισαν μια δεύτερη ευκαιρία ακρόασης από τον γράφοντα.

Η αίσθηση που κυριαρχεί στον πιο μεστό δίσκο αυτό είναι ένα απόκοσμο σκότος. Οι κιθαριστικοί ήχοι και τα κρουστά τείνουν προς μια μηχανιστική εντέλεια η οποία ισορροπεί με τα αρκετά μελωδικά μέρη που υπάρχουν σε πολλά σημεία του album και τη φωνή που επιτέλους βγάζει κάποια λέξη από αυτά που αγρίως εκστομίζει. Μιλάμε βεβαίως για ακραία μουσική οπότε όλα τα κομμάτια φαντάζουν μέρη ενός περίτεχνου σκοταδιού και μιας εξώτερης δύναμης .

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης