Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Wolves In The Throne Room – Deafheaven – Altar Of Plagues

Σε μια χρονιά που αρκετά είδη του ακραίου metal επανήλθαν στην επιφάνεια με βάση επιστροφές, δισκογραφικές ή μη, επιφανών εκπροσώπων τους, όπως π.χ. Carcass, Entombed κ.α., είχαμε μια ξεχωριστή αναζωπύρωση του άσωτου αυτού είδους που ονομάζεται black metal. Αν όντως πρόκειται για ένα νέο κύμα που κουβαλά τον δικό του νεωτερισμό ή απλά μιλάμε για μια υπερπροβολή ενός ταλαιπωρημένου ύφους, θα προσπαθήσουμε να το απαντήσουμε με βάση τρεις σχετικές κυκλοφορίες που κρίναμε ως ενδιαφέρουσες την χρονιά που μας πέρασε.

Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε πως κρίνεται σκόπιμο να εστιάσουμε σε νέα αναθεωρητικά σχήματα ενός είδους που εκ φύσεως εξελίσσεται συνεχώς και όχι να γράψουμε για τον νέο δίσκο των Satyricon, το πρόσφατο best of των Darkthrone και το παγανιστικό group που συμμετέχει ο Gaahl με το όνομα Wardruna. Πριν από όλα αυτά όμως θα χρειαζόταν ένας απλός ορισμός του τι εστί black metal, καθώς πολλά έχουν ειπωθεί για αυτό το σκοταδιστικό είδος που ριζοσπαστικοποίησε εν τέλει το metal στα 90’s. Επειδή όμως το ζήτημα αυτό είναι τόσο περίπλοκο, παραθέτουμε απλά ένα ντοκιμαντέρ που αποσαφηνίζει αρκετά τους μύθους που θα ακολουθούν για πάντα αυτό το αιματοβαμμένο, με σάλτσα ή χωρίς, μουσικό κύμα. Ίσως έτσι αποκαλυφθεί πως πέρα από την ακραία αισθητική, τους σατανάδες και το καταραμένο σκότος, υπήρξαν ενδιαφέρουσες και καινοτόμες μουσικές εκφράσεις οι οποίες κάτι είχαν να δηλώσουν.

 

Wolves In The Throne Room – BBC Session Anno Domini 2011 (southern lord)

 

wolvesinthethroneroom

Δεν έχουμε ’90 και δεν βρισκόμαστε στην μέση κάποιου πυκνού σκανδιναβικού δάσους. Είμαστε στο σήμερα, στην Olympia της αμερικάνικης πολιτείας Washington και έχουμε στα χέρια μας την τελευταία κυκλοφορία των WITTR. Μιας μπάντας που ενώ δικαιολογεί μουσικά τον ορισμό του black metal, δεν χρησιμοποιεί νεκροφιλικά βαψίματα, αποκριάτικα ονόματα και πεντάλφες, αλλά έχει ως θεματολογία των στίχων της την αποξένωση από τη φύση, τελεολογικές αγωνίες και την αέναη αναζήτηση νοήματος στον σύγχρονο κόσμο. Αποτελείται βασικά από τα αδέρφια Weaver που ζουν σε μια φάρμα χρησιμοποιώντας ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Όλα αυτά μεταφέρονται και στη μουσική που φτιάχνουν καθώς ναι μεν σε αυτήν υπάρχει αυτή η σκοτεινή απόγνωση, αλλά σαν κάτι αόρατο να σε γλυτώνει από έναν ολοκληρωτικό μηδενισμό. Σαν να βρίσκεται κάτι το υπερβατικό που σε ωθεί να σηκώσεις το σταθερό βλέμμα σε αόρατες ή ορατές βουνοκορφές. Εδώ σε αυτό το ep έχουμε τις ηχογραφήσεις των δυο πιο δυνατών συνθέσεων του προπέρσινου Celestial Lineage που τους έκανε γνωστούς πέρα από τα στεγανά του ακραίου ήχου, φτάνοντας να καλεστούν από τους Godspeed! You Black Emperor για να τους συνοδεύσουν στο δικό τους All Tommorow’s Parties Festival. Είναι σύνηθες να περνάνε τα συγκροτήματα από τα διάσημα στούντιο του BBC, καθώς κάνουν την ευρωπαϊκή τους περιοδεία για να αποτυπώσουν έναν ίσως πιο ωμό ήχο από τον πρότερο ηχογραφημένο τους βίο. Δεν είναι όμως πάντα τα αποτελέσματα επιτυχημένα, καθώς ο χρόνος για τις μπάντες δεν επαρκεί πάντα για να νιώσουν άνετα στα εκεί στούντιο. Λοιπόν, εδώ οι ενορχηστρώσεις είναι πιο λιτές και όλα ταιριάζουν απόλυτα με το όμορφα άγριο υλικό που εκτελεί άψογα η μπάντα.

Αν είναι να ακούσετε μια μπάντα από όλο αυτό το black metal κύμα, παλαιό ή νέο (το οποίο παρεμπιπτόντως ονομάζεται cascadian διαφοροποιούμενο από τα προηγούμενα κατατεθειμένα ρεύματα του ήχου), ας είναι αυτό οι WITTR.

 

 

Deafheaven – Sunbather (deathwish)

 

deafheaven.againstthesilence

Αυτός είναι ο πιο πολυσυζητημένος κιθαριστικός δίσκος που βγήκε από το underground την χρονιά που μας πέρασε, καθώς, ενώ υμνήθηκε σχεδόν από όλα τα μουσικά sites, μεταλλικά ή μη, δίχασε όσ@ς το άκουσαν. Παραδεχόμεν@ όλοι την εκτελεστική αρτιότητα και πρόοδο που σημείωσε η μπάντα από το ντεμπούτο της μέχρι αυτό εδώ το πόνημα, δημιουργήθηκε ένα χάσμα απόψεων όσον αφορά τον black metal ή μη χαρακτήρα του Sunbather. Προσωπικά δεν διαβλέπω κανένα σκότος στα γεμάτα ένταση φετινά τους κομμάτια, αν και σαφώς η φωνή που φαντάζει σαν να αντιστέκεται εκκωφαντικά απεγνωσμένα σε αυτούς που θα ήθελαν να την πνίξουν ακούγοντας την, όπως και τα drums σε αρκετά μέρη, κάνουν χρήση της τεχνοτροπίας του bm. Θα έλεγα πως η γεύση που αφήνει το υλικό φέρνει στο νου περισσότερο screamo μπάντες με έμφαση στους Envy, παρά τον τυπικό μισανθρωπικό ήχο των νορβηγικών bm σχημάτων από τα 90’s.

Όσο για το shoegaze, που υποστηρίζουν οι ίδιοι πως βρίσκεται ως στοιχείο στην μουσική τους, υπάρχει αλλά πολύ αμυδρά και σίγουρα όχι σε αυτό το βαθμό που να επιβάλλεται μια ράθυμη ονειροπόληση σε έναν τόσο ευθύ ηχητικά δίσκο. Επίσης αρκετοί έκαναν ιδιαίτερη μνεία στα ήπια μέρη που δίνουν μια ενδιαφέρουσα ροή στο album, στα οποία όμως δεν ακούμε δα και κάτι πρωτότυπο, εφόσον έχουμε ήδη τσεκάρει το emocore των 90’s και το ορχηστρικό rock των 00’s. Τι μένει λοιπόν στο τέλος; Ένα σίγουρα καλοπαιγμένο υλικό και μια προσεγμένη όλη αισθητική που όμως δεν δικαιολογεί το σούσουρο που προκάλεσε ακόμη και σε έντυπα όπως το Rolling Stone. Αξίζει πάντως να του ρίξετε μια προσεκτική ακρόαση.

 

 

Altar Of Plagues – Teethed Glory & Injury (candlelight records/profound lore)

 

altarofplagues.againstthesilence

Άλλη μια μπάντα που δεν χωρά στα στεγανά του τυπικού black metal, καθώς χρησιμοποιεί αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία που στηρίζουν τον ογκώδη, σχεδόν ορχηστρικό ήχο τους. Ο τρίτος δίσκος των Ιρλανδών AOP κυκλοφόρησε στις αρχές περίπου του 2013 και αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μπάντας, αφού τον Ιούνη που μας πέρασε ανακοινώθηκε το τέλος της. Νεκροί λοιπόν με την μεταφορική έννοια του όρου, εμφανίστηκαν με το Teethed Glory & Injury σε αρκετές λίστες με τα εξέχοντα album του 2013 και κέρδισαν μια δεύτερη ευκαιρία ακρόασης από τον γράφοντα.

Η αίσθηση που κυριαρχεί στον πιο μεστό δίσκο αυτό είναι ένα απόκοσμο σκότος. Οι κιθαριστικοί ήχοι και τα κρουστά τείνουν προς μια μηχανιστική εντέλεια η οποία ισορροπεί με τα αρκετά μελωδικά μέρη που υπάρχουν σε πολλά σημεία του album και τη φωνή που επιτέλους βγάζει κάποια λέξη από αυτά που αγρίως εκστομίζει. Μιλάμε βεβαίως για ακραία μουσική οπότε όλα τα κομμάτια φαντάζουν μέρη ενός περίτεχνου σκοταδιού και μιας εξώτερης δύναμης .

 

 

 

Μπάμπης Κολτράνης